Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήρωες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήρωες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

Επέτειος του Ευαγόρα Παλληκαρίδη (1938-1957): Τα τελευταία του μηνύματα (και ένας οιωνός). Anniversario di Evagoras Pallikaridis (83 anni dalla sua nascita): i suoi ultimi messaggi (e un presagio).

                    "Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα"

Μέσα στον ζόφο του νέου Ελληνισμού και στο σκότος  της παρατεταμένης παρακμής του, υπήρξαν κάποιοι λίγοι, ελάχιστοι, ελληνόψυχοι που όρθωσαν το κορμί τους λαμπάδα. Και τού βαλαν φωτιά!

Ο ηρωομάρτυρας Ευαγόρας Μιλτιάδη Θεοδώρου-Παλληκαρίδης γεννημένος κοντά στην Πάφο 26 Φεβρουαρίου του 1938 θα συμπλήρωνε σήμερα τα 83 χρόνια…

Α.

Στα 15 του κατέβασε την αγγλική σημαία από το σχολείο του.

[Λίγο πιο πρίν, ο απίστευτος αυτός έφηβος εθνικός ήρωας και ποιητής, είχε με εκπληκτική ωριμότητα επιβάλη το «Παλληκαρίδης» σαν δικό του επώνυμο, αντικαθιστώντας το Θεοδώρου του πατέρα του με το ελαφρώς τροποποιημένο επώνυμο του παππού του (Θεόδωρος Παλληκαρά)! ] Στα 17 του συνελήφθη από τις κατοχικές δυνάμεις και προδικάζεται. Παραμονή της δίκης του κυκλοφορεί λαθραία στο σχολείο του το παρακάτω κείμενο:

 

"Παλιοί συμμαθηταί,

Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μήν τον ξαναδήτε παρά μόνο νεκρό. 

Μην κλάψετε στον τάφο του, 

Δεν κάνει να τον κλαίτε. 

Λίγα λουλούδια του Μαγιού 

σκορπάτε του στον τάφο. 

Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.

Θα πάρω μιαν ανηφοριά

θα πάρω μονοπάτια
να βρώ τα σκαλοπάτια

που πάν’ στη Λευτεριά.

Θ’ αφήσω αδέλφια συγγενείς,

τη μάνα, τον πατέρα
μέσ’ τα λαγκάδια πέρα

και στις βουνοπλαγιές.


Ψάχνοντας για τη Λευτεριά

θά ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι,

βουνά και ρεματιές.

Τώρα κι αν είναι χειμωνιά,

θά ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει

σε πόλεις και χωριά.

 
Θα πάρω μιαν ανηφοριά

θα πάρω μονοπάτια,
να βρώ τα σκαλοπάτια

που πάν’ στη Λευτεριά.

Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ,

θα μπώ σ’ ενα παλάτι,
το ξέρω, θάν’ απάτη,

δεν θάν’ αληθινό.


Μέσ’ το παλάτι θα γυρνώ

ώσπου να βρώ τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο

να κάθεται σ’ αυτό.

Κόρη πανώρια θα της πώ,

άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου,

μονάχα αυτό ζητώ.

Γειά σας, παλιοί συμμαθηταί.

Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σάς. Κι όποιος θελήσει για να βρή ένα χαμένο αδελφό, έναν παλιό του φίλο, ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια να βρεί τα σκαλοπάτια που πάν’ στη Λευτεριά. Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρή και μένα. Άν ζώ, θα μ’ εύρη εκεί.

Ευαγόρας  Παλληκαρίδης "

Β.

Στα 18 του ο νεαρός επαναστάτης ξανασυλλαμβάνεται, δικάζεται και στην συνέχεια καταδικάζεται (με σκανδαλώδη διαδικασία) σε θάνατο δια απαγχονισμού.

Λίγο πρίν την αγχόνη, στο τελευταίο του σημείωμα έγραφε:

«Θ' ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό νά ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δέν πειράζει. Δέν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τί. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τί σήμερα, τί αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»

 

Γ. ΕΥΑΓΟΡΑΣ !! Nomen est omen !

Αλλά δεν θέλω να κλείσω με αυτό. Θέλω να προσθέσω κάτι χαρακτηριστικό για την αυτογνωσία, όσο και την πατριδογνωσία του που εξηγεί και την κλίσι του προς το ηρωικό/εθνικό ιδεώδες. Σε ανύποπτο χρόνο ο "Βαγόρας" είχε γράψει:

"Κάτι θα ήξερε περί του μέλλοντός μου ο μακαρίτης ο νονός μου για να μου δώσει το όνομα του βασιλιά της Σαλαμίνας! Έτσι και εγώ έπρεπε να φανώ αντάξιος διάδοχος του αναδόχου μου... Από Μικράς ηλικίας είχα μανία με τον πόλεμο. Στήθος με στήθος βέβαια. (Και ο βασιλιάς της Σαλαμίνας πολεμούσε στήθος με στήθος). Ήμασταν 5-6 παιδιά στη γειτονιά και παίρναμε από μία βέργα την οποίαν ονομάζαμε ξίφος, και ως ιππότες... Περιττό βέβαια να αναφέρω πώς ήμουν πάντα ο νικητής! Κάθε μέρα ήταν για μένα νίκη περίλαμπρη..."

Για άλλη μια φορά, το όνομα ήταν οιωνός!

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Με ελληνική αρετή και τόλμη η Λιάνα Κανέλλη σε αγγλικό τηλεοπτικό κανάλι! L’ intervista di una greca vera: Liana Kanelli al inglese Channel4 (2 Nov )

Έχει κάνει πάταγο ανάμεσα στις άλλες διπλωματικές (κατα το μάλλον ή ήττον ψοφοδεείς) δημόσιες δηλώσεις διαφόρων εν Ελλάδι πολιτικών ή άλλων δημοσιολογούντων και εν μέσω (τρομακτικής) κρίσεως, η συνέντευξι που έδωσε η Λιάνα Κανέλλη μιλώντας προ εβδομάδος στο βρετανικό κανάλι channel 4 στην εκπομπή του Jon Snow, σχετικά με την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα.

Απαντώντας με άνεσι λόγου και οξυδέρκεια (έστω και στα όρια της αγένειας) αφ’ ενός, αφ’ ετέρου με ένα ξεχασμένο από πολλούς ελλαδίτες πολιτικούς ηγέτες (για να μην μιλήσουμε για διανοουμένους) φρόνημα εθνικής υπερηφάνειας, απάντησε με σθένος και απόλυτη επάρκεια στις ερωτήσεις του Jeremy Paxman, ενός από τους δημοφιλέστερους και σοβαρότερους Άγγλους δημοσιογράφους, στην εκπομπή του "Newsnight" .

Μεταφέρουμε κάτω από το τρίλεπτο σχετικό ντοκουμέντο τον εκρηκτικό διάλογο στα κύρια σημεία του, (αντιγράφοντας από το κανάλι του χρήστη με το αναρτημένο Βίντεο στο «Γιου Τιούμπ»), και για τελικό σχόλιο παραπέμπουμε στον εκεί σχολιασμό μας.



Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙ:

LIANA KANELLI 'S INTERVIEW IN CHANNEL4

«Αισθανόμαστε υπερήφανοι και ωραίοι ! και χρειάζεστε ακόμα την Ακρόπολη για να έχετε μια ιδέα του ευρωπαϊκού πολιτισμού», ήταν τα πρώτα λόγια της βουλευτού του ΚΚΕ.

«Δεν είμαστε υπεύθυνοι για την ανακοίνωση και τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την οποία δεν ακολουθήθηκε καμιά απολύτως δημοκρατική διαδικασία» επεσήμανε και πρόσθεσε ότι «φυσικά και εναντιωνόμαστε στο δημοψήφισμα διότι είναι ένα ψεύτικο δημοψήφισμα πρόκειται για ωμό εκβιασμό καθώς γίνεται εν μέσω κρίσης όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο».

Δεν παρέλειψε μάλιστα να αναφέρει στον «αγαπητό της» δημοσιογράφο πως το ερώτημα που τίθεται μέσω του δημοψηφίσματος αποτελεί το εξής δίλημμα :«θέλετε να πεθάνετε η να σας σκοτώσουμε;»

Όταν ο δημοσιογράφος σχολίασε το φαινόμενο της εκτεταμένης φοροδιαφυγής στην Ελλάδα, η κ. Κανέλλη απάντησε ότι «υπάρχουν χρήματα που κλάπηκαν από τους Έλληνες και πήγαν σε ελβετικές τράπεζες η σε μπίζνες σε όλο τον κόσμο και τώρα καλείται αυτός ο λαός να πληρώσει έξι φόρους μέσα σε δυο μήνες και με το μισθό μειωμένο στα δύο».

«Στις δημοκρατίες μία είναι η λύση. Εκλογές. Αφήστε τον λαό να δείξει τι μπορούμε να κάνουμε τι μπορούμε να παράγουμε, τι να πληρώσουμε και να δείξει η Ελλάδα πως μπορεί όντως να είναι μια πλούσια χώρα. Εκλογές αλλιώς δεν είναι δημοκρατία και δεν καταλαβαίνω γιατί η Ευρώπη φοβάται τόσο πολύ τις εκλογές», κατέληξε η βουλευτής του ΚΚΕ.

(Για την μετάφρασι: βλ και εδώ)

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ. Δύο πατριωτικά κείμενα (Χολέβα, Νατσιού) αντί για Πανηγυρικούς. Για «Τα ΟΧΙ του Ελληνισμού» και τα λογοκριμένα συναξάρια των Ηρώων.

Όχι ένα, αλλά δύο επετειακά κείμενα για την Εθνική Εορτή φιλοξενούμε σήμερα.
Το ένα υπο τον τίτλο «Τα ΟΧΙ του Ελληνισμού» το είδαμε στο ιστολόγιο του Συνδέσμου Επιστημόνων Πειραιώς και είναι του φίλου μας Κωνσταντίνου Χολέβα, ενώ το δεύτερο υπογράφεται από τον μαχόμενο στα χριστιανικά-πατριωτικά μετερίζια εκπαιδευτικό της πρωτοβάθμιας, Δημήτρη Νατσιό. Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιευμένο (προχθές) στο Αντίβαρο έχοντας τον κάπως αφοριστικό τίτλο «Ανδρείους μπορεί να βγάζει κάθε πατρίδα. Αγίους μόνο η Ελλάδα» μοιάζει να διαλέγεται και με ένα νιτσεϊκό απόφθεγμα, για το οποίο απόφθεγμα-αφορισμό έχουμε και εμείς (με ανάλογο ελληνικό-ρωμαίικο πνεύμα) αρθρογραφήση.

1.
Τα ΟΧΙ του Ελληνισμού

Κωνσταντίνος Χολέβας - Πολιτικός Επιστήμων

Τώρα που διερχόμαστε μία μείζονα κρίση, οικονομική, ηθική, πνευματική, ακριβώς τώρα καθίσταται ακόμη πιο επίκαιρο το μήνυμα από το ΟΧΙ του 1940. Το ΟΧΙ που βεβαίως είπε ο Κυβερνήτης Ιωάννης Μεταξάς εκφράζοντας την άποψη της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού μας. Ήταν ένα ΟΧΙ κατά της ξένης εισβολής και υπέρ της ελευθερίας και της εθνικής αξιοπρέπειας. Οι φράσεις του Μεταξά προς τον Ιταλό Πρέσβυ Γκράτσι ήταν: “Alors c’ est la guerre”, που σημαίνει στα γαλλικά: Λοιπόν, έχουμε πόλεμο. Και το ΟΧΙ αυτό επαναλήφθηκε χιλιάδες φορές από απλούς φαντάρους και αξιωματικούς, από κληρικούς και λαϊκούς, από επιστήμονες και ολιγογράμματους μαχητές. Από άνδρες και γυναίκες που αισθάνθηκαν ότι προσεβλήθη η Παναγία κατά τον τορπιλλισμό της ΕΛΛΗΣ από ιταλικό υποβρύχιο στις 15 Αυγούστου 1940. Ο πόλεμος έγινε με υψηλά ιδανικά. Την Ορθόδοξη Πίστη και την Πατρίδα. Είχε ο απλός Έλληνας ισχυρούς προστάτες. Την Παναγία και την διαχρονική συνέχεια του Ελληνισμού. Τους ήρωες και τους μάρτυρες του Γένους.
Έγραψε σχετικά ο σπουδαίος λόγιος και δημοσιογράφος Σπύρος Μελάς: «Από αυτό το καμπαναριό της Μεγαλόχαρης αντιλάλησε ως τα πέρατα του Ελληνισμού η καμπάνα του εθνικού συναγερμού, όταν ο Ιταλός, αφήνοντας τον ακήρυχτο πόλεμο, ήρθε στις φανερές εχθροπραξἰες. Ο σεπτός ναός της παρθένου στάθηκε το ψυχικό στρατηγείο του έθνους. Μία θεία κόρη στρατηγεύει πάντα στους μεγάλους πολέμους των Ελλήνων. Η Αθηνά παράστεκε τους ήρωες στην Ιλιάδα. Τα στρατεύματα και ατ καράβια μας, στο αγώνα τούτο της λευτεριάς, η Μεγαλόχαρη της Τήνου...».
Ο Εμμανουέλε Γκράτσι, ο Ιταλός Πρέσβυς που επέδωσε στο Ιωάννη Μεταξά το επαίσχυντο τελεσίγραφο τα ξημερώματα της 28.10.1940, παραδέχεται ότι:
«Το έγκλημα της Τήνου είχε γι’ αποτέλεσμα, να μην πω έκαμε το θαύμα, να δημιουργηθεί σ’ όλην την Ελλάδα μια απόλυτη ενότητα ψυχών. Μοναρχικοί και Βενιζελικοί, οπαδοί και αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου, πείστηκαν πως έναν μόνο αδυσώπητο εχθρό είχε η Ελλάδα: Την Ιταλία. Και πως αν δεν γινόταν να αποφευχθεί μιά σύγκρουση με την Ιταλία, θα ήταν προτιμότερο ν’ αντιμετωπισθεί ο εχθρός με ανδρισμό, παρά να υποχωρήσει το ελληνικό έθνος μπροστά σ’ έναν εχθρό, που δεν δίσταζε να μεταχειρίζεται τέτοια μέσα...».
Δεν μπορούσε να ήταν διαφορετική η απάντηση των Ελλήνων στην εισβολή του Μουσσολίνι. Ο Ελληνισμός καταγράφηκε με χρυσά γράμματα στις δέλτους της παγκόσμιας ιστορίας κυρίως με τα ΟΧΙ του. Η αντίσταση των Πανελλήνων κατά της Περσικής εισβολής το 490-479 π.Χ. έσωσε την Ευρώπη από την ασιατική βαρβαρότητα . Σήμερα εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο διδάσκονται με θαυμασμό το ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ του Λεωνίδα και το Ίτε παίδες Ελλήνων, που διέσωσε ο Αισχύλος. Το ΟΧΙ του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου το 1453 διέσωσε την τιμή και την υπερηφάνεια των Ελλήνων και κράτησε άσβεστη τη φλόγα της Μεγάλης Ιδέας. Είχε προηγηθεί, λίγα χρόνια πριν, το ΟΧΙ του Μάρκου Ευγενικού, Επισκόπου Εφέσου, προς τον Πάπα, ο οποίος ζητούσε την πλήρη υποδούλωση της Ορθοδοξίας στη Λατινική Δύση. Ο αείμνηστος Βρετανός Βυζαντινολόγος Σερ Στήβεν Ράνσιμαν παραδέχεται ότι αυτό το ΟΧΙ διαφύλαξε την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και όταν η Εκκλησία επιβιώνει, τότε επιβιώνει και ο Ελληνισμός. Το ΟΧΙ των Σουλιωτών και Σουλιωτισσών προς τον Αλή Πασά αποτέλεσε τον πρόλογο του 1821. Το ΟΧΙ του Παπαφλέσσα θαυμάσθηκε ακόμη και από τον σκληρό αντίπαλό του, τον Αιγύπτιο Ιμπραήμ. ΤΟ ΟΧΙ των Μεσολογγιτών και η συγκινητική Έξοδός τους παρακίνησαν διαδηλώσεις φοιτητών στην Αγγλία και στη Γαλλία και θυελλώδεις συζητήσεις υπέρ του ελληνικού Αγώνα στα ευρωπαϊκά Κοινοβούλια.
ΤΟ ΟΧΙ κατά των Γερμανών Ναζί στο Ρούπελ θαυμάσθηκε ακόμη και από τον Χίτλερ και από τους αλαζόνες στρατηγούς του. Το ΟΧΙ κατά των βρετανών αποικιοκρατών που δήλωσαν οι Έλληνες Κύπριοι το 1955-59 ταπείνωσε μία ολόκληρη αυτοκρατορία και αναπτέρωσε το ηθικό του απανταχού Ελληνισμού. Τα μεγάλα συλλαλητήρια των Ελλήνων το 1992-94 εμπόδισαν τους ενδοτικούς να παραχωρήσουν το όνομα και τον πολιτισμό της Μακεδονίας στο θνησιγενές κρατίδιο των Σκοπίων. Το ΟΧΙ αυτό ελήφθη σοβαρά υπ’όψιν από φίλους και εταίρους, όπως δήλωσε προ ετών στην Αθήνα ο υπεύθυνος της Ευρ. Ενώσεως για τα Βαλκάνια, Ντέϊβιντ Όουεν. Οι Κύπριοι αδελφοί μας ξαναείπαν το ΟΧΙ τους στο κρίσιμο δημοψήφισμα του 2004. Έσωσαν το νησί τους από το σχέδιο Ανάν που θα έφερνε πλήρη Τουρκοκρατία στον βορρά και μερική τουρκοκρατία στον νότο.
Και τα ΟΧΙ πρέπει να έχουν συνέχεια. Τώρα που υπό την πίεση των οικονομικών μας προβλημάτων καλούμεθα να δηλώσουμε πλήρη υποταγή σε ξένες αποφάσεις και να παραχωρήσουμε σε επικίνδυνο βαθμό την εθνική μας κυριαρχία.
Την 28η Οκτωβρίου 1940 ο μεγάλος ποιητής μας Κωστής Παλαμάς πρότεινε να μεθύσουν όλοι οι Έλληνες από το αθάνατο κρασί του 1821. Η πίστη στον Θεό και στην Παναγία, η συνείδηση της ιστορικής συνέχειας, η αίσθηση του χρέους απέναντι στην πατρίδα, στους προγόνους και στους επιγόνους, αυτά ήσαν πρωτίστως τα ιδανικά που ενέπνευσαν την εποποιία των βορειοηπειρωτικών βουνών. Για να μπορέσουμε σήμερα να επιβιώσουμε ως έθνος και ως αξιοπρεπείς Έλληνες είναι απαραίτητο να αναβαπτισθούμε στις σταθερές αρχές και αξίες της Ορθοδοξίας και της Ελληνικής Ιστορίας. Για να συνεχίσουμε τα ΟΧΙ του Ελληνισμού!

Πηγή


2.
Ανδρείους μπορεί να βγάζει κάθε πατρίδα. Αγίους μόνο η Ελλάδα

Δημήτρης Νατσιός

«Ο λαός μας έφτασε στην κορυφή της Αθανασίας, γιατί έφτασε στην άκρη της Θυσίας»
Βασίλης Ρώτας, ποιητής

Οι Μεγάλες Ημέρες του Γένους μας. Η εθνική επέτειος του ʼ40.
Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα, όχι μόνο να κλαις, αλλά, κυρίως, να καμαρώνεις. Λίγο να σηκωθούμε, μας έπνιξαν οι αναθυμιάσεις... το Μνημόνιο, η Τρόικα, ο Βενιζέλος, η Βάσω, η Άννα πτώματα άταφα, χαμένα πράγματα, καντιποτένιοι άνθρωποι. Στρεφόμαστε, γυρίζουμε προς την ιστορία, όχι σαν φυγάδες από το παρόν, μα για να αντικρίσουμε νηφαλιότερα το επερχόμενο μέλλον και να παρηγορηθούμε λίγο. Ιδίως τώρα που θόλωσε ο νους μας και μας βρήκε το κακό, το «πισωγύρισμα» στην ιστορία, (η καημένη η γλωσσα μας, τι τράβηξε από τους γλωσσοκόπανους της δήθεν «δημοτικιάς»), η μελέτη, λοιπόν, της ιστορίας φρονηματίζει, «διά το μηδεμίαν ετοιμοτέραν είναι τοις ανθρώποις διόρθωσιν της των προγεγενημένων πράξεων επιστήμης» κατά τον Πολύβιο. Οι πράξεις, τα κατορθώματα των περασμένων, δι-ορθώνουν τους απογόνους και όχι τα «ασκιά γιομάτ’ αγέρα», τα λόγια τα κούφια.

Το βλέπω μες στην τάξη. Ενθουσιάζονται τα παιδιά και αποτυπώνεται στην μνήμη τους ανεξίτηλα η διήγηση μιας ιστορίας, στην οποία δεσπόζει ένα ωραίο και σπουδαίο πρόσωπο. Συναρπάζονται με αυθόρμητες, ζωντανές, αψιμυθίωτες αφηγήσεις. Πανηγύρι στην τάξη γίνεται όταν φέρνεις μπροστά τους ιστορίες χαρούμενες, «πεποικιλμένες» με ηρωισμό και θυσία. Φέτος έχω χαρά μεγάλη, γιατί δεν έφτασαν ακόμη στην μικρή, ακριτική μας πόλη, τα βιβλία που η αβελτηρία (το σωστό αβελτερία εκ του α +βέλτερος) και η ευήθεια του ΥΠΠΔΒΜ (υπουργού «ποδοβολητό») στέρησε από τους Ελληνόπαιδες.

Δύο μήνες τώρα διδάσκω φωτοτυπώνοντας κείμενα έξοχα των κορυφαίων της λογοτεχνίας μας, πάλαι τε και επ’ εσχάτων. Από τον Αίσωπο και τον άγιο Χρυσόστομο, έως τον Ελύτη. (Ομιλώ γιά τα γλωσσικά εγχειρίδια).

Και πώς αλλιώς; Να είσαι, τώρα δασκάλα γ΄ δημοτικού, να ανοίγεις το βιβλίο γλώσσας της τάξης (α’ τεύχος, σελίδα 79) και να διαβάζεις, ενώπιον των μαθητών σου, το αφιερωματικό κείμενο γιά το έπος του ‘40.

Αντί όμως γιά μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών, των ηρώων που κρατούσαν όρθιοι τα διάσελα της Ιστορίας, «κείται» ένα κακόμοιρο, καταθλιπτικό κείμενο μιάς δεκάχρονης εβραιοπούλας από την Θεσσαλονίκη, της Ροζίνας. Γράφει στο ημερολόγιό της: «Τη Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 δεν πήγαμε σχολείο. Είχε κηρυχτεί ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Αναστατωμένα ήμασταν εμείς τα παιδιά. Οι Ιταλοί βομβάρδισαν τη Θεσσαλονίκη. Στο μαγαζί του πατέρα μου γίνηκαν πολλές καταστροφές». Αυτό, τίποτε άλλο.

Η γ’ τάξη δημοτικού, χιλιάδες Ελληνόπουλα, τέτοιες ηττοπαθείς γελοιότητες διδάσκονται γιά το ηρωϊκό ‘40. Και στην Ε΄ που διδάσκω φέτος (α’ τεύχος, σελ. 74) το επίκαιρο κείμενο τιτλοφορείται ως εξής : «Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο» και υπότιτλο «και εμείς πήγαμε στο υπόγειο». Την 28η Οκτωβρίου 1940, όταν δόνησε την πατρίδα μας η είδηση της επιστράτευσης, υπήρχε έστω κι ένας Έλληνας που κρύφτηκε ορνιθοειδώς στο υπόγειό του; Ήταν πανηγύρι εκείνη η μέρα, μέθυσε ο λαός μας με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα, πού το βρήκαν τα δείλαια ανθρωπάκια του διαβίου το υπόγειο; Επιλογές αντάξιες μιας Δραγώνα, μιας Ρεπούση και της «υψηλοτάτης» διαβιοϋπουργού (χρυσοστόλιστο τίποτε μεγαλαυχίας .... και τίποτε άλλο).

Είναι γεγονός-παρενθέτω μία σκέψη- πως τα ασπόνδυλα προοδευτικά μαλάκια, ως θα έλεγε ο Ζουράρις, νιώθουν δυσφορία, μιάν «εσωτερική» ενόχληση και αδιαθεσία, όταν αναφέρονται στα πανηγύρια του Γένους και της Πίστης. Πουλημένες ψυχές, χωρίς ιθαγένεια τόπου, Γραικύλοι αληθινοί, δεν πιάνουν το νόημα της γιορτής, μετρούν τις χαμένες εργατώρες ή την «καθυστέρηση στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας».

Θυμάμαι εκείνο το σπιθαμιαίου (πνευματικού) αναστήματος «πολιτικό ζώον», (αριστοτελικός ο όρος), ο Σημίτης, να πολιορκείται από δημοσιογραφικά μικρόφωνα, έξω από μία εκκλησία, ανήμερα των Θεοφανείων. (Τι μαρτύριο γιά κάτι τέτοιους ο εκκλησιασμός!). Τι δήλωσε ο... αθεόφοβος. «Τα Θεοφάνεια σηματοδοτούν την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας». Έτσι ακριβώς. Γι’ αυτό καταντήσαμε ζήτουλες της Οικουμένης...

Ας αφήσουμε όμως τα υποκείμενα και ας πιάσουμε τα κείμενα. Επεισόδια από εκείνες τις γιορτινές ημέρες του πολέμου. Να ξεθολώσει ο νους μας λίγο, να ξαποστάσουμε ακουμπώντας στις αετοράχες της Πίνδου και στα ψηλώματα της Βορείου Ηπείρου.

Το 1960 ομιλητής, κατά την εορτάσιμο ημέρα, στην Ακαδημία Αθηνών είναι ο Στρατής Μυριβήλης. Αντιγράφω: «Είχε οργανωθεί, κατά τη διάρκεια του αγώνος, υπηρεσία μεταγγίσεως αίματος απ’ τον Ερυθρό Σταυρό της Ελλάδος. Είχα ένα φίλο γιατρό σ’ αυτή την υπηρεσία και πήγαινα κάπου-κάπου να τον δω και να τα πούμε. Ο κόσμος έκαμε κάθε μέρα ουρά γιά να δώσει το αίμα του για τους τραυματίες μας. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά που περίμεναν τη σειρά τους.

Μία μέρα, λοιπόν, ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός, είδε μέσα στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται και ένα γεροντάκι.
- Εσύ, παππούλη, του είπε ενοχλημένος, τι θέλεις εδώ;

Ο γέρος απάντησε δειλά:
- Ήρθα κι εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα.
Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιο ζωηρή.
- Μη με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γερός, το αίμα μου είναι καθαρό, και ακόμα ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιους.
Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω. Χαλάλι της πατρίδας. Όμως μου είπαν πως οι δύο, πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θά ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους, γιατί δεν θα έχουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κι εγώ το δικό μου. Άιντε, πήγαινε γέρο μου, μου είπε κι ας είναι γιά την ψυχή των παιδιών μας. Κι εγώ σηκώθηκα και ήρθα».

Αυτά δεν είναι ιστορίες. Είναι Συναξάρια. Εδώ δεν έχουμε ένα συμβάν ηρωισμού. Ανέβηκαν ψηλότερα ο γέρος και η χαροκαμένη γερόντισσα, η γυναίκα του. Τρία παιδιά χαλαλίζουν γιά την πατρίδα. Αγόγγυστα, χωρίς να τα βάζει με τον Θεό, με το κράτος, με τον πόλεμο ο λεβεντόγερος, προσέρχεται να δώσει, να αδειάσει το βασανισμένο, το πικραμένο του κορμί κι από το λιγοστό, δικό του αίμα. Το κοινότοπον «μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος» εδώ το κατανοούμε.

Έφτασε πολύ ψηλά στην κλίμακα ο γεροέλληνας. Στην κορυφή της. Στο «ου λογίζεται το κακόν». Στο «πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει». Δεν έχουμε εδώ τον κανόνα της αρετής που μας παρέδωσε η αρχαία Ελλάδα. Δεν είναι μόνο η αρετή της ανδρείας. Είναι η αγάπη και «αύτη απόγνωσιν αναιρεί» (Κλίμαξ, Ιωάννου Σιναϊτου). «Ανδρείους μπορεί να βγάζει κάθε πατρίδα. Αγίους όμως μόνο η Ελλάδα».

Πηγή

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Μνήμη Θεόδωρου Κολοκοτρώνη: η Ομιλία του στην Πνύκα. Memoria dell’ Eroe Nazionale Teodoros Kolokotronis; il suo discorso sull’ Acropole il 1838

Τιμή στον Γέρο του Μοριά, τον μέγα Έλληνα ‘Ηρωα της Εθνικής Παλιγγενεσίας και αρχιστράτηγο στην Επανάστασι του 1821, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, που άφησε την τελευταία του πνοή πριν 169 χρόνια, την 4η Φεβρουαρίου 1843. Μνήμη και δόξα αιώνια !
[Βλ. διπλανή εικόνα: Το σύγχρονο νεοελληνικό κράτος τον έχει τιμήση –μεταξύ άλλων- και με ένα γραμματόσημο που εκδόθηκε το 1983 στα 150 χρόνια από τον θάνατό του. Σε πιο κάτω εικόνα βλέπουμε τον Κολοκοτρώνη και σε παλαιότερο γραμματόσημο]

Ο περίφημος λόγος του στη Πνύκα τον Οκτώβριο του 1838 προς τους μαθητές του Ελληνικού (Α΄) Γυμνασίου Αθηνών (και όχι μόνον), όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΑΙΩΝ (φύλλο της 13 Νοεμβρίου 1838. Το κείμενο το αναδημοσιεύουμε από την «Βικηθήκη» )

{Αξίζει και ο σχολιασμός του αρθρογράφου στο εν λόγω έντυπο και με την γλώσσα της εποχής:
"Κατά την 7 'Οκτωβρίου ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, σύμβουλος εν ενεργεία, επισκεφθείς το Ελληνικόν Γυμνάσιον της καθέδρας ηκροάσθη μίαν και ημίσειαν ώραν τον πεπαιδευμένον γυμνασιάρχην κ. Γεννάδιον παραδίδοντα. Ενθουσιασθείς και από την παράδοσιν και από την θέαν τοσούτων μαθητών είπε προς τον Γεννάδιον, την οποίαν συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήση, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς. Την πρότασίν του αυτήν απεδέχθη ο κ. Γυμνασιάρχης με την μεγαλυτέραν ευχαρίστησαν και προσδιόρισε την 10ην ώραν της επιούσης ως ημέρας εορτασίμου. Αλλά το πλήθος των μαθητών και ή στενότης του Γυμνασίου παρεκίνησε τους διδασκάλους να εξέλθωσιν εις την Πνύκα, ως μέρος ευρύχωρον και μεμακρυσμένον οπωσούν. Την επαύριον, δυο απεσταλμένοι μαθηταί επροσκάλεσαν από της οικίας του τον στρατηγόν Κολοκοτρώνην εις την Πνύκα. Οι κάτοικοι των Αθηνών ηγνόουν μέχρις εκείνης της στιγμής την περίστασιν ταύτην. Άμα ή φήμη διεδόθη, συνέρρευσε πλήθος διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων άνθρωποι. Ο δε στρατηγός Κολοκοτρώνης, περιτριγυρισμένος και από τους μαθητάς και από τούτους επί του βήματος της Πνυκός ομίλησε τον ακόλουθον λόγον, του οποίου εγγυώμεθα το ακριβές, καθ' όσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν".

Παιδιά μου!
Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.
Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα• διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.
Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.
Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.
Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!.
Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.
Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.
Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε• και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.
Τελειώνω το λόγο μου.
Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Κάππα όπως Καππαδοκία ή πώς λέμε ΚΑΙ΄ (Αυτοπροσδιοριστική "ΣΗΜΕΙΩΣΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΦΡΑΣΤΟΥ")

"ΑΛΛΟΙ ΛΑΟΙ ΕΧΟΥΝ ΑΓΙΟΥΣ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΧΟΥΝ ΣΟΦΟΥΣ" Φρειδερίκος Νίτσε 1844-1900
Εγώ λέω, ο λαός μου έχει καί αγίους καί σοφούς!
Προσωπική παρένθεσι (για να τονίσω την σύνθεσι που μας αρνούνται, το σύν , το + , το ΚΑΙ): Το στερνοπούλι μας το βαφτίσαμε –εν τω μυστηριακώ Τριαδικώ Ονόματι- στο όνομα της Παναγίας και του Αριστοτέλη. (Το φωνάζουμε ΠΑΡΙ, < Παναγιώτης-Αριστοτέλης). Προς-ευχόμαστε εγώ και η μητέρα του να έχει αμφοτέρων των αγαπημένων προσώπων κι ονομάτων την ευλογία και την χάρι. Και όλα τα τα παιδάκια του κόσμου να προκόπτουν "σοφία και χάριτι". Κλείνει η παρένθεσι. Δεν πρέπει να αφήσουμε σε φρειδερίκους να προσδι-ορίζουν την μνήμη ή την ψυχή, την δική μας ή της μάνας μας. Να επιχειρούν να υποθηκεύσουν αποδομώντας το, μουσειακά ή μωσαϊκά, το συναμφότερον παρελθόν του λαού μας ή να χαλκεύουν συνωμοτικά το παρόν και το μέλλον των παιδιών μας.
Θά ’μαστε ανόητοι να προσέχουμε τις βαρύγδουπες ρητορείες και τις απλώς αδόλεσχες ή υστερόβουλες μεγαλοστομίες των εκάστοτε Νίτσων και να αγνοούμε τους καημούς των Κάλβων & των Καβάφηδων ή τον παλμό των Παλαμάδων & των Παπαδιαμάντηδων.
Ο δικός μου λαός λέει «το κερί και το λιβάνι»: ίσως υπονοεί και το μελάνι , απαραίτητο για να καταγραφή καί η φωτισμένη σκέψι σ’ έναν διάλογο ΚΑΙ το βίωμα του ιερού σ’ έναν ψαλμό.
Αν και δέν μου επιτρέπεται να ομιλώ εξ ονόματος του αγιασοφίτου λαού μου, κανείς δεν μπορεί να μου απαγορεύση να αφουγκράζομαι - όποτε αξιώνομαι - ανάμεσα στους κτύπους της καρδιάς μου και κάποιες απόμακρες χαμηλόφωνες κουβέντες, (έπεα κι ονόματα με πολλά πολλά κάππα: ίσως πιο πολλά τα Πα από τα Κά, αλλά το Κά εδώ τονίζεται), κοντοζυγώνοντας με θαυμασμό και δέος στα ιερά και όσια τραπέζια, όπως αυτό, όπου συμποσιάζονται οι σκιές του Παλαμήδη και του Καππαδόκη Γρηγορίου από την Αριανζό . Στο ίδιο τραπέζι, μάλιστα, μπορεί διαλεγόμενοι στην γλώσσα –πάντα- των αγγέλων, άμα λάχη, να παίξουν και καμμιά παρτίδα πεσσούς!