Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν.Ε. Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν.Ε. Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

Ο Θρήνος «Ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης» (Ολόκληρο το κείμενο και σε -δικό μας- μονοτονικό). Il Lamento "Triste ricordo di Costantinopoli" (Il testo intero e nel -nostro- sistema di accentuazione. The Lament "Sad remembrance of Constantinople" (The whole text and in -our- accentuation system).

 29 ΜΑΐΟΥ 1453 - 29 /5/2023   570 ΧΡΟΝΙΑ ...


Σάν σήμερα προπέρυσι κατά την 5η Διαδικτυακή Εκδήλωσι , είχα την ευκαιρία να παρουσιάσω το «Ανακάλημα» και να το σχολιάσω με τον γνωστό -σε κάποιους ημέτερους/ομοϊδεάτες- δικό μου τρόπο. Σήμερα θα περιοριστώ να αναδημοσιεύσω το κείμενο με την δική μου πρότασι διόρθωσης στους προβληματικούς στίχους  35 και 36 (πρώην στ. 45 και 46).  Δυστυχώς το μαγνητοσκοπημένο βίντεο της σχεδον τρίωρης εκείνης εκδήλωσης χάθηκε/καταστράφηκε -- ειδικά κατά το 2ο μέρος που μας ενδιαφέρει εδώ. Γραπτές αναλυτικές σημειώσεις δεν έχω αφήσει επίσης. Από την άλλη, οι τρέχουσες προσωπικές υποχρεώσεις δεν μου επιτρέπουν - προς το παρόν -- ευρύτερο σχολιασμό… 

 Αλέξανδρος Σοϊλεμέζης 

....................................



Το «Ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης»

 

Θρήνος, κλαυμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλην την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.

Τίς το ’πεν; Τίς το μήνυσεν; Πότ’ έλθεν το μαντάτο;    (5)

Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το υπάντησε, στέκει κι αναρωτά το:
«Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;
«Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα κ’ εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην·              (10)

απέ την Πόλην ερχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάριν δεβ βαστώ, αμμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.
Οι Τούρκοι ότε ήρθασιν, επήρασιν την Πόλην,
απώλεσαν τους χριστιανούς εκεί και πανταχόθεν.»   (15)

«Στάσου, καράβι, να χαρής, πάλι να σε ρωτήσω:
Εκεί  ’λαχεν ο βασιλεύς, ο Κύρης Κωνσταντίνος,
ο φρένιμος, ο δυνατός, ο περισσά ανδρειωμένος,
ο πράγος, ο καλόλογος, η φήμη των Ρωμαίων;»
«Εκεί ’λαχεν ο Δράγασης ο κακομοιρασμένος.             (20)
Σαν είδεν τ’ άνομα σκυλιά κ’ εχάλασαν τους τοίχους
κ’ ετρέξασιν κ’ εμπήκασιν πεζοί και καβαλλάροι
κ’ εκόπταν τους χριστιανούς ως χόρτο στο λιβάδιν
βαριά-βαριά ’ναστέναξεν μετά κλαυθμού και είπε:
“Ελέησον! Πράγμα τί θωρούν τα δολερά μου μάτια!  (25)
Πώς έχω μάτια και θωρώ! Πώς έχω φως και βλέπω!
Πώς έχω νούν και πορπατώ στον άτυχον τον κόσμον!
Θωρώ, οι Τούρκοι ’νέβησαν εις την αγίαν Πόλην
και τώρα αφανίζουσιν εμέν και τον λαόν μου”.

Εβίγλισεν ο ταπεινός δεξιά και αριστερά του·               (30)

θωρεί, φεύγουν οι Κρητικοί, φεύγουν οι Γενουβήσοι·
φεύγουσιν οι Βενέτικοι κ’ εκείνος απομένει.
Ελάλησεν ο ταπεινός με τα καμένα χείλη:

“Εσείς, παιδιά μου, φεύγετε, πάτε να γλυτωθήτε·
κ’ εμέναν πού μ’ αφήνετε τον κακομοιρασμένο;            (35)

με το θλιμμένον πρόσωπον, με τα θλιμμένα μάτια,        
με την τρεμούραν την πολλήν, με τα καμένα χείλη·
Αφήνετέ με στά σκυλιά κ’ εις του θεριού το στόμα.
Κόψετε το κεφάλιν μου, χριστιανοί Ρωμαίοι·
επάρετέ το, Κρητικοί, βαστάτε το στην Κρήτην              (40)
να το ιδούν οι Κρητικοί να καρδιοπονέσουν,
να δείρουσι τα στήθη τους, να χύσουν μαύρα δάκρυα

και να με μακαρίσουσιν ότι ούλους τους αγάπουν·
μηδέν με πιάσουν τα σκυλιά, μηδέν με κυριεύσουν·
(ότι ανελεήμονα των ασεβών τα σπλάχνα)                        (45)         
μηδέν με παν στον αμιρά, το σκύλον Μαχουμέτην,
και θέση πόδαν άτακτο εις τον εμόν αυχένα·
(εις βασιλέως τράχηλον δεν πρέπει πούς ανόμου)
μή με ρωτήσ’ ο άνομος, να ‘πή:“πού ’ν’ ο Θεός σου;”,
να ‘ρίση ο σκύλος τα σκυλιά να με κακολογήσουν,          (50)

να παίξουσιν το στέμμα μου, να βρίσουν την τιμήν μου·
απήν με βασανίσουσιν και τυραννίσουσίν με,
να κόψουν το κεφάλιν μου, να μπήξουν εις κοντάριν,
να σκίσουν την καρδία μου, να φάν τα σωτικά μου,
να πιούν από το αίμα μου, να βάψουν τα σπατιά τους     (55)

και να καυχούντ’ οι άνομοι εις την απώλειάν μου»

Ήλιε μου, ανάτειλε παντού, σ’ ούλον τον κόσμον φέγγε
κ’ έκτεινε τας ακτίνας σου σ’ όλην την οικουμένη
κ’ εις την Κωσταντινόπολιν, την πρώην φουμισμένην
και τώρα την Τουρκόπολιν, δεν πρέπει πιο να φέγγης.     (60)

Αλλ’ ουδέ τας ακτίνας σου πρέπει εκεί να στέλλης
να βλέπουν τ’ άνομα σκυλιά τες ανομιές να κάμνουν,
ίνα ποίσουν στάβλους εκκλησιές, να καίουν τας εκόνας,
να σχίζουν, να καταπατούν τα ’λόχρουσα βαγγέλια,
να καθυβρίζουν τους σταυρούς, να τους κατατσακίζουν,  (65)

να παίρνουσιν τ’ ασήμια τους και τα μαργαριτάρια
και των αγίων τα λείψανα τα μοσχομυρισμένα
να καίουν, ν’ αφανίζουσιν, στην θάλασσα να ρίπτουν,
να παίρνουν τα λιθάρια των και την ευκόσμησίν των
και στ’ άγια δισκοπότηρα κούπες κρασί να πίνουν.         (70)

Άρχοντες, αρκοντόπουλοι, αρχόντισσες μεγάλες,
ευγενικές και φρένιμες, ακριβαναθρεμμένες,
ανέγλυτες πανεύφεμες, ύπανδρες και χηράδες
και καλογριές ευγενικές, παρθένες, ηγουμένες
(Άνεμος δεν τους έδιδε, ήλιος ούκ έβλεπέν τες,               (75)
εψάλλαν, ενεγνώθασι εις τ’ άγια μοναστήρια)
ηρπάγησαν ανηλεώς ως καταδικασμένες!
Πώς να τες πάρουν στην Τουρκιά, σκλάβες να πουληθούσιν
και να τες διασκορπίσουσιν σ’ Ανατολήν και Δύσιν!
Γυμνές και ανυπόλυτες, δαρμένες, πεινασμένες,             (80)
να βλέπουν βούδια, πρόβατα, άλογα και βουβάλια,
παπίτσες, χήνες και έτερα . . . . . . .
και το βραδύ να μένουσιν με τους μουσουλουμάνους
και να τες μαγαρίζουσιν, μπαστάρδια να γεννούσιν,
μουσουλουμάνοι να γενού και σκύλοι ‘ματοπίνοι,            (85)
να πολεμούν χριστιανούς και να τους αφανίζουν!
Μήν το ‘πομένης, ουρανέ, και γή, μήν το βαστάξης·
ήλιε, σκότασε το φώς, σελήνη μήν τους δώσης.

Είπω και τίποτε μικρόν αλληγορίας λόγον:
Ήλιον τάξε νοητόν τον Μέγαν Κωνσταντίνον·                       (90)
σελήνη επονόμασε την νέαν του την Πόλιν.
Μή σου φανή παράξενο τούτον απού σου λέγω:
κόσμο μέγαν τον άνθρωπον Θεός επονομάζει,
όν έθετο εις τον μικρόν κόσμον, την πάσα κτίσι.
Αυτός λοιπόν εκόσμησε ο Μέγας Κωνσταντίνος               (95)
την Πόλιν την εξάκουστην, ήν βλέπεις και ακούεις,
καθώς την κλήσιν έλαβεν και την επωνυμίαν.
Ομοίως Ουστινιανός εκόσμησεν μεγάλως,
έκτισεν την Αγιάν Σοφιάν, το θέαμαν το μέγα·
παραπλησίον γέγονε Σιών της παναγίας.                         (100)
Εκείνοι ήσαν ήλιος κ’ η Πόλι ’ν’ η σελήνη.
(Χωρίς ηλίου πούποτε σελήνη ουδέν λάμπει.)
Εκείνοι γαρ οι βασιλείς, οι ευσεβείς, οι θείοι,
έλαμπον, εφωτίζασιν την παναγίαν Πόλιν,
την Δύσην, την Ανατολήν, όλην την Οικουμένην.            (105)
Όταν εις νούν αθυμηθώ της Πόλεως τα κάλλη,
στενάζω και οδύρομαι και τύπτω εις το στήθος,
κλαίω και χύνω δάκρυα μεθ’ οιμωγής και μόχθου.
Ο κόσμος της Αγιάς Σοφιάς, τα πέπλα της Τραπέζας
της παναγίας, της σεπτής, τα καθιερωμένα,                  (110)
τα σκεύη τα πανάγια και πού να καταντήσαν;
Άρ’ έβλεπεν ο άγγελος, ως ήτον τεταγμένος,
όστις και έταξεν ποτέ του πάλαι νεανίσκου;
Είπεν γαρ «ούκ εξέρχομαι έως ότου να έλθης»
Ο νεανίας έρχεται, ο άγγελος απήλθεν·                           (115)

ουχί εκείνος ο ποτέ παίδας των εκτητόρων,
αλλ’ άλλος παίδας έφθασε, πρόδρομος Αντιχρίστου,
και Άγγελοι και Άγιοι πλέον ού βοηθούσι.                       (118)

 


 

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Για την επέτειο της αποφράδας ημέρας 29 Μαΐου : «Η κοιμάμενη Βασιλοπούλα», ένα πατριωτικό ποίημα του Παπαδιαμάντη (και το ομώνυμο τραγούδι του Ψαραντώνη).

Ψαραντώνης - Η κοιμάμενη βασσιλοπούλα  ..............



Το τραγούδι «Η κοιμάμενη Βασιλοπούλα» που παραθέσαμε στην αρχή σε σύνθεσι του Νίκου Μαστοράκη και ερμηνεία του Ψαραντώνη, είναι μια διασκευή ενός ομώνυμου ποιήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Στην πραγματικότητα στο τραγούδι βρίσκονται μελοποιημένοι οι 25 από τους 44 συνολικούς στίχους (οι έξι πρώτες –από τις 11- τετράστιχες στροφές και μάλιστα με μια μικρή αλλαγή στην σειρά τους) του ποιήματος.

 
Η ΚΟΙΜΑΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑ  

Λόγγος κι ορμάνι γύρω στο παλάτι,
και το φυλάν αόρατα σπαθιά,
κι εκείνη αποκοιμήθηκε βαθειά,
και δεν τη βλέπει ανθρώπου μάτι.

 
5    Μάγια κακά της είχαν καμωμένα
να μην ξυπνήσει χρόνους εκατό,
πριν ένα βασιλόπ’λο ξακουστό
έρθη να την ευρή από τα ξένα.

 
      Σ’ είσ’ η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα,
10  πού όλ' η Ελλάς, νανούρισμα γλυκό,
σου στέλνει ένα τραγούδι μυστικό
και μια χρυσόχλωρη μυρτούλα.

Σ’ είσ’ η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα

μα δεν κοιμάσαι μοναχή σου συ,
15  κι άλλος εκεί δεξιά σου τη χρυσή
του Έθνους καρτερεί αυγούλα.

Σταυρός αστράφτει και σπαθί σιμά του

ψυχών κοπάδι φτερουγίζει εκεί.
Αγίων μελίσσι γύρω κατοικεί
20  κι Αγγέλοι αμόνουν στ’ όνομά του.

Εκειός είν' η ελπίς μας, ο Μεσσίας

εκειός του Γένους ο εγδικητής
οπού κοιμάται στα υπόγεια τής
Αγίας του Θεού Σοφίας.

25  Και θα ξυπνήση να χαρούν σιμά του
κι οι όσιοι με τα πρόσωπα χλωμά,
κι οι Μάρτυρες στα στήθια τα θερμά
απ’ την πορφύρα του αιμάτου.

Και σέ άμποτε, με τόσους πονεμένους,
30  στην ύστερη ώρα πριν αναστηθής
να σ’ αξιώσ’ η Χάρις να βρεθής
στη μυστική χαρά του Γένους.

Εκεί κοιμάτ’, εκεί, καιρούς και χρόνια
κ’ η συντροφιά του θελά γίνης σύ,
35  μα η αγνότης του είναι περισσή
και πρώτα κ’ ύστερα κ’ αιώνια.

Και σε, βασιλοπούλα, θα σ’ αγνίση
Μαρτύρων αίμα κι άχνη και φωτιά,
κι η πρώτη του πολέμαρχου ματιά,
40  πρώτη γλυκά θα σ’ εξυπνήση.

Παρηγοριά στη φτώχεια μας να στείλη,
το δουλωμένο Γένος να χαρή,
που απ’ τη ματιά του ήλιο καρτερεί
ώραν την ώρα ν’ ανατείλη.

Αλέξ. Παπαδιαμάντης (1891)

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ:
Ο Παπαδιαμάντης αφορμάται από πραγματικό γεγονός επιδεικνύοντας μάλιστα αξιοθαύμαστα αντανακλαστικά. Και το περίεργο είναι πως ενώ στην αρχή του ποιήματος του αναφέρεται στην συγκεκριμένη τραγική είδησι με την Πριγκίπισσα της Ελλάδας Αλεξάνδρα 1870-1891), κόρη του Βασιλέως Γεωργίου Α΄ που συγκλόνισε το Πανελλήνιο με τον ξαφνικό θάνατό της, την 18 Σεπτεμβρίου 1891  στην Ρωσία,  (ελάχιστες μέρες, έξι, μετά την γέννα του γιού της Δημητρίου) σε ηλικία μόλις 21 ετών, στην συνέχεια υιοθετώντας ένα προφητικό ύφος (που θυμίζει Παλαμά) εκστασιάζεται ιστορώντας με τις χορδές της λύρας του την θρυλική μορφή του Μαρμαρωμένου Βασιλιά και το όραμα της Μεγάλης Ιδέας.
Συγκεκριμένα στην 4η ήδη στροφή βάζει την κοιμάμενη Βασιλοπούλα παρηγορώντας την δίπλα σε κάποιον άλλο κοιμώμενο. Αυτόν που καρτερεί «τη χρυσή του Γένους αυγούλα» τον σκιαγραφεί η 5η στροφή ως έθνικό πολεμιστή  με στοιχεία υψηλής ιερότητας. Η 6η στροφή δεν αφήνει κανένα καμμία σκιά σχετικά με τον πραγματικό πρωταγωνιστή του ποιήματος:
Αυτόν που είναι «η ελπίς μας, ο Μεσσίας» μας! Αυτός που είναι « του Γένους ο εγδικητής» και που ως γνωστόν «κοιμάται στα υπόγεια τής
Αγίας του Θεού Σοφίας».
Η επόμενη στροφή αναφέρει πως αυτός που πουθενά στο ποίημα δεν ονοματίζεται (παρ’ όλο που οι Άγγελοι ορκίζονται στ’ όνομά του στ. 20) θα ξυπνήση και θα χαρούν δίπλα του οι όσιοι και οι Μάρτυρες.
Στην 8η στροφή επιστρέφει ο ποιητής στην τιμωμένη Βασιλοπούλα, αλλά για να της ευχηθή στην ύστερη ώρα πριν αναστηθή:
«να σ’ αξιώσ’ η Χάρις να βρεθής
στη μυστική χαρά του Γένους».
Οι τελευταίες τρείς στροφές πάλι ανακαλούν την μυστική και αιώνια πάναγνη  μορφή του «ΠΟΛΕΜΑΡΧΟΥ» (στ. 39), του οποίου η ματιά θα ξυπνήση πρώτη την Βασιλοπούλα.
Οι έσχατοι τέσσερεις στίχοι συνδέουν το στιχούργημα του σκιαθίτη όχι μόνο με την πατριωτική, μεγαλοϊδεάτικη, πνοή του παλαμικής λύρας, αλλά και με το εθνικής σημασίας κεφάλαιο των θρήνων για την Άλωσι της Πόλης της Δημώδους ποιήσεώς μας.
«Παρηγοριά στη φτώχεια μας να στείλη,
το δουλωμένο Γένος να χαρή,
που απ’ τη ματιά του ήλιο καρτερεί
ώραν την ώρα ν’ ανατείλη.»

Ο πρώτος σχολιαστής του ποιήματος  έγραφε μεταξύ άλλων στην Εφημερίδα:
«…Το στιχούργημα του κ. Παπαδιαμάντη, ούτινος η ποιητική πεζογραφία, δια το έκτακτον της περιστάσεως, μετερσιώθη αίφνης εις μεγαλοϊδεάτιδα ποίησιν, θα το εχαρακτηρίζαμεν ως προϊόν αληθινής εμπνεύσεως εθνικής, αν η λέξις δεν είχεν απολέσει προ πολλού την σημασίαν της»...

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Το ποίημα του Παντελή Πρεβελάκη "Άϊ-Γιώργης" και μετάφρασί του στα ιταλικά. La poesia “San Giorgio” di Prevelakis e una traduzione in italiano.



ΑΪ-ΓΙΩΡΓΗΣ

Έκλαιε η ρηγοπούλα και φιλούσε
του Γιώργη του καβαλάρη τα χέρια
που της είχε γλιτώσει τη ζήση.
Έκλαιε κι ο πολεμιστής κ’ ευλογούσε
την ομορφιά που του ‘δωσε θάρρος
μ’ ένα έργο τρανό να λυτρώσει
την αντρίκεια ψυχή του για πάντα.


Παντελής Πρεβελάκης, 1934
(Απο την συλλογή "Η Γυμνή Ποίηση")


SAN GIORGIO

Piangeva la principessa e baciava
le mani del cavaliere Giorgio
che le aveva salvato la vita.
Piangeva anche il guerriero e benediceva
la bellezza che gli aveva fatto coraggio
con un’ impresa imponente a riscattare
la propria vita da uomo, per sempre.


Pantelis Prevelakis, "La poesia nuda", 1934

(Traduzione: Alexandros Sellenides)

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Μια παραπομπή στη «ΛΩΞΑΝΔΡΑ», κι η φράσι «Ποιος είναι πλούσιος…» (Συνεργασία;) Un pensiero su una frase dal racconto “Loxandra” di Maria Iordanidou

Μια μή φιλολογική παραπομπή στο μυθιστόρημα «ΛΩΞΑΝΔΡΑ», της Μαρίας Ιορδανίδου κι η φράσι «Ποιος είναι πλούσιος…» (Ξένο δημοσίευμα)
Un pensiero (altrui) su una frase dal racconto “Loxandra” di M. Iordanidou

Προχθές αναδημοσιεύσαμε (σε 2 συνέχειες) ένα γεμάτο συγκίνησι και ευαισθησία κείμενο.
Στην αρχή, διορθώνοντας από φιλολογική παρόρμησι τις μικροελλείψεις εκείνου του κειμένου, (όπως το παρέλαβα), σκέφτηκα να βρώ και το ακριβές απόσπασμα από το δημοφιλές λογοτέχνημα-αριστούργημα της Μ. Ιορδανίδου, στο οποίο προφανώς αναφερόταν η παρεμβαλόμενη φράσι του αγνώστου (σε εμένα) συγγραφέα: «Ποιος είναι πλούσιος, Λωξάνδρα μου; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος, τζόγια μου!», και να βάλω μια ενδεδειγμένη παραπομπή. Όμως, με την επικουρία του διαδικτύου ανακάλυψα ένα άλλο όμορφο κειμενάκι, γραμμένο από κάποια κα. Πέπη Σπηλιωτοπούλου, συντάκτριας του «Φιλόδημου», εβδομαδιαίου εντύπου στο Αίγιο, και θεωρώντας το καταλληλότερο της εμής δασκαλίστικης νοοτροπίας, το αναδημοσιεύω ασμένως:


Μια φράση της Λωξάνδρας
"Πρόσφατα απέκτησα σε dvd τη θρυλική σειρά της πάλαι ποτέ ΕΡΤ (σημερινής ΕΤ1) “Λωξάντρα” που παρακολουθούσα ανελλιπώς το 1980, όταν παίχτηκε στο κρατικό κανάλι.
Η ερμηνεία της Λωξάντρας, του αγαπημένου βιβλίου της Μαρίας Ιορδανίδου, από τη Μπέτυ Βαλάση έχει αφήσει εποχή, γιατί ίσως δεν υπάρχει ηθοποιός που θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα την αγαθή και καλόκαρδη νοικοκυρά Πολίτισσα, που η αγκαλιά της χωρούσε όλο τον κόσμο -χωρίς ανόητες προκαταλήψεις και διακρίσεις.
Μια φράση της γυναίκας-σύμβολο για μια ολόκληρη γενιά ελλήνων που έζησαν και μεγαλούργησαν στην Κωνσταντινούπολη του προπερασμένου αιώνα, ήταν και ηΤις εστί πλούσιος; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος”. Σοφή, σοφότατη κουβέντα για μια γυναίκα του λαού, που το βασίλειό της ήταν η κουζίνα και δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με φιλοσοφίες, επιχειρήσεις και τέτοιες σκοτούρες.
Σήμερα ζητάμε όλο και περισσότερα για να λέμε πως είμαστε πλούσιοι, ή καλύτερα για να μην λέμε πως είμαστε φτωχοί. Πρέπει να έχουμε το ακριβότερο αυτοκίνητο, το μεγαλύτερο σπίτι εξοπλισμένο με λογής-λογής χρήσιμα και άχρηστα αντικείμενα, τηλεοράσεις σε κάθε δωμάτιο, δύο κινητά ο καθένας, υπολογιστές που σκονίζονται στο σαλόνι και γενικά ανέσεις περιττές που αδειάζουν το πορτοφόλι μας και μας κάνουν να θέλουμε ακόμα περισσότερα χρήματα και να δημιουργούμε στους εαυτούς μας ακόμα περισσότερες ανάγκες.
Σίγουρα ο προορισμός του ανθρώπου είναι να εξελίσσεται και να καλυτερεύει τη ζωή του και σ' αυτό συμφωνούμε και επαυξάνουμε. Έχουμε όμως, δυστυχώς, την τάση να αφήνουμε τις στιγμές να μας προσπερνάνε, τη ζωή να χάνεται σα νερό μέσα απ' τα χέρια μας, εν ονόματι ενός συνεχούς κυνηγιού του “καλύτερου”. Και γινόμαστε συνεχώς πιο κλεισμένοι στον εαυτό μας και τη δουλειά μας, ξεχνώντας πως γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εμάς, που έχουν ανάγκη περισσότερο από αγάπη και ενδιαφέρον, παρά από υλικά αγαθά.
“Τι να τα κάνει τα πιο πολλά λεφτά ο Θεόδωρος, Δημητρό μου;” αναρωτιέται η Λωξάντρα απευθυνόμενη στον άντρα της. “Πόσο θα φάει; Μπορεί να φάει παραπάνω απ' όσο τρώει τώρα;” Απλή κουβέντα, που περικλείει όμως μια τεράστια αλήθεια.
Ας σηκώσουμε πια το κεφάλι να κοιτάξουμε τους γύρω μας. Να τους κοιτάξουμε, να τους χαμογελάσουμε, να τους μιλήσουμε. Τι να τα κάνεις τα αγαθά, εξάλλου, όταν δεν έχεις με ποιον να μοιραστείς τον πόνο σου και τη χαρά σου;"
Πέπη Σπηλιωτοπούλου
[Το αναδημοσιεύσαμε από εδώ. ]