Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Μονή Φανερωμένης Λευκάδος: 10+1 Φωτογραφίες. Monastero della Madonna di Faneromeni a Lefkada 11 fotos-ricordi


Μετά από μια σύντομη λογοτεχνική αναφορά σε ανάρτησί μας ανήμερα της Παναγίας, σήμερα έντεκα φωτογραφίες από την πρόσφατη οικογενειακή επίσκεψί μας στην Ι. Μονή Φανερωμένης στην πανέμορφη Λευκάδα…

1.








2.

3.

4.

5.

6.

7.

8.

9.

10.

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

Ανήμερα της Παναγίας: Το ποίημα «Η Φανερωμένη» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Festa della Dormizione della Madonna; Una poesia di Aristotelis Valaoritis


Υπάρχουν και ποιήματα σαν προσευχούλες.
Στο παρακάτω ο Βαλαωρίτης μας μιλάει για τις κρυφές εμφανίσεις της Φανερωμένης Κυράς σε φτωχόσπιτα και σε θλιμμένες καρδιές. Η ευαισθησία του λόγου του μου λέει πως κι αυτός αξιώθηκε να αισθανθή την μυστική ευωδία της χάρης Της. Αυτής που σαν ουρανού δροσούλα ανασταίνει μαραμένα λουλούδια. Κάθε τόσο. Και σε κάθε γωνιά της γής…

Η Φανερωμένη

Χαμογελά η ανατολή και ροδοκοκκινίζει

ολίγο ολίγο η καταχνιά, που τα βουνά στολίζει.
Λαλεί τ΄ ορνίθι της αυγής, το πρόβατο βελάζει.
Ξυπνούν στα πλάγια οι πέρδικες, η μια την άλλη κράζει.

Ξυπνά κι ο γέρο Γούμενος, τον όρθρο του σημαίνει

και μουρμουρίζοντας σιγά, στην εκκλησιά πηγαίνει,
την άγια εικόνα της Κυράς σκυφτά να προσκυνήσει.

Κι εκεί που ετέντων’ ο παπάς τα χείλη να φιλήσει

του ‘κάστηκε πως έλειπε - παράδοξη ιστορία! -
απ΄ το θρονί της το χρυσό η Δέσποινα η Μαρία…

Ετρόμαξ΄ ο καλόγερος… Στην πλάκα γονατίζει,

χτυπά το μέτωπο στη γή, παρακαλεί, δακρύζει ...
Με μιας αστράφτ΄ η εκκλησιά κι αισθάνεται ένα χέρι
όπου τον ανεσήκωνε… Μοσχοβολάει τ΄ αγέρι…

Τα μάτια του άνοιξ' ο παπάς… Στο κάτασπρό του γένι

το δάκρυ του έσταξε βροχή... Κυττάζει… καθισμένη
στο θρόνο βλέπει την Κυρά, που του χαμογελούσε
και το Παιδί, που εχαίρετο και που τον ευλογούσε.

- Σε ποιο καλύβι αγνώριστο, σε ποια καρδιά θλιμμένη

να πέρασες τη νύχτα Σου, Κυρά Φανερωμένη;
Ποιό μαραμένο λούλουδο η χάρη Σου, Κυρούλα,
κρυφά, κρυφά ν΄ ανάστησε, σαν ουρανού δροσούλα;

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

 

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Το δημοτικό μοιρολόι «Σήμερα μαύρος ουρανός» και άλλες τρείς παραλλαγές του από χωριά της Εύβοιας. Il demotiko "Lamento della Madonna" e 3 variations

Α' Ο ορθόδοξος χριστιανισμός ¨γυρίζει¨ γύρω από το Θείο Πάθος τον Σταυρό και την Ανάστασι. Ο τρόπος με τον οποίο βιώνουν στην καθ’ ημάς Ανατολή οι πιστοί τα Άγια Πάθη κατά την βαθμιδωτή πορεία της Μεγάλης Σαρακοστής που κορυφούται την Μεγάλη Εβδομάδα, δεν έχει μεγάλη σχέσι με τον αντίστοιχο των αδελφών μας Ρωμαιοκαθολικών. Ειδικά στον ελληνικό χριστιανικό κόσμο η απήχησι που είχε ανα τους αιώνες –και έχει ακόμα- το Θείο Δράμα είναι βαθύτατη και ανυπολόγιστα εκτεταμένη. Λόγοι εθνολογικοί και ιστορικές συγκυρίες διαμόρφωσαν την παράδοσι που θέλει ακόμα και τον σημερινό Έλληνα να συγκλονίζεται την Μεγάλη Εβδομάδα (ναι, δεν έχουν άδικο να το λένε, είμαστε χριστιανοί της Μεγάλης Εβδομάδος) και να προσέρχεται στις νυχτερινές ακολουθίες των Αγίων και Μεγάλων αυτών Ημερών και να εκκλησιάζεται. Να προσκυνάει, ενίοτε να νηστεύει, να ψάλλει, να προσεύχεται, ακόμα και να κοινωνάει. (Τελεία. Η συνέχεια …μεθαύριο!)

Ξεστρατίσαμε, αντί να βρούμε μια κατάλληλη εισαγωγή για την σημερινή ανάρτησι. Αποτύχαμε να αναφερθούμε με απλό τρόπο στο ότι η ελληνική ψυχή συγκλονισμένη από το Θείο Δράμα συμπάσχει και με τον Χριστό, αλλά ταυτίστηκε και με την ανθρώπινη Μητέρα Του. Εν τούτοις έχουμε κάνει, (τέτοια μέρα, πέρυσι), αναφορά στην μεγάλη απήχησι που έχει στην νεοελληνική λογοτεχνία μας η «εκκλησιαστική μας (ή αλλιώς και βυζαντινή) πνευματική-θρησκευτική παράδοσι». Αντίστοιχα μεγάλη, επίσης, είναι η επίδρασι που έχει η χριστιανική πίστι μας στην νεοελληνική μας λαογραφία.
Σαν συνέχεια, λοιπόν, της περσινής μας ανάρτησης που κατέληγε με ένα «Μοιρολόι της Παναγίας» από τον λογοτεχνικό χώρο, σας παρουσιάζουμε απόψε αντί για άλλα έντεχνα άσματα του Επιταφίου, το πολύ αγαπητό στον λαό μας μοιρολόι «Σήμερα μαύρος ουρανός» (το οποίο: απαντάται σε όλες τις περιοχές του ελληνικού κόσμου, ανα τους αιώνες, βρίσκεται με την αφηγηματική του μορφή καί σε ολιγόστιχες καί σε πολύστιχες παραλλαγές, κσι συνηθίζεται να το τραγουδάνε οι γυναίκες κυρίως κατά την Μ. Παρασκευή ) και άλλες τρείς παραλλαγές του ίδιου αυτού δημοτικού τραγουδιού από χωριά της Εύβοιας!

Το δημοτικό άσμα «Σήμερα μαύρος ουρανός»
(Απο τυχαία παραλλαγή και άδηλη πηγή)

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλα θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι.

Οι άνομοι, οι παράνομοι, οι τρισκαταραμένοι.

Για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων Βασιλέα.

Το Φαραώ παρήγγειλαν να κάνει τρία πιρόνια.

Κι αυτός ο σκυλοφαραώς βάζει και φτιάνει πέντε.

Σύ Φαραέ που τά ‘κανες κάτσε να μας διδάξεις.
Τα δυο βάλτε στα πόδια του, τ' άλλα τα δυο στα χέρια.

Το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του.

Να τρέξει αίμα και νερό να πληγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθη.

Στάμνες νερό την έριχναν, τρία κανάτια μόσχο

Και τρία μυροδόσταμνα, για να της έρθει ο νους της.
Και σαν την ήρθε ο λογισμός και σαν την ήρθε ο νους της
Ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει

Γκρεμό να πάει να γκρεμιστεί για το μοναχογιό της
.
Η Μάρθα κι η Μαγδαλινή και του Λαζάρου η μάνα
Και του Ιακώβ η αδερφή, οι τέσσερις αντάμα

Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι
.
Το μονοπάτι τ'ς έβγαλε μέσ' του ληστή την πόρτα.
Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχιά της.
Κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά, κανένα δεν γνωρίζει
.
Κοιτάει δεξιότερα, βλέπει τον Ιωάννη.

-Γιάννη μου, Γιάννη Πρόδρομε κι εσύ Διδάσκαλέ μου

μην είδες τον ιγιόκα μου και τον Διδάσκαλό σου
;
Δεν έχω στόμα να στο πω, γλώσσα να σου μιλήσω.
-Βλέπεις εκείνον τον φτωχό, τον παραπονεμένο,

όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;

Εκείνος είν' ο γιόκας σου κι εμέ ο Δάσκαλός μου.

Κι η Παναγιά πλησίασε, κρυφά τον εμιλάει

-Δεν μου μιλάς ιγιόκα μου, δεν μου μιλάς παιδί μου.

-Τι να σου πω μανούλα μου, διάφορα δεν έχω.
Όποιος τ' ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει

Κι όποιος καλά το κράζει, Παράδεισο θα λάβει.


ΤΡΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ
Tre variazioni del "Lamento della Madonna" dall' Eubea
(-με ανεπαίσθητες δικές μας μικροεπεμβάσεις - όπως λέει εδώ, απο το το αρχείο του λαογράφου Μήτσου Χρ. Σέττα)

1. Σήμερα μαύρος ουρανός
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα τ' άστρι χλίβεται κι ταϊ βουνά λυπώνται.

Τα Δάσκαλό μας πιάσανε οι γιάνομοι Εβραίοι.

Δεμένο τονέ πήρανε σαν αληστή τον πάνε.

Δεμένο τονέ πήρανε στα Φαραγό τον πάνε.

Μα συ, βρε γύφτο Φαραγέ, φκιάσ' μας τρία πηρόνια.

Κι' κείνος ί παράνομος βαρεί κι' φκιάνει πέντε.

Μα συ απού τα έφκιαξες πρέπει να μας διατάξεις.

Τα δυο βάλτε τ' στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια.

Το τρίτο το φορμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα κι' νερό από τα σωθικά του.

Κι Αι-Μαρίνα [μάνα τ'] λούζεται μέσ' στα Χρυσό λαένι.
Κι Αι-Ελένη απέρασε κι' την καλημεράει.
Συ, Αι-Μαρίνα μ’ λούζεσαι μες στο χρυσό λαένι.
Τα γυιό σου τονε κάρφωσαν οι γιάνομοι Εβραίοι.

Φέρτε μαχαίρι να σφαγού, γκρεμνός να πέσω κάτω.

Συ, Αι-Μαρίνα μ', κι αν σφαγείς σφαγιώνται μάνες ούλες.
Σύ, Αι-Μαρίνα μ', κι αν γκρεμιστείς γκρεμιώνται μάννες ούλες.
Βάντε κρασί μεσ' στο γυαλί κι αφράτο καπσιμάδι,

να κάνω την παρηγοριά να νέχουνε μανάδες.

Του ‘λέπεις κείνο του Δεντρί, αλλού ψηλά δεν είναι.

Μα Δέντρος ήτανε Χριστός κι' φύλλα του ‘μαρτύροι,

που μαρτυρσούσαν κι έλεγαν κι' του Χριστού τα Πάθια.

Μα ‘πόψε φίλους φίλευα, ‘πόψε φίλους φιλεύω.

Τη(ν] Παναϊά κι' το Χριστό, τα δώδεκα Ευαγγέλια.

Για να μου δώσουν τα κλειδιά, κλειδιά τα παρακλείδια.
Να ‘νοίξω τον παράδεισο, νω ιδώ τι έχει μέσα.
Δεξιά μεργιά φτωχολογιά στον ήλιο,
στον προσήλιο
κρατούνε κι στα χέρια τσου' σακκούλες βουλωμένες.

Παρακαλούνε οι άρχοντοι, παρακαλούν η φτώχεια.

Δομήτε μας κι ‘μάς, πηδιά, ‘που μια χρυσή λαμπάδα.
Να σας δανείσωμε φλουρία, σακκούλες βουλωμένες.
Μα ‘δώ χρέια δε δίνουνε, χαράτσια δε(ν) πληρώνε.

Περνάει λιβάνι κι' κερί και καθαρή ψυχούλα.


(από το χωριό Αμέλαντες Ευβοίας)

2. Του Επιταφίου

Σήμιρα μαύρος ουρανός, σήμιρα μαύρη μέρα,
σίμιρα όλοι χλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
Σίμιρα πιάσαν το Χριστό οι άνομοι Ηβραίαι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κ' οι τρισκαταραμένοι.
Σα(ν) κλέφτη τονέ πιάσανε και σα φονιά τον πάνε
και σαν αδικοχαλαστή πάνε να τον χαλάσουν.
Από κειδά τον πήρανε και στο χαλκιά τον πάνε
Χαλκιά, χαλκιά, φκιάσι καρφιά, φκιάσι τρία πηρούνια.
Και κείνος ο παράνομος βαρεί κι φκιάνει πέντε.
Μα συ απού τα έφξκιαξες πρέπει να μας διατάξεις:
Τα δυο βάλτι στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια,
το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.

(από το χωριό Γαλατσώνα Ευβοίας)


3. Το μοιρολόι της Παναγιάς

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα εσταυρώσανε των πάντων βασιλέα.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά, οι τρισκαταραμένοι,

για να συλλάβουν τον Χριστό, να παν να τον σταυρώσουν.

Σαν κλέφτη τον συλλάβανε και σαν ληστή τον πάνε
και σαν κακό κατάδικο πάνε να τον σταυρώσουν.
Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της

τις προσευχές της έκανε για τον Μονογενή της,

Σώνε μάνα μ' οι προσευχές, σώνε και σι μετάνοιες
Τον γυιό σου τον επιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε.
- Χαλκιά, Χαλκιά, κάνε καρφιά, κάνε τρία πηρόνια,

και κείνος α παράνομος βαρεί και κάνει πέντε.

- Εσύ Χαλκιά που τάκανες πρέπει να μας διατάξεις.
- Βάλτε τα δυό στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια,
Το πέμτο το φαρμακερό, βάλτε του στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.
Κι η μάνα του σαν τ' άκουσε, έπεσε και λιγώθη.
Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσκο,
και πέντε με ροδόσταμο για νάρθει ο λογισμός της.
Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει,

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το Μονογενή της
.
- Εσύ μητέρα αν σφαγείς, σφάζονται οι μάνες ούλες.

Εσύ μητέρα αν γκρεμιστείς, γκρεμιώνται οι μάνες ούλες.

Βάνε κρασί μέσ' στο γυαλί κι αφράτο καπσιμάδι,
να κάνω την παρηγαριά να έχουνε μανάδες.

(από το χωριό Αγία Άννα Ευβοίας)

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Για τα εγκώμια της Μ. Παρασκευής. Τραγουδιστές που ψάλλουν και ένα ποίημα του Βάρναλη. Inni del Venerdi΄ santo; cantanti greci che cantano gli Encomi

Για τα λαοφίλητα εγκώμια της Μ. Παρασκευής λίγα λόγια και δυό τρία βιντεοτράγουδα.
Inni del Venerdi΄ santo; cantanti greci che cantano gli Encomii
(+ una poesia di Varnalis)


Το ότι τα Εγκώμια της Μ. Παρασκευής είναι ένα βαθύ και γνήσιο βίωμα για τις γενιές διαχρονικά των ρωμιών ανα την ελληνορθόδοξη οικουμένη, είναι ένα γεγονός που φαίνεται αυταπόδεικτα από εκατοντάδες πλευρές. Φτάνει να κάνη κανείς μια έρευνα στχετικά με την απήχησι που έχουν τα τροπάρια αυτά στην Νεοελληνική μας λογοτεχνική (ποιητική πρωτίστως, αλλά και πεζογραφική) παράδοσι. Από τον Ελύτη μέχρι τον Μυριβήλη η νεοελληνική ποίησι απηχεί όχι μόνο επιδράσεις από την εκκλησιαστική μας (ή αλλιώς και βυζαντινή) πνευματική-θρησκευτική παράδοσι, μέσα από το θαυμαστό πολιτιστικό φαινόμενο της υμνογραφίας, αλλά και απ’ ευθείας από τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος και μάλιστα τα Εγκώμια της Μ. Παρασκευής.
Λογικό, αφού ο ελληνικός λαός ταυτιζόμενος με την θρησκευτική του παράδοσι και ζώντας με βαθειά συγκίνησι τα δρώμενα της Μεγάλης Εβδομάδος με το πέρασμα από τον θάνατο (με την βεβαιότητά του) στην Ανάστασι (με το σωτηριώδες της Θαύμα των θαυμάτων) έχει αγαπήση ιδιαίτερα κάποια έτσι κι αλλιώς αριστουργηματικά υμνογραφικά κομμάτια, σαν αυτά τα τροπάρια και τους ύμνους της Μ. Παρασκευής.
Δίπλα στην κυρίαρχη μορφή του Εσταυρωμένου Σωτήρα και το ασύλληπτο όσο και συγκλονιστικό πάθος Του, είναι καταλυτική για τον συναισθηματισμό του λαού μας η παρουσία της Θεοτόκου Παναγίας. Η μορφή και το πάθος της Μάνας δεν συγκινεί λιγότερο τον αιώνιο Έλληνα που κρύβεται (ακόμα και με τις καταβολές της Δήμητρας ή του Άδωνι) στην καρδιά του καθενός μας.
Η Παναγία ως μία μάνα που κλαίει και θρηνεί το Μονογενή της με συντριβή, αλλά εν σιωπή και καρτερία μέσα στο χρυσό φώς της πίστης στην ορθόδοξη εικονογραφία, στην υμνογραφία της ημέρας παρουσιάζεται να αναρωτιέται σπαρακτικά φωνάζοντας μέσα από τον μητρικό της πολύδακρυ θρήνο: «πώς να σε κηδεύσω, Γιέ μου;» και να θρηνωδεί γοερώς (μάλιστα κάποιες στιγμές δεν φαίνεται καθαρά η παρηγοριά της Ελπίδας) : «αλίμονο, φώς του κόσμου, αλίμονο φώς δικό μου…», «ώ χαρά μου, πώς ν΄ αντέξω την τριήμερη ταφή σου; Σπαράζουν τώρα τα μητρικά μου σπλάχνα». Στην ίδια πρώτη στάσι των Εγκωμίων, η Θεόνυμφος Παρθένος αναζητά (κραυγάζουσα) «νερό και πηγές δακρύων» για να κλάψη τον αγαπημένο της Υιό, ενώ ως Μητέρα του Θεού μας, καλεί όλη την φύσι (βουνά και μακρυνά δάση) και των ανθρώπων όλο το πλήθος να κλάψουν όλοι και όλα μαζί της.
Στην δεύτερη στάσι πάλι παρουσιάζεται η Σεμνή Μητέρα να αναφωνεί: «Χωρίς πόνο μόνη από τις γυναίκες Σε γέννησα, / αφόρητες ωδίνες σαν να γεννάω τώρα υποφέρω» , κι αλλού «Άσχημα πληγώθηκα, Λόγε, τα σπλάχνα μου σπαράζουν, / βλέποντας, αλίμονο, την άδικη σφαγή Σου». Κι όταν Τον είδε στον Σταυρό να τον σηκώνουν, ένα φαρμακωμένο βέλος την καρδιά της τρυπάει: «Εσένα τον γλυκασμό του σύμπαντος η Μάνα, σαν είδε / ξίδι και χολή αντί για το μάννα να σου δίνουν / με δάκρυα έβρεχε πικρά τα μάγουλά της»...
Αλλά η κορύφωσι έρχεται στην τρίτη στάσι των εγκωμίων. Εκεί όπου η Πάναγνη, σαν μια οποιαδήποτε μητέρα («μητροπρεπώς») θρηνεί:
«Ώ γλυκιά μου άνοιξι, γλυκύτατο παιδί μου, / πού πήγε κι έδυσε η ομορφιά σου;»
Σαν μια οποιαδήποτε νεαρή γυναίκα, «Κόρη», χύνει καυτά δάκρυα και με έναν πόνο-σφάχτη στα σπλάχνα ανακράζει:
«΄Ω, φώς των οφθαλμών μου, γλυκύτατο παιδί μου, πώς μπαίνεις μές στον τάφο;»

Για νά ‘ρθη η απάντησι (πάντα κατά τον υμνωδό) από τον οικτίρμονα Σωτήρα προς την Μητέρα Του: «Τον Αδάμ και Εύαν ελευθερώσαι, Μήτερ, μη θρήνει, ταύτα πάσχω»!
.................................................

Από την άλλη, είναι γνωστό πως κάποιοι λαϊκοί μας τραγουδιστές αρέσκονται (κι όχι μόνο για λόγους εμπορικότητας) να ψάλλουν, ενώ και ψάλτες κατηγορούνται (όχι πάντα κακεντρεχώς) από ομοτέχνους τους πως …τραγουδάνε!
Να υπογραμμίσουμε μόνο την αναγνωρισμένη κοινή βάσι επάνω στην οποία στηρίζεται η εθνική μουσική μας παράδοσι. Αρχαία ελληνική μουσική, βυζαντινή μουσική και δημοτικό (στην αρχή) ή λαϊκό (αργότερα) τραγούδι έχουν κοινό παρονομαστή και διαπνέονται από την ίδια μουσική αντίληψι. Όπως και η γλώσσα έτσι και η μουσική του λαού μας διακρίνεται από μια αδιάσπαστη συνέχεια!
Κλείνουμε την ανάρμοστη και με την σοβαρότητα της ημέρας πολυλογία μας, με μερικά αναπάντεχα δείγματα ψαλτικής δεινότητας δημοφιλών λαϊκών τραγουδιστών μας και ένα μελοποιημένο ποίημα ενός μεγάλου νεοέλληνα ποιητή. Στα δύο πρώτα βίντεο με τα ψαλσίματα των Εγκωμίων, διαλέξαμε κάτι λιγώτερο γνωστό από τις αντίστοιχες περιπτώσεις δημοφιλέστατων στον ελληνισμό της γενιάς μας τραγουδιστών (λ.χ. : τον Πέτρο Γαϊτάνο η την Γλυκερία): τον Ξυλούρη παρέα με τον Μητσιά και τον Βασ. Παπακωνσταντίνου με την Ελένη Βιτάλη.
Στο τελευταίο βίντεο ακούμε τον αγαπημένο βάρδο του ιστολογίου Νίκο Ξυλούρη να ερμηνεύει σε μουσική Λουκά Θάνου το ποίημα του Κ. Βάρναλη Οι πόνοι της Παναγίας:

1.Nikos Xylouris, Manolis Mitsias - I zoi en tafo (1977)


2.Βασίλης Παπακωνσταντίνου και Ελένη Βιτάλη ψέλνουν εγκώμια


3. ΞΥΛΟΥΡΗΣ - ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Κ.Βάρναλη)


Ανάστηθι...!


ΥΓ Να μην ξεχάσουμε και το πλήρες ποιητικό κείμενο του Κώστα Βάρναλη:

Οι πόνοι της Παναγιάς

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα 'χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή και από κακό καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ’ υστέρα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι...

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μη την πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
- Ω! πώς βελαζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσιο...-
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!