Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Festa della Mamma. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Festa della Mamma. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

«Οι μάνες δεν αναζητούν τον παράδεισο», ένα ποίημα της Άλντας Μερίνι. “Le madri non cercano il paradisο”, poesia di Alda Merini (testo italiano e traduzione in neogreco)

Η κατεξοχήν γνωστή στο ιστολόγιό μας ιταλίδα ποιήτρια Άλντα Μερίνι (1931-2009), σ’ αυτό το ποίημα, εκτός από τον συνήθη προσωπικό τόνο και το αφοριστικό ύφος, μιλάει και με ένα λιτό ποιητικά λεξιλόγιο, παθιασμένο και συνάμα σκληρό.
Οι μάνες δεν χρειάζεται να αναζητήσουν τον παράδεισο, οι μάνες αγάπησαν και αγαπάνε. Βιώσανε, θυμούνται, παραπονιούνται, προσπαθούν να κρατήσουν όσο μπορούν στην στοργική αγκαλιά τους τα παιδιά τους και, μοιραία, εγκαταλείπονται.

Le madri non cercano il paradiso



Le madri non cercano il paradiso,
il paradiso io l’ho conosciuto
il giorno che ti ho concepito.
Perché vuoi morire?
Non ti ricordi la tua tenera infanzia
e quanto hai giocato con me?
Perché vuoi inebriarti della tua anima?
Tu stai uccidendo tua madre
eppure non riesco a dimenticare
i gemiti del parto.
Anch’io quel giorno sono morta
quando ti ho dato alla luce,
tu sei peggio
di qualsiasi amante figlio mio
tu mi abbandoni.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΙ απο το ιταλικό πρωτότυπο
(του Αλέξανδρου Σελλενίδη:

Οι μητέρες δεν αναζητούν τον παράδεισο


Οι μητέρες δεν αναζητούν τον παράδεισο

Τον παράδεισο εγώ τον εγνώρισα

Την ημέρα εκείνη που σε συνέλαβα.

Γιατί θές να πεθάνεις;

Δεν θυμάσαι την τρυφερή παιδική σου ηλικία

Και πόσο έχεις παίξει με μένα;

Γιατί θές να μεθύση η ψυχή σου;

Σκοτώνεις λοιπόν την μητέρα σου

Κι όμως εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω

Τα βογγητά του τοκετού.

Κι εγώ που πέθανα εκείνη τη μέρα

Όταν σε έδωσα στο φώς…

Είσαι ο χειρότερος, παιδί μου,

Από κάθε εραστή:

Εσύ μ’ εγκαταλείπεις.
 
Α.Σ.

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Για την Εορτή της Μητέρας: Ένα ξένο ηθικοπλαστικό κειμενάκι και δύο οπτικοποιημένα ιντερνετικά ποιήματα όλο συγκίνησι. Per la festa della Mamma: Una storia moralistica e due poesie come fiori musicali sul YouTube (da una figlia)

Μάνα, συγγνώμη και …σ’ ευχαριστώ



Ένας νεαρός άνδρας πήγε να υποβάλει αίτηση για μια διευθυντική θέση σε μια μεγάλη εταιρεία . Αφού πέρασε την αρχική συνέντευξη , έπρεπε τώρα να συμφωνήσει και ο γενικός διευθυντής για την πρόσληψη.

Ο διευθυντής ανακάλυψε από το βιογραφικό του, ότι ο νεαρός είχε εξαιρετικές ακαδημαϊκές σπουδές. Ρώτησε, «Πώς κατάφερες να κάνεις αυτέ τις σπουδές; Μήπως πήρες υποτροφίες;»

«Όχι του απάντησε ο νεαρός».

«Ο πατέρας σου κατέβαλλε όλα αυτά τα δίδακτρα;» ρώτησε ξανά ο διευθυντής.
«Ο πατέρας μου, κύριε, πέθανε όταν ήμουν ενός έτους, η μητέρα μου ήταν αυτή που πλήρωνε τα δίδακτρά μου» Απάντησε.

« Που εργάζεται η μητέρα σου;»

«Η μητέρα μου εργάζεται ως καθαρίστρια ρούχων. Πλένει ρούχα για άλλους»

Ο διευθυντής ζήτησε τότε από το νεαρό να του δείξει τα χέρια του. Ο νεαρός έδειξε τα χέρια του. τα οποία ήταν λεία και πολύ απαλά.

«Έχεις βοηθήσει ποτέ τη μητέρα σου στο πλύσιμο των ρούχων;»

«Ποτέ, η μητέρα μου ήθελε πάντα να μελετώ και να διαβάζω όσο το δυνατόν περισσότερο. Εκτός αυτού, η μητέρα μου πλένει τα ρούχα πιο γρήγορα από μένα.

Ο διευθυντής είπε: «Θέλω να σου ζητήσω κάτι. Όταν πας σπίτι σήμερα, πήγαινε να καθαρίσεις τα χέρια της μητέρας σου και θα τα ξαναπούμε αύριο το πρωί».

Ο νεαρός θεώρησε ότι οι πιθανότητες να πάρει τη θέση, ήταν πολύ μεγάλες. Όταν πήγε πίσω στο σπίτι, ζήτησε από τη μητέρα του να τον αφήσει να καθαρίσει τα χέρια της. Η μητέρα παραξενεύτηκε και με ανάμεικτα συναισθήματα άπλωσε τα χέρια της προς το γιο της.

Ο νεαρός άρχισε να πλένει τα χέρια της μητέρας του σιγά-σιγά, ενώ δάκρυα έσταζαν από τα μάτια του όση ώρα το έκανε αυτό. Ήταν η πρώτη φορά που παρατήρησε ότι τα χέρια της μητέρας του ήταν τόσο ζαρωμένα, και ότι υπήρχαν τόσες πολλές μελανιές πάνω τους. Μερικές μελανιές μάλιστα ήταν τόσο οδυνηρές, που η μητέρα του βογκούσε όταν τις άγγιζε.

Ήταν η πρώτη φορά που ο νεαρός συνειδητοποίησε ότι ήταν αυτά τα χέρια που έπλεναν σε καθημερινή βάση ρούχα για να μπορέσει να πληρώσει τα δίδακτρά του. Οι μελανιές στα χέρια της, ήταν το τίμημα που η μητέρα έπρεπε να πληρώσει για την εκπαίδευσή του και το μέλλον του παιδιού της.

Μετά τον καθαρισμό των χεριών της μητέρας του, ο νεαρός άρχισε να πλένει σιγά – σιγά όλα τα ρούχα που είχαν στοιβαχτεί για πλύσιμο, μονολογώντας «Μάνα συγγνώμη και σ’ ευχαριστώ για όλα, Μάνα συγγνώμη και σ’ ευχαριστώ για όλα»… ενώ δάκρυα συνέχιζαν να τρέχουν από τα μάτια του.

Εκείνο το βράδυ, μητέρα και ο γιος έκατσαν και κουβέντιασαν για αρκετή ώρα.

Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ο νεαρός πήγε στο γραφείο του διευθυντή συγκινημένος και βουρκωμένος, αυτός βλέποντάς τον έτσι, τον ρώτησε.

«Για πες μου λοιπόν, τι έγινε χθες στο σπίτι σου; Τι έκανες; Έμαθες κάτι καινούργιο;»

Ο νεαρός απάντησε: «Καθάρισα τα χέρια της μητέρας μου, αλλά και έπλυνα τελικά όλα τα ρούχα που είχε για πλύσιμο»

«Τώρα κατάλαβα και εκτίμησα την προσπάθεια της μητέρας μου. Χωρίς τη μητέρα μου, δεν θα ήμουν αυτό που είμαι σήμερα. Συνειδητοποίησα με την πράξη αυτή, πόσο σημαντική είναι η βοήθεια που σου προσφέρουν οι άλλοι. Έχω καταλήξει να εκτιμώ την αξία και τη σημασία που έχει το να βοηθά ο ένας τον άλλο στην οικογένεια και στην κοινωνία»

Ο διευθυντής τότε του είπε: «Αυτό είναι που ψάχνω σε ένα συνεργάτη. Θέλω να προσλάβω ένα άτομο που δεν θα σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, που μπορεί να γνωρίζει και να εκτιμά τη βοήθεια, τις προσπάθειες και τα δεινά των άλλων, για να επιτευχθούν κάποια πράγματα στη ζωή και δεν θα θέτει τα χρήματα ως μοναδικό στόχο του στη ζωή του. Έχεις προσληφθεί»!
 


Για το ηθικό δίδαγμα του κειμένου βλ. το πρωτότυπο στην πηγή.

.............................................................
.............................

1. «Της μάνας μου το πρωινό φιλί» (Ποίημα ΚαΤερίνης Τζι σε μουσική Γ. Μαρκόπουλου)





Της μάνας μου το πρωινό φιλί

Με ξύπνησε ξημέρωμα μια αύρα μια πνοή
στο μάγουλο φτερούγισε της μάνας μου φιλί.
Το χάδι της με γέμισε με αγάπη και στοργή
και πίσω ξαναγύρισα ξανάγινα παιδί.
Μ' ένα φιλί και μια ευχή και το χαμόγελο της
σαν ξύπνησα τον ήλιο μου είδα στο πρόσωπο της.

Σου έφερα ροδόνερο σιγά μου ψιθυρίζει
για να πλυθείς και να λουστείς και να γλυκομυρίζεις.
Στέγνωσε τα μαλλάκια σου στις κεντητές πετσέτες
που 'χουν χρωματιστά πουλιά αστέρια και βιολέτες.
Απ' τα κεντίδια κόκκινο, πάρε σαν ένα χάδι
στα μάγουλα σου ακούμπησε ν' αφήσει κοκκινάδι.

Άσε λυμένα τα μαλλιά, στους ώμους ν' ανεμίζουν
σαν τα φυσάει ο άνεμος αυτά να παιχνιδίζουν.
Φόρεσε τ' άσπρο φόρεμα και το λευκό μαντήλι
και το βαφτιστικό σταυρό ακούμπησε στα χείλη.
Βάλε στο μέρος της καρδιάς το πρωινό φιλί μου
κι έλα για λίγο να σε δω, άστρο και γιασεμί μου.

Έλα και σου 'χω έτοιμα φτερά για να πετάξεις
τα όνειρα σου, μάτια μου, για να τα κάνεις πράξεις
στον ουρανό φτερούγησε σε θάλασσες σε δάση.
Μα όσο μακριά μου κι αν πετάς ποτέ να μη ξεχάσεις
στις προσευχές θα βρίσκεσαι και μες στην αγκαλιά μου
στη σκέψη και στα όνειρα στους χτύπους της καρδιάς μου.

Την πρωινή μου την ευχή σου στέλνω πριν χαράξει
από το μάτι του κακού αυτή να σε φυλάξει.
Κι όταν ξυπνάς κάθε πρωί, τον ήλιο σαν κοιτάξεις
στην αγκαλιά του πρωινού ποτέ να μη ξεχάσεις.
Να ψάχνεις μέσα στη ζωή τα άνθη τα λευκά της
και την ευχή μου θα τη βρεις μέσα στη μυρωδιά της!

ΚαΤερίνη T.



2. «Να έρχεσαι, Mάνα...» Ένα (οπτικοποιημένο και επενδυμένο μουσικά στο YouTube) συγκινητικό ποίημα μιας κόρης για την μάνα της



Νά 'ρχεσαι, μάνα

Στη μανούλα μου που δεν είναι πια κοντά μου...

Απόψε θά ‘μαι μόνη μου
τα φώτα μου θα σβήσω
και θα σε βλέπω νά ‘ρχεσαι
τα μάτια μου σαν κλείσω.

Μάνα μου φτάνεις γελαστή
το χέρι σου μ' απλώνεις
μ' ένα απαλό σου άγγιγμα
το δάκρυ μου στεγνώνεις.

Πώς να σ' αγγίξω, που άυλη
χαμογελάς μπροστά μου,
σαν άγγελος κατάλευκος
έλα στην αγκαλιά μου.

Μόνη μου απόψε σου μιλώ
μόνη μες τα σκοτάδια,
ψιθυριστά, συλλαβιστά,
και σε γεμίζω χάδια.

Νά ‘ρχεσαι, μάνα, πιο συχνά
την αύρα σου να νοιώθω
την στοργική σου τη ματιά
έχω ανάγκη τόσο!




ΚαΤερίνη T.
 

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Ένα ποίημα, ένα κείμενο και ένα βίντεο (με μια αληθινή ιστορία) για την γιορτή της μητέρας. Una poesia e un a storia vera sul’ amore della madre.

«Η μάνα» ένα (διαδικτυακό) ποίημα για την γιορτή της μητέρας και μια αληθινή (και πολύ συγκινητική) ιστορία από τα ψιλά της ειδησεογραφίας για τον σεισμό στην Κίνα πριν από 5 ακριβώς χρόνια. Το κείμενο που το παραθέτουμε ελαφρά διασκευασμένο αντιστοιχεί στην αναφερόμενη είδησι (στα αγγλικά φυσικά) στο παρακάτω βίντεο που αναρτήθηκε πρίν από 5 χρόνια στο Γιουτιούμπ (βλ. 4΄40΄΄- 8΄20΄΄).
...........................................................................
1. Το ποίημα 
Η Μάνα 
'' η μάνα εν κρύον νερόν και σο ποτήρ και μπεν''..... 

Η μάνα είναι ποταμός και φλόγα που σε καίει 
Σαν έρθει ο φόβος και σε βρει, κοντά σου αναπνέει. 
Κάνει τα χέρια της τα δυο κρυψώνα και σε ντύνει 
Κι όταν σε δάκρυα χαθείς με μια ματιά τα σβήνει. 

Η μάνα είν’ πολύτιμη σαν Παναγιάς σημάδι 
Τις πορφυρές σου τις πληγές γιατρεύει μ’ ένα χάδι. 
Κι όταν πάλι ο ουρανός αρχίζει και μαυρίζει, 
Ωσάν ανθός κάνει τη γη μ’ ένα φιλί ν’ ανθίζει. 

Ποτέ δε σού ‘πα μάνα μου, βαθιά ότι πονάω 
Πως μια σταλιά από σ’ αγαπώ τόσο τη λαχταράω! 
Ποτέ δεν είχα απαίτηση να ‘ρθεις να μ’ αγκαλιάσεις 
Αλλά στο στήθος η καρδιά, ζητά να πλησιάσεις. 

Η μάνα είναι σαν τη γη, που τους καρπούς φοράει, 
Το γέλιο της και ο σπαραγμός ολούθε αντηχάει. 
Η μάνα μοιάζει με νυχτιά, μ’ αστέρια στολισμένη, 
Σαν μέρα λάμπει ολόχαρη, με ήλιους κεντημένη. 

Η μάνα είναι η κορφή του πιο ψηλού βουνού 
Είναι η κόρη της χαράς και του αναστεναγμού. 
Η μάνα είναι προσευχή, στα χείλη αφημένη 
κι οι λέξεις της σα φυλαχτό, πατρίδα ευλογημένη. 

Ποτέ δε σου ’πα μάνα μου βαθιά ότι πονάω, 
Πως μια σταλιά από σ’αγαπώ τόσο τη λαχταράω. 
Να ξεδιψάσω ήθελα λιγάκι απ’ την πηγή σου 
Κι ας το ’χω για παράπονο, δώσε μου την ευχή σου! 



2. Η ιστορία 

 «ΕΑΝ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΖΗΣΕΙΣ, ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΜΟΝΟ ΟΤΙ Σ 'ΑΓΑΠΩ»

Είναι αληθινή ιστορία που διαδραματίστηκε λίγες ώρες μετα από τον σεισμό στην επαρχία Σιτσουάν (Sichuan ) της Κίνας, την 12 Μαΐου 2008.

Έχοντας πλέον ο σεισμός υποχωρήσει, διασώστες φτάνουν στα ερείπια του σπιτιού μιας νεαρής γυναίκας κι αντικρίζουν το πτώμα της μέσα στα χαλάσματα.

Η στάση του σώματός της όμως ήταν σχετικά περίεργη, θυμίζοντας κατά πολύ την στάση που παίρνει ένας πιστός έχοντας λυγίσει στα γόνατά του για να λατρέψει τον Θεό του και να προσευχηθεί . Τα συντρίμμια του σπιτιού, είχαν καταπλακώσει την πλάτη και το κεφάλι της.

Αντιμετωπίζοντας όλες αυτές τις δυσκολίες, ο αρχηγός της ομάδας διάσωσης, αποφασίζει να βάλει το χέρι του μέσα από ένα στενό άνοιγμα στον τοίχο για να φτάσει το σώμα της άτυχης γυναίκας. Είχε ακόμη μέσα του την ελπίδα ότι αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να είναι ζωντανή. Ωστόσο, τόσο το κρύο δέρμα όσο και η ακαμψία του σώματος, μαρτυρούσαν πως η γυναίκα είχε σίγουρα πεθάνει. Ο ίδιος μαζί με την υπόλοιπη ομάδα άφησαν αυτό το σπίτι και κατευθύνθηκαν στα υπόλοιπα, αναζητώντας τα επόμενα υπό κατάρρευση κτίρια.

Κάποιοι ανεξήγητοι όμως λόγοι, παρακινούσαν τον αρχηγό της ομάδας να επιστρέψει στο κατεστραμμένο σπίτι της νεκρής γυναίκας, καθώς μια εντυπωσιακή δύναμη τον καλούσε πίσω... Έτσι κι έγινε. Πλησίασε, γονάτισε και έβαλε ξανά το χέρι του ανάμεσα στο άνοιγμα που είχε εντοπίσει πριν, αναζητώντας ένα μικρό κενό κάτω από το νεκρό σώμα.

Ξαφνικά, άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό! «Είναι ένα παιδί! Υπάρχει ένα παιδί!». Όλη η ομάδα συγκεντρώθηκε γύρω του και προσεκτικά αφαίρεσε τις σωρούς των γκρεμισμένων τμημάτων του σπιτιού, γύρω από την άτυχη γυναίκα. Πράγματι, μπροστά τους πλέον, υπήρχε ένα τριών μηνών αγοράκι, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα με μοτίβα ανθέων, κάτω από το νεκρό σώμα της μητέρας του. Προφανώς, η γυναίκα είχε πραγματοποιήσει μια υπεράνθρωπη θυσία για την διάσωση του γιου της. Όταν όμως αντιλήφθηκε πως το σπίτι κατέρρεε, χρησιμοποίησε το σώμα της για να δημιουργήσει ένα αυτοσχέδιο κάλυμμα προστασίας για τον γιό της. Το μικρό αγοράκι, κοιμόταν ακόμα ήρεμο και γαλήνιο, ενώ ο επικεφαλής της ομάδας διάσωσης τον είχε πλέον στα χέρια του και τον απομάκρυνε από τα χαλάσματα.

Ο γιατρός, κατέφθασε γρήγορα για να εξετάσει το μικρό αγόρι. Αφού άνοιξε την κουβέρτα, εντόπισε ένα κινητό τηλέφωνο. Υπήρχε ένα μήνυμα κειμένου στην οθόνη που έγραφε:
«Εάν καταφέρεις να επιζήσεις, να θυμάσαι μόνο ότι σ 'αγαπώ»



A Mother's Love - China Earthquake 2008

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Ένα (ανώνυμο) διαδικτυακό ποίημα για την μάνα. Per la festa della mamma; Una poesia (anonima) sull’ Internet.


Το είχα δή προ καιρού ξαποστάζοντας σε ψυχωφελές ιστολόγιο…
Έχει στην αρχή μια κάποια καβαφίζουσα αύρα (από το «πρώτο σκαλί»), αλλά στο τέλος σου αφίνει μια γεύσι από βάλσαμο…

..........................................................

Τους δυο αγγέλους σου

Τους δυο αγγέλους σου που τόσο αγαπάς
μην τους φοβάσαι
αν τα φορέματά τους κρύβουν τα φτερά
σίγουρη να ‘σαι
πως δεν θ’ αντέξουν, και μια μέρα φωτεινή
μέρα μεγάλη
στην αγκαλιά σου θα γυρίσουν τη ζεστή
κι οι δυο τους πάλι.

Τα δυο αγγελούδια σου που τώρα σε πονούν
θα απολαύσεις
κι αν απ’ το πάτωμα τα γόνατα πρηστούν
μην αποστάσεις:
καμιά κουβέντα σου στον Κύριο γι αυτούς
δεν πάει χαμένη!
Στείλε τους ένα νοητό φιλί ζεστό
κι αναπαυμένη

πέσε στο στρώμα σου μάνα ν’ αναπαυτείς
κι η προσευχή σου
θα σε κρατεί με τους αγγέλους σου αγκαλιά
ως να γυρίσουν.


Το είδα εδώ/.

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

@ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ: ΚΕΙΜΕΝΟ Μ. ΓΚΑΝΑ UN TESTO DI Michalis GANAS

Ένα καταπληκτικό κείμενο του εξαίρετου ποιητού μας Μιχ. Γκανά (1994 Κρατικό Βραβείο Ποίησης) έφτασε στα χέρια μας από μια φίλη μας, την Νίκη, και - μετά από ένα πρώτο προβληματισμό σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα, άδειες κλπ - δεν μπορούμε να αντισταθούμε στην εσωτερική ανάγκη να το αναδημοσιεύσουμε. Για να μοιραστούμε την συγκίνησι…


Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;
Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν. ΄Ολα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της «πού τα ’μαθες αυτά μωρέ γυναίκα;»

Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, έτσι που κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια.
΄Ετσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.
Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και τα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.
Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ’πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.
Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει. Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά το ένα μέσα στο άλλο, «κοίτα, λέει, που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα» και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ’χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ