Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

Η Εγκύκλιος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για τον γάμο των ομοφύλων και την τεκνοθεσία. La Circolare della Gerarchia della Chiesa Greca sul matrimonio e la maternità tra persone omosessuali.


ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 3085

 Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Όπως έχετε ενημερωθή, μόλις πριν από λίγες ημέρες, δηλαδή την 23η Ιανουαρίου 2024, συνήλθε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είναι η Ανωτάτη Αρχή της Εκκλησίας μας, για να μελετήση το θέμα που ανέκυψε στις ημέρες μας, δηλαδή την θέσπιση του "πολιτικού γάμου" των ομοφυλοφίλων, με όλες τις συνέπειες που επιφέρει αυτό στο οικογενειακό δίκαιο.

Η Ιεραρχία συζήτησε επαρκώς το θέμα αυτό με υπευθυνότητα και νηφαλιότητα, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά την ενότητά της, και στην συνέχεια ομόφωνα αποφάσισε τα δέοντα που έχουν ανακοινωθή.

Μια από τις αποφάσεις που έλαβε είναι να ενημερώση το πλήρωμά της, το οποίο θέλει να ακούση τις αποφάσεις της και τις θέσεις της. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, η Ιεραρχία απευθύνεται προς όλους εσάς, για να διατυπώση την αλήθεια για το σοβαρό αυτό θέμα.

1. Το έργο της Εκκλησίας, διά μέσου των αιώνων, είναι διπλό, δηλαδή θεολογικό, με το να ομολογή την πίστη της, όπως την αποκάλυψε ο Χριστός και την έζησαν οι 'Αγιοί της, και ποιμαντικό, με το να ποιμαίνη τους ανθρώπους στην κατά Χριστόν ζωή.

Αυτό το έργο της φαίνεται στην Αγία Γραφή και στις αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, οι οποίες θέσπισαν όρους για την ορθόδοξη πίστη και ιερούς κανόνες, που καθορίζουν τα όρια μέσα στα οποία πρέπει να κινούνται όλα τα μέλη της, Κληρικοί, Μοναχοί και Λαϊκοί.

Έτσι, η Εκκλησία ποιμαίνει, δηλαδή θεραπεύει τις πνευματικές ασθένειες των ανθρώπων, ώστε οι Χριστιανοί να ζουν σε κοινωνία με τον Χριστό και τους αδελφούς τους, να απαλλαγούν από την φιλαυτία και να αναπτυχθή η φιλοθεΐα και η φιλανθρωπία, δηλαδή η ιδιοτελής, φίλαυτη αγάπη να γίνη ανιδιοτελής αγάπη.

2. Ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους, δικαίους και αδίκους, αγαθούς και κακούς, αγίους και αμαρτωλούς∙ αυτό κάνει και η Εκκλησία. 'Αλλωστε, η Εκκλησία είναι πνευματικό Νοσοκομείο που θεραπεύει τους ανθρώπους, χωρίς να αποκλείη κανέναν, όπως δείχνει η παραβολή του Καλού Σαμαρείτου, την οποία είπε ο Χριστός (Λουκ. ι΄, 3037). Το ίδιο κάνουν και τα νοσοκομεία και οι ιατροί για τις σωματικές ασθένειες. Όταν οι ιατροί κάνουν χειρουργικές επεμβάσεις στους ανθρώπους, κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθή ότι δεν έχουν αγάπη.

Αλλά οι άνθρωποι ανταποκρίνονται διαφορετικά σε αυτήν την αγάπη της Εκκλησίας∙ άλλοι την επιθυμούν και άλλοι όχι. Ο ήλιος αποστέλλει τις ακτίνες του σε όλη την κτίση, άλλοι όμως φωτίζονται και άλλοι καίγονται, και αυτό εξαρτάται από την φύση αυτών που δέχονται τις ηλιακές ακτίνες.

Έτσι, η Εκκλησία αγαπά όλα τα βαπτισθέντα παιδιά της και όλους τους ανθρώπους που είναι δημιουργήματα του Θεού, μικρούς και μεγάλους, αγάμους και εγγάμους, Κληρικούς, Μοναχούς και Λαϊκούς, επιστήμονες και μη, άρχοντες και αρχομένους, ετεροφύλους και ομοφυλοφίλους, και ασκεί την φιλάνθρωπη αγάπη της, αρκεί, βέβαια, να το θέλουν και οι ίδιοι και να ζουν πραγματικά στην Εκκλησία.

3. Η Θεολογία της Εκκλησίας για τον Γάμο απορρέει από την Αγία Γραφή, την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και την διάταξη του Μυστηρίου του Γάμου.

Στο βιβλίο της Γενέσεως γράφεται: "Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ' εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς. Και ευλόγησεν αυτούς λέγων αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτήν και άρχετε των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και πάντων των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης" (Γεν., 1, 2728).

Αυτό σημαίνει ότι "η δυαδικότητα των δύο φύσεων και η συμπληρωματικότητά τους δεν αποτελούν κοινωνικές επινοήσεις, αλλά παρέχονται από τον Θεό"∙ "η ιερότητα της ένωσης άνδρα και γυναίκας παραπέμπει στην σχέση του Χριστού και της Εκκλησίας"∙ "ο χριστιανικός Γάμος δεν είναι απλή συμφωνία συμβίωσης, αλλά ιερό Μυστήριο, διά του οποίου ο άνδρας και η γυναίκα λαμβάνουν την Χάρη του Θεού για να προχωρήσουν προς την θέωσή τους"∙ "ο πατέρας και η μητέρα είναι συστατικά στοιχεία της παιδικής και της ενήλικης ζωής".

Όλη η θεολογία του Γάμου φαίνεται καθαρά στην ακολουθία του Μυστηρίου του Γάμου, στα τελούμενα και τις ευχές. Σ' αυτό το Μυστήριο η ένωση ανδρός και γυναικός ιερολογείται εν Χριστώ Ιησού, με τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Τα αποτελέσματα του εν Χριστώ Γάμου είναι η δημιουργία καλής συζυγίας και οικογενείας, η γέννηση παιδιών, ως καρπού της αγάπης των δύο συζύγων, άνδρα και γυναίκας, και η σύνδεσή τους με την εκκλησιαστική ζωή. Η μη ύπαρξη παιδιών χωρίς την ευθύνη των συζύγων, δεν διασπά την εν Χριστώ συζυγία.

Η χριστιανική παραδοσιακή οικογένεια αποτελείται από πατέρα, μητέρα και παιδιά, και σε αυτήν την οικογένεια τα παιδιά αναπτύσσονται, γνωρίζοντας την μητρότητα και την πατρότητα που θα είναι απαραίτητα στοιχεία στην μετέπειτα εξέλιξή τους.

Εξ άλλου, όπως φαίνεται στο "Ευχολόγιο" της Εκκλησίας, υπάρχει σαφέστατη σύνδεση μεταξύ των Μυστηρίων του Βαπτίσματος, του Χρίσματος, του Γάμου, της Εξομολογήσεως και της Θείας Κοινωνίας του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Κάθε διάσπαση αυτής της σύνδεσης δημιουργεί εκκλησιολογικά προβλήματα.

Επομένως, βαπτιζόμαστε και χριόμαστε για να κοινωνήσουμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Γίνεται ο Γάμος ώστε οι σύζυγοι και η οικογένεια να συμμετέχουν στο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και να κοινωνούν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Κάθε διάσπαση της σχέσεως αυτής των Μυστηρίων συνιστά την εκκοσμίκευση.

Η Εκκλησία βασίζεται σε αυτήν την Παράδοση, που δόθηκε από τον Θεό στους Αγίους, και δεν μπορεί να αποδεχθή κάθε άλλη μορφή Γάμου, πολλώ δε μάλλον τον λεγόμενο "ομοφυλοφιλικό γάμο".

4. Σε ένα ευνομούμενο Κράτος η Πολιτεία με τα συντεταγμένα όργανά της έχει την αρμοδιότητα να καταρτίζη νομοσχέδια και να ψηφίζη νόμους, ώστε στην κοινωνία να υπάρχη ενότητα, ειρήνη και αγάπη.

Η Εκκλησία, όμως, είναι θεσμός αρχαιότατος, έχει διαχρονικές παραδόσεις αιώνων, συμμετέχει σε όλες τις κατά καιρούς δοκιμασίες του λαού, συνετέλεσε αποφασιστικά στην ελευθερία του, όπως φαίνεται από την ιστορία, την παλαιότερη και την πρόσφατη, και πρέπει όλοι να στέκονται με σεβασμό, τον οποίο κατά καιρούς διακηρύσσουν. 'Αλλωστε και όλοι οι άρχοντες, εκτός από μερικές εξαιρέσεις, είναι δυνάμει και ενεργεία μέλη της. Η Εκκλησία ούτε συμπολιτεύεται ούτε αντιπολιτεύεται, αλλά πολιτεύεται κατά Θεόν και ποιμαίνει όλους. Γι' αυτό και έχει ιδιαίτερο λόγο που πρέπει να γίνεται σεβαστός.

Στο θέμα του λεγομένου "πολιτικού γάμου των ομοφυλοφίλων", η Ιερά Σύνοδος όχι μόνον δεν μπορεί να σιωπήση, αλλά πρέπει να ομιλήση, από αγάπη και φιλανθρωπία σε όλους. Γι' αυτό η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην πρόσφατη απόφασή της με ομόφωνο και ενωτικό τρόπο, για λόγους τους οποίους αιτιολόγησε, δήλωσε ότι "είναι κάθετα αντίθετη προς το προωθούμενο νομοσχέδιο".

Και αυτή η σαφής απόφασή της στηρίζεται στο ότι "οι εμπνευστές του νομοσχεδίου και οι συνευδοκούντες σε αυτό προωθούν την κατάργηση της πατρότητας και της μητρότητας και την μετατροπή τους σε ουδέτερη γονεικότητα, την εξαφάνιση των ρόλων των δύο φύλων μέσα στην οικογένεια και θέτουν πάνω από τα συμφέροντα των μελλοντικών παιδιών τις σεξουαλικές επιλογές των ομοφυλοφίλων ενηλίκων".

Επί πλέον, η θέσπιση της "υιοθεσίας παιδιών" "καταδικάζει τα μελλοντικά παιδιά να μεγαλώνουν χωρίς πατέρα ή μητέρα σε ένα περιβάλλον σύγχυσης των γονεικών ρόλων", αφήνοντας δε ανοικτό παράθυρο για την λεγόμενη "παρένθετη κύηση", που θα δώση κίνητρα "για την εκμετάλλευση ευάλωτων γυναικών" και αλλοίωση του ιερού θεσμού της οικογενείας.

Όλα αυτά η Εκκλησία, η οποία πρέπει να εκφράζη το θέλημα του Θεού και να καθοδηγή ορθόδοξα τα μέλη της, δεν μπορεί να τα αποδεχθή, διότι διαφορετικά θα προδώση την αποστολή της. Και το κάνει αυτό όχι μόνο από αγάπη στα μέλη της, αλλά από αγάπη και στην ίδια την Πολιτεία και τους θεσμούς της, ώστε να προσφέρουν στην κοινωνία και να συντελούν στην ενότητά της.

Αποδεχόμαστε, βέβαια, τα δικαιώματα των ανθρώπων τα οποία κινούνται σε επιτρεπτά όρια, σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις τους, αλλά η νομιμοποίηση του απολύτου "δικαιωματισμού", που είναι θεοποίηση των δικαιωμάτων, προκαλεί την ίδια την κοινωνία.

5. Η Εκκλησία ενδιαφέρεται για την οικογένεια, η οποία αποτελεί το κύτταρο της Εκκλησίας, της κοινωνίας και του Έθνους. Σε αυτό πρέπει να συντείνη και η Πολιτεία, όπως διαλαμβάνεται στο ισχύον Σύνταγμα ότι "η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο Γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους" (αρ. 21).

Σύμφωνα δε με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είναι νόμος του Κράτους (590/1977), "η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος ως... της εξυψώσεως του θεσμού του γάμου και της οικογενείας" (αρ. 2).

Έτσι, προτρέπουμε την Πολιτεία να προβή στην αντιμετώπιση του Δημογραφικού προβλήματος "που εξελίσσεται σε βόμβα έτοιμη να εκραγεί" και είναι το κατ' εξοχήν εθνικό θέμα της εποχής μας, του οποίου η επίλυση υπονομεύεται από το προς ψήφιση νομοσχέδιο, και την καλούμε να υποστηρίξη τις πολύτεκνες οικογένειες που προσφέρουν πολλά στην κοινωνία και το Έθνος.

Όλα τα ανωτέρω η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ανακοινώνει σε όλα τα μέλη της "με αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης και αγάπης", διότι όχι μόνο ο λεγόμενος "γάμος των ομοφυλοφίλων" είναι ανατροπή του Χριστιανικού Γάμου και του θεσμού της πατροπαράδοτης ελληνικής οικογένειας, αλλάζοντας το πρότυπό της, αλλά και διότι η ομοφυλοφιλία έχει καταδικαστή από την σύνολη εκκλησιαστική παράδοση, αρχής γενομένης από τον Απόστολο Παύλο (Ρωμ. α΄, 2432), και αντιμετωπίζεται με την μετάνοια, η οποία είναι αλλαγή τρόπου ζωής.

Εννοείται, βέβαια, ότι υφίσταται η βασική αρχή ότι, ενώ η Εκκλησία καταδικάζει την κάθε αμαρτία ως απομάκρυνση του ανθρώπου από το Φως και την αγάπη του Θεού, συγχρόνως αγαπά τον κάθε αμαρτωλό, διότι και αυτός έχει το "κατ' εικόνα Θεού" και μπορεί να φθάση στο "καθ' ομοίωσιν", εάν συνεργήση στην Χάρη του Θεού.

Αυτόν τον υπεύθυνο λόγο απευθύνει η Ιερά Σύνοδος σε σας, τους ευλογημένους Χριστιανούς, τα μέλη της, και σε όλους όσοι αναμένουν τον λόγο της, διότι η Εκκλησία "αληθεύει εν αγάπη" (Εφ. δ΄, 15) και "αγαπά εν αληθεία" (Β΄ Ιω. α΄, 1).

Ο Αθηνών Ιερώνυμος, Πρόεδρος

Ο Καρυστίας και Σκύρου Σεραφείμ

Ο Μονεμβασίας και Σπάρτης Ευστάθιος

Ο Νικαίας Αλέξιος

Ο Νικοπόλεως και Πρεβέζης Χρυσόστομος

Ο Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου Θεόκλητος

Ο Μαρωνείας και Κομοτηνής Παντελεήμων

Ο Κίτρους και Κατερίνης Γεώργιος

Ο Ιωαννίνων Μάξιμος

Ο Ελασσώνος Χαρίτων

Ο Θήρας, Αμοργού και Νήσων Αμφιλόχιος

Ο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Νικηφόρος

Ο Αιτωλίας και Ακαρνανίας Δαμασκηνός.(...)

 

[ΣΣ: Το κείμενο με πολυτονικό και ΕΔΩ]

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

Αναδημοσιεύοντας έναν «Λόγο για τους τρεις Ιεράρχες» χωρίς το νί και το σίγμα...

 Ο δυσνόητος τίτλος δια χειρός διαχειριστού θέλει να πει, (ίσως και προκλητικώ τω τρόπω), πως το κείμενο αναδημοσιεύεται ως έχει απο την πηγή του (βλ. κάτω). Κείμενο γενικά καλογραμμένο μεν κατα το περιεχόμενο (και αυτό βεβαίως είναι το μείζον), αλλά με κάποιες μορφολογικές ατέλειες (συν 2-3 ορθογραφικά) που τις αφήσαμε απείραχτες. Πιο χαρακτηριστική για τα "γούστα" μας (και όχι μόνο), η σχολικά ορθή και εκδοτικά "μοδάτη", αλλά για εμάς τους μή "κριαρικούς ", εμμονική τάσι για απαλοιφή του τελικού ν στο αρσενικό άρθρο. Η και άλλως πως (ποιητική αδεία) ονομασθείσα "γενοκτονική"!

................................................

Λόγος στους Τρεις Ιεράρχες

 

1. Η καθιέρωση του κοινού εορτασμού.

Η καθιέρωση του κοινού εορτασμού των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ως οικουμενικών διδασκάλων της Εκκλησίας ανάγεται στον ια΄ αιώνα, πιθανώς επί της Βασιλείας Αλεξίου του Κομνηνού. Για τον κοινό εορτασμό τους παρουσιάζονται στους Συναξαριστές δύο πιθανές εξηγήσεις.

Η πρώτη και πιο γνωστή εκδοχή είναι, ότι αποφασίστηκε ο συνεορτασμός τους από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως για να δοθεί τέλος σε μια φιλονικία που ξέσπασε ανάμεσα στους λογίους της εποχής σχετικά με το ποιος από τους τρεις Πατέρες είναι ο σημαντικότερος. Οι λόγιοι της εποχής είχαν χωριστεί σε τρεις παρατάξεις. Σύμφωνα με την παράδοση οι τρεις άγιοι παρουσιάστηκαν σε όραμα στον επίσκοπο Ευχαϊτών Ιωάννη Μαυρόποδα και τον πρόσταξαν να καθιερώσει την τέλεση της κοινής μνήμης τους, ώστε να πάψουν οι διαμάχες.

Η δεύτερη εκδοχή έχει ως εξής: η Εκκλησία των Ιεροσολύμων ήδη από πολύ νωρίς συνεόρταζε τη μνήμη των τριών Αγίων μαζί με άλλους Πατέρες της Εκκλησίας, το Μεγάλο Αθανάσιο και το Γρηγόριο Νύσσης. Πιθανολογείται, λοιπόν, ότι η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ακολούθησε την προαναφερόμενη ιεροσολυμητική διάταξη, προβάλλοντας την τριάδα των Αγίων εκείνων που το έργο τους υπήρξε το θεμέλιο της πνευματικής της ζωής. άλλωστε, το τυπικό και γενικότερα τα λειτουργικά έθιμα των Ιεροσολύμων, ασκούσαν πάντοτε επιρροή στην Εκκλησία της πρωτεύουσας.

Ως εορτή των ελληνικών γραμμάτων καθιερώθηκε επισήμως από τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου Αθηνών το ακαδημαϊκό έτος 1843‐4.

Η σχέση των τριών ανδρών με την πόλη των Αθηνών ήταν στενή, αφού σύμφωνα με τη συναξαριστική τους παράδοση υπήρξε σημαντικός σταθμός στη μόρφωσή τους.

2. Η εποχή μας.

Τη μνήμη τους εορτάζουμε και σήμερα διδάσκοντες και διδασκόμενοι της ελληνικής εκπαίδευσης. όμως, ποια είναι αλήθεια στην εποχή μας η σημασία της μνήμης των τριών Ιεραρχών;

Σήμερα ζούμε καθώς λέγεται σε μία εποχή παγκοσμιοποίησης, δηλαδή σε ένα κόσμο που οι οικονομικές και πολιτισμικές επαφές των λαών χάρη στην τεχνολογική ανάπτυξη έχουν συντελέσει στο να αισθάνονται οι άνθρωποι (κυρίως των ανεπτυγμένων χωρών) πολίτες του κόσμου. Η επιστήμη κατόρθωσε να αυξήσει σημαντικά το μέσο όρο και την ποιότητα ζωής. Πολλοί, όμως, μιλούν για κρίση ή και παντελή ακόμα έλλειψη αξιών.Τα υπαρξιακά και κοινωνικά ερωτήματα που αποτελούν διαχρονικά προβλήματα του ανθρώπου σήμερα εντείνονται.

Ο διαπρεπής κοινωνιολόγος Aντονι Γκίντενς στο βιβλίο του «Ο κόσμος των ραγδαίων αλλαγών» παρατηρεί: «Καθώς σε παγκόσμιο επίπεδο η επιρροή της παράδοσης και του εθίμου περιορίζεται… και η παράδοση εξασθενεί και κυριαρχεί η επιλογή του τρόπου ζωής, ο εαυτός δεν εξαιρείται. Η ταυτότητα του εαυτού πρέπει να δημιουργηθεί και να αναδημιουργηθεί πάνω σε μια πιο ενεργητική βάση απ’ ό,τι προηγουμένως». Στο πρόβλημα της αναζήτησης ταυτότητας και της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην άκριτη αποδοχή του νέου και τη δογματική άρνηση αυτού καταλήγει ο συγγραφέας, ότι η ανοχή και ο διάλογος σε ένα κόσμο παγκοσμιοποίησης θα πρέπει να καθοδηγούνται από οικουμενικές αξίες. Οι ηθικές δεσμεύσεις είναι απαραίτητες. Αραγε, ποιο πρότυπο ανθρώπου προτείνει η παγκοσμιοποιημένη κοινωνία;

Για να δώσουμε μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να σκεφτούμε, τι προσδοκίες έχει η κοινωνία από τον άνθρωπο, τι είδους παιδεία του προσφέρει.

Η παιδεία με την ευρεία έννοια της ανατροφής, της αγωγής, η οποία σήμερα έχει ξεφύγει από την αποκλειστική επιρροή και τον έλεγχο των παραδοσιακών φορέων της, (της οικογένειας, του σχολείου και της Εκκλησίας ), καθώς και με τη στενή έννοια της εκπαίδευσης σχολικής – επαγγελματικής, στο μεγαλύτερό της φάσμα εκπαίδευση εξειδίκευσης, συχνά δε δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα ψυχικής και πνευματικής καλλιέργειας. Δεν του παρέχει τα ερεθίσματα να γνωρίσει τον εαυτό του και τον κόσμο, αλλά καλλιεργεί μονομερώς κάποιες εκμεταλλεύσιμες δεξιότητές του.

Ο άνθρωπος γίνεται μία παραγωγική μονάδα στη διαδικασία εξυπηρέτησης υλικών συμφερόντων και αποτιμάται με το χρήμα και το κύρος που του προσφέρουν οι τίτλοι. Επίσης, αδυνατεί να διακρίνει τηνπραγματική αξία μέσα στο χάος των επιλογών, αφού στερείται προσανατολισμού και κριτηρίων. έτσι το όλον χάνεται για χάρη του μέρους και ο άνθρωπος ως φύση δεν κατορθώνει να γίνει πρόσωπο.

3. Η εποχή των τριών ιεραρχών.

Οι τρεις ιεράρχες έζησαν και έδρασαν στο β’ μισό του 4ου αιώνα, την εποχή της ύστερης αρχαιότητας. Η περίοδος αυτή παρουσιάζει πολλά κοινά με τη σημερινή εποχή.

Το μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου συγκροτούσε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ένα ουσιαστικά πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό κράτος που παραλληλίζεται με τον κόσμο της σημερινής εποχής και θεωρείται πρόδρομος αυτής. Οι ιστορικοί τονίζουν ιδιαίτερα το ρόλο του μεγάλου Αλεξάνδρου και των Διαδόχων του στην πολιτισμική ενοποίηση των γνωστών λαών της εποχής. Τότε όπως και σήμερα σημειώθηκε μια συνάντηση των πολιτισμών. Με κυρίαρχη την ελληνική γλώσσα πραγματοποιήθηκε μια ραγδαία πρόοδος στα γράμματα και τις επιστήμες και μια πολιτισμική ενοποίηση της Ανατολικής κυρίως Μεσογείου. Το μόρφωμα αυτό που καλείται ελληνιστικός πολιτισμός συνεχίστηκε και προωθήθηκε από τη ρωμαϊκή διοίκηση η οποία ουσιαστικά είχε εξελληνιστεί.

Η ανάπτυξη του εμπορίου, οι μετακινούμενες ομάδες, τα λιμάνια, τα εμπορικά κέντρα είχαν ήδη δημιουργήσει ένα κλίμα συνύπαρξης και ισότητας των λαών της αυτοκρατορίας.

Οι παραδοσιακές κοινωνικές ομάδες, όπως η οικογένεια και η φυλή διέρχονταν μεγάλη κρίση. Οι κοινωνικές αυτές αλλαγές, η πληθώρα των αντιλήψεων, η συνύπαρξη του παραδοσιακού με το καινούριο, η μοναξιά των μεγαλουπόλεων είχαν δημιουργήσει ένα κόσμο σύγχυσης. Οι πολίτες αγωνιούσαν μέσα από ένα κυκεώνα προβλημάτων να βρουν την ταυτότητα τους.

Οι άγιοι της Εκκλησίας ήρθαν αντιμέτωποι με τα κοινωνικά, ηθικά και πολιτιστικά διλλήματα και αδιέξοδα της εποχής τους. Κατόρθωσαν, όμως, εμφορούμενοι από τα χριστιανικά ιδανικά και μετέχοντας της ελληνικής παιδείας να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι σε όλες τις προκλήσεις και αναδειχθούν νικητές.

4. Βιογραφικά στοιχεία.

Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε το 330 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, επίσης, γύρω στο 330 στην Αριανζό της Καππαδοκίας, ενώ ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στα μέσα του αιώνα στην Αντιόχεια της Συρίας. Και οι τρεις κατάγονταν από επιφανείς οικογένειες. Ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος ήταν γιοί επισκόπων (την εποχή εκείνη δεν είχε ακόμα καθιερωθεί η αγαμία των επισκόπων), ενώ ο Ιωάννης ήταν γιος στρατηγού που έφυγε από τη ζωή όταν ο Ιωάννης ήταν μικρός ακόμα σε ηλικία. Οι μητέρες τους διακρίνονταν για την ευσέβειά τους.

Οι ευκαιρίες και τα ερεθίσματα για μόρφωση στο πολυπολιτισμικό αυτό περιβάλλον ήταν ποικίλα. Μάλιστα, κατά τα μέσα του 4ου αιώνα, η Εκκλησία (ιεραρχία και ποίμνιο) αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό τη δυνατότητα των νέων να λάβουν μία «θύραθεν» παιδεία. έτσι δύο τάσεις κυριαρχούσαν στην Εκκλησία, η περιφρόνηση της θύραθεν παιδείας που ήταν και η ισχυρότερη και η υπερτίμησή αυτής. Οι τρεις, όμως, άνδρες σπούδασαν χωρίς προκατάληψη ό,τι σημαντικότερο πρόσφερε η εποχή τους, σε επίπεδο «θύραθεν» και «χριστιανικών» σπουδών. Αναζήτησαν τη γνώση στα μεγάλα μορφωτικά κέντρα της εποχής, στην Καισαρεία, την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια, την Αντιόχεια, την Αθήνα. Θαύμαζαν τους έλληνες που με την επιστήμη τους είχαν μελετήσει όλους τους τότε γνωστούς τομείς του επιστητού, γι’ αυτό και έκαναν τη γνώση των Ελλήνων κτήμα τους. Οι ιεράρχες οικειώθηκαν την ελληνική φιλοσοφία για να διατυπώσουν την πίστη της Εκκλησίας αποφεύγοντας τη λεπτομερή σκιαγράφηση του απολύτου όντος με κατηγορίες του κόσμου τούτου. Με τη χρήσης της απέφυγαν και πολέμησαν οποιαδήποτε μυθική κατανόηση της χριστιανικής πίστης που θα υποβίβαζε και θα περιόριζε την περί Θεού αντίληψη της Εκκλησίας σε ένα δημιούργημα της ανθρώπινης φαντασίας. Σε αυτό το σημείο αρκεί να αναφερθεί η ανεκτίμητη συμβολή τους στην αντιμετώπιση της τριαδολογικής – χριστολογικής αίρεσης του Αρειανισμού, μίας προσπάθειας να κατανοηθεί με ορθολογικό τρόπο η Ουσία του Θεού.

Αξιοσημείωτο παράδειγμα εφαρμογής της ελληνικής φιλοσοφίας στη θεολογία της Εκκλησίας είναι η Ευχή της Αναφοράς της Λειτουργίας του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όπου με αποφατισμό και με την Παρμενίδεια φιλοσοφία του όντος περιγράφεται ο Θεός ως το επέκεινα του κόσμου τούτου:«Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος, αεί ων, ωσαύτως ων».

Είναι εντυπωσιακό, ότι μετά τις σπουδές και την επάνοδο στην πατρίδα τους δεν αναζήτησαν τα υψηλά κοσμικά αξιώματα που τους εξασφάλιζε η μόρφωσή τους και η αναγνώριση από τους συνανθρώπους τους, αλλά και οι τρεις έφυγαν στην έρημο κι έπειτα έθεσαν τον εαυτό τους στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Και οι τρεις χειροτονήθηκαν επίσκοποι, ο Βασίλειος Καισαρείας της Καππαδοκίας, ο Γρηγόριος και ο Ιωάννης Κωνσταντινουπόλεως. Ως συγγραφείς καλλιέργησαν τα σημαντικότερα είδη του γραπτού λόγου της εποχής τους στα πλαίσια του ποιμαντικού τους έργου.

Η προσφορά τους υπήρξε πολυδιάστατη και αξιόλογη για την εποχή που έζησαν, αλλά και παρακαταθήκη για τις επερχόμενες γενιές. Προσέφεραν και προσφέρουν στην ανθρωπότητα ως μεγάλοι παιδαγωγοί με το γραπτό έργο και το βίο τους, περιγράφοντας αλλά και ενσαρκώνοντας το πρότυπο του «χριστιανού» ανθρώπου.

5. Η αναφορά του ανθρώπου στο Θεό μέσα από τα έργα τους.

Η διδασκαλία τους και οι απόψεις τους πάνω σε θέματα της εποχής τους που απασχολούν και σήμερα την ανθρωπότητα έχουν για το σύγχρονο άνθρωπο μεγάλη παιδευτική αξία.

Το βασικό υπαρξιακό πρόβλημα, αυτό της ανθρώπινης ταυτότητας, δηλαδή της θέσης του ανθρώπου στον κόσμο και της σχέσης του με τον εαυτό του, και το συνάνθρωπο, συνδέεται κατά τους Πατέρες άμεσα με τη σχέση Θεού ‐ ανθρώπου. Η διδασκαλία τους πάνω στο συγκεκριμένο θέμα είναι καθόλα επίκαιρη, αφού αν κάτι απουσιάζει από τη ζωή του σημερινού ανθρώπου, αυτό είναι η ευχαριστιακή αναφορά της ύπαρξής του στο Θεό.

Ο άνθρωπος «ζώον εν εξ αμφοτέρων», μέτοχος «αοράτου τε…και ορατής φύσεως» κατά το Γρηγόριο το Θεολόγο, δημιουργήθηκε από το Λόγο του Θεού και τοποθετήθηκε στον κόσμο ως άλλος «άγγελος», ως «προσκυνητής μικτός». Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο είναι ο σύνδεσμος του υλικού κόσμου με τον πνευματικό, αφού «διά μὲν γάρ της νοητης ούσίας κοινωνεί ταις άνω δυνάμεσι͵ διά δε της αἰσθητης τοις της γης συνήπται πράγμασι». Δημιουργημένος «κατ΄εικόνα» Θεού και «ομοίωσιν», αυτεξούσιος, έχοντας τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στο καλό και την απουσία του, την αυθεντικότητα και την αμαρτία, τη ζωή και το θάνατο, τέθηκε ο άνθρωπος «επόπτης της ορατής κτίσεως» και «βασιλέας».

Η βασιλεία, η κυριότητα του ανθρώπου στη γη δεν είναι ανεξάρτητη, έχει την αναφορά της «άνωθεν». Η αξιολόγηση από τον άνθρωπο του εαυτού του ή της κτίσεως ως απόλυτης αξίας αποτελεί αμαρτία που φέρνει τον άνθρωπο, επαναλαμβάνοντας κάθε φορά το σφάλμα των προπατόρων, μακριά από την αλήθεια, μακριά από τη ζωή, αντιμέτωπο με το μηδέν.

Η σωστή τοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι στη ζωή και τον κόσμο, προϋποθέτει την αναγνώριση του Θεού, του «ποιητή» και «παντοκράτορα» του κόσμου, δηλαδή του Απολύτου. Αυτό επιτυγχάνεται, κυρίως, με την επίγνωση της προσωρινότητας της ζωής. Η μετοχή του ανθρώπου στον υλικό κόσμο, στης «φύσεως τὸ εύτελές» τον διδάσκει τη σχετικότητα του και τον οδηγεί στην ταπείνωση, δηλαδή στη συνειδητοποίηση των ορίων του μέσα στον κόσμο. Γράφει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Γη και σποδὸς ει τέφρα καὶ κόνις͵ καπνός καὶ σκιά͵ χόρτος καὶ άνθος χόρτου. Τοιαύτη φύσει μεγαλοφρονεις͵ ειπέ μοι; Καὶ τί τούτου γένοιτ΄ αν καταγελαστότερον;».

Η σχετική ανθρώπινη ζωή νοηματοδοτείται μόνο κατά τη μετοχή της στην «πηγή της ζωής», το Θεό. Κατά το Μεγάλο Βασίλειο: «Ο δε Θεός͵ ο ποιήσας τον άνθρωπον͵ ή αληθινή εστι ζωή. Ο ουν απολέσας την προς τον Θεον ομοιότητα απώλεσε την προς την ζωην οικειότητα·». Αντιθέτως, «Ο… ομοιωθεὶς τω Θεώ…͵ και της θείας ζωής εκτήσατο πάντως την ομοιότητα͵ εἰς το διηνεκὲς παραμένων τη αϊδίω μακαριότητι». Με τη λύτρωση της ανθρωπότητας δια του Ιησού Χριστού αντικειμενικά προσφέρεται η ευκαιρία για την προσωπική οικείωση του Θεού.

Η δοξολογική σχέση του ανθρώπου με το Θεό χαρίζει στον άνθρωπο την αθανασία, χαρίζει τον Παράδεισο. «῏Ην ποτε ο Αδάμ άνω͵ ού τόπω͵ αλλά τη προαιρέσει», τονίζει ο Μέγας Βασίλειος, για να συνειδητοποιήσουμε, ότι ο παράδεισος ή η κόλαση, η ζωή ή ο θάνατος βρίσκονται σε κάθε αξιολογική μας κρίση.

Η επιλογή της ζωής προϋποθέτει την «εν Κυρίω παιδεία καὶ νουθεσία», που όπως γράφει ο ιερός Χρυσόστομος, αποτελεί «καλλίστη…επιμέλεια»͵ και «γνησία κηδεμονία» . όταν η παιδεία έχει ως σημείο αναφοράς το Θεό, δε δίνει περιθώρια αλαζονείας και αυτοθέωσης. Ο εαυτός, ο συνάνθρωπος, ο περιβάλλον κόσμος, όλα ανάγονται στο Δημιουργό. όταν «ή παιδεία μετάληψις αγιότητός εστι» επιτυγχάνεται η αυτοπραγμάτωση.

Η ανθρωπολογία των Πατέρων είναι δυναμική, ως πορεία από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, κατευθυνόμενη στα έσχατα. Το παρόν νοηματοδοτείται από το μέλλον. Βλέπουν τον άνθρωπο ως «ζώον ενταύθα οἰκονομούμενον͵ και αλλαχοῦ μεθιστάμενον͵ καὶ πέρας του μυστηρίου τη προς Θεὸν νεύσει θεούμενον».

Με σκοπό, αυτή την αναφορική και εσχατολογική κατεύθυνση του ανθρώπου προς το Θεό και την ένωση μαζί Του, στα πλαίσια του λειτουργικού χωροχρόνου, συνέγραψαν οι άγιοι Βασίλειος και Ιωάννης, πιθανόν και ο Γρηγόριος, τις Ευχές των Λειτουργιών που τελούνται και σήμερα στην Εκκλησία.

6. Η αναφορά του ανθρώπου στο Θεό μέσα από τη ζωή τους.

Δεν είναι, όμως, μόνο το γραπτό έργο των Πατέρων που μας διδάσκει για τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο και τη σχέση αυτού με το Θεό, αλλά και η ζωή τους. Στη ζωή τους έκαναν πράξη πιστά όσα διακύρρηξαν. Η αναφορά της ίδιας της ύπαρξής τους στο Θεό, εκφράστηκε μέσω της συνέπειας Λόγων και έργων. Ταύτισαν την Ορθοδοξία με την Ορθοπραξία.

Σημαντική υπήρξε η φιλανθρωπική τους δράση. Μάλιστα, ο Μέγας Βασίλειος οραματίστηκε και προσπάθησε να πραγματοποιήσει την οργάνωση της κοινωνίας των μοναχών, αλλά και των κοσμικών με πρότυπο την πολιτεία των Αγγέλων. έτσι, με σκοπό την αγαπητική συνύπαρξη των ανθρώπων, οργάνωσε την κοινοβιακή μοναστική ζωή και έκτισε τη «Βασιλειάδα», ένα συγκρότημα ευαγών ιδρυμάτων.

Χαρακτηριστική είναι η στάση των Ιεραρχών απέναντι στην κοσμική εξουσία που επεδίωκε να κατευθύνει την Εκκλησία προς όφελός της.Για τον αγώνα υπέρ της ορθής πίστης ο Μέγας Βασίλειος πολεμήθηκε σφοδρά από τον αρειανόφρονα αυτοκράτορα Ουάλη. Η απάντηση του Αγίου στις απειλές του απεσταλμένου του αυτοκράτορα, επάρχου Μοδέστου, καθιστά το Βασίλειο πρότυπο χριστιανού:

«Πύρ δε και ξίφος και θήρες και οι τας σάρκας τέμνοντες όνυχες͵ τρυφή μαλλον ήμίν είσιν η κατάπληξις».

«ου δε Θεός το κινδυνευόμενον και προκείμενον͵ ταλλα περιφρονούντες͵ προς αύτον μόνον βλέπομεν».

Καμία υποχώρηση ή παραχώρηση δε χωρά όταν το κριτήριο είναι η Αλήθεια.Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αν και γεύτηκε πολλές απογοητεύσεις κάποτε και από φορείς της ίδιας της Εκκλησίας και οι αρειανόφρονες αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, δεν υποχώρησε και δε δίστασε μέχρι το τέλος της ζωή του να στηρίζει την Ορθοδοξία.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος αποτελεί ίσως την τραγικότερη μορφή όλων. Ασκώντας κριτική στα κακώς κείμενα της εποχή του ήρθε σε σύγκρουση με την αυτοκράτειρα Ευδοξία η οποία τον εδίωξε αδυσώπητα. Καθαιρέθηκε και μετά από πολλές ταλαιπωρίες πέθανε στην εξορία.

7. Επίλογος.

Οι Τρεις Ιεράρχες μέσα από τη ζωή και το έργο τους μας διδάσκουν και μας προσφέρουν το διαχρονικό πρότυπο ανθρώπου, εκείνο του Αγίου.Σημαντικό τους επίτευγμα ήταν ο εκλεκτικισμός τους, η χρήση της φιλοσοφίας και της γλώσσας της εποχής τους ως δομικού υλικού της αλήθειας της Εκκλησίας, ως μέσου παιδαγωγίας και προσέγγισης του ανθρώπου. Η γνώση για τους Πατέρες ήταν το μέσο για την αύξηση της εμπειρίας της αλήθειας με τη δύναμη του Αγιοπνευματικού φωτισμού και όχι ο σκοπός. Δεν προσκολληθήκαν στη γνώση αυτή καθαυτή, αλλά την είδαν χρηστικά για το καλό του ανθρώπου.

Ο σκοπός της παιδείας για τους Πατέρες δεν περιορίζεται στη γνώση και την εξειδίκευση, αλλά είναι η σωστική πορεία από το κατ’ εικόνα προς το καθ’ ομοίωση, προς την εκπλήρωση των δυνατοτήτων του ανθρώπου, των χαρισμάτων του! Η πορεία αυτή της αυτοπραγμάτωσης είναι δυναμικά ανοδική, μία πορεία προς την ομοίωση με το Θεό.

Δεν πρόκειται για κάτι θεωρητικό, αλλά για την ίδια τη ζωή. Η Ορθοδοξία δεν υφίσταται χωρίς την Ορθοπραξία, αφού η θεωρία δεν υφίσταται και είναι κενή αξίας δίχως την πράξη. Ο διαχωρισμός αυτός θεωρίας και πράξης δεν υπήρχε στη ζωή των τριών Πατέρων και γενικότερα στη ζωή των Αγίων της Εκκλησίας.

Ο Ιησούς Χριστός πρόσφερε την υψίστη παιδαγωγία όχι μόνο με το Λόγο Του, το διδακτικό Του έργο, αλλά κυρίως με τη ζωή και τη σταυρική Του Θυσία. Οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες, οι Ομολογητές, ο χορός των Αγίων, οι Τρεις Ιεράρχες εντάχθηκαν στο Σώμα της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας μιμούμενοι το Θεάνθρωπο, κατά το παύλειο παράγγελμα «μιμηταί μου γίνεσθε͵ καθὼς καγώ Χριστού» (Α΄Κορ. 11,1).

Η παιδεία αφορά την ουσία της ζωής, την καταξίωση του ανθρώπου ως ανθρώπου, την πορεία προς το Θεό, τη θέωση.

«H παιδεία μετάληψις αγιότητός εστι», αυτή είναι η πρόταση των Πατέρων στις προκλήσεις οποιασδήποτε παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας.

 

ΠΗΓΗ

Κυριακή 30 Αυγούστου 2020

Μνήμη Αγίου Αλεξάνδρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Sant' Alessandro I di Costantinopoli (ca. 240-340; Vescovo e Patriarca)


Α΄ 

28 Αυγούστου Ρωμαιοκαθολικό Μαρτυρολόγιο: 

"Στην Κωνσταντινούπολι, ο επίσκοπος Άγιος Αλέξανδρος, του οποίου η αποστολική προσευχή, όπως γράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, συνέτριψε την κεφαλή της Αρειανής ασεβείας. 

 Διαδεχθείς τον Μητροφάνη λίγο μετά την Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, ο Αλέξανδρος κατέλαβε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Νέας Ρώμης για περίπου έντεκα χρόνια, από τη στιγμή που ο Παύλος (;) εξελέγη το 336, και κατά τη διάρκεια της αρχιεπισκοπής του πολέμησε έντονα για την υπεράσπιση της ορθοδοξίας του Συμβόλου της Νικαίας ενάντια στις ίντριγκες των Αρειανόφιλων αιρετικών. Το όνομα του Αλεξάνδρου συνδέεται ιδιαίτερα με την απόπειρα που ο Άρειος, ευνοημένος από το "κόμμα" του Αρειανισμού το οποίο ενισχύονταν από την Αυλή και την εξουσία του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, έκανε για να γίνει δεκτός εις κοινωνίαν με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Ο Άγιος Αθανάσιος, από τον οποίο εξαρτώνται και άλλοι συγγραφείς, όπως ο Σωκράτης και ο Σωζομενός, στην επιστολή προς τον Σεράπιο του 358 μιλά εκτενώς για αυτήν την απόπειρα, η οποία αναφέρεται επίσης και σε συναξάρια και σε άλλα βιογραφικά κείμενα. Σύμφωνα με την εξιστόρησι του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος παραπέμπει σε προσωπική μαρτυρία του ιερέα Μακάριου, ο Άρειος, μετά από μία παραπλανητική/προσποιητή ομολογία ορθοδοξίας, αποκαταστάθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο και ως εκ τούτου ισχυρίστηκε ότι έγινε δεκτός εις κοινωνίαν και από τον Επίσκοπο Αλέξανδρο. Αυτός φυσικά αντιτάχθηκε, αλλά, προβλέποντας ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί στον εκφοβισμό της  παράταξης των Αρειανόφιλων, που είχε επικεφαλής τον Ευσέβιο, επίσκοπο Νικομήδειας, απευθύνθηκε στον Θεό επικαλούμενος τον προσωπικό του θάνατο, από το να δει έναν αιρετικό να μπαίνει στο ναό. Ο ξαφνικός θάνατος του Άρειου εν μέσω φρικτών πόνων, ενώ ήταν καθ’ οδόν για τη δημόσια αποκατάστασί του, θεωρήθηκε ως σημείον της κρίσης του Θεού "που είχε βρεθή στον ρόλο του δικαστού μεταξύ των απειλών των συνωμοτών του Ευσεβίου και της προσευχής του Αλεξάνδρου". 

Ο Αλέξανδρος πέθανε πιθανότατα το 336 ή το 340. Στο Ρωμαιοκαθολικό Μαρτυρολόγιο και στο Martyrologium Hieronymianum η μνήμη του τιμάται στις 28 Αυγούστου, ενώ στους Ορθοδόξους Έλληνες η μνήμη του εορτάζεται στις 30 και 31 Αυγούστου. Το Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως, που εορτάζει τον Αλέξανδρο στις 2 Ιουνίου, διαπράττει το ιστορικοχρονολογικό λάθος με το να τοποθετεί τον θάνατο του Αρείου κατά την βασιλεία του αυτοκράτορος Κώνσταντος."

FrancescoSaverio Pericoli Ridolfini

(Μετάφρασι απο το πρωτότυπο: Αλέξ. Σ.)

........................


 Β΄

30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ, ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ:

ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου - Καθηγητού

«Πολλοί άγιοι ιεράρχες λάμπρυναν με την προσωπικότητά τους και το έργο τους την πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως στη δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Αλέξανδρος, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στην Εκκλησία του Χριστού σε μια εποχή κρίσιμη για εκείνη.

Γεννήθηκε στην αγιοτόκο Μ. Ασία περί το 239 από γονείς ευσεβείς, οι οποίοι τον ανάθρεψαν χριστιανικά, σε μια εποχή που θεωρούνταν ασυγχώρητο έγκλημα να είναι κανείς Χριστιανός, διότι η θνήσκουσα ειδωλολατρία, δια της ρωμαϊκής εξουσίας καταδίωκε με ιδιαίτερη μανία την Εκκλησία και τους Χριστιανούς, με στόχο να τους εξαφανίσει από προσώπου γης. Ο ίδιος, νεαρό παιδί, δοκίμασε τους σκληρούς διωγμούς του θρησκομανή αυτοκράτορα Δέκιου (249-251) και στη συνέχεια τους διωγμούς του Βαλεριανού (257-260), τους πιο φοβερούς από όλους, του δαιμονικού Διοκλητιανού (303-305) και τέλος του Γαλερίου και Μαξιμιανού (305-313). Είχε ασκηθεί να κρύβει διωκόμενους Χριστιανούς και να περιθάλπει ταλαιπωρημένους και πληγωμένους Μάρτυρες. Όλη αυτή η τραγική κατάσταση είχε δαμάσει τον νεαρό Αλέξανδρο και είχε σμιλέψει την ψυχή του, ώστε να αφιερώσει τη ζωή του στο Χριστό και την υπηρεσία της Εκκλησίας.

Ο Αλέξανδρος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη να υπηρετεί τον γέρο και άρρωστο αρχιεπίσκοπο Μητροφάνη, ο οποίος τον χειροτόνησε διάκονο και στη συνέχεια πρεσβύτερο. Λόγω του εκκλησιαστικού του ζήλου και του αδαμάντινου χαρακτήρα του κατέστη ο στενότερος συνεργάτης του αρχιεπισκόπου της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία τότε ονομαζόταν Βυζάντιο και δεν είχε αποκτήσει ακόμη την αίγλη, μετά την επιλογή του Μ. Κωνσταντίνου να γίνει η νέα πρωτεύουσα του απέραντου ρωμαϊκού κράτους. Όλες τις δύσκολες αποστολές και τα μεγάλα θέματα τα ανέθετε στον πρεσβύτερο Αλέξανδρο. Παράλληλα ο Αλέξανδρος διακρίνονταν για την ευσέβειά του, για την ασκητική ζωή του και ο ζήλος του για την διατήρηση ανόθευτης της σώζουσας διδασκαλίας της Εκκλησίας. Το μεγάλο βάρος το έριξε στην αντίκρουση των αιρέσεων, οι οποίες την εποχή εκείνη βρισκόταν σε έξαρση. Εκφωνούσε πύρινους λόγους κατά των κακοδόξων αιρετικών. Με τα επιχειρήματά του τους κατατρόπωνε και μετέστρεφε στην Ορθοδοξία πλήθος πλανεμένων ανθρώπων.

Όταν ο πρεσβύτερος Αλέξανδρος ήταν 63 ετών και αρκετά ώριμος πνευματικά, έκανε την εμφάνισή της η φοβερή αίρεση του αρειανισμού. Αιρεσιάρχης ο πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας Άρειος δίδασκε δόγματα βλάσφημα, τα οποία ανέτρεπαν ολόκληρο το θεολογικό οικοδόμημα της αρχαίας Εκκλησίας, με κυριότερη κακοδοξία, την άρνηση της θεότητας του ένσαρκου Λόγου του Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. η αίρεση του αρειανισμού, απειλούσε την γνησιότητά της και αυτή ακόμη την ύπαρξή της Εκκλησίας. Για την αντιμετώπισή της συγκλήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος το 325 από τον πρώτο, μετέπειτα Χριστιανό, αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο, στη Νίκαια της Βηθυνίας.

Ο υπέργηρος και ασθενής Μητροφάνης έστειλε ως αντιπρόσωπό του στη Σύνοδο τον πρεσβύτερο Αλέξανδρο, ο οποίος αγωνίστηκε με σθένος κατά του αρειανισμού και υπέρ της Ορθοδοξίας. Συντάχτηκε με τους Ορθοδόξους Πατέρες (Αθανάσιο, Σπυρίδωνα, Νικόλαο, κ.α.) κατατροπώνοντας το φοβερό αιρεσιάρχη Άρειο. Μετά το πέρας της αγίας Συνόδου και τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας, ο Αλέξανδρος έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη να αναγγείλει το πανευφρόσυνο γεγονός στον Μητροφάνη, ο οποίος τον περίμενε με  αγωνία και αδιάκοπα προσευχόμενος. Τον υποδέχτηκε με δάκρυα χαράς και του ανέθεσε μεγάλη αποστολή σε διάφορες τοπικές Εκκλησίες, να μεταφέρει το χαρμόσυνο άγγελμα του θριάμβου της ορθοδόξου πίστεως. Αν και ήταν  και ο ίδιος πια ηλικιωμένος (84 χρονών) περιόδευσε σε όλη την Ελλάδα, την Ιλλυρία (Αλβανία) και τη Σερβία και άλλες βαλκανικές χώρες, κάνοντας γνωστό το «Σύμβολο της Πίστεως», που είχε συντάξει η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος.

Εν τω μεταξύ ο αρχιεπίσκοπος Μητροφάνης βρισκόταν σε ηλικία 117 ετών, αρρώστησε βαριά και τον Ιούνιο του 325 κοιμήθηκε εν Κυρίω. Λίγο πριν είχε ζητήσει να τον διαδεχθεί στο θρόνο του ο πρεσβύτερος Αλέξανδρος, τον οποίο γνώριζε καλά και τον θεωρούσε άξιο διάδοχό του, στην επισκοπή του, η οποία είχε αναχθεί πια σε πρωτόθρονη Εκκλησία, λόγω ότι είχε γίνει η νέα πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους και είχε μετονομαστεί σε Νέα Ρώμη και Κωνσταντινούπολη, από το όνομα του κτήτορά της Μ. Κωνσταντίνο.  Μάλιστα ο Μητροφάνης ζήτησε και τη γνώμη του Κωνσταντίνου για την επιλογή του Αλεξάνδρου, ο οποίος συμφώνησε μαζί του.

Ο Αλέξανδρος δέχτηκε με ταπείνωση, θεωρώντας το υψηλό του αξίωμα ως μια ακόμα διακονία στην Εκκλησία. Η λαμπρότητα της εξουσίας δεν τον άγγιξε, παραμένοντας ο ίδιος απλός ποιμένας της Εκκλησίας, διδάσκοντας, καταπολεμώντας τις πλάνες και ασκώντας την φιλανθρωπία. Υπηρέτησε την Εκκλησία, ως αρχιεπίσκοπος της Βασιλεύουσας, για δεκαπέντε χρόνια. Το 337, σε ηλικία 98 ετών, παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο, τον Οποίο αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και υπηρέτησε με όλες του τις δυνάμεις ολόκληρη τη ζωή του. Η Εκκλησία, εκτιμώντας την αγία ζωή του και τις ανεκτίμητες υπηρεσίες του προς αυτήν, τον ανακήρυξε άγιο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 30 Αυγούστου, την ημέρα της οσιακής κοίμησής του.

Ο άγιος Αλέξανδρος αποτελεί πρότυπο επισκόπου και ποιμένα της Εκκλησίας μας. Παρέδωσε στο  Θεό τον εαυτό του και ολόκληρη τη ζωή του, για να γίνει πιστός διάκονος του λαού του Θεού και συνειδητός εργάτης του Ευαγγελίου και της αλήθειας, η οποία  είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Αγωνίστηκε κατά των αιρέσεων με συνέπεια, διότι θεωρούσε την πλάνη και την κακοδοξία ως ολέθριο δρόμο εξόδου από την Εκκλησία και αιτία απώλειας της σωτηρίας. Ο άγιος Αλέξανδρος, όπως και οι άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, δείχνουν το δρόμο που πρέπει να ακολουθούν και οι σημερινοί κληρικοί.» 

 ΠΗΓΗ 1

πηγή 2: http://aktines.blogspot.gr/