Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Η χθεσινή ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Ολομέλεια της Βουλής

Χθές 5 Μαΐου 2026, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος απηύθυνε ομιλία ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Βουλής και των Ελλήνων βουλευτών, με αφορμή την απονομή του Χρυσού Μεταλλίου της Βουλής των Ελλήνων.  (ΣΣ:  Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης απουσίαζε από την ομιλία, καθώς είχε ήδη αναχωρήσει για μια Διεθνή Σύνοδο στο Αμμάν της Ιορδανίας).

Ορισμένοι, ή μάλλον οι περισσότεροι των δημοσιογραφούντων, έσπευσαν να χαρακτηρίσουν την ομιλία του Οικουμενικού μας Πατριάρχη ιστορική, (27 χρόνια μετά την πρώτη του επίσκεψη το 1999), άλλοι εξόχως συμβολική. Εμείς βρήκαμε και αναδημοσιεύουμε όχι μόνο το σχετικό βίντεο, αλλά και ολόκληρο το κείμενο. Και σας αφήνουμε ανεπηρέαστα να κρίνετε...

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ 

Ιστορική Ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη

 

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,

Ἐξοχώτατοι κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων καί μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου,

Ιερώτατε Μητροπολίτα Χαλκίδος κ. Χρυσόστομε, εκπρόσωπε του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος,

Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι,

Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι,

Ἐκλεκτή ὁμήγυρις, 

Χριστός Ἀνέστη!

Εὐγνωμόνως ἀποδεχόμεθα τήν προσγινομένην πρός τό ταπεινόν πρόσωπόν μας τιμήν τῆς ἀπονομῆς τοῦ Χρυσοῦ Μεταλλίου τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, διακηρύσσοντες ὅτι ἡ τιμή αὐτή διαβαίνει ἐπί τήν Μεγάλην Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τήν ὁποίαν διακονοῦμεν, θείᾳ εὐδοκίᾳ καί χάριτι, ὡς Προκαθήμενος αὐτῆς, ἐπί 35 συναπτά ἔτη. Ὅσα θά ἀκούσετε ἐν συνεχείᾳ, ἀπηχοῦν καί ἐκφράζουν τό πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τήν ἀκλόνητον πιστότητά του εἰς τήν Παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν ἀνύστακτον μέριμνάν του διά τόν ἄνθρωπον καί τήν δημιουργίαν. 

Θαυμάζομεν τό ἀρχαῖον Ἑλληνικόν πνεῦμα, τό ὁποῖον ἐδώρισεν εἰς τήν ἀνθρωπότητα τήν ἐλευθερίαν καί τήν δημοκρατίαν, τόν «λόγον» ὡς διάλογον, τήν ἐπιστήμην, τήν παιδείαν καί τόν ἀνθρωπισμόν, τάς βάσεις δηλαδή τοῦ πολιτισμοῦ. Καί χαίρομεν ὅταν ἀκούωμεν, καί δή ἀπό ξένους, ὅτι ἡ ἐμφάνισις τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ εἰς τήν Ἀρχαίαν Ἑλλάδα εἶναι διά τόν πολιτισμόν ὅ,τι ἡ Μεγάλη Ἔκρηξις διά τήν γέννησιν τοῦ σύμπαντος. 

Συγκλονισμόν αἰσθανόμεθα καί ἀπέναντι εἰς τήν χαρακτηρισθεῖσαν ὡς «θαῦμα», σύζευξιν ἑλληνικοῦ καί χριστιανικοῦ πνεύματος. Ὅ,τι ὑψηλότερον καί πολυτιμότερον εἶχεν ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικός πολιτισμός ἐνεσωματώθη εἰς τόν κορμόν τῆς Θεολογίας καί τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτελεῖ βαθεῖαν ἐμπειρίαν καί ἀκλόνητον πεποίθησίν μας, ὅτι ἡ ἀνεκτίμητος παρακαταθήκη τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος ἐνεπλουτίσθη, ἀπέκτησε βαθύτερον κοινωνικόν περιεχόμενον, παγκοσμιότητα καί πνοήν αἰωνιότητος ἐντός τοῦ χριστιανικοῦ πνευματικοῦ πλαισίου. 

Τό «θαῦμα» τῆς δημιουργικῆς συναντήσεως Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ συνετελέσθη χάρις εἰς τήν δύναμιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, τῆς «μητρικῆς γλώσσης τοῦ πνεύματος», τῆς γλώσσης τοῦ Ὁμήρου, τῶν Τραγικῶν καί τῶν Φιλοσόφων, τῆς Καινῆς Διαθήκης, τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ὑμνολογίας. Ἡ γλῶσσα μας, οὐσιαστικῶς φιλοσοφική, στοχαστική καί ποιητική, κατευθύνει τόν νοῦν καί τήν σκέψιν πάντοτε πρός τό βάθος τῶν πραγμάτων, πρός τό οὐσιῶδες καί τό καθολικόν, πρός τήν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία, ὅπως ἔλεγεν ὁ Δημόκριτος, εὑρίσκεται «ἐν βυθῷ». 

Δέν εἶναι τυχαῖον, ὅτι ἡ ἑλληνική γλῶσσα καί ἡ Ὀρθόδοξος πίστις ἀνήκουν εἰς τόν πυρῆνα τῆς πνευματικῆς καί πολιτισμικῆς ἰδιοπροσωπίας τοῦ Γένους μας.άν εἰς τήν ἱστορικήν πορείαν του δέν ἔσβησε ποτέ ὁ λύχνος τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος, τοῦτο ὀφείλεται μεγάλως εἰς τό γεγονός ὅτι Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ἐτοποθέτουν εὐθαρσῶς τόν λύχνον αὐτόν ἐπί τήν λυχνίαν. Εἰς περιόδους δυστήνους, ἡ Ἐκκλησία ἵδρυσε σχολεῖα καί Ἀκαδημίας, διέσωσε τήν γλῶσσαν μας εἰς τήν λατρευτικήν της ζωήν, μαρτυροῦσα τήν ἀξίαν τῆς συνοχῆς καί τῆς ἑνότητός της διά τήν ἰδιοπροσωπίαν μας. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐσφράγισεν ἀνεξίτηλα τήν διαδρομήν τοῦ Γένους, καλεῖται καί σήμερα νά λειτουργῇ ὡς θετική πρόκλησις ἐν Χριστῷ ζωῆς καί ἐλευθερίας, διά τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς πίστεως, τῆς δοξολογικῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς ὀρθῆς ἀντιλήψεως περί τοῦ ἀνθρώπου.  

Ἡ εἰκών, τήν ὁποίαν ἔχομεν διά τόν ἄνθρωπον, διά τήν προέλευσιν καί τόν προορισμόν του, διά τήν θέσιν του εἰς τόν κόσμον, διά τό νόημα τῆς ζωῆς του, διά τήν ἐλευθερίαν καί τήν εὐδαιμονίαν του, καθορίζει τήν στάσιν μας ἀπέναντί του. Ἐάν βλέπωμεν τόν ἄνθρωπον ὡς «μηχανήν», ὡς homme machine ἤ ὡς ἁπλῆν βιολογικήν ὀντότητα, τότε λίαν εὐχερῶς τόν μετατρέπομεν εἰς ἀντικείμενον ἤ τόν ὑποτιμῶμεν. Ἐάν τόν προσεγγίζωμεν ὡς «πρόσωπον» μέ ἀπόλυτον καί ἀναφαίρετον ἀξιοπρέπειαν, τότε ἡ συμπεριφορά μας καθίσταται ὅλως διαφορετική. 

Ἡ ἀνθρωπίνη ἀξία καί ὁ ἀπόλυτος σεβασμός της δέν εἶναι δυνατόν νά θεμελιωθοῦν ἐπί μιᾶς νατουραλιστικῆς θεωρήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἔχομεν ἀνάγκην πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐμπλουτίζει ὑπαρξιακῶς καί τρέφει τό ἠθικόν μας αἰσθητήριον. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὁ λεγόμενος «ἠθικός ἀνθρωπισμός» τοποθετεῖ τόν ἄνθρωπον εἰς τήν κορυφήν τῆς ἱεραρχίας τῶν ἀξιῶν. Ὅμως, ἡ πεῖρα τῶν αἰώνων δεικνύει ὅτι καί τά ἀνθρωπιστικά ἰδεώδη ἀπαιτοῦν πνευματικόν θεμέλιον καί στήριγμα, πέραν τοῦ «ἁπλῶς ἀνθρωπίνου». Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, πιστεύομεν, ὅτι διά τήν προστασίαν τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας, δέν εἶναι ἀρκετός ὁ προσανατολισμός «γενικῶς» εἰς τόν «ἄνθρωπον». Τό Προοίμιον τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐλλάδος «Εἰς τό ὄνομα τῆς ἁγίας καί ὁμοουσίου καί ἀδιαιρέτου Τριάδος» εἰς αὐτήν τήν ἀλήθειαν παραπέμπει.

Ἡ ὑποτίμησις τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν δέν προωθεῖ οὔτε τόν σεβασμόν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τῶν θεμελιωδῶν δικαιωμάτων του, οὔτε τήν προστασίαν τῆς φύσεως, οὔτε τόν ἀγῶνα διά τήν ἐλευθερίαν καί τήν κοινωνικήν δικαιοσύνην. Ἀντιθέτως, ἡ πίστις εἰς τόν Θεόν τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης ἀποτελεῖ πηγήν ἐμπνεύσεως, ὀξύνει τό αἰσθητήριόν μας διά τό δέον καί τό πρακτέον καί ἐνισχύει τήν ἀνθρωπίνην προσπάθειαν, ἀκόμη καί ὅταν αὐτή εὑρίσκεται ἐνώπιον δυσεπιλύτων προβλημάτων καί ἀνυπερ-βλήτων ἐμποδίων. 

Αὐτή ὑπῆρξε καί παραμένει ἡ πηγή μαρτυρίας καί ἡ ταυτότης τῆς ἀποστολῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὡς πνευματικοῦ θεσμοῦ, συμφώνως καί πρός τό σοφῶς λεχθέν: «Τό γεγονός ὅτι ῾τό πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει᾽ (Φιλιπ. γ’, 20), δέν ἀναιρεῖ, ἀλλά ἐνδυναμώνει τήν μαρτυρίαν ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ». 

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἠγωνίσθη καί ἀγωνίζεται κατά τῆς φαλκιδεύσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἰς τάς ποικίλας ὄψεις της, στιγματίζει τόν ρατσισμόν, τάς διακρίσεις καί τάς συγχρόνους μορφάς δουλείας, ἀνθίσταται εἰς τάς δυνάμεις καί τάς τάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποσκάπτουν τήν κοινωνικήν συνοχήν καί τήν εἰρήνην καί καταστρέφουν τήν δημιουργίαν τοῦ Θεοῦ, προάγει τόν διάλογον μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον, μέ τάς ἄλλας θρησκείας καί μέ τόν σύγχρονον πολιτισμόν. Ἡ ἔνστασις ὅτι αὐτή ἡ παρέμβασις ἐμπλέκει τήν Ἐκκλησίαν εἰς τήν ἀμφισημίαν τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, ὅτι ἡ χριστιανική μαρτυρία μετατρέπεται εἰς πολιτικήν πρᾶξιν, στερεῖται θεολογικῆς βάσεως καί εἶναι ἔνδειξις ἐξασθενήσεως τοῦ αἰσθητηρίου διά τήν σημασίαν τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων, αἱ ὁποῖαι ἐγγίζουν τόν ἄνθρωπον εἰς τό βάθος τῆς ὑπάρξεώς του. Δέν ὑπάρχει «τέλος τῆς ἱστορίας», τέλος τῆς ἀνάγκης καί τῆς εὐθύνης διαχειρίσεως τῶν ἀπροβλέπτων κατά τήν ἔκτασίν των, ἀλλά βεβαίων ἐξελίξεων, πολώσεων καί ἀνακατατάξεων. Σαφεστάτη εἶναι ἐπ᾿ αὐτοῦ ἡ διακήρυξις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, 2016). «Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε πάντοτε διακριτός καί θά παραμείνῃ εἰς τό διηνεκές μία ὀφειλετική παρέμβασις ὑπέρ τοῦ ἀνθρώπου».

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον εἶναι ἡ πρώτη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀνέδειξεν, ἀκριβῶς ὡς ἔκφρασιν τῆς πνευματικῆς ταυτότητος καί μαρτυρίας της, τό οἰκοφιλικόν μήνυμα τοῦ Χριστιανισμοῦ, κατενόησε καί προέβαλε τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν ὡς «ἐφηρμοσμένην οἰκολογίαν». Τό ἐνδιαφέρον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας διά τό φυσικόν περιβάλλον δέν ὑπῆρξεν ἁπλῶς μία περιστασιακή ἀντίδρασις εἰς τήν σοβοῦσαν οἰκολογικήν κρίσιν. Αὐτή ἦτο μόνον ἡ ἀφορμή, ὄχι ἡ αἰτία, διά νά ἀναπτύξῃ ἐπικαίρως τάς οἰκοφιλικάς της παραδόσεις. Αἱ προσπάθειαι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου συνέβαλον εἰς τήν ἔνταξιν τῆς οἰκολογικῆς θεματικῆς εἰς τούς διαχριστιανικούς καί διαθρησκειακούς διαλόγους καί ἀπετέλεσαν ἔναυσμα διά τήν Θεολογίαν νά μελετήσῃ τάς πνευματικάς, θρησκευτικάς καί ἠθικάς ρίζας καί διαστάσεις τοῦ περιβαλλοντικοῦ ζητήματος. 

Ἐξ ἀρχῆς, προσηγγίσαμεν τήν οἰκολογικήν κρίσιν ὡς κοινωνικόν πρόβλημα καί ἀνεδείξαμεν τήν ἀλληλουχίαν περιβαλλοντικῶν, κοινωνικῶν καί οἰκονομικῶν θεμάτων. Ἐτονίσαμεν ὅτι τό κυρίαρχον πρότυπον οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως ἀνήκει εἰς τά κύρια αἴτια τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως

Ἐπαναλαμβάνομεν καί ἐνώπιόν σας, Ἐξοχώτατοι καί ἀγαπητοί, αὐτό τό ὁποῖον λέγομεν συχνάκις: Ἡ οἰκονομική δραστηριότης, ἡ ὁποία δέν σέβεται τόν οἶκον τῆς ζωῆς, τό φυσικόν περιβάλλον, δέν εἶναι «οἰκονομία», ἀλλά «οἰκο-ἀνομία». Δἐν ἔχομεν μέλλον χωρίς τήν ὁλικήν στροφήν πρός μίαν «οἰκολογικήν οἰκονομίαν». Ἡ οἰκονομική ζωή καί οἱ κοινωνικοί ἀγῶνες ὀφείλουν νά ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπον καί τά ζωτικάς ἀνάγκας του καί τήν ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας, στόχους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νά ἐπιτευχθοῦν μόνον εἰς περιβάλλον εἰρήνης καί σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου. 

Ποτέ εἰς τήν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος ἡ εἰρήνη δέν ὑπῆρξεν αὐτονόητος κατάστασις, ἀλλά ἦτο πάντοτε κατάκτησις, ἀποτέλεσμα ἐμπνευσμένων πρωτοβουλιῶν, γενναιότητος καί αὐτοθυσίας, ἀπορρίψεως τῆς βίας ὡς μέσου λύσεως διαφορῶν, διαρκής ἀγών διά τήν δικαιοσύνην καί τήν προστασίαν τῆς ἱερότητος τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ἐπί τῆς βάσεως αὐτῆς, ἀσκεῖται σήμερα κριτική εἰς τάς θρησκείας, ἐπειδή, ἀντί νά λειτουργοῦν ὡς δυνάμεις εἰρηνοποιΐας, τροφοδοτοῦν συχνάκις τόν φανατισμόν καί τήν βίαν «ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ». Ἡμεῖς προσωπικῶς, ἐν ἀκλονήτῳ πεποιθήσει ὅτι ἡ εἰρήνη τῶν λαῶν καί τῶν πολιτισμῶν εἶναι ἀνέφικτος ἄνευ τῆς εἰρήνης μεταξύ τῶν θρησκειῶν καί τῆς εὐρυτέρας συμβολῆς των εἰς τόν παγκόσμιον ἀγῶνα διά τήν εἰρήνην, ἐπαινοῦμεν καί στηρίζομεν πᾶσαν εἰλικρινῆ εἰρηνευτικήν πρωτοβουλίαν, ἀγωνιζόμεθα δέ ἀδιαλείπτως διά τήν διαθρησκειακήν συνεργασίαν καί τήν ἀνάδειξιν καί τήν ἄσκησιν τοῦ εἰρηνοποιητικοῦ ρόλου τῶν θρησκειῶν. Θεωροῦμεν τόν φονταμενταλισμόν ἔκπτωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος καί οὐδόλως ἕν συμφυές μέ τήν πίστιν φαινόμενον. Ἡ γνησία πίστις εἶναι ὁ αὐστηρότερος κριτής τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ καί τῆς μισαλλοδοξίας. 

Τό περί Εἰρήνης κήρυγμα τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας δέν εἶναι οὐτοπικόν καί ρητορικόν. Γνωρίζομεν καλῶς ὅτι ὁ δημόσιος λόγος κυριαρχεῖται διεθνῶς ὑπό θεωρήσεων γεωπολιτικῶν καί γεωοικονομικῶν, ὑπό ἀναλύσεων τοῦ λεγομένου «συσχετισμοῦ τῶν δυνάμεων», ὑπό προσεγγίσεων, ὅπως ἀποκαλοῦνται, πραγματιστικῶν. Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ σύγχρονος ἐκδοχή τῆς λεγομένης Realpolitik ἔχει κατισχύσει πλήρως τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καί αὐτοῦ τούτου τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὁ ὁποῖος διέπεται ὑπό τῆς γενικῆς ἀρχῆς τῆς εἰρηνικῆς ἐπιλύσεως τῶν διαφορών. Ὁ περί Εἰρήνης Ὀρθόδοξος λόγος ὑπερβαίνει προδήλως τήν Ἱστορίαν ὡς λόγος σωτηριολογικός, ἀλλά ἡ Ἱστορία ἐκβάλλει ἐκ τῶν σπλάχνων καί τῶν πληγῶν της διδάγματα εὔγλωττα καί ἐναργῆ.

Ἡ ἀνθρωπότης ἔχει ἀνάγκην μιᾶς σταθερᾶς συναινέσεως ἐπί ἑνός κορμοῦ κοινῶν θεμελιωδῶν ἀξιῶν, ἡ ὁποία θά λειτουργῆ, παρά τάς πολιτικάς, κοινωνικάς, θρησκευτικάς καί πολιτισμικάς διαφοροποιήσεις καί ἐντάσεις, ὡς βάσις διά τήν συμβίωσιν καί τήν σύμπραξιν τῶν ἀνθρώπων διά τό κοινόν καλόν. Αὐτός ὁ κορμός παγκοσμίων ἀξιῶν ἔχει ἀποτυπωθῆ, ὡς «τό κοινό ἰδανικό, στό ὁποῖο πρέπει νά κατατείνουν ὅλοι οἱ λαοί καί ὅλα τά ἔθνη», εἰς τά τριάκοντα ἄρθρα τῆς Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου (10 Δεκεμβρίου 1948), τοῦ «πιθανῶς γνωστοτέρου νομικοῦ κειμένου εἰς τόν σύγχρονον κόσμον», τό ὁποῖον ἀποτελεῖ τήν ἀπάντησιν τῆς παγκοσμίου κοινότητος εἰς τήν μεγαλυτέραν ἀνθρωπιστικήν καταστροφήν εἰς τήν ἱστορίαν.

Δυστυχῶς, σήμερα, ἠθελημέναι παρανοήσεις, ὁ χαρακτηρισμός τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ὡς τοῦ «δουρείου ἵππου τῆς Δύσεως» μέ στόχον τήν πολιτισμικήν ἐπικράτησιν, ἐνστάσεις ἐκ μέρους τῶν θρησκειῶν περί διαβρώσεως τῶν κοινοτικῶν παραδόσεών των διά μέσου τοῦ δυτικοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ, ἡ μετανεωτερική ἀπόρριψις τῆς λεγομένης «τυραννίας τοῦ γενικοῦ», ὁδηγοῦν εἰς ἠχηράς ἀμφισβητήσεις τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ὡς «οἰκουμενικοῦ ἀνθρωπιστικοῦ κριτηρίου». 

Ἡ πορεία τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται κατά βάθος ἀπό τήν στάσιν τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν θρησκειῶν ἀπέναντί των. Δυτικαί Ἐκκλησίαι καί Ὁμολογίαι εὑρίσκοντο ἐπί μακρόν εἰς ὀξεῖαν ἀντιπαράθεσιν μέ τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου. Μόνον μετά τόν Β’ Παγκόσμιον Πόλεμον ἤλλαξεν ἡ στάσις των. 

Εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν δέν ὑπάρχει ἑνιαία ἀξιολόγησις τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Μία σχετική συμφωνία συναντᾶται κυρίως εἰς τήν θετικήν προσέγγισιν τῶν κοινωνικῶν δικαιωμάτων. Εἶναι βέβαιον ὅτι μία συνολικῶς ἀπορριπτική στάσις ἀπέναντι εἰς τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ θεώρησίς των ὡς ἀμέσου ἀπειλῆς διά τήν ταυτότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, πηγάζουν ἀπό τήν παρανόησιν τόσον τῶν δικαιωμάτων, ὅσον καί τοῦ Ὀρθοδόξου ἤθους. Ἡ θρησκευτική ἐλευθερία κατέχει ἄλλωστε προέχουσαν θέσιν εἰς τόν κατάλογον τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί ὁ σεβασμός της εἶναι βασικόν κριτήριον διά τόν χαρακτηρισμόν ἑνός κράτους ὡς κράτους δικαίου. Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, θεωροῦμεν ἀναγκαῖον καί τόν διαθρησκειακόν διάλογον περί τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀπελευθερώνει τάς θρησκείας ἀπό τήν ἐσωστρέφειαν καί δίδει τήν εὐκαιρίαν ἀναδείξεως τῆς σημασίας τῆς πνευματικῆς διαστάσεως διά μίαν βαθυτέραν κατανόησίν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. 

Ἐπιθυμοῦμεν ἐπίσης νά σημειώσωμεν ὅτι ἡ ὑποχώρησις τοῦ θρησκευτικοῦ προσανατολισμοῦ τῆς ζωῆς, ὄχι μόνον δέν προωθεῖ τούς στόχους τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἐπηρεάζει ἀρνητικῶς τόν σεβασμόν των. Μαζί μέ τήν λήθην τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν ἐξασθενεῖ καί ἡ αἴσθησις διά τό ἀπαραβίαστον τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας, τά δέ ἀνθρώπινα πράγματα κινδυνεύουν νά μετατραποῦν εἰς συνονθύλευμα ἀλληλοσυγκρουομένων καί ἀλληλοαναιρουμένων ἰδιαιτεροτήτων, εἰς «ἕνα πόλεμον πάντων ἐναντίον πάντων». 

Μεταφέρομεν καί ἐνώπιόν σας, ἐκλεκτή ὁμήγυρις, τήν ἀγωνίαν ἑνός συγχρόνου σπουδαίου στοχαστοῦ καί πολιτικοῦ: «Γνωρίζουμε, τελικά, ἄν τό κοινωνικό κράτος θά ἐπιβιώσει μετά τήν ἀπαξίωση τῆς ἀγάπης πρός τόν πλησίον; Δέν θά ἐξαφανιζόταν ἡ ἀλληλεγγύη πρός τόν πλησίον, ἄν αὐτός εἶναι ἁπλῶς καί μόνον ὁ ξένος, ὁ ἄλλος, ὁ ἀνταγωνιστής ἤ ἀκόμη καί ὁ ἐχθρός; …Θά ὑπάρχουν δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, σέ μία ἐποχή, κατά τήν ὁποία ἡ ἀνθρωπότητα καί ὁ Δημιουργός της ἐξαφανίζονται ἀπό τό προσκήνιο μέσα σέ μία σύγκρουση πολιτισμῶν;»              

Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, 

Ἐκφράζομεν τάς θερμάς εὐχαριστίας ἡμῶν προσωπικῶς καί τῶν μελῶν τῆς τιμίας Συνοδείας μας διά τήν τιμητικήν πρόσκλησιν, τήν ἐγκάρδιον ὑποδοχήν εἰς τό Παλλάδιον τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καί τήν ἀπονομήν τοῦ Χρυσοῦ Μεταλλίου τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἀνωτάτου θεσμοῦ τῆς Δημοκρατίας, τοῦ ὁποίου προεδρεύετε. Πολλούς συναδέλφους Σας ἔχομεν καί ἡμεῖς ὑποδεχθῆ εἰς τό σεπτόν Κέντρον τῆς μαρτυρικῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, εἰς τό Φανάριον. Εἶναι δι᾿ ἡμᾶς πηγή ἰδιαιτέρας χαρᾶς καί πολύτιμον δῶρον τό γεγονός ὅτι ἔχομεν διά μίαν ἀκόμη φοράν τήν εὐκαιρίαν συναντήσεως πρόσωπον πρός πρόσωπον. Δεχθεῖτε ἐπίσης τήν εὐγνωμοσύνην μας διά τήν εὐγενῆ διαβεβαίωσιν περί τῆς ἀμερίστου στηρίξεως τῶν πρωτοβουλιῶν καί τῶν δράσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Ἐνώπιον τῶν ὑψηλῶν ἐκπροσώπων τῶν Θεσμῶν, τολμῶμεν νά εἴπωμεν ὅτι ἡ δημοκρατική κοινωνία ζῇ ἐπί τῇ βάσει ἀρχῶν, τάς ὁποίας δέν ἔχει δημιουργήσει ἡ ἰδία. Εἰς αὐτάς ἀνήκουν αἱ πνευματικαί ἀξίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπενθυμίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνον «πολίτης τοῦ κόσμου». Ὀφείλομεν νά συνειδητοποιήσωμεν ὁριστικῶς ὅτι δέν ὑπάρχει ἀληθής πρόοδος ἄνευ σεβασμοῦ αὐτῶν τῶν ἀξιῶν. Ἡ ἄποψις ὅτι ἡ ἄνοδος τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου, ἡ ἐπιστημονική γνῶσις καί ὁ ἐκδημοκρατισμός τῶν κοινωνιῶν θά περιθωριοποιήσουν τάς πνευματικάς ἀναζητήσεις, ὑποτιμᾷ τό ὑπαρξιακόν βάθος καί τήν σοβαρότητά των. 

Περαίνοντες τόν λόγον, ἐπιθυμοῦμεν νά σημειώσωμεν ὅτι τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ὑπῆρξε καί παραμένει λάβαρον τῆς παγκοσμιότητος τῆς πίστεως, τοῦ ἤθους καί τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, ζωτικόν σημεῖον ἀναφορᾶς διά τό Γένος μας καί σύμβολον τῶν περιπετειῶν καί τῶν ἐλπίδων του. Ἐμψυχώνει τήν Ρωμιοσύνην, στηρίζει τήν ὁμογενειακήν παιδείαν, μεριμνᾷ ἀόκνως διά τήν διάσωσιν τῆς πατρῴας κληρονομίας εἰς τήν Μικράν Ἀσίαν καί τήν Ἀνατολικήν Θρᾴκην, διαποιμαίνει στοργικῶς τά ἀνά τήν ὑφήλιον τέκνα  του καί φροντίζει ἐπιμελῶς διά τήν καλλιέργειαν τῆς Ὀρθοδόξου ταυτότητός των καί τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἀγωνίζεται διά τήν διαφύλαξιν τῆς πανορθοδόξου ἑνότητος, ἡ ὁποία δοκιμάζεται ἐντόνως ἀπό ὅσους ἀμφισβητοῦν τήν μακραίωνα δομήν καί τήν κοινωνικήν λειτουργίαν τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ὀνόματι κοσμικῶν σκοπιμοτήτων. Ἄν καί δέν ἀσχολεῖται μέ τήν πολιτικήν ἐν τῇ στενωτέρᾳ ἐννοίᾳ τοῦ ὅρου, ἡ πνευματική του μαρτυρία ἐγγίζει καί τόν χῶρον τῶν πολιτικῶν πραγμάτων καί τῶν μεγάλων προκλήσεων ἡ ἀντιμετώπισις τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖ κοινήν ὑπευθυνότητα, κοινήν κινητοποίησιν, κοινήν στοχοθεσίαν, σύμπραξιν καί ἀλληλεγγύην. 

Προσωπικῶς θεωροῦμεν ὅτι ὁ ὅρος ἀλληλεγγύη ἐκφράζει τήν ὁδόν, τόν τρόπον καί τόν στόχον τῆς πορείας πρός ἕν βιώσιμον μέλλον. Ἡ ἀλληλεγγύη παραπέμπει ἀφ᾿ ἑνός εἰς τήν ἱστορίαν τῶν ἀγώνων διά τήν ἐλευθερίαν καί τήν ἰσότητα καί ἐμπεριέχει τό κοινωνικόν περιεχόμενον καί τήν πολιτικήν αἰχμήν τοῦ ὅρου ἀδελφοσύνη, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ προβάλλει τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου ὡς συγκεκριμενοποίησιν τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης. Ἀναφέρεται ἐπίσης εἰς τήν ἀπροϋπόθετον συμπαράστασιν πρός τόν συνάνθρωπον, ἀνεξαρτήτως κοινωνικῆς καί πολιτισμικῆς ταυτότητος, ἐν τῇ ἐννοίᾳ καί τῆς ἐτυμολογίας τῆς λέξεως εἰς τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν, τοῦ νά εὑρισκώμεθα δηλαδή ὁ εἷς πλησίον τοῦ ἄλλου, ἐγγύς ἀλλήλων. Ἡ ἀλληλεγγύη εἶναι ἡ ἔλλογος καί πλήρης ἐνσυναισθήσεως ἀνθρωπιά, διασώζει δέ τά χαρακτηριστικά τῆς «ἀρετῆς», ἐν τῇ ἀρχεγόνῳ σημασίᾳ τοῦ ὅρου, ὡς ἀνδρείας καί ἀριστείας, ὡς ἐπιμονῆς καί ἐμμονῆς εἰς τήν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἀγαθοῦ καί ὡς κοινῆς θυσιαστικῆς διακονίας τῆς Ἀληθείας, ἡ ὁποία εἶναι πνευματική ρίζα τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας. 

Εὐχαριστοῦμεν διά τήν προσοχήν σας.

 

  

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Μετα θάνατον δικαίωσι για τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο Στ΄: 86 χρόνια μετά την απέλασι επιστρέφει για να αναπαυθή στο Πατριαρχικό Κοιμητήριο στην ΚΠολι

Post mortem giustificazione per Patriarca di Costantinopoli Costantino VI (morto in esilio il 1930)
Ένας βίαια εξορισμένος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως το 1925, μόλις λίγες μέρες μετά την ενθρόνισί του, ο Κωνσταντίνος ΣΤ’, επιστρέφει μετα θάνατον δικαιωμένος στην πνευματική πρωτεύουσα του Ελληνισμού, μετά από ενέργειες του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Όπως ο ίδιος ο Παναγιώτατος προ τριετίας είχε δηλώση: "ο αείμνηστος προκάτοχος ημών ερρίφθη εις την φοβεράν κάμινον της ταπεινώσεως υποχρεωθείς, χωρίς προειδοποίησιν, να εγκαταλείψει άκων και διαμαρτυρόμενος την έδραν του και το δοκιμαζόμενον ποίμνιόν του, την πρωϊαν της εορτής των Τριών ιεραρχών του 1925".
Τα σεπτά οστά του Πατριάρχη Κωνσταντίνου ΣΤ’ 81 χρόνια από την κοίμηση του, θα ταξιδέψουν πίσω στην Πόλι όπου και πρόκειται να τοποθετηθούν στο Πατριαρχικό Κοιμητήριο του Βαλουκλή την Κυριακή 6 Μαρτίου 2011, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τα μέλη της Αγίας και Ιεράς Συνόδου.
Ο Πατριάρχης αυτός παρουσιάζει επιπλέον ενδιαφέρον για το ιστολόγιό μας:
1. Ήταν Έλληνας από την Ιωνία, τις αλησμόνητες πατρογονικές εστίες της Μικράς Ασίας μας. (Γεννημένος πριν από 151 χρόνια στην περιοχή της Προύσας. Το μικρασιάτικο επώνυμό του ήταν Αράμπογλου).
2. Μετά την απέλασί του πέρασε για λίγο διάστημα και από την Χαλκίδα! (Στις 30 Ιανουαρίου 1925 οι Τουρκικές Αρχές τον συμπεριέλαβαν στην ανταλλαγή των πληθυσμών και τον απέλασαν βίαια στην Ελλάδα . Ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος παρέμεινε δι ολίγο στην Θεσσαλονίκη , μετά στην Χαλκίδα και τέλος στην Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής)
3. Εκοιμήθη στην Νέα Φιλαδέλφεια (στις 28 Νοεμβρίου 1930), όπου μάλιστα υπάρχει κεντρική πλατεία η οποία φέρει το όνομα του, καθώς και ανδριάντας προς τιμήν του.

Πρίν αναδημοσιεύσουμε προχθεσινό δημοσίευμα στο BHMAonline ( και στον Ινφογνώμονα) που μας έδωσε και την αφορμή για την αναφορά, να συμπληρώσουμε πως από σήμερα Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου το απόγευμα τα λείψανά του (προ της επικείμενης αναχώρησής τους από την Ελλάδα) θα εκτεθούν προς προσκύνηση στον ιερό ναό του Αγ. Κοσμά του Αιτωλού Νέας Φιλαδελφείας. Ενώ και μεθαύριο Κυριακή 27 Φεβρουαρίου θα τελεσθή Αρχιερατική Θ. Λειτουργία και επιμνημόσυνη δέησι από τον Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη, ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριάρχη.
.........................................................

Το δημοσίευμα στο BHMAonline:
Ο «πρόσφυγας» πατριάρχης επιστρέφει στο Φανάρι

Ο «πρόσφυγας» Πατριάρχης Κωνσταντίνος ο Στ΄ επιστρέφει μετά απο 85 χρόνια στο Φανάρι όπου υπηρέτησε ως Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας για 47 ημέρες απο τις 17 Δεκεμβρίου του 1924 εως και τις 30 Ιανουαρίου του 1925 οπότε και εκδιώχθηκε από τις τουρκικές αρχές καθώς βάσει της Συνθήκης της Λοζάννης χαρακτηρίστηκε «ανταλλάξιμος».

Γεννημένος στην Σιγή της Προύσας το 1860, σπούδασε στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης και υπηρέτησε ως Μητροπολίτης σε περιοχές άμεσα συνδεδεμένες με την ιστορία του ελληνισμού και της προσφυγιάς. Αρχικά εκλέχθηκε Επίσκοπος Ροδοστόλου και ήταν βοηθός του Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως, μετά εκλέχθηκε Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης, αργότερα μετατέθηκε στην Μητρόπολη Τραπεζούντος, και το 1924 Μητροπολίτης Δέρκων. Στις 17 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου διαδέχθηκε στον Πατριαρχικό θρόνο τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ζ' και σε λιγότερο απο δύο μήνες κλήθηκε με αμετάκλητη απόφαση των τουρκικών αρχών να εγκαταλείψει την Πόλη. Ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο που είχαν προηγούμενος περπατήσει εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη. Αργότερα στην Χαλκίδα και τέλος στην Νέα Φιλαδέλφεια όπου βοήθησε στην εγκατάσταση των προσφύγων στην νέα τους πατρίδα. Σε μια προσπάθεια στήριξης της πορείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπέβαλλε την παραίτηση του στις 22 Μαίου ζητώντας την άμεση εκλογή διαδόχου του αφού γνώριζε οτι δεν υπήρχε πιθανότητα επιστροφής του.

Ο «πρόσφυγας» Πατριάρχης άφησε την τελευταία του πνοή το 1930 και η ελληνική πολιτεία τον ενταφίασε στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών αποδίδοντας του τιμές εν ενεργεία αρχηγού κράτους και χιλιάδες πρόσφυγες παρακολούθησαν την εξώδιο ακολουθία που τελέστηκε στον Μητροπολιτικό Ναό αποδίδοντας το ύστατο χαίρε στον Πατριάρχη που είχε την ίδια μ' αυτούς τραγική μοίρα.

Μετά απο πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου τα οστά του Κωνσταντίνου του Στ' θα μεταφερθούν 85 χρόνια μετά στο Φανάρι όπου η Ιερά Σύνοδος θα του αποδώσει τιμές εν ενεργεία Οικουμενικού Πατριάρχη και στην συνέχεια θα ενταφιαστούν στο Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής στο Βαλουκλή όπου βρίσκονται οι τάφοι των Προκαθημένων της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης.

Οι κάτοικοι της Νέας Φιλαδέλφειας και της Νέας Ιωνίας θα απευθύνουν το ύστατο χαίρε στον Πατριάρχη κατά τη διάρκεια μνημοσύνου που θα γίνει στον Μητροπολιτικό Ναό την Κυριακή και στην συνέχεια θα γίνει η μεταφορά του στην Κωνσταντινούπολη.

Η είδηση, έχει συγκλονίσει, όλους του ιεράρχες του οικουμενικού θρόνου, καθώς πρόκειται για μια απο τις τραγικότερες φυσιογνωμίες της ιστορίας της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης του περασμένου αιώνα. «Ήταν ο πρώτος και ο κορυφαίος των προσφύγων» δηλώνει στο «BHMAonline» ο Μητροπολίτης Αυστρίας κ. Μιχαήλ. Με την μεταφορά του στην Πόλη, προσθέτει «λήγει η εξορία του και η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης παίρνει πίσω στα σπλάχνα της τον Προκαθήμενο της που τον φιλοξένησε η αττική γη. Ήταν μια ιστορική προσωπικότητα που με την πορεία και την στάση του δείχνει σε όλους τι σημαίνει προσφορά στην Εκκλησία. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν δίστασε να παραιτηθεί απο τον θρόνο "για το καλό της Εκκλησίας" και ευχόμενος, όπως σημείωνε στο κείμενο της παραίτησης του "να μην πραγματοποιηθούν οι φόβοι του". Δυστυχώς έπρεπε να περάσουν 85 χρόνια για να δικαιωθεί. Και δικαιώνεται απο τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο ο οποίος θέλησε και τελικά κατάφερε να πάρει πίσω τον εξόριστο προκάτοχο του για να τον ενταφιάσει στην γη της Πόλης όπου ανήκε πάντα, δίπλα στους άλλους μεγάλους Πατριάρχες του Γένους».

ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ
(Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011)

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

Το διαρκές "Μάτ αποπνιγμού" στο Πατριαρχείο απο τον τουρκικό εθνικισμό & ο πρόσφατος «εκτουρκισμός» ελλαδικών μητροπολιτών (Αναδημοσίευση + Photos...)

Ένα πρόσφατο άρθρο του ΝΙΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ θίγει πολύπλευρα το θέμα της από δεκαετίες μεθοδευμένης ομηρίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου μας και της σπουδής κάποιων Μητροπολιτών από την Κρήτη και τα Δωδεκάννησα να λάβουν την τουρκική υπηκοότητα προκειμένου να είναι εκλόγιμοι στην προσεχή Σύνοδο του Πατριαρχείου. Ένα σοβαρό ζήτημα που η εξέλιξί του προξενεί απορίες και μας καλεί σε προβληματισμό.
Όχι ότι οι ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες είναι απηλλαγμένες από κοσμικούς συμβιβασμούς και εξουσιαστικές εξαρτήσεις στις άλλες (ακόμα και τις δημοκρατικές -βλ. καπιταλιστικές) χώρες του κόσμου, αλλά όχι και να αφήνουμε να διαιωνίζεται αυτός ο φιδίσιος εναγκαλισμός του νέο-τουρκικού κράτους (ναι, αυτού που κρατά στρατιωτικά κατεχόμενη την μισή Κύπρο, καταπιέζει βάναυσα κάτι δεκάδες εκατομμύρια Κούρδων ή άλλης εθνότητας πολιτών του, και διεκδικώντας τα πάντα θέλει όχι να μπή στην Ευρώπη, αλλά να ξαναγίνη Αυτοκρατορία) στον υπερχιλιετή θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου…



ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ
Πηγή: Περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ http://www.m-epikaira.gr/
Colpo grosso η «προσφορά» του Ερντογάν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο

Μείζον ζήτημα όχι μόνο ηθικής και εκκλησιαστικής τάξης, αλλά και για την εξωτερική πολιτική της χώρας προκαλεί η «εύκολη» και χωρίς καμία αντίδραση «συμμόρφωση» μητροπολιτών της Κρήτης αλλά και άλλων περιοχών που υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο στην «προσφορά» Ερντογάν για να πάρουν την τουρκική υπηκοότητα. Δεκαπέντε μητροπολίτες έχουν μέχρι τώρα αιτηθεί την τουρκική υπηκοότητα με την αγαθή, φυσικά, πρόθεση ότι έτσι συνδράμουν στη στελέχωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και συγκροτούν εφεδρεία τόσο για την κάλυψη των θέσεων της Συνόδου ή ακόμη και για την εκλογή διαδόχου του κ.κ. Βαρθολομαίου, όταν και όποτε προκύψει τέτοιο θέμα.


Παρά τη δικαιολογημένη αγωνία του ίδιου του Οικουμενικού Πατριάρχη αλλά και όλης της Ορθοδοξίας για το μέλλον του κορυφαίου πνευματικού θεσμού, είναι σαφές ότι τέτοιες πρωτοβουλίες όχι μόνο δεν βοηθούν στην ουσιαστική και μακροπρόθεσμη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας και συνέχειας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά αντιθέτως διευκολύνουν τις προσπάθειες της Άγκυρας να θέσει υπό ακόμη πιο ασφυκτικό κλοιό το Πατριαρχείο αλλά και να επιχειρήσει επέκταση της επιρροής και στην Ελλάδα. Έτσι ο κ. Ερντογάν, αποφεύγοντας όλα εκείνα τα μέτρα και τις αποφάσεις που οφείλει να λάβει για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, βγαίνει από τη δύσκολη θέση με τον καλύτερο τρόπο, καθώς δεσμεύει με την τουρκική υπηκοότητα την πνευματική ελίτ των Εκκλησιών που υπάγονται στο Πατριαρχείο και μάλιστα πνευματικούς ταγούς σε ευαίσθητες περιοχές της Ελλάδας.

Η τουρκική νομοθεσία

Σύμφωνα με την τουρκική νομοθεσία, ο «πατριάρχης των Ρωμιών» (ο Οικουμενικός Πατριάρχης, δηλαδή) πρέπει να έχει τουρκική υπηκοότητα όπως και όλα τα μέλη της Συνόδου από τα οποία εκλέγεται. Μόνο ο αείμνηστος Αθηναγόρας εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης χωρίς να έχει την τουρκική υπηκοότητα και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη από τις ΗΠΑ με το αεροσκάφος του προέδρου της χώρας Χάρι Τρούμαν, οπότε και οι τουρκικές Αρχές υποχρεώθηκαν να του δώσουν την τουρκική υπηκοότητα στο… αεροδρόμιο.



Καθώς η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή και η ελληνορθόδοξη κοινότητα στην Τουρκία έχει συρρικνωθεί, η θηλιά σφίγγει όλο και περισσότερο γύρω από το Οικουμενικό Πατριαρχείο που δεν θα διαθέτει σύντομα το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό για να επιβιώσει και να ανταποκριθεί στο ρόλο του. Την ώρα, λοιπόν, που η διεθνής κοινότητα, με προεξάρχουσες τις ΗΠΑ και την ΕΕ, ζητούν επιτακτικά από την Τουρκία να αναγνωρίσει τον οικουμενικό ρόλο του Πατριαρχείου, να επιτρέψει την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και να άρει κάθε περιορισμό στη λειτουργία του, το Φανάρι αλλά και η Αθήνα έρχονται να αποδεχτούν την μεθόδευση αυτή του κ. Ερντογάν, η οποία απαλλάσσει την Τουρκία από πολλές υποχρεώσεις και συγχρόνως μετατρέπει το ζήτημα σε ελληνοτουρκικό. Η «προσφορά» του κ. Ερντογάν, η οποία έγινε κατόπιν συνεννοήσεων με την ηγεσία του Πατριαρχείου αλλά και με την Αθήνα, έχει πολλαπλή στόχευση και δεν είναι φυσικά, όπως επιχειρήθηκε να ερμηνευτεί, κίνηση… καλής θέλησης προς την Ελλάδα.

Έτσι με τον πλέον ανώδυνο για την Τουρκία τρόπο όχι μόνο αποδυναμώνονται τα επιχειρήματα για την ανάγκη επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, αλλά με τις ελληνικές ευλογίες μετατρέπεται η υπόθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε διμερές ελληνοτουρκικό ζήτημα, ενώ πλήττεται ευθέως η έννοια της Οικουμενικότητας.


Εκτός των άλλων όμως δημιουργείται και σοβαρό ζήτημα ηθικής τάξης, καθώς Έλληνες πνευματικοί και θρησκευτικοί ταγοί ωθούνται με εκβιαστικό τρόπο να ζητήσουν την υπηκοότητα αλλού τρίτου κράτους, κάτι που δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό, μια και οι μητροπολίτες προέρχονται είτε από την ευαίσθητη περιοχή της Δωδεκανήσου είτε από την Κρήτη, όπου εσχάτως επιχειρείται αναβίωση θεμάτων περιουσιών των Τουρκοκρητικών ή της αναγνώρισης «τουρκικής μειονότητας» – από τη ρύθμιση εξαιρούνται οι μητροπολίτες των Νέων Χωρών, οι οποίοι υπάγονται μεν εκκλησιαστικά και πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά σύμφωνα με την Πατριαρχική Πράξη του 1928 συμμετέχουν στη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδας, οπότε δεν μπορούν να συμμετέχουν σε δύο Συνόδους.

Οι κινήσεις του Ερντογάν

Η υπόθεση αυτή άρχισε να ξετυλίγεται από το 2008, όταν για πρώτη φορά φαίνεται να έθιξε το ζήτημα ο κ. Ερντογάν στους Κ. Καραμανλή και Ν. Μπακογιάννη στην επίσκεψή τους σε Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη και οριστικοποιήθηκε στη συνάντηση που είχε με μειονοτικούς θρησκευτικούς ηγέτες στην Πρίγκηπο πέρσι το καλοκαίρι ο Τούρκος πρωθυπουργός. Δεν έχει, πάντως, ακόμη ξεδιπλωθεί σε όλη την έκταση της η τουρκική μεθόδευση, καθώς μόνο τυχαία δεν πρέπει να θεωρείται η επίκληση του κ. Ερντογάν στην «προσφορά» του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Γ. Παπανδρέου, θέτοντας ταυτόχρονα και θέμα εκλογής του μουφτήδων.

Η εξέλιξη αυτή θέτει και σοβαρά ερωτηματικά νομιμότητας και συμβατότητας με το ευρωπαϊκό δίκαιο και το κεκτημένο περί θρησκευτικών ελευθεριών, καθώς τίθεται ως προϋπόθεση η υπηκοότητα για την ελεύθερη άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων. Η ελληνική πλευρά αλλά και ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης όφειλαν να θέσουν πρώτο στην ατζέντα ακριβώς το ζήτημα της κατάργησης του διατάγματος (τεσκερέ) του 1927 που ρυθμίζει την εκλογή Πατριάρχη αλλά και της απόφασης (Ταλιμάτ) του νομάρχη Κωνσταντινούπολης του 1970, που προβλέπει ότι όταν χηρεύει ο θρόνος, από τη λίστα των εκλόγιμων μητροπολιτών ο ίδιος ο νομάρχης έχει δυνατότητα διαγραφής όσων δεν του είναι αρεστοί. Σε έναν πνευματικό θεσμό του μεγέθους του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν μπορεί να τίθενται τέτοιου είδους περιορισμοί.

Η μοναδική ευκαιρία

Εξάλλου, θα αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία η ανάδειξη μητροπολιτών στη Σύνοδο, οι οποίοι δεν έχουν την τουρκική υπηκοότητα και εάν και εφόσον κάποιος από τους μητροπολίτες αυτούς εκλεγεί Οικουμενικός Πατριάρχης τότε και μόνο να τεθεί de facto το δίλημμα στην τουρκική κυβέρνηση, η οποία θα πρέπει να συνυπολογίσει το τεράστιο κόστος που θα έχει ενδεχόμενη απόρριψη ενός νέου Οικουμενικού Πατριάρχη, επειδή δεν θα έχει την έγκριση του… νομάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ερωτηματικά πάντως προκαλεί η πολύμηνη «σιωπή» της Αθήνας για την υπόθεση αυτή, κάτι που δημιουργεί βεβαιότητα πλέον ότι υπάρχει σιωπηρή συμφωνία (της προηγούμενης και της νυν κυβέρνησης) με τον κ. Ερντογάν για να υλοποιηθεί το σχέδιο αυτό που διευκολύνει τους χειρισμούς της Τουρκίας στο κρίσιμο θέμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των θρησκευτικών ελευθεριών.






[Σ.Σ. Ευχαριστούμε τον φίλο Γιάννη Σαριδάκη για τις φωτογραφίες που πρόσφατα μας έστειλε (μέσω facebook) απο την Κωνσταντινούπολι]