Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Η ελληνική γλώσσα και οι κίνδυνοι που την απειλούν. Από συνέντευξι του ποιητή Κυρ. Χαραλαμπίδη “Eventuali pericoli per il neogreco”. Da un’ intervista di Kiriakos Charalambidis. (come saluto di inaugurazione al periodico "Controcorrenti" di Calcide.


«… Δε γνωριζόμαστε όταν βρισκόμαστε
Σαν άγνωστοι διαβάτες προσπερνάμε»

Η σημερινή ανάρτησι είναι μικρό αντίδωρο στην χαρά που μου επεφύλαξε το φρεσκοτυπωμένο εκείνο φιλολογικό (δωρεάν διανεμόμενο) περιοδικάκι, το οποίο μου ενεχείρισε τις προάλλες φίλος συνάδελφος στο σχολείο. Πρόκειται για το 32σέλιδο μικρού σχήματος --στο σκαρί του, αλλά με καλή πραμάτεια στο «αμπάρι» του -- φυλλάδιο υπο τον ευρίπειο τίτλο «Αντίθετα Ρεύματα», που μόλις ξεκίνησε το παρθενικό του ταξίδι.

Σ’ αυτό λοιπόν το 1ο τεύχος το οποίο εκδόθηκε στην πόλι μας με εξαιρετικούς φίλους και διακεκριμένους φιλολόγους στην 5μελή συντακτική του ομάδα (άτυπος ομαδάρχης και πανάξιος σημαιοφόρος ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος) βρήκα, όπως ήταν αναμενόμενο, πολύ αξιόλογο λογοτεχνικού ενδιαφέροντος υλικό.

Σαν προσωπικό χαιρετισμό της έκδοσης διάλεξα (για διάφορους λόγους) ένα απόσπασμα από το Α΄ μέρος της συνέντευξης του Κύπριου βραβευμένου και πολυμεταφρασμένου ποιητή μας Κυριάκου Χαραλαμπίδη στον επιμελητή του  περιοδικού, Μανώλη Στεργιούλη.

Αλέξανδρος ΣΟϊλεμέζης

......................................

 



ΕΡΩΤ: -- Δικαιολογούνται οι συζητήσεις για τους κινδύνους που απειλούν τη γλώσσα μας;

 Κυρ. Χαραλαμπίδης

«Ο πιο μεγάλος κίνδυνος για την γλώσσα την ελληνική είναι, θα έλεγα, οι  Έλληνες! Έχουμε φτάσει στο σημείο να μεταφράζουμε τον Παπαδιαμάντη για  να τον καταλαβαίνουμε. Η Εκκλησία προβληματίζεται για μετάφραση των  λειτουργικών κειμένων. Η Πολιτεία διαχρονικά έχει αφήσει στη μοίρα τους τα  αρχαία Ελληνικά, για να μην πω ότι και πολλοί φιλόλογοι τα αντιμετωπίζουν ως  οχληρό ή τα αποσείουν. Το ζήτημα, καθώς αντιλαμβάνεστε, καθίσταται  υπαρξιακό για την ίδια τη γλώσσα μας. Η ελληνική, λέει ο Νικηφόρος  Βρεττάκος, είναι η γλώσσα των αγγέλων, συνεπώς και γλώσσα της  κοσμογονίας . Κινείται σε κοσμικό -εννοώ συμπαντικό- επίπεδο, και αυτό δεν  αφορά μεγαλοστομίες και λυρισμούς. Τα πράγματα είναι σοβαρά: Η αφαίρεση  της πυρηνικής ενέργειας της λέξης εξουδετερώνει τη δύναμη και την αξία της.  Αδειάζει την ουσία της. Ο λόγος εκπίπτει και γίνεται κενός. Η ελληνική λέξη  είναι συνάρτηση νοήματος και μορφής. Η διατάραξη αυτής της  σχέσης ισοπεδώνει τον κραδασμό και παύει πια να πάλλεται η ζωή. 

Για να μην μακρηγορώ μιλώντας για πράγματα αυτονόητα , που  συζητούνται άλλωστε εκτενώς και συχνά με αγωνία από όσους γνοιάζονται για  την ελληνική γλωσσική διαχρονία, θα καταλήξω στα ακόλουθα: 

Μας δόθηκε η  χάρις να είμαστε Έλληνες, και τούτο εδράζεται πιο πολύ στη γλωσσική μας  παρακαταθήκη. Όταν έχεις κάτι πολύτιμο και τίμιο, δεν το εγκαταλείπεις ούτε  και το ρίχνεις στον σκυβαλότοπο. Είναι επείγουσα και απόλυτη ανάγκη να μην αποκόψουμε τους νέους μας από τη γνώση των αρχαίων ελληνικών. Χρέος της  Πολιτείας να επαναπροσδιορίσει τον πολίτη, ως εκ τούτου και τον εαυτό της.  Έχει παρατηρηθεί ότι η γνώση των αρχαίων ελληνικών ωφελεί τον εγκέφαλο προφανώς τον εναρμονίζει με τη μουσική των ουρανίων σφαιρών,  αποκαθιστώντας τη σχέση με το μυστήριο της ζωογονίας. Η ελληνική γλώσσα  -μιλάμε για την αρχαία-συντάσσει την ψυχή (το σύνταγμά της) , συγκροτεί και  στερεώνει το, πνεύμα , διαμορφώνει χαρακτήρα και ολοκληρώνει τον πολίτη.  Μη μας φαίνεται παράξενο αυτό εφόσον διαθέτει μαθηματική δομή και  γεωμετρική αρμονία, καθιστά τους ανθρώπους ευφυέστερους και το ήθος τους  συμπαγές.»

(Αντίθετα Ρεύματα, τ. 1, Απρ.  2021, σ. 8-9)

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

«Αναμνήσεις …για το μέλλον!» (Πρωτόλειο του Α.Σ.)

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ...ΓΙΑ ΤΟ ΜΈΛΛΟΝ

  Σχολείο. Την αντι-προπροηγούμενη ώρα είχε αισθανθεί περίπου ένοχος όταν κάποιοι μαθητές του τον είδαν να παίρνει με τρόπο την 2η αντιβίωσι με το που μπήκε στην αίθουσα. Την πρώτη την είχε πάρει στο γραφείο του βιαστικά, κι ας μήν είχε προλάβει (όπως έπρεπε) να φάει την από τον δρόμο μισοπαγωμένη τυρόπιτα. Τότε ήταν που το κουδούνι χτύπησε κι αυτός, πάντα βιαστικά, φορτώθηκε το γεμάτο μαθητικά γραπτά σακκίδιο πλάτης χώνοντας κάπου μέσα την μισοφαγωμένη τυρόπιτα --εκεί στην μπροστινή θήκη μαζί με τα απαραίτητα τα τελευταία χρόνια γυαλιά της πρεσβυωπίας του, χώρεσαν τα κουτιά με τις δύο ισχυρές αντιβιώσεις που τού ‘γραψε ο γαστρεντερολόγος για το έλκος του, εκείνο το παλιό που είχε μετά από χρόνια επανέλθει απειλητικότερο – παίρνοντας το μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό και στο χέρι το ποτηράκι που είχε προμηθευθεί μαζί με έναν εσπρέσσο από το κυλικείο.
  Συγκράτησε το περίεργο αίσθημα που του άφησε το μυαλό του, όταν αδειάζοντας σε δύο δόσεις το πλαστικό ποτήρι (εκεί μες στο νερό του είχε καταφέρει να διαλύσει το 1000 mg χάπι τού ευτυχώς διασπειρόμενου αντιβιοτικού), και κοιτάζοντας τον πάτο του, εκ παραλλήλου με την αηδιαστική γεύσι του φαρμακευτικού διαλύματος στο στόμα, είχε έναν -ευτυχώς φευγαλέο- συνειρμό που του αποτύπωνε φαντασιακά την σκηνή με το κώνειο του Σωκράτους. Όχι αυτός δεν είχε όρεξι να παίξει τον κότταβο...
  Και ευτυχώς το μάθημα-Αρχαία Ιστορία- όλο το υπόλοιπο σαρανταπεντάλεπτο κύλισε ομαλότατα!

Την τελευταία ώρα του προγράμματος ανέβηκε με άνεσι τα σκαλιά του 2ου ορόφου και νάτος, να ξεκλειδώνει την πόρτα του τμήματος, αυτή τη φορά στην ώρα του, πιο ήρεμος και αρκετά ανακουφισμένος, για το τελευταίο μάθημα της ημέρας. Τα δύο διαλείμματα που είχαν μεσολαβήσει τού είχαν φτάσει ακριβώς καί για τουαλέτα, αλλά το κυριότερο καί για να φωτοτυπήσει το κείμενο του Μπρέχτ που κάπως καθυστερημένα είχε αποφασίσει να διδάξει στα γενικώς απρόθυμα παιδιά της Γ΄ Λυκείου.
  Με το που μπήκε στην τάξι, το βλέμμα του έπεσε --ως συνήθως-- στον πίνακα. Χωρίς να χρονοτριβήσει -- μπορεί και να μην προδόθηκε από την στιγμιαία διακοπή του σταθερού βηματισμού του -- πρόλαβε να διαβάσει το ανορθόγραφο, ακαλαίσθητο και με μεγάλα γράμματα “σύνθημα”: ΝΑ ΨΩΦΙΣΕΙ / Ο ΜΟΙΣΕΛΕΖ. Άφησε το βιβλίο της Λογοτεχνίας με τις φωτοτυπίες στην έδρα, έβγαλε το σακκάκι του και γρήγορα έλεγξε το απουσιολόγιο και το βιβλίο ύλης. Όλη αυτή την ώρα που περίμενε να καθήσουν οι μαθητές, αυτός το έπαιζε αδιάφορος και ψύχραιμος, ενώ τον γαργάλαγε το κινητό στην τσέπη του παντελονιού του. Σε ρυθμούς μπλίτς είχε βλέπεις ετοιμάσει το πονηρό σχέδιο να αποτυπώσει στο φινάλε του μαθήματος φωτογραφικά το απεχθές στιγμιότυπο-σύνθημα στον πίνακα.
  Μάταια προσπάθησε να εμποδίσει έναν από τους μαθητές που παρ' όλη τη δική του άρνησι να σβηστεί ο πίνακας, εκείνος αμετάπειστος απο την συγκαλυμμένη τακτική του καθηγητή και σχεδόν βίαια έπιασε το μεγάλο σφουγγάρι και έσβησε με 2, άντε 3, αστραπιαίες κινήσεις την επιγραφή, για την οποία επέμενε πως δεν τον εκφράζει…
  Ο  ενθουσιασμός  από την μεριά του δασκάλου πήγε περίπατο, αλλά το μάθημα, βοηθούσης και της ενοχικής ή αμήχανης σιωπής/ησυχίας ενός μέρους της τάξης, πήγε παραδόξως περίφημα.

Πρίν βγεί από την άδεια αίθουσα ο καθηγητής Μοϊσελέζης κοντοστάθηκε. Πήρε μια βαθειά εισπνοή. Ούτε τον πίνακα χρησιμοποίησε τελικά, ούτε και το κινητό. Η ευκαιρία λοιπόν συλλογής ...σουβενίρ πήγε χαμένη! Ανέπνευσε κανονικά και άφησε την πόρτα ανοιχτή.
  Πίσω αργότερα στον εαυτό του:
- Κι αυτό το αχώνευτο «Να ψωφίσει ο Μοισελέζ»;
- Έ, τί να κάνουμε; Ο …Σελλενίδης νάν’ καλά!


Α. Σ.
 (Χαλκίδα, 29/01/2020)

[ΣΣ. Το Σελλενίδης είναι προφανώς λογοτεχνικό ψευδώνυμο του καθηγητή…]

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Άλλες 3 βιβλιοπαρουσιάσεις απο την φιλόλογο Ευαγγελία Στάθη. Tre nuove presentazioni di libri (collaborazione di Litsa Stathi)

Τρείς (3!) ακόμη βιβλιοπαρουσιάσεις απο την φίλη και συνάδελφο Λίτσα Στάθη. Αυτή την φορά μας προτείνει δύο βιβλία γύρω απο την Ιστορία της ανθρωπότητος και ένα γύρω απο ανθρώπινες ιστορίες και αισθήματα που ...γίνονται βιβλία! Την ευχαριστούμε και με την ευκαιρία της χθεσινής ονομαστικής της εορτής της ευχόμαστε ΄”Εις Έτη Πολλά”, με πολλά πολλά χιλιόμετρα δημιουργικής πορείας κι αμέτρητες σελίδες πνευματικής αναζήτησης και καρποφόρου φιλαναγνωσίας.
...................................................
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Τρεις νέες επιλογές για το αναγνωστικό κοινό του ιστολογίου: Η πρώτη, καθαρά λογοτεχνική, επιχειρεί να μας εισάγει στον μαγευτικό κόσμο του βιβλίου μέσα στον κατ εξοχήν χώρο των βιβλίων, σε ένα βιβλιοπωλείο και είναι το βιβλίο της NINA GEORGE με τον τίτλο «Το μικρό παριζιάνικο βιβλιοπωλείο» από τις εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ.  Πρόκειται για ένα αισιόδοξο γοητευτικό παραμύθι για την αγάπη, την απώλεια, το θάρρος να κάνεις μια νέα αρχή. Ένα μυθιστόρημα-ερωτική επιστολή προς τα ίδια τα βιβλία και όσους πιστεύουν ότι οι ιστορίες έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τη ζωή μας.
Οι επόμενες δύο επιλογές είναι διαφορετικές. Έχουν επιστημονικό και όχι λογοτεχνικό χαρακτήρα. Σχετίζονται με την Ιστορία μέσα από μια διαφορετική από την συνήθη οπτική με έναν τρόπο περισσότερο  ανάλαφρο και ευχάριστο, χωρίς να αναιρείται εξ αυτού του γεγονότος, όμως ο επιστημονικός χαρακτήρας τους. Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο ο σύντομος και ευχάριστος τρόπος παρουσίασης της παγκόσμιας ιστορίας. Δεν θα σας κουράσει καθόλου!
Στην πρώτη,- που  είναι το βιβλίο της αναπληρώτριας καθηγήτριας της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών ΜΑΡΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ με τίτλο «Μόνο λίγα χιλιόμετρα» Ιστορίες για την Ιστορία από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ και είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος του: ιστορίες για το πώς ξεκινά και εξελίσσεται η ιστορία-χωρίς να πιστεύω στις συμπτώσεις απόλυτα, έπεσα εντελώς ……..συμπτωματικά, όταν, στη διάρκεια των εορτών και ενώ επρόκειτο να επισκεφθώ το γνωστό μεγάλο κεντρικό βιβλιοπωλείο της οδού Σταδίου, άκουσα σε πρωινή τηλεοπτική ειδησεογραφική εκπομπή να γίνεται λόγος για την Μαρία Ευθυμίου και το τελευταίο της βιβλίο με τον προαναφερθέντα τίτλο. Έσπευσα να το προμηθευτώ και από επιστημονικό ενδιαφέρον αλλά και από περιέργεια. Εντύπωση μου προκάλεσε ο τρόπος που η συγγραφέας συνομιλεί με τον δημοσιογράφο Μάκη Προβατά. Η ιστορία κατά τον Θουκυδίδη είναι φιλοσοφία  μέσω παραδειγμάτων. Είναι ταυτόχρονα και ιστορία των ανθρώπων, που μπορούν να επεμβαίνουν στον εαυτό τους, στη φύση και στον άλλον ορίζοντας έτσι και κατανοώντας τη μικρή τους ζωή. Σ’αυτό το βιβλίο προσεγγίζονται εποχές και γεγονότα, άτομα και κοινωνίες, διαψεύσεις και επιβεβαιώσεις. Η διαδρομή που διανύει το βιβλίο ξεκινά από τους προϊστορικούς χρόνους και φτάνει μέχρι σήμερα. Στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου μεγάλο διάστημα…….. μόνο λίγα χιλιόμετρα και μόνο σε 280 σελίδες!!!!!!!!!
Η δεύτερη έρχεται από το εξωτερικό και είναι το βιβλίο με τίτλο «Μικρή ιστορία του κόσμου» του αυστριακού συγγραφέα και ιστορικού της τέχνης E.H.GOMBRICH σε μετάφραση Έλενας Καμηλάρη, από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ. Ο συγγραφέας, από τους εξέχοντες θεωρητικούς του εικοστού αιώνα, πετυχαίνει να αφηγηθεί την ιστορία της ανθρωπότητας, από την εποχή του λίθου ως την εποχή της πυρηνικής ενέργειας, σύντομα, περιεκτικά, αλλά και με πειστικό τρόπο. Με γλώσσα απλή και γλαφυρή ζωντανεύει την ιστορία του κόσμου, τα επιτεύγματα του ανθρώπου ,τις σημαντικότερες προσωπικότητες και συγκρούσεις  με τρόπο απλό και κατανοητό από τον αναγνώστη. Πρόκειται, όπως λέει και ο ίδιος, «όχι απλώς για  μια ιστορία, αλλά για τη δική μας ιστορία, αυτή που ονομάζουμε Ιστορία του Κόσμου. Έτοιμοι;» Προσωπικά, το συστήνω ανεπιφύλακτα, είναι το αληθινό παραμύθι της εξέλιξης του ανθρώπου!!!!!

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΤΑΘΗ

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Βιβλιοπαρουσίασι: Τασία Βενέτη: «ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ» (απο την φιλόλογο Ευαγγελία Στάθη). La presentazione del libro di Tassia Veneti “Della Neve” (prima collaborazione di Litsa Stathi)

Η πρώτη συνεργασία στο ιστολόγιο γαι το 2018 είναι γεγονός! Διπλή η χαρά και η τιμή για τον “Νέο Παλαμήδη” και τον δαχειριστή του: μία εκλεκτή συνάδελφος και φίλη, η κα Ευαγγελία Στάθη, να μας κάνει φιλολογικό “ποδαρικό” στο νέο έτος!
Η αγαπητή Λίτσα, κατ' εξοχήν βιβλιοφάγος και φιλαναγνώστρια (ως ιδανικός -και σπανίζων πλέον- τύπος φιλολόγου δηλαδή), μάς έστειλε, τηρώντας στο ακέραιο σχετική υπόσχεσί της, μια πρότασι ενός όμορφου βιβλίου. Μας είχε μιλήσει στο σχολείο με ενθουσιασμό για το βιβλίο της Τασίας Βενέτη: «ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ» και με την συνήθη αβροφροσύνη προς τους φίλους της να δανείζει ή και να χαρίζει βιβλία, μας έδωσε για λίγο το αντίτυπο με την ιδιόχειρη αφιέρωσι της συγγραφέως να το διαβάσουμε. Πρόκειται για μια συλλογή αφηγημάτων (καμμια 30ριά μικρές αλλά αληθινές και ψυχωμένες ιστορίες που συνδυάζουν το λογοτεχνικό στοιχείο του λόγου με την ιστορικο-κοινωνική διάστασι του περιεχομένου) μια νέας λογοτεχνικής φωνής, τόσο αξιόλογης, που δυσκολεύεσαι να πιστέψεις οτι πρόκειται για πρωτόλειο. Την ευχαριστήσαμε απο την πρώτη στιγμή που μοιράστηκε μαζί μας την χαρά του ευρήματος και την παρακαλέσαμε να μας κάνει η ίδια την τιμή τής βιβλιοπαρουσίασης .
 Λίτσα Στάθη, καλώς όρισες!!
...............................................................................................
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ.

Τασία Βενέτη: «ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ» (εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ 2013)

Υπάρχουν διαμάντια ανεκτίμητα και δυσεύρετα, αλλά και διαμαντάκια κρυμμένα σε σημεία που δεν τα βάζει ο νους σου και φανερώνονται μπροστά σου εκεί που δεν το περιμένεις! Ένα τέτοιο λογοτεχνικό διαμαντάκι (με την έννοια του μικρού μεγέθους και όχι της αξίας) έπεσε στα χέρια μου σε πρόσφατο ταξίδι στην γενέτειρά μου, τα Γιάννενα! Πρόκειται για το βιβλίο της Τασίας Βενέτη από τις εκδ. Ροδακιό, με τον τίτλο: «του χιονιού». 
Ως εδώ τίποτε το ιδιαίτερο, θα πει κανείς. Κι όμως, εδώ είναι το ξεχωριστό (και είναι και η γνωριμία μου με την συγγραφέα που έτυχε να είναι και πατριώτισσά μου!!) : Το οτι απέχει από την εικόνα που έχουμε συνήθως για τους συγγραφείς, ότι ξημεροβραδιάζονται πάνω από τόμους βιβλίων!

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή: Η γνωριμία μου μαζί της έγινε σε ένα οικογενειακό και ζεστό περιβάλλον ένα κρύο φθινοπωρινό απόγευμα του περασμένου Οκτωβρίου με έναν απροσδόκητο τρόπο, αφού η ίδια με περίμενε, μόλις πληροφορήθηκε το ενδιαφέρον μου για το βιβλίο της, περιχαρής με ένα αντίτυπο στο χέρι της και διάθεση για συζήτηση και επικοινωνία. Στην συνομιλία μας αυτή μου αποκάλυψε μερικά από τα μυστικά της ξεχωριστής γραφής της: δεν διαβάζει λογοτεχνία, στο σχολείο δεν ήταν καλή μαθήτρια, έγραφε όμως καλές εκθέσεις και η συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου ήταν η λυτρωτική ψυχοθεραπεία της σε μια πολύ δύσκολη και επώδυνη οικογενειακή κατάσταση. Άνθρωπος χαμηλών τόνων, δεν ήθελε να δώσει στη δημοσιότητα τα αφηγήματά της, θεωρώντας ότι δεν θα ενδιέφεραν κανέναν. 

Δεν έβρισκε λοιπόν κανέναν άλλο από τους συνήθεις λόγους να το κάνει, εκτός από τον κοινωφελή σκοπό να βοηθήσει τα παιδιά με σοβαρές καρδιακές παθήσεις της ιδιαίτερης πατρίδας της, στο σύλλογο των οποίων και διαθέτει τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου, μια και η ίδια βίωσε το πρόβλημα μέσα από το δικό της παιδί!

Όποιος πάρει το βιβλίο στα χέρια του θα δει την λιτή αφιέρωση στους γονείς της. Ίσως τον ξενίσει το γεγονός, είναι όμως απόλυτα δικαιολογημένη, καθώς είναι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο προχώρησε στην έκδοση αυτών των ιστοριών: να προλάβουν να το διαβάσουν οι γονείς της και ιδιαίτερα η μητέρα της, πριν χάσει το φως της από ωχρά κηλίδα! Συμπάθησα και εκτίμησα πολύ αυτόν τον άνθρωπο, γι’ αυτό και, όταν ο εκλεκτός συνάδελφος και αγαπημένος φίλος Αλέξανδρος Σελλενίδης, με τον οποίο έσπευσα να μοιραστώ αυτή μου την εμπειρία και να του δώσω το βιβλίο, μου ζήτησε να γράψω... δυο λόγια, έσπευσα ασμένως να ανταποκριθώ!

Μέσα από τις εικοσιοκτώ ιστορίες αυτού του βιβλίου η Τασία Βενέτη δίνει με πυκνή, μεστή αφηγηματική λιτότητα, μικρές ρηματικές προτάσεις και χρησιμοποιώντας το γλωσσικό ιδίωμα της ιδιαίτερης πατρίδας της, ανάγλυφη την εικόνα της ελληνικής επαρχίας, (κυρίως στην Ήπειρο) στα δύσκολα για τον τόπο χρόνια της κατοχής και του εμφύλιου. Πρωταγωνίστριες γυναίκες, που βίωναν περισσότερο απ΄όλους αυτές τις τραγικές καταστάσεις μέσα από τους πολλαπλούς ρόλους της γιαγιάς, της μάνας, της κόρης, της αδερφής, της συζύγου!! Παιδί μεταναστών και η ίδια, που επέστρεψε στην πατρίδα, μεταφέρει με ξεχωριστή ευαισθησία, αφηγηματική δεξιοτεχνία και θεατρικότητα [ο Καβάφης είναι ο αγαπημένος της ποιητής] την απογοήτευση από την ματαίωση της φυγής για ένα καλύτερο κόσμο, στο διήγημά της με τον τίτλο: «Κουβέντες ως τον ήλιο», που ξεχώρισα και μου άρεσε περισσότερο, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι για την ομορφιά και την αξία των υπολοίπων!!

Φλυάρησα, νομίζω, αρκετά και καθώς τα …….. πολλά λόγια είναι φτώχεια και το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι καθόλου φτωχό, ακριβώς επειδή δεν …….φλυαρεί, το παραδίνω στα χέρια σας και στην κρίση σας!!!!!

Ευχαριστώ για την φιλοξενία


Ευαγγελία Στάθη.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

«Ένα συρραφέν ποίημα»: μια πρώτη μετάφρασι σε ένα ποίημα του Σέημους Χήνυ. “A Found Poem”; my first attempt to translate a religious poem by Seamous Heaney (1939-2013). Traducendo una poesia del premio Nobel irlandese S. Heaney


Το πρωτότυπο:


A Found Poem



    Like everybody else, I bowed my head



    during the consecration of the bread and wine,



    lifted my eyes to the raised host and raised chalice,



    believed (whatever it means) that a change occurred.



    I went to the altar rails and received the mystery



    on my tongue, returned to my place, shut my eyes fast, made



    an act of thanksgiving, opened my eyes and felt



    time starting up again.



    There was never a scene



    when I had it out with myself or with an other.



    The loss of faith occurred off stage. Yet I cannot



    disrespect words like ‘thanksgiving’ or ‘host’



    or even ‘communion wafer.’ They have an undying



    pallor and draw, like well water far down.

        Seamus Heaney (2005)


Η μετάφρασί μου:

Ένα συρραφέν ποίημα

Όπως και όλοι οι άλλοι, έσκυψα το κεφάλι 
κατά τον καθαγιασμό του άρτου και του οίνου, 
ανασήκωσα το βλέμμα μου προς την υψωμένη κοινωνιά και το προτεταμένο δισκοπότηρο, πιστεύοντας (ό, τι αυτό σημαίνει) ότι μια αλλαγή συνέβη. 
Πήγα στις άκρες της άγιας τράπεζας και έλαβα το μυστήριο 
στη γλώσσα μου, επέστρεψα στη θέσι μου, έκλεισα γρήγορα τα μάτια, έκανα 
μια πράξι ευχαριστίας, άνοιξα τα μάτια μου και αισθάνθηκα 
ο χρόνος να αρχίζει ξανά. 
Δεν υπήρξε ποτέ μια σκηνή 
όταν τα είχα βάλει και τα βρεί με τον εαυτό μου ή με κάποιον άλλο. 
Η απώλεια της πίστης συνέβη εκτός σκηνής. Εν τούτοις, δεν μπορώ 
να απαξιώσω λέξεις, όπως «ευχαριστία» ή «όστια» 
ή ακόμα και «θεία κοινωνία». Έχουνε μια απέθαντη
ασπράδα και τραβάνε, όπως και το νερό του πηγαδιού πολύ κάτω. 

( Seamus Heaney, 2005)
Μετάφρασι: Αλέξανδρος Σοϊλεμέζης


Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

«Είθισται Να Δολοφονούν Τους Ποιητάς»: μικρό σημείωμα-αφιέρωμα από τον Αιθεροβάμονα περί ποιήσεως και ποιητών. Una breve nota/dedica da Eterovamon; su poesia e poeti.

…ΕΙΘΙΣΤΑΙ ΝΑ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΑΣ 

 «- Μα επί τέλους! Πια ο καθένας γνωρίζει πως από καιρό τώρα - και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας, τα σακάτικα - είθισται να δολοφονούν τους ποιητές…». 
ΦΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

[ Ένα μικρό αφιέρωμα στην Ποίηση ] 

Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ την δημοσίευση σε τοπική εφημερίδα ποιημάτων κάποιων συμπολιτών μας. Αισθάνομαι ευχαριστημένος διαπιστώνοντας πως στη σκληρή εποχή μας δεν χάθηκε η ανθρωπιά και η ευαισθησία. Αυτοί που αγαπούν την ποίηση κάνουν τη δική τους κατάθεση ψυχής. Ο καθένας τους λειτουργεί με γνώμονα την ευαισθησία του, την φαντασία του, με τον δικό του προσωπικό τρόπο έκφρασης, Βλέπουμε πως ο κάθε αγνός ερασιτέχνης και μερακλής ποιητής αντικρίζει την πραγματικότητα και πως την αποτυπώνει στο χαρτί με τα μάτια της ψυχής του. Αεροβάτες κι αυτοί αγωνίζονται, ονειρεύονται και προσπαθούν να ανυψώνονται ελπίζοντας πως θα ανυψώσουν και όσους συνανθρώπους τους μπορούν πιο πάνω από την ισοπέδωση, τη μετριότητα, την επίσημα οργανωμένη και διαχρονική ΗΜΙΜΑΘΕΙΑ (βλέπε δημόσια παιδεία).

 Όμως, οφείλουμε να κάνουμε και ένα αναγκαίο διαχωρισμό ανάμεσα στους ΠΟΙΗΤΕΣ και στους ΣΤΙΧΟΠΛΟΚΟΥΣ. Το να παίρνει ο καθένας ένα μολύβι κι ένα χαρτί προσπαθώντας να κάνει απλά ομοιοκαταληξίες σε ένα άθλιο ή ανούσιο περιεχόμενο και από πάνω να έχει την ματαιοδοξία 2 να αυτοπροβάλλεται ως ποιητής, αυτό απέχει εκατομμύρια έτη φωτός από την δημιουργία που λέγεται ΠΟΙΗΣΗ.
Αυτό το φαινόμενο δεν είναι μόνο σημερινό. Ο μεγάλος Αριστοφάνης στην κωμωδία του «Βάτραχοι» παρουσιάζει το Διόνυσο να λέει: « - Ο πατέρας Δίας με έστειλε στον Άδη για να βρω ένα από τους μεγάλους ποιητές και να τον επαναφέρω στον επάνω κόσμο ,ώστε να παρακινήσει τους Αθηναίους να ασχοληθούν και πάλι με την δόλια πατρίδα. Γιατί, αυτοί που έμειναν ζωντανοί είτε είναι άχρηστοι είτε διεφθαρμένοι και γράφουν παπαρδέλες. Κι από πάνω αμολάνε και μια κατρούλα στη μούσα της ποίησης.».
Όπως μας λέει ο Γιώργης Παυλόπουλος ίσως τα ποιήματα ,που γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος, είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ με τα οποία μάταια προσπαθούμε ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης. Εμείς σήμερα, δεν χρειάζεται να αναστήσουμε κανένα πεθαμένο ποιητή. Μπορούμε, με λογισμό και με όνειρο, με φαντασία, ευαισθησία και με ψυχή να γίνουμε ή τουλάχιστον να προσπαθούμε να σκεφτόμαστε, να αισθανόμαστε και να λειτουργούμε σαν αληθινοί ποιητές. Αρκεί να δημιουργήσουμε μέσα μας την ψυχολογία ενός ποιητή, ενός λογοτέχνη, ενός πνευματικού ανθρώπου.
Ας βρούμε τη δύναμη να μη φοβόμαστε τα συστήματα, να μην ανεχόμαστε τυφλά ούτε με ηττοπάθεια καμία κακή επιβολή. Γιατί απλά, πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν και μετά …ΤΟΥΣ ΝΙΚΑΣ!

 Η ζωή πρέπει να έχει τρία συστατικά: ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ, δηλαδή να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή, ΤΟ ΩΡΑΙΟ, δηλαδή κάθε τι που στολίζει τη ζωή{ π,χ. ΜΟΥΣΙΚΗ, ΠΟΙΗΣΗ} και το συγκλονιστικό που είναι Η ΑΓΑΠΗ! Γι’ αυτά αξίζει να αγωνιζόμαστε.

 Βέβαια, για το ρόλο της ποίησης σε κάθε εποχή έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις:
 *Εγγονόπουλος: « - Τούτη η εποχή, του εμφύλιου σπαραγμού, δεν είναι εποχή για ποίηση…». Ο ποιητής εκφράζει μια στάση ΑΠΟΧΗΣ από την ποίηση και από τα δρώμενα της εποχής του.
*Μίλτος Σαχτούρης: «Δεν έχω γράψει ποιήματα, μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνω». Βλέπουμε την απαισιοδοξία και μία επίσης τάση ΑΠΟΧΗΣ.
Όμως, ο ποιητής, όσο αρνητική κι αν είναι η εικόνα του καιρού του, οφείλει να στέλνει μηνύματα και να τους παρακινεί όλους να αντιδρούν, να αγωνίζονται και να ονειρεύονται.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
 *Γ. Ρίτσος: «Ανυπόταχτη Πολιτεία»: «-…Ναι, θα τον ρίξουμε μια μέρα ανάσκελα τον πόνο… Ποιος φταίει που λείπει το τραγούδι μας; … Ο φόβος μας να γίνει γροθιά υψωμένη, παντιέρες ν’ ανεμίζουν απαιτώντας ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ…».
 *Κ. Βάρναλης: «-…Στα ιδανικά των κόσμων που γκρεμίζονται, φέρνω τα ιδανικά των κόσμων που γεννιούνται…».
 *Τ. Λειβαδίτης: «Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν. Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε, φοβούνται το πεζούλι που πατάμε και τα λόγια που λέμε. Μας φοβούνται και όταν μας σκοτώνουν. Νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ…».

Συνοψίζοντας πρέπει να τονίσουμε πως η Ποίηση είναι μια ατέρμονη πορεία του ανθρώπου να φτάσει τον ήλιο, να εξαγνίσει και να εξαγνιστεί, να αφυπνίσει και να αφυπνιστεί. Η αποχή δεν είναι η πρέπουσα λύση. Ο ποιητής είναι ανάγκη να ασκεί ΕΠΟΨΗ(=ΕΠΟΠΤΕΙΑ) για να σχηματίζει ΑΠΟΨΗ, ώστε να δίνει μηνύματα, ιδέες, προτάσεις. Έτσι, ως πνευματικός άνθρωπος θα καθοδηγεί την κοινή γνώμη, θα σηκώνει τον γονατισμένο και φοβισμένο ανθρωπάκο λέγοντάς του: «- Σήκω και κοίτα στα μάτια τον αντίπαλό σου. Δεν είναι γίγαντας, αλλά ίσα με το δικό σου μπόϊ. Πολέμησέ τον.». Ο ποιητής στην εποχή του οφείλει να είναι μπροστάρης και να αποτυπώνει τα σημάδια του καιρού του. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, οι ποιητές παρέρχονται, αλλά Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΝΕΙ…

ΑΙΘΕΡΟΒΑΜΩΝ



ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ (ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ).
Εγώ δεν είμαι ποιητής είμαι στιχάκι
είμαι στιχάκι της στιγμής
πάνω σε τοίχο φυλακής
και σε παγκάκι

Με τραγουδάνε οι τρελοί και οι αλήτες
καταραμένη είμαι φυλή
με μιαν εξόριστη ψυχή
σ' άλλους πλανήτες

Εγώ δεν είμαι ποιητής
είμ' ο λυγμός του
είμαι ένας δείπνος μυστικός
δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός
κι είμ' αδερφός του

Στίχοι: Λάζαρος Ανδρέου
Μουσική (και ερμηνεία!): Νίκος Παπάζογλου

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Οι αυριανές εκλογές και ο Ηλίθιος (του Ντοστογέφσκυ) . Le Elezioni in Grecia domani e “l’ Idiota” di Fedor (Fyodor Mikhailovich) Dostoevskij


Είχαμε καιρό στο ιστολόγιο να λάβουμε συνεργασία από τον φίλο «Nick Georgiou» (Χ. Γ.). Με χαρά αναρτούμε το άρτι παραληφθέν (μόλις χθές) κείμενό του. Είναι τόσο επίκαιρο όσο και αληθινό! Άλλωστε κι εμείς θα πάμε να ψηφίσουμε. Και βέβαια είμαστε αναφανδόν με το μέρος του πρίγκιπα Μίσκιν.

 .
.
.
Ο Ηλίθιος

Δεν ξέρω γιατί,  αλλά τις τελευταίες μέρες  διαβάζω  τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι. Ειδικά αφού ψηφίσεις στις ελληνικές βουλευτικές εκλογές, όταν  μπαίνεις  πιο βαθιά στους χαρακτήρες του έργου του μεγάλου δημιουργού  αισθάνεσαι …σαν το πρίγκιπα Μίσκιν. Δεν είμαι  -όπως δεν ήταν και  εκείνος - διανοητικά καθυστερημένος. Ούτε καν  με πιάνουν επιληπτικές κρίσεις. Οι μόνες κρίσεις που με πιάνουν είναι  αυτές που θέλω να εκφραστώ γράφοντας, όπως τώρα καλή ώρα.
Όπως μου είπε μια Ρωσίδα που ζει από τα είκοσι της  στην Ελλάδα, τα έργα του Φιοντόρ τα διδάχτηκε ως παιδίσκη όταν μεγάλωνε στη χώρα της  - κάτι σαν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια που διδάσκονται τα ελληνόπουλα. Και δεν είναι απλά τα ονόματα π.χ. Γκαβρίλα Αρνταλιόνοβιτς, Ιβάν Φιοντόροβιτς Επάντσιν, Σεμιόν Παρφιόνοβιτς  Ραγκόζιν ή Ναστάζια Φιλίπποβνα, που σε εξιτάρουν. Είναι οι χαρακτήρες.
Ναι, αγαπητέ μου αναγνώστη, είμαι ηλίθιος σαν τον πρίγκηπα Λεβ Νικολάγεβιτς Μίσκιν. Θέλω να βλέπω την καλή πλευρά των πραγμάτων, για αυτό θα πάω να ψηφίσω. Όπως έλεγε ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι, μέσω του Μίσκιν, δεν υπάρχει χειρότερο βασανιστήριο  από το να ξέρει  ο μελλοθάνατος  ότι θα τον σκοτώσουν τελεσίδικα  την τάδε μέρα. Κι αν όπως  μας φοβίζουν  ότι  έρχεται το τέλος μας, προσδιορίσουν και την ημερομηνία και την ώρα και τη στιγμή  που θα γίνει αυτό, τότε ο φόβος θα γίνει εφιάλτης, και πολύ περισσότεροι δεν θα αντέξουν. Ακόμα και οι σκληροί δολοφόνοι λυγίζουν μπρος στη θέα της γκιλοτίνας και κλαίνε, λίγο πριν ακούσουν το λεπίδι  να σφυρίζει κατερχόμενο προς το λαιμό τους...

Δεν θα τους δώσουμε τέτοια χαρά: Θα ψηφίσουμε γιατί έχουμε κάτι να πούμε. Είμαστε ηλίθιοι, αλλά γι’ αυτό μάς  εκτιμάνε και μας φοβούνται κατά βάθος!  

 Nick Georgiou

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

«Μολών Λαβέ»: ένα ιντερνετικό ποίημα (και αρχή ανθολόγησης διαδικτυακής ποίησης)

Στο ίδιο περίπου πνεύμα με την προηγούμενη ανάρτησι και μια ποιητική νότα.

[ΣΗΜ. Με την αποψινή μάλιστα εγκαινιάζουμε άτυπα μια συστηματικότερη (ως προς την συχνότητα) παρουσίασι λογοτεχνικών προσπαθειών με έμφασι στην διαδικτυακή ποίησι.
Με πρωτοβουλία και ευθύνη του διαχειριστού του, το ιστολόγιο θα προβάλλει όσες ερασιτεχνικές απόπειρες από αυτές που θα ανακαλύπτει στο διαδίκτυο ή και από αυτές που τυχόν θα δεχθή στην ηλεκτρονική αλληλογραφία του, τις οποίες θα θεωρεί αξιόλογες ή έστω και απλώς ενδιαφέρουσες.]


Ένα σχετικά απλοϊκό στιχούργημα και με κάποιες ατέλειες, αλλά που σφύζει από
πατριωτικό συναίσθημα.:



Μολών Λαβέ

Στέκομαι σε μια καρέκλα ακουμπάω σ’ ένα σχοινί
κι ώρες τώρα αναρωτιέμαι αν αξίζει η ζωή
η θηλιά που είν’ στο λαιμό μου έχει γίνει πιο στενή
σα ζευγάρι δέκα χρόνια, είμαστε ένα εγώ κι αυτή.

Οι ήρωες πια έχουν πεθάνει, έγιναν πολιτικοί
και θαρρούν πως είναι κάποιοι ή πως έγιναν θεοί
φταίει αυτός ή φταίει ο άλλος, φταίει …(πού να ξέρω εγώ;)
μα η διαφορά είναι μεγάλη του πλούσιου απ’ το φτωχό.

Εννέα χρόνια στα θρανία, βιβλία διάβασα πολλά
έμαθα μια ιστορία, ο επιμένων, λέει, νικά
και αν η νίκη μοιάζει τέλος, το πώς πέφτεις τελικά
είναι η ιστορία που θα κρίνει τον καθένα οριστικά.

Κάποτε πριν κάποια χρόνια οι αρχαίοι συγγενείς
το ανάστημα ορθώσαν... Τι θα κάνουμε εμείς;
Στα στενά στις Θερμοπύλες κάποιοι λίγοι και τρελοί
είπανε στον κόσμο αντίο, με ανυπέρβλητη τιμή.

Στον μέγα άρχοντα του κόσμου, το μεγάλο βασιλιά
έδειξαν τι θα πει ανδρεία και ελεύθερη καρδιά,
όταν ο <ξένος> άρχων είπε τα όπλα να παραδοθούν
κι οι ελεύθεροι οι άνδρες μπροστά του να υποδουλωθούν.

Κι αν αυτός είχε μυριάδες μισθοφόρους για στρατό,
την απάντηση που πήρε, δε θέλω ποτέ μου να ξεχνώ:
και σε φέρνω στο μυαλό μου, Λεωνίδα αρχηγέ,
μπρος στον Ξέρξη να φωνάζεις, θαρραλέα, “Μολών λαβέ”.

Μα αυτό κάτι μου θυμίζει, κάτι το σημερινό
ίσως να σκεφτώ θα πρέπει, πάλι ποιο είναι το σωστό:
όταν κάποιοι μας πιέζουν και ζητούν υποταγή
δεν πεθαίνει να τους δείξω μια ελεύθερη ψυχή!


Kostis Zorbas
© 19-10-2011

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Ένα απόσπασμα από σύγχρονο αγγλικό μυθιστόρημα για την παγκόσμια κρίσι (συνεργασία) Brano dal romanzo “The terrible privacy of Maxwell Sim” di J. Coe

Από τον φίλο Nick Georgiou λάβαμε προ τριημέρου το παρακάτω σημείωμα. Αναφέρεται σε νεοκδοθέν και ευπώλητο βιβλίο με τον τίτλο «Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ» (ο αγγλικός τίτλος είναι χαρακτηριστικότερος: The terrible privacy of Maxwell Sim) ενός σύγχρονου Βρετανού συγγραφέα, του Jonathan Coe, τον οποίο δεν έχουμε ακόμα διαβάση. Από τις βιβλιοκρισίες πληροφορούμαστε πως πρόκειται για « ένα "μυθιστόρημα δρόμου" αλλά και μια πραγματεία για τη ζωή και την επιβίωση στον 21ο αιώνα, την οικογένεια, τη δουλειά, την κρίση- παγκόσμια και προσωπική». Φαίνεται, λοιπόν, ενδιαφέρον.
Αλλά και το απόσπασμα που διάλεξε ο φίλος μας όμως για να αναφερθή στο κυρίαρχο θέμα των ημερών μας, την βαθειά οικονομική κρίσι και το αίτημα για επιστροφή στην παραγωγή και την ανάπτυξι, είναι εύγλωττο:

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Brano dal romanzo di Jonathan Coe “The terrible privacy of Maxwell Sim”; sulla crisi economica:

Του Nick Georgiou:

Ο "ιδιωτικός βίος του Μάξγουελ Σιμ" (μετάφραση Μ.Ζαχαριάδου, εκδόσεις Πόλις), δεν είναι απλά ξεκαρδιστικό ή ιδιοφυές μυθιστόρημα. Είναι και η κριτική ματιά του εκπληκτικού Τζόναθαν Κόου στο πολιτικό γίγνεσθαι της Βρετανίας αλλά και ολόκληρου του κόσμου σήμερα .
Απολαύστε ένα απόσπασμα που μιλάει για την ανάπτυξη ,τη μαγική λέξη που όλοι -ανεξαιρέτως - στην Ελλάδα του σήμερα ευαγγελίζονται.


«… Τώρα περνούσα μπροστά από το παλιό εργοστάσιο του Λόνγκμπριτζ (εκεί φτιάχνονταν τα μινι της Ρόβερ έως το 2005 όταν έκλεισε αφήνοντας στο δρόμο 6000 εργαζόμενους ).
¨Η μάλλον, περνούσα μπροστά από την τρύπα που έχασκε στο χώρο όπου κάποτε βρισκόταν το εργοστάσιο του Λόνγκμπριτζ. ¨Ηταν παράξενη εμπειρία όταν ξαναπηγαίνεις στα τοπία του παρελθόντος σου, περιμένεις να δεις τουλάχιστον μερικές καλλωπιστικές αλλαγές, κανένα καινούριο κτήριο εδώ και εκεί, κανένα χέρι μπογιά, αυτό όμως ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό : ένα ολόκληρο συγκρότημα βιομηχανικών κτηρίων που κάποτε κυριαρχούσαν απολύτως στη γειτονιά, καλύπτοντας στρέμματα επί στρεμμάτων, που έσφυζαν από τον ήχο των μηχανημάτων και από τις χιλιάδες των εργαζομένων ανδρών και γυναικών που μπαινόβγαιναν στα κτήρια – όλα αυτά είχαν χαθεί. Είχαν ισοπεδωθεί, δεν είχε μείνει τίποτα. Και στο μεταξύ, μια γιγαντοαφίσα που είχε αναρτηθεί στο μέσο εκείνον των ξυρισμένων εκτάσεων αστικής ερημιάς, μας πληροφορούσε ότι, πολύ σύντομα ένας φοίνικας θα αναγεννιόταν από τις στάχτες : ένα «νέο μεγάλο έργο ανάπτυξης» με «εξαιρετικής ποιότητας κατοικίες» και «εμπορικά καταστήματα» ήταν στα σκαριά – μια ουτοπική κοινότητα, όπου η μόνη έγνοια των ανθρώπων θα είναι το φαγητό, ο ύπνος και τα ψώνια : προφανώς δεν θα υπήρχε πλέον ανάγκη να δουλεύει κανείς – τέρμα αυτή η κουραστική και ποταπή υπόθεση, να περνάς τόσες ώρες μέσα σε ένα εργοστάσιο για να φτιάχνεις πράγματα.

Μα μας έχει σαλέψει εντελώς τα τελευταία χρόνια? Έχουμε ξεχάσει πως η ευημερία πρέπει να βασίζεται σε κάτι, κάτι στέρεο και χειροπιαστό? Ακόμα και για έναν άνθρωπο σαν εμένα ήταν εντελώς σαφές ότι έχουμε πάρει τελείως λάθος δρόμο, ότι δεν είναι πια και πολύ καλή ιδέα να γκρεμίζουμε εργοστάσια και να χτίζουμε μαγαζιά, ότι δεν είναι και πολύ συνετό να χτίζουμε μια ολόκληρη κοινωνία πάνω σε αέρα κοπανιστό ..."

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

“Το κοχύλι” μικρή παιδική ιστορία (Συνεργασία) και ένα σχόλιο για την κατα κυριολεξίαν Παιδική Λογοτεχνία στα αζήτητα.

Πρόσφατα είχα την χαρά να πιάσω θέμα συζήτησης σε μια απο τις συναντήσεις μας με τον αγαπητό Γιώργο Παπαντωνάκη, καθηγητή του Αιγαίου Πανεπιστημίου, συναφές με την ειδικότητά του, την παιδική λογοτεχνία. Κάποια στιγμή μετά την πολλοστή αναφορά στα μεγάλα ονόματα -όχι όλα γνωστά μου- του νεοελληνκού συγκεκριμένου αυτού λογοτεχνικού χώρου, εξέφρασα στον φίλο καθηγητή την απορία μου, κατα πόσον αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής μελέτης και απασχολεί την Πανεπιστημιακή έρευνα η άλλη πλευρά του όρου ¨Παιδική Λογοτεχνία”: το σύνολο δηλαδή των λογοτεχνικών έργων που είναι γραμμένα απο παιδιά και απευθύνονται σε μικρούς ή μεγάλους. Δεν με εξέπληξε η απάντησι του καθ' ύλην ειδικού, οτι δεν ασχολείται ακόμη η έρευνα τόσο συστηματικά με αυτήν την πλευρά των λογοτεχνημάτων που είναι προϊόντα της γνήσιας παιδικής ευαισθησίας και φαντασίας.. Οι λόγοι -όπως μου εξήγησε και ο καθηγητής- πολλοί...

Όμως εμείς σ’ εκείνη την συντακτική επιτροπή του μικρού μας περιοδικού “Νέος Παλαμήδης”, είχαμε αποφασίση (όσο κυκλοφορούσαμε) να αφιερώνουμε μια – δυο σελίδες στις όποιες καλλιτεχνικές απόπειρες (και τις όποιες, εννοείται, λογοτεχνικές αναζητήσεις) των παιδιών (του συλλόγου κυρίως) και μαζεύαμε ποικίλο υλικό. Ανάμεσα σ' αυτό το υλικό προεξέχουσα θέσι είχαν τα λογοτεχνικά πρωτόλεια των παιδιών που ανταποκρινόντουσαν στην διαρκή πρόσκλησί μας για συνεργασία.
Σήμερα δημοσιεύουμε ένα απο αυτά τα σύντομα γραπτά, μιας μικρής μας φίλης, που μας έχει στείλη κι άλλα, αλλά μας είπε να διαλέξουμε αυτό ...“γιατί είναι πιο καλοκαιρινό”!

ΜΙΑ ΠΑΙΔΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Το κοχύλι
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε σε μία θάλασσα ένα κοχύλι. Αυτό το κοχύλι ήταν πολύ ευτυχισμένο που ζούσε και μεγάλωνε με την οικογένειά του, .όμως είχε ένα παράπονο. Το παράπονό του ήταν οτι δεν είχε φίλους .Ούτε έναν φίλο να παίξει να γελάσει, ακόμα και να κάνει ζαβολιές.
Μια μέρα την ώρα που σκεφτότανε πόσο ευτυχισμένο ήτανε που ζούσε με την οικογένεια και πόσο δυστυχισμένο που δεν είχε φίλους, το ρεύμα της θάλασσας έγινε πολύ δυνατό, τόσο που το σήκωσε και το παρέσυρε πολύ μακριά από το σπίτι και την οικογένειά του. Είχε βρεθεί στην αμμουδιά μιας όμορφης παραλίας.
Το κοχύλι άρχισε να ψάχνει την οικογένειά του, αλλά συνειδητοποίησε πως δε βρισκόταν πια στο βυθό της θάλασσας. Χάρηκε όταν σκέφτηκε ότι μπορεί να κάνει φίλους, αλλά και λυπήθηκε για την οικογένειά του που δεν ήταν εκεί.
Ξαφνικά πλησίασε ένας άνθρωπος, συγκεκριμένα ένα όμορφο και καλοσυνάτο κορίτσι. Με πλατύ χαμόγελο, άσπρα δόντια, κατακόκκινα μάγουλα, καταγάλανα μάτια και καστανά μακριά μαλλιά με ένα τσιμπιδάκι στο πλάι.
Το κοχύλι χάρηκε τότε, γιατί αυτό το κορίτσι μπορεί να ήτανε η πρώτη φίλη που θα έκανε.
Το κορίτσι άπλωσε το χέρι για να πιάσει το κοχύλι. Το έβαλε στην παλάμη του, το θαύμασε, το πήρε και έφυγε.
Κανείς δεν ξαναείδε αυτό το πανέμορφο κοχύλι που ήταν χωρίς φίλους, αλλά μερικοί λένε ότι εκεί που είναι περνάει θαυμάσια!

Ευαγγελία Κανέλλου