Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλωσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλωσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

29 Μαΐου 1453 - 2026; Και του χρόνου...!


 «Θέλω θανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν ».  Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ

 

----------------------------------

 

Τίτλος "Πάρθεν"


Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης αργά το απόγευμα (η δύσι κόκκινη και μώβ) την επόμενη της 29 Μαϊου 1453 έχει συντελεσθεί με τον χειρότερο τρόπο. Οι Οθωμανοί Τούρκοι πλιατσικολογούν παλάτια Κλασσικού τύπου, Βασιλικές, Ναούς, σπίτια και γυναικόπαιδα. Νεκροί στρατιώτες Βυζαντινοί στα ρημαγμένα από τα κανόνια των εχθρών τείχη (πάνω και κάτω από αυτά). Ανάμεσά τους Τούρκοι τραβούν το πτώμα του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου με τους βασιλικούς θυρεούς στον θώρακα, χρυσό δικέφαλο αετό, σταυρό στο στήθος και μια εικονίτσα της Παναγίας ζωγραφισμένη στον αριστερό ώμο της πανοπλίας. Ακόμα κρατά σφιχτά στο χέρι το σπασμένο σπαθί του, πληγές από σπαθιές και 1-2 βέλη πάνω του. Τον πηγαίνουν μπροστά στον Μωάμεθ Β' που, νέος, μάλλον θηλυπρεπής, αλλά σοβαρός, έφιππος κι ατσαλάκωτος στέκεται περήφανα μπροστά στον μεγαλειώδη Ναό της Αγ. Σοφίας (με τον σταυρό στους τρούλους και χωρίς τους μιναρέδες). Κάπου στο πλάνο κι η θάλασσα. Ένα πλοίο (με τον Ιουστινιάνη) πάει στην δυτική πλευρά, όπου διακρίνονται αχνά κάποια πολεμικά πλοία των Ευρωπαίων που παρακολουθούσαν από μακρυά τον Τούρκικο στόλο και την πολιορκημένη Πόλι μέσα στους καπνούς...

© 2026AlexandrosSoilemezis


(Σενάριο απορριφθέν απο το ChatGPT λόγω ... βίας και κάτι τέτοια ψόφια)

=> Κατέφυγα σε κάτι πιο λάιτ εικονιστικά (όπως βλέπετε επάνω) και ξεσπάθωσα στο (μετρικά μάλλον ρωπογραφικό) στιχούργημα:

.........................................

 

META ... ή (ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ...!)


--"Και του χρόνου ...!";

Ναί, και του χρόνου!

Όσο για το τρίποντο...

αυτό δεν είν’ τριγράμματο, (μπορεί να είναι ...στόχος).

[Δεν είμαστε εμείς οι ένθεοι, οι κάποτε Πελασγικοί, οι Ετεόκρητες, οι δίοι Αχαιοί, αλλά κι οι Τρώες, κι οι νέοι συγγενείς, οι πρίν και οι μετά τις Αποικίες, μαζί και οι Ρωμιοί,

αλλιώς Γραικοί, οι όχι μακρινοί εκείνοι,

στα nomina ineffabilia τα παλαι-ανατολίτικα.]

Δικό μας τετραγράμματο ανέκαθεν: ΘΕΟΣ,

και τό γράψε αρμονικά ο ΥΙΟΣ, Χριστός, ως "Πάτερ"!


Και φυσικά (καί πιο πολύ πές “μεταφυσικά”) κι εκείνο

ιστορικά απαράδεκτο, το "ανήκομεν στον ζόφο"

(Μας πάτησε η Ανατολή, μας πρόδωσε κι η Δύσι).

 

Εντέλει, κι άλλο παρακμή, ή θέλουμε σοφία;

Μνήμη, σιωπή και σεβασμό στους ξεχασμένους τάφους

τα κόκκαλα, τα αίματα, τα έπη, τα μαρτύρια,

όχι μισά εσπέρια, μήτε εώα απλώς τα μίση.

Ξαναγκαλιάζοντας τ’ άσωτο, τ’ απολλωλός, -άλλως τε

έρχεται καί ex Oriente Lux- το ημισφαίριό μας,

ας μακαρίσουμε, Έλληνες, το διασωστέον Όλον.


[Επιμύθιον:]

Ύφος του τάχα ποιητή κι ο τίτλος όμοιος γρίφος:

με τρίλεξο σε έκλειψι, μένει η ευχή μισή!

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ  ΣΟΪΛΕΜΕΖΗΣ - ΣΕΛΛΕΝΙΔΗΣ 

(Χαλκίδα, 29.05.2026) 

 

Ναί, ρε: Και του χρόνου !

 

 


Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Και του χρόνου στην Πόλι! Και ξανά το αγγλόφωνο τραγούδι (των H.E.R.R.). Για την Άλωσι. Per la ricorrenza (572 anni) della Caduta di Costantinopoli: Di nuovo il brano del gruppo H.E.R.R.

 Ψάχνοντας στο αρχείο των αναρτήσεων του ιστολογίου, πρόσεξα πως σε σχετικήμε την Επέτειο της Αλώσεως ανάρτησι,προ δεκαετίας, το καλλιτεχνικό/μουσικό συμπλήρωμα του κειμένου (μία σύνθεσι ξενόγλωσσου συγκροτήματος) αλιευμένο απο το YouTube είχε διαγραφεί. Καλή δικαιολογία για να περιορίσω την αναφορά μου στην εφετινή 572η επέτειο της αποφράδας 29ης Μαίου 1453 σε κάτι ήδη γνωστό και ειπωμένο. Δράττομαι λοιπόν της ευκαιρίας, που λένε, να βρώ σε άλλη “έκδοσι” και να ξαναβάλω το συμπαθητικό τραγούδι-οπτικοποιημένο βίντεο των άγνωστων αγγλόφωνων Ευρω-ροκάδων. Τέλος, για τους αγγλικούς στίχους του κομματιού σας παραπέμπω πίσω στην παλιά ανάρτησι.

Άλλη φορά (συν Θεώ) άλλα!

 

[Όσο για την ευχή που προτάσσεται στον τίτλο του εφετινού post, είναι, έτσι, για ξορκίσουμε το δυστοπικό παρόν!]

 

........................................

H.E.R.R. ~ The Fall Of Constantinople

 

1453


 

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

Μια μικρή συμβολή στην διαδικτυακή διάλεξι “Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ”: Το “Θρηνητικό Συναξάρι Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου” του Φώτη Κόντογλου (όλο το κείμενο). Piccolo contributo alla conferenza online su "La caduta di Costantinopoli": il “Lamento per Costantino Paleologo” (testo di Fotios Kontoglu . Small contribution to the online Lecture about "The Fall of Constantinople": The “Lamentation for Constantine Palaeologus” by Photis Kontoglou.

Το κείμενο υπήρχε στο διαδίκτυο. Αλλά η απ' ευθείας ανάγνωσί του απο την φωτογραφική αποτύπωσί του στο σπουδαίο περιοδικό “Κιβωτός” (αρ. φ. 17-18, Μάιος-Ιούνιος 1953) είναι για τους περισσότερους δυσχερής.
Τα εύσημα για την προθυμία και τον καταβληθέντα κόπο της πληκτρολόγησης ολόκληρου του πολυσέλιδου κειμένου, στον φίλο, συνεργάτη και συναθλητή Δημήτρη Προβελέγγιο!
[Η αντιγραφή/μεταγραφή έχει ακόμα μερικά σημεία που χρήζουν διορθωτικής παρεμβάσεως ή βελτιωτικής εξομάλυνσης, αλλά προτιμήσαμε απο κοινού με τον φίλο να προβούμε στην δημοσίευσι ώς έχει, θέλοντας να τιμήσουμε την σημερινή εκδήλωσι μνήμης της επετείου της Αλώσεως, εκδήλωσι που με την επονομασία "Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ" είναι οργανωμένη υπο μορφήν διαδικτυακής διαλέξεως υπο την διεύθυνσι του καθηγητού του Πανεπιστημίου του Ντάργουιν της Αυστραλίας, Γεωργίου Φρατζή.]
...............................


Θρηνητικόν συναξάρι
+Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου
Γραμμένον παρά Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως

Ετούτος  ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, οπού  θέλω να ιστορίσω, δεν εστάθηκε κανένας ευτυχισμένος και πολυχρονεμένος  και δοξασμένος εις την ζωήν του, αλλά ήτον ένας άνθρωπος βασανισμένος και πικραμένος + Όσες ημέρες έζησε εις τον κόσμον, ψωμί ειρηνευμένον δεν έφαγε + φαρμάκι ήτον το νερόν όπου έπινε.+ Ήλθεν εις τον κόσμον εις καιρόν φουρτουνιασμένον, δια να γίνει βασιλέας απάνω εις ένα έθνος όπου ευρισκότανε εις αγωνίαν και αγώνα ακατάπαυστον από τότε όπου εστάθη η οικουμένη και ήτον πλέον κατακουρασμένο, πτωχό, κτυπημένο από ανατολή και δύσιν + και αυτός ήτον ο τελευταίος από το γένος του, αληθινός Παλαιολόγος, και εσήκωσεν επάνω του τα κρίματα του λαού του, και αντί κορώνα εφόρεσε τον ακάνθινον στέφανον. +Τριμμένη και παλαιά ήτον η χλαμύδα του η βασιλική, τεταπεινωμένον το σκήπτρον του. Θλιμμένον ήτον το πρόσωπόν του, ταπεινόν το σχήμα του.+ Ωσάν τροπάρια ήσαν τα λόγια του.+Με τα άρματα ανετράφη, πλήν ωμοίαζε ωσάν  άγιος+ Όθεν συναξάρι θα ήτο πρέπον να ταιριάξει τινάς δι αυτόν, και όχι ιστορίαν βασιλικήν.+ Οι στρατώται του ήσαν και εκείνοι ωσάν τον βασιλέα των, στρατιώται του Χριστού.+ Τα μάτια των έλαμπαν από την αγωνίαν, από τον πυρετόν και από την αγρύπνιαν.+ Τούτοι ήσαν οι τελευταίοι από το αρχαίον και περιβόητον εκείνο γένος των Ελλήνων, όπου είχε πλέον γεράσει, πλήν δεν απέθαινε.+ Τον καιρόν οπού ήτον ακόμα παληκαρόπουλον επάνω  εις το άνθος του ετούτο το γένος, είχε βασιλέα τον μέγαν Αλέξανδρον, ο οποίος ήτον και εκείνος παλληκάρι ανοικτόκαρδον, και επολεμούσαν και αυτός και οι στρατιώται του με πρόσωπον γελαζούμενον, αξέγνοιαστοι  και καλοκαρδισμένοι.+ Ενώ ετούτοι οι υστερνοαίματοι ήσαν ωσάν μαραμένοι, ωσάν ασκητάδες με πρόσωπα χλωμά, με χείλη πικραμένα, ερχόμενοι εις τον κόσμον διά να αποθάνουσι διά την πίστιν του Χριστού+. 
Ετούτος λοιπόν ο βασιλέας Κωνσταντίνος εστάθη ο τελευταίος από τους βασιλιάδες οπού εκαθίσανε εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως. + Γονέοι του ήσαν ο Μανουήλ παλαιολόγος και η
Ειρήνη  Δράγαζη.+ Εγεννήθη εις την Κωνσταντινούπολιν κατά το σωτήριον έτος 1404.+ από τα τέσσαρα αδέλφια του αυτός ήτο ο πλέον ηγαπημένος του λαού, επειδή είχεν καλήν γνώμην, ήτον φρόνιμος, ανδρείος, θαρραλέος μετά ταπεινώσεως, πράος, ευσεβέστατος, κατά οικονομίαν Θεού αρματωμένος με θεοσέβειαν και με υπομονήν, δια να ημπορέσει να βαστάξει εις τα βάσανα  όπου  ήτον γραπτόν του να περάσει.+ Ο πατέρας του πρίν αποθάνει μοίρασε το βασίλειόν του εις τα τέκνα του, και έδωσεν εις τον Δημήτριον και εις τον Θεόδωρον τον Μωρέαν, εις τον Μωμάν τα Καλάβρυτα, και εις τον Κωνσταντίνον τα μέρη της μαύρης θαλάσσης οπού περιελάμβανε την Αγχίαλον και την Μεσημβρίαν.+ Πλήν, εις τα 1428 εμίσευσεν δια τον Μωρέαν ο βασιλεύς Ιωάννης ο πρωτότοκος αδελφός του, και επειδή ο δεσπότης Θεόδωρος έβαλε εις το νούν του να καλογερεύσει, επήρε μαζί του τον Κωνσταντίνον διά να τον καταστήσει άρχοντα εις τον Μυστράν.+  Φθάνοντας εις τον Μυστράν έσμιξαν όλα τα  αδέλφια, και επάνω εις την χαράν των αποφασίσαν να υπανδρέψουν τον Κωνσταντίνον με την εύμορφην ανεψιάν του Καρόλου Τόκκου οπού ήτον φράγκος και ώριζε την Βόνιτσαν, την Κεφαλλονιάν, την Ζάκυνθον και την Λευκάδα.+ Έστειλαν λοιπόν άνθρωπον και ετελείωσε το συμπεθεριό+ Ο Τόκκος έδωσε δια προικιό εις την ανεψιάν του όσα κάστρα είχε εις τον μωρέαν επάνω.+ Εκείνον τον καιρόν οι Παλαιολόγοι είχαν πόλεμο με τους φράγκους της Πάτρας+ λοιπόν την πρώτη Ιουλίου  τα τρία αδέλφια έφθασαν εις την Πάτραν και έστησαν τες τέντες τους έξω από την πολιτείαν+ Εις ολίγον έφθασε και η κυρά Θεοδώρα με την συνοδείαν της, και την ευλογήθη ο Κωνσταντίνος και ο Φραντζής, ο αγαπημένος ακόλουθός του  επήγε  να παραλάβει το κάστρο  της Γλαρένζας, και οι άλλοι εμπιστευμένοι του τα άλλα τα κάστρα όπως τα είχε ταμένα εις τον Κωνσταντίνον ο Κάρολος Τόκκος.
Οι Παλαιολόγοι πολεμήσανε να πάρουνε την Πάτρα, πλήν δεν ημπορέσανε, μόνον επήρανε τρία χωρία από τα πέριξ, και έκαναν συνθήκην να πληρώνουν κάθε χρόνον εις τον Κωνσταντίνον πεντακόσια χρυσά νούμια.+ Ύστερα εχωρίσθηκαν, και ο βασιλέας μαζί με τον Θεόδωρον έστρεψαν οπίσω εις τον Μυστράν, και ο Κωνσταντίνος επήρε την γυναίκα του και ετράβηξεν εις το κάστρον Χλομούτζι, και εκεί την ασφάλισε.+ από εκεί επήγε και εκείνος εις τον Μυστράν, και κατά τον
Οκτώβριον εμίσευσαν διά την Κόρινθον και τα τέσσαρα αδέλφια μαζί, και από εκεί εσκορπίσαν ο καθένας εις τον τόπον του+ ο βασιλιάς εμπαρκάρησε διά την Πόλιν, ο Θεόδωρος έστρεψεν εις τον Μυστράν, ο Θωμάς επήγεν εις τα Καλάβρυτα, και ο Κωνσταντίνος με τον Φραντζήν επήγεν εις την Βοστίτζαν, το σημερινόν Αίγιον+ Ερχόμενος ο Μάρτης, αποφάσισαν να πάρουν την Πάτραν με κάθε τρόπον.+ άφησεν λοιπόν υγείαν ο Κωνσταντίνος της κυράς Θεοδώρας εις το Χλομούτζι, και παίρνοντας μαζί του τον αχώριστόν του Φραντζήν, εκίνησε με ολίγα κοντάρια δια την Πάτραν, περιμένοντας να του στείλουνε όσον στρατόν ημπορέσουνε οι κεφαλάδες από την Ανδρούσαν και από την Ιθώμην οπού ήτανε ιδικά του κάστρα.+ Οι πατρινοί ωσάν τους είδανε εβάρεσαν τες τρουμπέτες και ετοιμάσθηκαν διά πόλεμον.+ Εις ολίγην ώραν εμαζεύθηκαν εις το κάστρον όσοι ήτον μέσα εις την πολιτείαν και όσοι εβρέθηκαν έξω εις τα χωράφια και αρματώθηκαν.+ Παρευθύς εσφάλιξαν τες καστρόπορτες και έπιασεν ο πόλεμος.+
Και την επαύριον, επειδή ήτον η Κυριακή των Βαΐων, οι Γραικοί έκοβαν μυρσίνες, και ολόκληρον το στράτευμα κρατώντας εις τα χέρια ετούτα τα κλωνιά και ψάλλοντας με κατάνυξιν, επήγαν και εστρατοπέδευσαν γύρω εις το κάστρον.+ Το μέγα σάββατον έπειτα από την λειτουργίαν, ο Κωνσταντίνος έτυχε να κάθεται μέσα εις την τένταν του αντάμα με τον Φραντζήν και με τους αξιωματικούς του και εκουβέντιαζαν διά το ένα και διά το άλλο+ Και εκεί οπού εσυνομιλούσαν, έξαφνα τα καραούλια έκραξαν εις τα άρματα, επειδή κάμποσοι καβαλαρέοι είχον έβγει από την καστρόπορταν την λεγομένην Εβραϊκήν, και όλον το στρατόπεδον αναμπουμπουλιάσθηκε. Ο Κωνσταντίνος εκαβαλλίκευσε το άλογόν του και ο Φραντζής το ιδικόν του, και μαζί με άλλους στρατιώτας εκυνήγησαν τους Πατρινούς, αλλά αυτοί εμπήκαν οπίσω μέσα, εις το κάστρον από την πόρταν της θαλάσσης+ Ωσάν εσίμωσεν ο Κωνσταντίνος με τους ιδικούς του εις ετούτην την πόρταν, ένα σωρό στρατιώτες οπού επαραφύλαγαν εις εκείνο το μερος, έπιασαν και έρριχναν κατεπάνω τους με τσάγκρες και με δοξάρια και με σφεντόνες+ Ένας από αυτούς εσαγίτεψεν τον Κωνσταντίνον και έπεσε το άλογόν του λαβωμένον κοντά εις το γεφύρι του αγίου Ανδρέου, και οι οχθροί ετρέξανε να τον πιάσουν ζωντανόν ή σκοτωμένον, βλέποντας πώς είχε μπερδευθεί εις τα χάμουρα του αλόγου.+ Μα με την βοήθειαν του Θεού εξέμπλεξε και έστρεψε πίσω εις την τένταν του.+ Ο Φραντζής όμως επληγώθηκε βαρέως  αφού εσκοτώθη το άλογόν του, οπού ήτον ξακουσμένον και με μεγάλην ιστορίαν, και τον έπιασαν οι Πατρινοί και τον έβαλαν εις τον Γουλάν μέσα εις ένα σκοτεινόν μπουντρούμι γεμάτον μερμήγκια και σιταρόψειρες και ποντικούς, επειδή εις περασμένον καιρόν το είχαν αποθήκη του σιταριού.+ Σαράντα ημέρες εκείτετο εκεί μέσα με χαρχάλια εις τα ποδάρια, δεμένος με μιά αλυσίδα σ’ ένα παλούκι καρφωμένον εις το χώμα.+ Με τα πολλά τον εξαγόρασε ο Κωνσταντίνος+. Σάν έφθασεν ο Φραντζής εις την τένταν, εσηκώθη ο αφθέντης του και τον εφίλησε με χαρά μεγάλη, και του εχάρισε διπλό επανωφόρι από πράσινον χαμουχάν της Λούκας, φόρεμα ατίμητον, σκούφιαν θεσσαλονικιάν με χρυσοκέντητον χασδί, καβάδι κιρμιζί από χαμουχάν, κουρτζουβάκαν χρυσοπράσινην, σπαθί μαλαμοπλούμιστον, και χρυσά νούμια τρείς χιλιάδες.+ Ύστερα από ετούτα, ο Κωνσταντίνος επήγε εις την Γλαρέντζαν και ωμίλησε με τους αποσταλμένους του σουλτάνου.+ από εκεί ετράβηξε και επήγεν εις την Πάτραν.+ Πηγαινάμενος μπήκε κατά το σούρουπον εις τον άγιον Ανδρέαν, και την άλλην ημέραν το πρωί εβγήκαν οι άρχοντες του κάστρου με όλον τον λαόν και επήγαν έμπροστά εις την εκκλησιάν οπού εστέκετον ο Κωνσταντίνος, και τον προσκύνησαν και του παράδωσαν τα κλειδιά.+ Έπειτα όλοι ομού εκινήσανε και εμπήκαν εις την πολιτείαν με παράταξιν έως τον άγιον Νικόλαον.+ Και ο δρόμος οπού επερνούσαν, ήτον στρωμένος με λουλούδια και στολισμένος με σημαίας και με πρασινάδες και με καμάρες από άνθη, και επάνω από τα δώματα και από τα παράθυρα έρραιναν τριαντάφυλλα και ροδόσταγμα. Την άλλην ημέραν οι Πατρινοί εσυνάχθησαν εις τον άγιον Νικόλαον και έδωσαν όρκον ότι θα μείνουνε πιστοί εις τον Κωνσταντίνον.+
Πλήν όσον καλόγνωμος και ανοικτοχέρης και γλυκομίλητος έγεννήθη ο Κωνσταντίνος, και πονόψυχος εις τους πτωχούς και γενναιόκαρδος, άλλο τόσον άτυχος και φαρμακωμένος εστάθη εις την ζωήν του, μέχρις όπου εσκοτώθη και δεν εβρέθη το μνήμα του.+ Εις τα 1430 τον νοέμβριον μήνα, απέθανεν εις Στάμηρον η σύζυγός του η Θεοδώρα, δύο έτη και τέσσαρας μήνας ύστερα από τον γάμον της, και έρριψεν εις μεγάλην λύπην τον άτυχον τον άνδρα της και όλον το παλάτιον όπου την αγαπούσε περίσσια διά την καλωσύνην της.+ Και τότε μεν την έθαψαν εις μίαν εκκλησίαν της Γλαρέντζας, αλλά μετά καιρόν ανεκόμισαν τα οστά της εις τον Μυστράν εις την μονήν του Ζωοδότου.+
Δεν είχε σώσει χρόνος, και η μοίρα έδωσεν άλλην λαβωματιάν εις την καρδίαν του Κωνσταντίνου.+ Κουρσάροι καταλάνοι επιάσανε τον ηγαπημένον του τον Φραντζήν κοντά εις τα ξερόνησα της Αγίας μαύρας, εις τας 26 Μαρτίου, με άλλα λόγια όπου τον είχαν πιάσει οι Πατρινοί πρίν από έναν χρόνον.+ Κατά καλήν του τύχην τον επούλησαν εις την Γλαρέντζαν, κ’έτσι ημπόρεσε και τον έξαγόρασεν σύντομα ο αυθέντης του.+
Διά να μην τα πολυλογούμεν, ο Κωνσταντίνος επερνούσεν την ζωήν του με στενοχωρίες και με πολέμους.+ Εις τα 1437, επειδή θα επήγαινεν ο βασιλεύς Ιωάννης εις την Ιταλίαν διά να γυρέψει βοήθειαν, και ήθελεν να αφήσει εις το ποδάρι του τον Κωνσταντίνον, επήγεν εις την Πόλιν και εκάθησε τρία έτη.+ Εις τα 1441 επήγεν ο Φραντζής εις την Μυτιλήνην  και ετελείωσεν το συμπεθεριόν με το σπίτι του αυθέντη της Λέσβου κύρ Νοταρά Παλαιολόγου Κατελιούζη, οπού εβαστούσεν αυτό το πλούσιον νησί, και έκαμε τον αρραβώνα.+ Εις τας 27 Ιουλίου επήγε ο Κωνσταντίνος εις την Μυτιλήνην με βασιλικά καράβια, και επανδρεύθηκε με μεγάλη τιμή, και επέρασεν το καλοκαίρι του κοντά εις τον πενθερόν του.+ Του Σταυρού, άφησεν την γυναίκα του γιά ολίγον διάστημα εις τον πατέρα της και επήγεν εις τον Μορέαν με τα δικά του τα καράβια και με ένα του πεθερού του.+ Εις το μεταξύ ο αδελφός του ο Δημήτριος επήγε και επλοκάρισε την πόλιν, σέρνοντας μαζί του πλήθος τούρκους και βλάχους.+ Ο Κωνσταντίνος έδραμε να βοηθήσει τον αδελφόν του τον βασιλέα Ιωάννην.+ περνώντας λοιπόν από την Μυτιλήνην επήρε μαζί του την γυναίκα του, και έτράβηξε για την Κωνσταντινούπολιν.+ Μα όταν έφθασεν εις τα νερά της Λήμνου, εσυναπαντήθη με τούρκικα καράβια και εγίνηκε πόλεμος σκληρός.+ Εις το τέλος ημπόρεσε και εκλείσθηκεν εις το κάστρον της Λήμνου, και απόμεινε σφαλισμένος εκεί μέσα περισσότερον από δύο μήνες έως οπού τα χριστιανικά καράβια εσκόρπισαν τα τούρκικα.+ πλήν και τούτη τη φορά έφθασε πάλιν το κακό ριζικό του Κωνσταντίνου, και η νηόπαντρη γυναίκα έπεσεν άρρωστη από την μεγάλην τρομάραν οπού επήρε, και επειδή ήτον ετοιμόγεννη, απόβαλε και απόθανε τον Αύγουστον μέσα εις το παλαιόκαστρον και εκεί εθάφτηκεν ενός χρόνου νύφη.+ Φαρμακωμένος από τούτη την καινούρια συμφοράν όπου έπεσεν εις το κεφάλι του, ετράβηξε διά την πόλη.+ Ο βασιλέας του έδωσε την Σηλύβριαν.+ αλλά εις ένα δύο χρόνια εσυμφωνήσανε να γυρίση εις τον Μορέαν, όπως και έγινε, και επήρε εις την εξουσίαν του σχεδόν όλον τον Μορέαν.+ η επικράτειά του επεριλάμβανε την Σπάρτην, την αρκαδίαν, την Κόρινθον και την Πάτραν.+ Εις τον Φραντζήν έδωσε την περιφέρειαν της Σπάρτης όπου επεριλάμβανε το Σκλαβοχώρι, την Τρύπην το Τζεράμι, τον Κουλάν και άλλα χωρία.+ Ο Κωνσταντίνος ατός του καταστάθηκε στον Μυστράν, κάστρο άπαρτο και φοβερό, πού το είχε χτισμένον ο φράγκος Βιλαρδουΐνος στα 1249.+ Μα στα 1262 πέρασε εις τα χέρια των Παλαιολόγων, δοξασμένον από τον ίδιον τον Βιλλαρδουΐνον διά να εξαγοράσει την ελευθερίαν του, επειδή τον είχε πιάσει σκλάβον ο Μιχαήλ Παλαιολόγος εις την μάχην της Πελαγωνίας.+ Εκάθησε λοιπόν ο Κωνσταντίνος μέσα εις τα πατρογονικά παλάτια του, τριγυρισμένος από τους στρατηγούς του και από τους συμβουλούς του.+ Και τόσον εστολίσθη η πολιτεία του Μυστρά με παλάτια και με πύργους και με εκκλησίες ιστορημένες από μαστόρους κωνσταντινουπολίτες, οπού την είπανε μικρή Κωνσταντινούπολη.+ Μα δεν εγύρεψε να εύρει το ραχάτι του ανάμεσα εις τα καλά και τ’αγαθά, αυτός όπου ήτον παιδιόθεν αναθρεμμένος με τα άρματα.+ Γιατί μέσα εις το βιβλίο της μοίρας του, στο ένα φύλλο ήτον γραμμένο να περάσει πίκρες και βάσανα, και εις το άλλο όμως έγραφε ότι εγεννήθη διά να κατασταθεί εξασκουσμένος ωσάν τον Λεωνίδα κι’ ωσάν τον μέγαν Αλέξανδρον, και ωσάν τον Αλέξη τον Κομνηνόν, ωσάν τον Φωκά και ωσάν τον Τσιμισκήν, και ακόμα παραπάνω.+
Η πόλη δεν ήτον σίγουρη.+ Την Θεσσαλονίκη την είχε παρμένην ο σουλτάν Μουράτ εις τα 1430.+ Ο περιβόητος Ιωάννης Ουνιάδης, ύστερον από τόσα άνδραγαθήματα, ενικήθηκεν από τούς Τούρκους εις την μάχην της Βάρνας  εις τα 1444.+ Μονάχα ο ανδρειωμένος Γεώργιος Καστριώτης Σκενδέρμπεης επολεμούσεν ακόμα τους τούρκους.+ Αυτά έρριχναν εις σκέψιν τον Κωνσταντίνον, κοντά εις τα άλλα βάσανα οπού είχεν.+ Μετά ολίγα χρόνια απόθανεν ο βασιλέας Ιωάννης, δίχως να αφήσει παιδί αρσενικόν να πάρει τον θρόνον του.+ Διά τούτο η κορόνα επερνούσε εις το ένα από τ’αδέλφια του.+ Από τους τρείς ο πιό αγαπημένος ήτον ο Κωνσταντίνος, γιατί όσες χάρες τον εστολίζανε, άλλα τόσα κακά φυσικά είχανε ο Δημήτριος και ο Θωμάς.+ Αυτός ήτον σκεπτικός και απλός εις την ζωήν του, φρόνιμος, ταπεινός, ευσεβής, προσεκτικός εις τα φερσίματά του, σπουδακτικός εις τα πολιτικά και εις τα πράγματα του παλατιού, κρίνοντας με φρονιμάδα το τι έπρεπε να κάμη και τι δεν έπρεπε, γλυκόλογος και σωστός εις την κρίσιν του, έξυπνος εις το πνεύμα, εγκρατής εις το κορμί και ανδρείος πολεμιστής, αποφασισμένος ν’αποθάνει προθυμερά διά να γλυτώσουνε οι ψυχές οπού κρεμόντανε εις τον λαιμόν του, ή να χαθεί μαζί με την θεόκτιστη πολιτεία οπού του εμπιστεύθηκεν ο Κύριος.+ Ο κόσμος τον είπε Δράκον, μα το αληθινό επώνυμόν του ήτον Δράγαζης, παρμένον από τον συνονόματόν του τον πάπον του Δράγαζην οπού ήτον Σέρβος άρχοντας και ώριζε το Βαρδάρι.+λοιπόν, με ένα στόμα ο λαός εζήτησε τον Κωνσταντίνον πού έλειπε εις τον Μορέαν.+ Εστειλαν τότε από το παλάτιον τους άρχοντας Αλέξην Φιλανθρωπινόν και τον Μανουήλ Παλαιολόγον διά να φέρουν εις τον πόλιν τον καινούργιον βασιλέα.+ Και φθάνοντας εις τον Μυστράν, του είπανε ότι ήτον θέλημα του λαού, του παλατίου και της εκκλησίας να γίνει βασιλέας.+ Κ’εκείνος εδέχθηκε την είδησιν μετά μεγάλης σεμνότητος.+ Εις τας 6 του Γεναρίου έγινε η στέψις εις την εκκλησίαν του αγίου Δημητρίου όπου σώζεται έως την σήμερον.+ Έπειτα από δύο μήνας εις τας 12 Μαρτίου του έτους 1449 η βασιλική συνοδία εμπαρκάρησεν εις καταλάνικα καράβια και έφθασεν εις την Κωνσταντινούπολιν.+ Τον Κωνσταντίνον τον επροϋπαντήσανε όλος ο λαός και οι άρχοντες και ο αδελφός του Θωμάς, και η μητέρα του και αι αδελφάδες του εκλαίγανε και τον αγκαλιάζανε, ωσάν να γνωρίζανε ότι εις ολίγον καιρόν θα τον έχαναν.+ Εκάθισε λοιπόν ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος εις τον αρχαίον θρόνον των ρωμαίων, Έλληνας από Έλληνας, χίλια εκατόν είκοσιπέντε χρόνια ύστερα από τον πρώτον βασιλέα της Χριστιανοσύνης, τον συνονόματόν του Κωνσταντίνον τον Ρωμαίον.+
Δύο χρόνια όπου έζησεν ακόμα εις ετούτον τον κόσμον, με το άχ εσηκωνότανε και με το βάχ επλάγιαζεν.+ Ύπνον ήσυχον δεν εκοιμήθη, φαγητόν δεν ευφράνθη, πιοτόν δεν ευχαριστήθη, ανάπαυσιν δεν απόλαυσεν.+ Το μυαλόν του ήτον ολοένα ζαλισμένον και σκοτεινιασμένον από την ταραχήν και από την φουρτούναν όπου τον έδερνεν ακαταπαύστως.+ Ωσάν καλόγερος ήτον, ωσάν ασκητής ενήστευεν.+ Την νύχταν εσφαλιότανε εις το κελλί του και εγονάτιζε και επαρακαλούσεν τον Χριστόν να τον βοηθήσει να τα βγάλει εις καλόν τέλος.+ Το βασίλειόν του ήτον πτωχόν και το έζωναν από παντού σκληρές περιστάσεις.+ Διά να κάμει οικονομίαν δεν παραδέχθη να στεφανωθεί βασιλέας μέσα εις την αγίαν Σοφίαν.+
Το εμπόριον ήτο νεκρωμένον.+ Πού άλλην φοράν όπου εμερμήγκιαζαν μέσα εις το λιμάνι της Κωνσταντινουπόλεως καράβια με όλες τες σημαίες του κόσμου, φέρνοντας από τα τετραπέρατα όλα τα καλά.+ Τώρα ανάρια έβλεπε τινάς κανέν κάτεργον παλαιόν ή καμμίαν φούσταν δεμένην εις τον μώλον.+ Εις τον βασιλικόν αρσανάν ευρισκόντανε όλα όλα δέκα καράβια.+ Πού το πλούτος  της εξακουστής αρχοντολογίας όπου δεν είχεν ιδεί ο κόσμος άλλην ωσάν αυτήν.+ Πού οι γιορτές διά ψύλλου πήδημα, τα πανηγύρια και οι τυμπανοκρουσίες κ’η μεγάλη πομπή του πατριάρχη;+ Τώρα η Κωνσταντινούπολις ώμοιαζε ωσάν μήλον μαραμένον όπου περιμένει να φυσήσει καμμιά χιονιά δια να το ρίξει εις το χώμα.+ Παρεκτός από τα κάστρα τα δικά της, όριζε μοναχά τον Μορέαν κομμένον από το κορμί της, και εις τα μέρη του μαρμαρά την Σηλύμβριαν και κάποιους πύργους.+  στην Μαύρη θάλασσαν την Μεσημβρίαν, την Αγχίαλον και την Καβάρναν, και από τα νησιά απολειβότανε μοναχά η Νίμπρος, η Λήμνος και η Θάσος.+ Κι΄αυτά τα μέρη ήτονε πεσμένα εις τέτοια φτώχια, όπου δεν ημπορούσαν να δώσουν μηδέ άσπρο στην πόλη, το ίδιο και ο Μορέας οπού τον εκακοκυβερνούσαν οι δύο απρόκοποι Παλαιολόγοι.+ Μ΄έναν λόγον, ο Κωνσταντίνος ήτον βασιλέας δίχως βασίλειον, και η κορόνα του ήτον ο ακάνθινος στέφανος του Χριστού.+ Γύρευε να εύρει τρόπον να πληρώσει τις ρόγες του στρατού, να τιμαρέψει τα κάστρα πού ήτον γκρεμνισμένα σε πολλές μεριές.+ Από τον Πάπαν και από τον τούζον της Βενετίας και από όλην την Φραγκιάν δεν επερίμενε βοήθειαν.+ Εσκέφθη λοιπόν να υπανδρευθεί διά τρίτην φοράν, να κάμει συμπεθεριό με κανέναν δυνατόν άρχοντα της Ανατολής για να ειμπορέσει να θαρευθεί ότι θα ελάβαινε επιστήριξιν εις καιρόν ανάγκης.+ Έστειλε λοιπόν τον Φραντζήν δια συμπεθεριό εις τον ρήγαν της Ιβηρίας Γεώργιον Μέπεν, και εις τον βασιλέα της Τραπεζούντος κύρ Ιωάννην Κομνηνόν, με ακριβά δώρα και με μεγάλην συνοδίαν από άρχοντας και στρατιώτας και ιερομονάχους και ψαλτάδες και γιατρούς και μουσικούς.+ Όλα τα εθυσίαζεν δια την ηγαπημένην Πόλιν, όπου την έλεγε καύχημα ρωμαίων και Ελλήνων, ελπίδα και παρηγορίαν εκεινών όπου ζώσιν υπό την του ηλίου ανατολήν.+ Δι αυτόν η Κωνσταντινούπολις δεν ήτον μοναχά η δοξασμένη πόλις όπου εβασίλευε χιλίους χρόνους επάνω εις την οικουμένην, αλλά και η σεβασμία κιβωτός της Χριστιανωσύνης και της Ορθοδοξίας, όπου εφύλαξε μέσα εις τα μυστικά αμπάριά της τα δόγματα της αμωμήτου θρησκείας μας και κάθε λογής αγιασμένην τέχνην και σοφίαν.+ Και αφού τα έδωσεν όλα γι΄αυτήν, όσον ήτο ζωντανός, χωρίς να κρατήσει καμμίαν χαράν δια τον εαυτόν του, τελευταίον πλέον έδωσε και την ζωήν του όπου ήτον το πλέον ολίγον, διότι αποθαίνοντας εξεκούρασε το δύστυχον κορμί του, και η ψυχή του επήγεν εις την αγκάλην του Χριστού όπου είπεν : δεύτε πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ  αναπαύσω υμάς.+ Με όσα και αν έκαμε, δεν ημπόρεσε να γλυτώσει από ότι είχε γραμμένον ο Θεός δια το έθνος μας.+ Εσκοτώθη πολεμώντας εις την καστρόπορταν του Ρωμανού, εις τας 29 Μαΐου 1453, το πρωϊ εβγαίνοντας ο ήλιος. Ήν δε πάσα η ζωή του αοιδήμου εν βασιλεύσι και γαληνοτάτου και μάρτυρος τούτου χρόνοι τεσσαράκοντα εννέα και μήνες τρείς και ημέραι είκοσιν.+
Δεύτε τελευταίον ασπασμόν δώμεν αδελφοί τω θανόντι, ευχαριστούντες θερμώς: ούτος γαρ εξέλιπε της συγγενείας αυτού. Και προς τάφον επείγεται, ουκέτι φροντίζων τα της ματαιότητος και πολυμόχθου  σαρκός. Πάντες συγγενείς τε και φίλοι, άρτι χωριζόμεθα όνπερ αναπαύσαι Κύριε ευξόμεθα.+
Κλάψετε πέτρες άψυχες.+ μαρανθήτε δένδρα ανθισμένα, γιατί δεν είνε πλέον Μάιος δι΄εμάς από τότε όπου έκαψε τα φυλλοκάρδια μας εκείνος  ο καταραμένος Μάιος.+ Ο πλέον καλός μήνας, ο μοσχοβολημένος μήνας της χαράς, γίνηκε για εμάς ο πλέον ασβολερός, ξέρακας χειρότερος από τον Δεκέμβρην.+ Εμαράνθη το άνθος της καρδίας μας.+ Έπεσεν ο στέφανος από την κεφαλήν μας. Από τότε, ωσάν να μην εξημέρωσε ποτέ, γιατί οι ημέρες μας είνε ωσάν τες νύκτες.+ Αηδόνια δεν λαλούν πλέον επάνω εις τα δένδρα μας, αμή μοναχά κόρακες και κουρούνες κράζουν λυπητερά.+ Μεγάλη εβδομάδα εγίνηκεν όλη η ζωή μας.+ Το σήμερον κρεμάται επί ξύλου εγίνηκε το τραγούδι μας.+ Ο Χριστός νεκρός και σταυροχεριασμένος μέσα εις το μνήμα γίνηκε το εικόνισμά μας.+ Τα τραγούδια μας εγίνηκαν ωσάν μοιρολόγια, το χρυσοκέρινον πρόσωπον της Παναγιάς είνε φαρμακωμένον, οι άγιοι μας κυτάζουν συλλογισμένοι και παραπονεμένοι. Τα χωριά μας είνε ωσάν μοναστήρια, τα σπίτια μας ωσάν ερημοκκλήσια, οι μανάδες και οι αδελφάδες μας είνε ωσάν καλογρηές μαυροφορεμένες.+ Οι πατεράδες μας ομοιάζουνε ωσάν ασκητάδες, τα παληκάρια μας είνε καταπικραμένα.+ Όλοι μας είμαστε χαροκαϋμένοι από τότε που εχάσαμεν το στήριγμά μας, την κολόναν της αγίας Σοφίας, τον πατέρα μας και τον αδελφόν μας, τον κλειδοκράτορα της καρδιάς μας όπου έκλεισε και δεν ανοίγει πλέον.+ Αυτός εσήκωσεν απάνω του όλες τες αμαρτίες μας ωσάν αληθινός μαθητής του Χριστού, και εσφάχθηκε ωσάν κουρμπάνι με την ελπίδα μήπως εμείς πάρωμεν ολίγην χαράν από εκείνην όπου δεν απογεύθηκεν ολότελος το φαρμακωμένον στόμα του.+ Αυτό το στόμα ποτέ δεν επρόσταζεν, αλλά ολοένα επαρακαλούσεν, και τα μάτια του ετρέχανε ωσάν βρύσες : παρακαλώ υμάς αδελφοί, ίνα στήτε ανδρείως και μετά γενναίας ψυχής. Καλώς γινώσκετε, αδελφοί, ότι οφείλομεν κοινώς πάντες ίνα προτιμήσωμεν τον θάνατον μάλλον ή την ζωήν, πρώτον υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον υπέρ της πατρίδος. Αν ο Θεός δια τα εμά πλημμελήματα, δεν δώσει την νίκην εις ημάς, θα κινδυνεύσωμεν υπέρ της πίστεως ημών της αγίας, ήν εδωρήσατο ημίν ο Χριστός δια του οικείου αίματος. Διότι τι ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;+ Και πάλιν έλεγε λυπητερά : μη δειλιάσατε αδελφοί. Ημείς πάσαν την ελπίδα εις την άμαχον δόξαν του Θεού ανεθέμεθα.+ Και πάλιν έλεγε λυπητερά : Δεν έχω καιρόν ίνα είπω εις υμάς περισσότερα. Μόνον τούτο το τεταπεινωμένον σκήπτρον εις τας χείρας υμών ανατίθημι. Φυλάξατε αυτό μετ΄ευνοίας. Παρακαλώ δε και τούτο και δέομαι της υμετέρας αγάπης, ίνα δώσητε την πρέπουσαν τιμήν και υποταγήν εις τους στρατηγούς υμών και δημάρχους και εκατοντάρχους, έκαστος κατά την τάξιν και το τάγμα αυτού και την υπηρεσίαν.+ Και πάλιν έλεγε λυπητερά : Εάν από καρδίας φυλάξητε όσα ενετειλάμην υμίν, πέποιθα επί τον Θεόν ότι θα λυτρώση ημάς της ενεστώσης δικαίας αυτού απειλής, δεύτερον δε και ο στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημίν, και μνήμη αιώνιος και επάξιος εν τω κόσμω έσεται.+
Ποιός έχει μαρμαρένιαν καρδιάν δια να μην κλάψει; Σφουγγίζω τα μάτια μου και στρέφω και κυτάζω κατά την θάλασσαν.+ Πέραν θαμποφαίνονται μέσα εις το άχνισμα του πελάγους τα βουνά και οι κάβοι της Ανατολής.+ Εις εκείνα τα μέρη εγεννήθη ετούτος ο νεομάρτυς Κωνσταντίνος, εκεί εγεννήθηκα και εγώ.+ Και άν ήτον τινάς παρών εδώ όπου κάθομαι, θα έβλεπε πως ετούτο το χαρτί όπου γράφω, είνε βρεμμένον από τα δάκρυα όπου σμίγουν με το μελάνι.+ Όπου πάς και όπου σταθείς βλέπεις παλαιά θεμέλια και μνημούρια με κόκκαλα.+ Εις τα γκρεμνισμένα κάστρα κείτονται ακόμα ένα σωρό βαρεία κανόνια πράσινα από την σκουριάν, μάσκουλα και τόπια είνε πεταμένα εδώ και εκεί.+ Οι μαρμαρένιες μπάλες, τα τοπούζια, οι ατριβόλοι στέκονται σωριασμένα μέσα στα φλισκούνια και στα απήγανα, και οι σαύρες περπατούνε απάνω τους, και άλλα πάλι κείτουνται αναιώνια εις το κύμα της ακροθαλασσιάς.+ Αίμα και δάκρυα τρέφουνε τα χορτάρια της γής, κ΄ένας βουβός θρήνος ανεβαίνει από τα αμέτρητα κιβούρια.+ Ανάμεσα σ΄αυτά βρίσκεται και το κιβούρι του Κωνσταντίνου, ένας λάκκος χορταριασμένος, ταπεινός ωσάν κ΄εκείνον, πλήν κανένας δεν γνωρίζει εις ποιό μέρος είνε θαμμένο το σκήνωμά του.+ Ως τόσον εις όλην την ανατολήν τον μοιρολογούν από την ημέρα όπου εσκοτώθη έως την σήμερον.+ Ποίος άλλος άνθρωπος εθρηνήθηκε κ΄εμοιρολογήθηκε πεντακόσια χρόνια, και θα μοιρολογιέται εις τον αιώνα; Ναί αυτός ο ταπεινός, ο υπομονητικός, ο πράος, ο πολυαγαπημένος, διότι εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος.+
Στήσε το αυτί σου, εσύ όπου κλαίεις μαζί μου, και θα ακούσεις να τον μοιρολογούν τα βουνά, η θάλασσα, τα πουλιά, τα ξερά κράκουρα, οι άνθρωποι, τα δένδρα, από την μαύρην θάλασσαν έως την αττάλεια, και από το μπαλκάνι έως την Κύπρο, και να λέγουν ετούτο το πικρό τραγούδι:
Ω βασιλεύ παμφρόνιμε, κακόν ριζικό οπού είχες.
Νάχεν χαθεί ο ήλιος, τάστρα και το φεγγάρι,
Όταν εσύ βουλήθηκες να βγείς εκ τον Μορέαν,
Στην Πόλη να σε στέψουσι βασιλέα ρωμαίων,
Εις την Κωνσταντινούπολιν την θλιβεράν την πόλιν,
Δια την τύχην την κακήν ήν είχες εις τον κόσμον.+
Νάχεν αστράψει ο ουρανός, νάχεν καεί η ώρα,
Ήλιος σελήνη μηδαμού να μη είχαν ανατείλει,
Και τέτοια ημέρα μελανή να μη΄χεν ανατείλει.+

Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, η παρηγορία των δυστυχισμένων, Εσύ όπου έκλαψες δια τον φίλον σου τον Λάζαρον.+ Εσύ όπου μας εδίδαξες ότι δεν υπάρχει δι Εσένα  Ιουδαίος ουδέ Έλλην, άρσεν ουδέ θήλυ, δούλος ουδέ ελεύθερος. + Κάμε να βασιλεύσει η ειρήνη εις τας καρδίας μας, καλοσύνευσε το κακόν θέλημά μας.+ Εσύ μας εδίδαξες, και δια τούτο δεν θρηνούμεν μοναχά επάνω εις τα μνήματα των χριστιανών, αλλά και εις τα των Τούρκων, επειδή εμάθαμεν από το πανάγιον στόμα Σου να πονούμεν μαζί με τον κάθε άνθρωπον. Χωρίς την ιδικήν Σου φώτισιν, δεν γνωρίζομεν τι πράττομεν.+ Εσύ μας παρήγγειλες να αγαπούμεν ο ένας τον άλλον μας, επειδή είμαστεν αδέλφια, αφού όλοι είμεθα τέκνα του Πατρός ημών του εν τοις ουρανοίς.+
Και μόλα ταύτα ημείς κρατούμεν το άγιον Ευαγγέλιόν σου, πλήν έχομεν ακόμα την σιχαμερήν κακίαν εις την καρδιάν μας.+ Η υπερηφάνια μαζί με την αχορταγιάν φέρνουν τον θυμόν και τον σκοτωμόν.+
Δια τούτο, επειδή ημείς από τον εαυτόν μας δεν θα αλλάξουμε γνώμην, σε παρακαλούμεν και σε οικετεύομεν, μαλάκωσε την σκληράν καρδίαν μας ωσάν το κηρίον, ώστε να μη ξεκλίνωμεν εύκολα εις το κακόν, και να μη μας μεθά η αλαζονία, και ύστερα κλαίμε απάνω εις τα μνήματα όπου τα σκάβουμε πρώτα ημείς οι ίδιοι με τα χέρια μας.+
Εσύ πονείς δια κάθε ψυχήν ζώσαν, και έχεις επάνω εις την καρδιάν σου πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον.+
[ΣΗΜ. Ακολουθεί αχέδιον απεικονίζον το κεφάλι του Κωνσταντίνου και γύρω η σημείωσι:
Μνήμη δικαίου μετ΄εγκωμίων]


Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Η Τελευταία Ὁμιλία τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου κατά τον ιστορικό Γ. Φραντζή (ή Σφραντζή). L'ultimo discorso di Konstantinos Paleologos secondo lo storico G. Frantzis (o Sfrantzis).

Ήταν μια Κυριακή 27 του Μάη εκείνη [567 χρόνια πριν απο σήμερα] που ο πρώτος και μοναδικός Αυτοκράτορας των Ρωμαίων, των Γραικών δηλαδή, ο οποίος είχε στεφθή "Βασιλεύς¨ στην κυρίως Ελλάδα (στον Μυστρά), συγκεντρώνοντας όλο το διαθέσιμο στράτευμα, μαζί με άρχοντες και απλούς πολίτες, κοντά στην Αγία Σοφία, μίλησε με λόγια αντρειωμένου.
Κόντευαν δυό μήνες ("πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας) απο τότε που οι Τούρκοι πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολι και κονιορτοποιούσαν με το πυροβολικό τους τα τείχη. Ο Κωνσταντίνος είχε απορρίψει όλες τις προτάσεις παράδοσης της Πόλης στον Μωάμεθ ( "αὐτὸν τον ἀλιτήριο, τον δυσσεβὴ ἀμηρᾶ"), και παρ' όλες τις αντιξοότητες συνέχιζε να ενθαρρύνει τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του.
Εκείνη την τελευταία φορά, μίλησε με ταπείνωσι (απο την αρχή μέχρι το τέλος τους αποκαλεί "αδελφούς") και μαζί με ήθος αρχαίου Έλληνα πολεμιστή. Τους μίλησε καί στην καρδιά καί στο μυαλό. Όταν τους μίλησε για την πολεμική τους αλκή και την ανωτερότητα (ως ἀπόγονοι "Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων") πέρα απο ποσοτικά δεδομένα "εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι ῥωμαλέοι τὲ καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες", η σκέψι του πιθανότατα θα πήγε στον πρόσφατα εκλιπόντα μεγάλο δάσκαλο της ελληνικής παιδείας, τον Νεοπλατωνιστή Γεώργιο Γεμιστό ή Πλήθωνα και στην αλήθεια των λόγων του ""εσμέν γαρ ών ηγείσθέ τε και βασιλεύετε Έλληνες το γένος, ως ήτε φωνή και πάτριος παιδεία μαρτυρεί".  Τους παρακάλεσε να αγωνισθούν μέχρις θανάτου (ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου) και  να προτιμήσουν ένεκα της ελευθερίας τον θάνατο, (ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν). Να δώσουν και την ζωήν τους για αυτήν την Αγία Πόλι που αφιερωμένη στην Θεοτόκο, έχει αυτήν την αειπάρθενον Κόρη Υπέρμαχον, ("τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων")!
Στο τέλος του λόγου του για δεύτερη φορά αναφέρεται στο ενδεχόμενο να χαθούν εάν αυτό συμβαδίσει με το θέλημα του Θεού, αλλά αυτοί και πάλι πρέπει να μείνουν ακλόνητοι στο χρέος τους και η υστεροφημία θα είναι ο δίκαιος στέφανος του υπέρ της πίστεως και της ελευθερίας αγώνα τους ("ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται.")΄.


[ΣΗΜ. Για κάτι τέτοια ο Εγγονόπουλος, εξυμνών τον "Μπολιβάρ" του, ανεφώνει μεταξύ άλλων:
«Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας» (...)
«Μήπως νάσαι, άραγες, μια από τις μύριες μορφές που πήρε, 
κι άφησε, διαδοχικά, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος;»
 
Για τους ίδιους λόγους κι ο ...Σελλενίδης προσκυνών την χάρι τού εθνομάρτυρα Παλαιολόγου, τον προσφωνεί κραυγάζων:
 
Κωνσταντίνε, είσαι ωραίος, σάν αρχαίος Έλληνας! ]

 .........................................

Ὁμιλία τοῦ Αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου 
πρὶν τὴν ἅλωσι τῆς Κωνσταντινουπόλεως
 

Ὑμεῖς μέν, εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι στρατιῶται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, καλῶς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστεως ἡμῶν βούλεται ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως στενοχωρήσῃ ἡμᾶς καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης καὶ συρρήξεως ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῖν μετὰ πάσης δυνάμεως, ἵνα, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις τὸν ἱὸν ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων. Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσερα τινὰ ὀφείλεται κοινῶς ἐσμεν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν, πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ πατρίδος, τρίτον ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς Χριστοῦ Κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσται ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου πολλῷ μᾶλλον ὑπὲρ πάντων ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι.
Ἐὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ Θεὸς τὴν νίκην τοῖς ἀσεβέσιν, ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς ἁγίας, ἣν Χριστὸς ἐν τῷ οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν, ὃ ἐστι κεφάλαιον πάντων. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον ὄλον κερδίσῃ τις καὶ τὴν ψυχὴν ζημιωθῇ, τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Τρίτον βασιλείαν τήν ποτε μὲν περιφανῆ, νῦν δὲ τεταπεινωμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Τέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα. Αὐτὸς δὲ ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ἡμᾶς ἐλθὼν ἀπέκλεισεν καὶ μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ ἰσχύος καθ᾿ ἡμέραν τὲ καὶ νύκτα οὐκ ἐπαύσατο πολιορκὼν ἡμᾶς καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Χριστοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐκ τῶν τειχῶν μετὰ αἰσχύνης ἄχρι τοῦ νῦν πολλάκις κακῶς ἀπεπέμφθη. Τὰ νῦν δὲ πάλιν, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσητε, ἐὰν καὶ τοῖχος μακρόθεν ὀλίγον ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἑλεπόλεων ἔπεσε, διότι, ὡς ὑμεῖς θεωρεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιορθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς πάσαν τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν τοῦ Θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις καὶ δυνάμει καὶ πλήθει, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δὲ καὶ ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσὶ καὶ ῥωμαλαιότητι, ἣν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις. Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, καθῶς ἡ αὐτῶν συνήθεια, ἐλεύσονται καθ᾿ ἡμῶν μετὰ βαναύσου καὶ ἐπηρμένης ὀφρύος καὶ θάρσους πολλοῦ καὶ βίας, ἵνα διὰ τὴν ὀλιγότητα ἡμῶν θλίψωσι καὶ ἐκ τοῦ κόπου στενοχωρήσωσι, καὶ μετὰ φωνῶν μεγάλων καὶ ἀλαλαγμῶν ἀναριθμήτων, ἵνα ἡμᾶς φοβήσωσι. Τὰς τοιαύτας αὐτῶν φλυαρίας καλῶς οἴδατε, καὶ οὐ χρὴ λέγειν περὶ τούτων. Καὶ ὥρα ὀλίγοι τοιαῦτα ποιήσωσι, καὶ ἀναριθμήτους πέτρας καὶ ἕτερα βέλη καὶ ἐλεβολίσκους, ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν ἄνωθεν ἡμῶν πτήσουσι, δι᾿ ὧν, ἐλπίζω γάρ, οὐ βλάψωσι, διότι ὑμᾶς θεωρῶ καὶ λίαν ἀγάλλομαι καὶ τοιαύταις ἐλπίσι τὸν λογισμὸν τρέφομαι, ὅτι εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι ῥωμαλέοι τὲ καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες καὶ καλῶς προπαρασκευασμένοι ὑπάρχετε. Ταῖς ἀσπίσιν ὑμῶν καλῶς τὴν κεφαλὴν σκέπεσθε ἐπὶ τῇ συμπλοκῇ καὶ συρρήξει. Ἡ δεξιὰ ὑμῶν ἣ τὴν ρομφαίαν ἔχουσα μακρὰν ἔστω πάντοτε. Αἱ περικεφαλαῖαι ὑμῶν καὶ οἱ θώρακες καὶ οἱ σιδηροὶ ἱματισμοὶ λίαν εἰσὶν ἱκανοὶ ἅμα καὶ τοῖς λοιποῖς ὅπλοις, καὶ ἐν τῇ συμπλοκῇ ἔσονται πάνυ ὠφέλιμα, ἃ οἱ ἐναντίοι οὐ χρῶνται, ἀλλ᾿ οὔτε κέκτηνται.
Καὶ ὑμεῖς ἔσωθεν τῶν τειχῶν ὑπάρχετε σκεπόμενοι, οἱ δὲ ἀσκεπεῖς μετὰ κόπου ἔρχονται. Διό, ὢ συστρατιῶται γίγνεσθε ἕτοιμοι καὶ στερεοὶ καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ. Μιμηθῆτε τούς ποτε τῶν Καρχηδονίων ὀλίγους ἐλέφαντας, πῶς τοσούτον πλῆθος ἵππων Ῥωμαίων τῇ φωνῇ καὶ θέα ἐδίωξαν, καὶ ἐὰν ζῷον ἄλογον ἐδίωξε πόσον μᾶλλον ἡμεῖς ἡ τῶν ζῴων καὶ ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καὶ οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ᾿ ἡμῶν ποιήσωσιν ὡς ζῶα ἄλογα καὶ χείρονές εἰσιν. Οἱ πέλται ὑμῶν καὶ ῥομφαῖοι καὶ τὰ τόξα καὶ ἀκόντια πρὸς αὐτοὺς πεμπέτωσαν παρ᾿ ἡμῶν. Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθεντῶν αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων. Οἴδατε καλῶς ὅτι ὁ δυσσεβὴς αὐτὸς ὁ ἀμηρᾶς καὶ ἐχθρὸς τῆς ἁγίας ἠμῶν πίστεως χωρὶς εὔλογον αἰτίας τινὸς τὴν ἀγάπην ἣν εἴχομεν ἔλυσεν, καὶ τοὺς ὅρκους αὐτοῦ τοὺς πολλοὺς ἠθέτησεν ἀντ᾿ οὐδενὸς λογιζόμενος καὶ ἐλθῶν αἰφνιδίως φρούριον ἐποίησεν ἐπὶ τὸ στενὸν τοῦ Ἀσωμάτου, ἵνα καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν δύνηται βλάπτειν ἡμᾶς. Τοὺς ἀγροὺς ἡμῶν καὶ κήπους καὶ παραδείσους καὶ οἴκους πυριαλώτους ἐποίησε, τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς Χριστιανοὺς ὅσους εὗρεν, ἐθανάτωσε καὶ ἠχμαλώτευσε, τὴν φιλίαν ἡμῶν ἔλυσεν. Τοὺς δὲ τοῦ Γαλατά, ἐφιλίωσε, καὶ αὐτοὶ χαίρονται, μὴ εἰδότες καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι τὸν τοῦ γεωργοῦ παιδὸς μύθον, τοῦ ἐψήνοντος τοὺς κοχλίας καὶ εἰπόντος. Ὢ ἀνόητα ζῶα, καὶ τὰ ἑξῆς.
Ἐλθὼν οὖν ἀδελφοί, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὓρη καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, ἣν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος ἐκεῖνος καὶ τῇ πανάγνῳ δεσποίνῃ ἡμῶν θεοτόκῳ καὶ ἀειπαρθένω Μαρία ἀφιέρωσεν καὶ ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων τὸ καύχημα πάσι τοῖς ὦσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Καὶ οὗτος ὁ ἀσεβέστατος τήν ποτε περιφανῆ καὶ ὀμφακλίζουσαν ὡς ῥόδον τοῦ ἀγροῦ βούλεται ποιῆσαι ὑπ᾿ αὐτόν. Ἣ ἐδούλωσε σχεδόν, δύναμαι εἰπεῖν, πάσαν τὴν ὑφ᾿ ἥλιον καὶ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς Πόντον καὶ Ἀρμενίαν, Περσίαν καὶ Παμφλαγονίαν, Ἀμαζόνας καὶ Καππαδοκίαν, Γαλατίαν καὶ Μηδίαν Κολχοὺς καὶ Ἴβηρας, Βοσποριανοὺς καὶ Ἀλβάνους Συρίαν καὶ Κιλικίαν καὶ Μεσοποταμίαν, Φοινίκην, Βακτριανοὺς καὶ Σκύθας, Μακεδονίαν καὶ Θετταλίαν, Ἑλλάδα, Βοιωτία, Λοκροὺς καὶ Αἰτωλούς, Ἀκαρνανίαν, Ἀχαΐαν καὶ Πελοπόννησον, Ἤπειρον καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν Λύχνιτας κατὰ τὸ Ἀνδριατικόν, Ἰταλίαν, Τουσκίνους, Κέλτους καὶ Κελτογαλάτας, Ἰβηρίαν τὲ καὶ ἕως τῶν Γαδείρων, Λιβύαν καὶ Μαυρητανίαν καὶ Μαυρουσίαν, Αἰθιοπίαν, Βελέδας, Σκούδην, Νουμιδίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ Αἴγυπτον αὐτὸς τὰ νῦν βούλεται δουλῶσαι καὶ τὴν κυριεύουσαν τῶν πόλεων, ζυγῶ ὑποβαλεῖν καὶ δουλεία καὶ τὰς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ Ἁγία Τριὰς καὶ ἐδοξολογεῖτο τὸ πανάγιον, καὶ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἔνσαρκον τοῦ Θεοῦ Λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ τοῦ φληναφοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καὶ κατοικητήριον ἀλόγων καὶ καμήλων. Λοιπὸν ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμηθῆτε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται.


Ἀπὸ τὸ Χρονικὸν τοῦ Μεγάλου Λογοθέτη Γεωργίου Σφραντζῆ ἢ Φραντζῆ

Ἐκδοθὲν ἐν Κερκύρᾳ ἔτει 1477

Τρίτη 29 Μαΐου 2018

"Διπλό Χ" για την Άλωσι. Οκτάστιχο προγνωστικό στιχούργημα απο τον Σελλενίδη. "Doppio Haiku": una (piu una) composizione di Alessandro Sellenidis; per l' anniversario numero 565 dalla caduta di Costantinopoli.


Στην προφανή διάθεσι αφιέρωσης του διαχειριστού για την αποφράδα ημέρα, Τρίτη και 29 Μαΐου σήμερα, μια (περιττή;) διευκρίνισι επι του ακαταλήπτου τίτλου της επετειακής ανάρτησής μας:
"Διπλό Χι", απλώς διότι σε κάθε τετράστιχο του στιχουργήματος κρύβεται ένα ...χαϊκού.

Απο την άλλη, παιγνιωδώς θα διερωτηθή κάποιος, το "Διπλό Χί" ακούγεται κάπως σαν "Χί Δύο". Η Πρόγνωσι καλύπτεται με ...διπλή; Εκ του ασφαλούς; Στάνταρ δέν έχουμε;
--Υπάρχει και στάνταρ, απαντάει ο Σελλενίδης! Και μάλιστα ακλόνητο! Το εξής ένα (Χαϊκού):

ΑΠΟΦΡΑΣ 565 

Εγκαρτερείτε! 
Το λοιπόν, ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ 
πάλι ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ!! 

Α.Σ.
......................................................


ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΠΑΡΘΕΝ (Ο ΝΑΟΣ)

Μάιο μήνα
(χειμέρια ταφόπλακα;)
στα στίφη τα βάρβαρα
η Πόλι "Εάλω".

Σπίθα σ' ασβόλη:
μια φλόγα ολόΛΑΜΠΡΗ
(έν Έαρ μελλούμενον)
θα φέρει κι άλλο!

Αλέξανδρος ΣΕΛΛΕΝΙΔΗΣ
(Χαλκίδα, 29.05.2018)

Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

Ένα ποίημα του Καβάφη (Θεόφιλος Παλαιολόγος) και ένα αγγλόφωνο τραγούδι (των H.E.R.R.). Για την Άλωσι. La poesia “Teofilo Paleologo” di Kavafis e una composizione del gruppo H.E.R.R.; sulla caduta di Costantinopoli.

Το ποίημα του Καβάφη είναι από τα Ανέκδοτα.
{Πέρυσι στο θερινό πρόγραμμα In-Country το είχαμε εντάξη στην εργασία "Καβάφης και Βυζάντιο" της μεταπτυχιακής φοιτήτριας Dr Martha Finn, όπου και παρουσιάστηκε καταλλήλως. Σχετίζεται όμως και με άλλες πιθανές θεματικές: Καβάφης και Ιστορία, Ο ελληνικός Καβάφης, Καβάφης ο Οικουμενικός Έλληνας κ.λ.π.}

Το τραγούδι The Fall Of Constantinople είναι από δεκαετίας σύνθεσι ενός όχι πολύ γνωστού Ολλανδο-αγγλικού συγκροτήματος με τον τίτλο H.E.R.R. (Αρχικά από το Heiliges Europa Römisches Reich). Το συγκρότημα αυτό της εναλλακτικής ρόκ που μουσικά είναι δύσκολο να ενταχθή σε κάποιο σταθερό είδος (το περιγράφουν ανάμεσα στα "neofolk", "minimalist", neoclassical και "martial" υπο-είδη της Ίντι ροκ σκηνής) μοιάζει σήμερα να είναι ανενεργό.

1.



Θεόφιλος Παλαιολόγος

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι αλίμονον
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.
Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».

A Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο,
πόσον καημό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
οι τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.

Κωνσταντίνος Καβάφης
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)



Teofilo Paleologo



Ecco l’ ultimo anno. Ecco, anche lui l’ultimo
dei Greci imperatori. Ma ahime
che tristi parole si ascoltano attorno a lui.
Nella sua disperazione, nella sua pena
il Sire Teofilo Paleologo
dice: “Voglio morire piuttosto che vivere”

Oh, mio Sire Teofilo Paleologo,
quanto dolore della nostra stripe, e quanta spossatezza
(quanto disgusto da ingiustizie e da persecuzione
quelle tue cinque tragiche parole contenevano.


Costantino Kavafis

(Traduzione: A.S.)
........................................................................................
2
H.E.R.R.-The Fall of Constantinople



The Fall of Constantinople

The city is lost now; there's no time for sleeping
We're dying; we're falling; our women are weeping
The souls of our children, like bricks and like mortar
So helpless and broken, like lambs to the slaughter

Enemy! Enemy at the gates!
Enemy! Enemy at the gates!
Enemy! Enemy at the gates!
At the gates! At the gates!

The wardrums are pounding a rhythm divine
Our soldiers are marching for one final time
The rabble approaches, now sensing our fear
Barbarian conquest, of all we hold dear

[chorus]

By Mehmed and Ishak our city is torn
Their ships anchored fast off the coast of the Horn
Our warriors lie helpless, now covered in flies
'Neath ragged aggressors with greed in their eyes

[chorus]

We can't match the strength of the Janissaries
Anatolian justice, we're brought to our knees
Byzantine heroes, struck dumb with awe
And labouring under the Saracen claw
H.E.R.R. (2005)
 

Και ΄σε ακόμα μία οπτικοποίησι απο το Γιουτιούμπι:

H.E.R.R. ~ The Fall Of Constantinople (The winter of Constantinople)

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Η 29 Μαΐου 1453 νεοελληνική αφετηρία; Από το βιβλίο «Ὀρθοδοξία καὶ Δύση στὴ Νεώτερη Ἑλλάδα» του Χρήστου Γιανναρά. Dal libro di Cr. Giannaras "Ortodosia ed Occidente nella Grecia Moderna"


Χρῆστος Γιανναρᾶς: 
Ὀρθοδοξία καὶ Δύση στὴ Νεώτερη Ἑλλάδα*

Σπουδάζουμε τὴν ἱστορία τοῦ «νεώτερου» Ἑλληνισμοῦ μὲ ἀφετηρία, συνήθως, τὴν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης (1453). Ἦταν ἡ τελικὴ πράξη στὴν κατάρρευση τοῦ «βυζαντινοῦ» -ὅπως λεμὲ σήμερα- Ἑλληνισμοῦ, τὸ τέλος τῶν «μέσων» καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν «νεώτερων» χρόνων τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας. 

Ἀπὸ τὴν σκοπιά, ὡστόσο, τῆς ἐξέλιξης τοῦ πολιτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων, ὁρόσημο ἢ ἀφετηρία τῶν «νεώτερων» χρόνων δὲν εἶναι τὸ 1453. Εἶναι μᾶλλον τὸ 1354: ἡ χρόνια ποὺ ὁ Δημήτριος Κυδωνης, μὲ προτροπὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Κατακουζηνου, μεταφράζει στὰ ἑλληνικὰ τὴ Summa Theologiae τοῦ Θωμὰ τοῦ Ἀκινατη. Ἐκστασιασμένος ὁ Κυδωνης ἀπὸ τὸ καινούργιο «φῶς» ποὺ ἔρχεται «ἐξ ἑσπερίας», ἀναλαμβάνει νὰ τὸ μεταδώσει στοὺς συμπατριῶτες του Ἕλληνες.

Τὸ γεγονὸς ὁριοθετεῖ μιὰ καινούργια ἐποχὴ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, μιὰ νέα ἱστορικὴ περίοδο. Περίοδο ὅπου τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Ἑλλήνων μετατίθεται προοδευτικὰ ἀπὸ τὴ δική τους παράδοση καὶ τὸν δικό τους πολιτισμὸ σὲ κάποιο ἄλλο πρότυπο καὶ ὅραμα βίου.

Σίγουρα ὁ Ἑλληνισμὸς ἦταν πάντοτε ἕνα σταυροδρόμι πολιτισμῶν, ἀντιλήψεων καὶ ἰδεῶν, ἐπιστήμης καὶ φιλοσοφίας. Ἀπὸ τὰ ἀρχαιότατα κιόλας χρόνια οἱ Ἕλληνες ἐνδιαφέρονται μὲ πάθος γιὰ ἀλλότριες παραδόσεις, προσλαμβάνουν στοιχεῖα ἀπὸ ξένους πολιτισμούς. Ὅμως τὸ βασικὸ γνώρισμα τῶν Ἑλλήνων ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἱκανότητά τους νὰ ἀφομοιώνουν τὶς προσλήψεις καὶ τὰ δάνεια. Κάθε ξένο στοιχεῖο νὰ γίνεται ἀφορμὴ ἐμπλουτισμοῦ καὶ ἀνανέωσης τῆς ἑλληνικῆς αὐτοσυνειδησίας. Στὴν περίοδο ποὺ ἐγκαινιάζεται μὲ τὶς μεταφράσεις τοῦ Κυδώνη, αὐτὴ ἡ ἀφομοιωτικὴ ἱκανότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ μοιάζει ὑποτονικὴ ἢ ὁλότελα χαμένη. Τὰ δάνεια καὶ οἱ προσλήψεις δὲν ὑποτάσσονται πιὰ στὸν ἑλληνικὸ τρόπο τοῦ βίου, στὴν ἑλληνικὴ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ τοῦ βίου. Ἀντίθετα, ὑποτάσσουν οἱ προσλήψεις καὶ ἀμβλύνουν προοδευτικὰ τὴν πολιτιστικὴ αὐτοσυνειδησία τῶν Ἑλλήνων, ἀλλοτριώνουν τὴν ἑλληνικὴ ταυτότητα. Εἴτε ὑποταγμένοι στὶς βαρβαρικὲς ὀρδὲς τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, τετρακόσια ὁλόκληρα χρόνια, εἴτε συγκροτημένοι σὲ κράτος μὲ συμβατικὰ γεωγραφικὰ σύνορα, μετὰ τὸ 1827, οἱ Ἕλληνενς ζοῦν πιὰ μὲ τὸ βλέμμα καὶ τὸ πνεῦμα τους στραμμένα στὰ «φῶτα» τῆς Δύσης.

Ὅσο κι ἂν λογαριάσει κανεὶς τὶς ἀντιστάσεις τοῦ λαϊκοῦ σώματος σὲ αὐτὴ τὴν προοδευτικὴ ἀλλοτρίωση, ἢ καὶ τὶς ἐπώνυμες ἀντιδράσεις κάποιων ἐλάχιστων λόγιων, τὸ στοιχεῖο ποὺ τελικὰ κυριαρχεῖ εἶναι ἡ αὐξανόμενη ἄγνοια τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὴν πολιτιστική τους παράδοση, οἱ παραποιημένες ἀντιλήψεις, συχνὰ ἡ ἀδιαφορία καὶ ἡ περιφρόνηση γιὰ τὴν ἑλληνικότητα. Αὐτὸ ποὺ κυριαρχεῖ εἶναι ὁ θαυμασμὸς γιὰ τὸν πολιτισμὸ ποὺ διαμορφώνεται στὴ Δύση καὶ ποὺ μονοπωλεῖ στὶς συνειδήσεις τὴν ἔννοια τῆς προόδου. Ἀκόμα καὶ τὴν ὅποια πληροφόρηση γιὰ τὴν πολιτιστική τους κληρονομιὰ τὴν ἀντλοῦν πιὰ οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς μελετητὲς -τοὺς «οὐμανιστὲς» καὶ ἀρχαιολάτρες τῆς Εὐρώπης- ἀνυποψίαστοι γιὰ τυχὸν παρανοήσεις ἢ καὶ ἐσκεμμένες διαστρεβλώσεις.

Ὅμως ἐδῶ θὰ χρειαστεῖ μία πρώτη παρένθεση: ἕνα ἐρώτημα ποὺ δημιουργεῖ τὸ ὁρόσημο τοῦ 1354.
Εἶναι ἄραγε θεμιτὸ νὰ μιλᾶμε γιὰ Ἑλληνισμὸ καὶ γιὰ ἑλληνικὸ πολιτισμὸ στὸν 14ο αἰώνα; Ἦταν λοιπὸν Ἕλληνες οἱ «Βυζαντινοί», οἱ κάτοικοι τῆς ἀνατολικῆς καὶ πολυεθνικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας;

Ὁ τρόπος ποὺ σπουδάζουμε σήμερα τὴν Ἱστορία προϋποθέτει -σχεδὸν αὐτονόητα- κάποιες σχηματοποιήσεις: ἴσως ἀναπόφευκτες προκειμένου νὰ τιθασεύσουμε τὸ ἱστορικὸ ὑλικό. Διαιροῦμε σχηματικὰ τὸν ἱστορικὸ χρόνο σὲ περιόδους καὶ διαστέλλουμε, ἐπίσης σχηματικά, τοὺς πολιτισμοὺς ἢ τὶς ἐθνότητες. Καὶ ἡ λογικὴ τῶν ἱστορικῶν μας σχηματοποιήσεων, πολὺ συχνά, πειθαρχεῖ σὲ κριτήρια ποὺ ἔχουμε σήμερα γιὰ τὸν «πολιτισμὸ» ἢ τὴν «ἐθνότητα» -καὶ ποὺ δὲν εἶναι ὁπωσδήποτε τὰ κριτήρια καὶ οἱ ἀντιλήψεις τῆς ἐποχῆς ποὺ ἐξετάζουμε.

Ἔτσι καὶ στὸ σύγχρονο ἑλληνικὸ κράτος, γιὰ πολλὲς δεκαετίες, οἱ Ἕλληνες διδάσκονταν στὰ σχολεῖα τὴν ἱστορία τους χωρισμένη σὲ τρεῖς μεγάλες καὶ μᾶλλον σχηματικὲς περιόδους: Τὴν περίοδο τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας -ἀπὸ τὴν πρωτοελλαδικὴ καὶ πρωτομινωικὴ ἐποχὴ (2900 π.Χ.) ὣς τὴν κατάκτηση τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους (146 π.Χ.) ἢ ὣς τὸ κλείσιμο τῶν τελευταίων φιλοσοφικῶν σχολῶν τῆς Ἀθήνας (529 μ.Χ.). Τὴν περίοδο τῆς «βυζαντινῆς» ἢ μεσσαιωνικῆς Ἑλλάδας -ἀπὸ τὴν ἵδρυση τῆς Κωνσταντινούπολης (325 μ.Χ.) ὣς καὶ τὴν πτώση της (1453). Καὶ τὴν περίοδο τῆς νεώτερης Ἑλλάδας -ἀπὸ τὸ 1453 ὣς σήμερα.

Αὐτὴ ἡ ἐκπαιδευτικὰ παγιωμένη διαίρεση τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας ἀπηχοῦσε μιὰν ἀντίληψη διαχρονικῆς ἑνότητας τοῦ Ἑλληνισμοῦ -καὶ μάλιστα μὲ βάση τὴν ἐθνοφυλετικὴ ὁμοιογένεια. Ἑνὸς Ἑλληνισμοῦ φυλετικὰ ἑνιαίου μέσα στὴ διαδρομὴ τῶν γενεῶν: μὲ συνεχὴ βιολογικὴ διαδοχὴ ἀπὸ τὰ ἀρχαιότατα χρόνια ὣς σήμερα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν πολὺ ἔγκαιρα, στὸν 19ο αἰώνα, κάποιος ἀσήμαντος γερμανὸς ἱστορικός, ὁ Φαλλμεράυερ, ἀμφισβήτησε τὴν ἀπευθείας καταγωγὴ τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους, ἡ ταραχὴ ποὺ προκλήθηκε στὸ ἑλλαδικὸ κρατίδιο ἦταν ἀποκαλυπτικὴ μιᾶς βαθύτερης σύγχυσης. Οἱ Νεοέλληνες δὲν ἤξεραν πῶς νὰ ὁρίσουν τὴν ἑλληνικότητά τους. Καὶ τὸ μεγαλύτερο σκάνδαλο ἦταν ἡ βυζαντινὴ ἢ μεσαιωνικὴ περίοδος τῆς ἱστορίας τους: Μὲ ποιὸ κριτήριο νὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς Ἕλληνες οἱ κάτοικοι αὐτῆς τῆς πανσπερμίας τῶν φύλων ποὺ συγκροτοῦσαν τὴν Ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία -μιὰν αὐτοκρατορία ὡστόσο μὲ κυρίαρχη γλῶσσα τὴν ἑλληνική, μὲ φιλοσοφία καὶ τέχνη ποὺ συνέχιζε ὀργανικὰ καὶ ἀνέπλαθε δημιουργικὰ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ κληρονομιά. Σίγουρα οἱ βυζαντινοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας -κάποιοι μὲ σπουδὲς στὴν Ἀθήνα- συνέχιζαν τὸν προβληματισμὸ καὶ τὸν λόγο τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Ἀριστοτέλη, τῆς Στοᾶς καὶ τῶν Νεοπλατωνικῶν, ὅμως παράλληλα ἔγραφαν λόγους «κατὰ Ἑλλήνων», ἀφοῦ στὴν ἐποχή τους ἡ λέξη Ἕλληνας σήμαινε ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο εἰδωλολάτρης. Ἀλλὰ καὶ ὁ σύνολος πληθυσμὸς πρέπει νὰ γνώριζε ἀρκετὰ καλὰ τὰ κείμενα τῶν εἰδωλολατρῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ ἐπὶ χίλια περίπου χρόνια ἀλφαβητάρι γιὰ τὴν ἐκμάθηση ἀνάγνωσης καὶ γραφῆς ἦταν ὁ Ὅμηρος.

Τὸ δυσεπίλυτο πρόβλημα ὁρισμοῦ τῆς ἑλληνικότητας διαιωνίζεται στὸ νεοελληνικὸ κρατίδιο ὣς σήμερα. Ὑπάρχουν πάντα κάποιοι «προοδευτικοὶ» διανοούμενοι, ποὺ θεωροῦν ὑποτιμητικὴ κάθε ἐπιμειξία τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἀμφισβητοῦν πεισματικὰ τὴν ἑλληνικότητα τῆς «Βυζαντινῆς» Αὐτοκρατορίας. Ὅπως ὑπάρχουν καὶ κάποιοι χριστιανοὶ διανοούμενοι, μὲ ἰδεολογικὰ ἐπεξεργασμένη πίστη, ποὺ προτιμᾶνε τὸ ὄνομα τοῦ «Ρωμιοῦ» καὶ τῆς Ρωμιοσύνης στὴ θέση τοῦ Ἕλληνα καὶ τῆς ἑλληνικότητας. Ὑπῆρξε καὶ νεοέλληνας Πρωθυπουργὸς καὶ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, ποὺ δὲν δίσταζε νὰ μιλάει γιὰ τὶς πολλαπλὲς ὑποδουλώσεις ποὺ γνώρισαν οἱ Ἕλληνες: πρῶτα στοὺς Ρωμαίους, ὕστερα στοὺς Βυζαντινοὺς καὶ μετὰ στοὺς Τούρκους!…

Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ προσεγγίσουμε τὴ σχέση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὴ Δύση στὰ νεώτερα χρόνια, χωρὶς νὰ διατυπώσουμε καταρχὴν μία πρόταση ἐξόδου ἀπὸ τὴν πελώρια αὐτὴ σύγχυση -πρόταση κάποιου ὁρισμοῦ τῆς ἑλληνικότητας. Ἡ πρόταση εἶναι νὰ δοῦμε τὴν Ἑλλάδα ὄχι καταρχὴν ὡς ΤΟΠΟ, ἀλλὰ καταρχὴν ὡς ΤΡΟΠΟ τοῦ βίου. 
Δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει κανεὶς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπέκτησε γεωγραφικὰ σύνορα γιὰ πρώτη φόρα στὸν 19ο αἰώνα -μόλις πρὶν ἀπὸ ἑκατὸν ἑξήντα χρόνια. Καὶ ὅτι αὐτὰ τὰ σύνορα- τοῦ συμβατικοῦ ἑλλαδικοῦ κρατιδίου ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση ἐνάντια στοὺς Τούρκους- ἄφηναν ἀπ᾿ ἔξω τὰ τρία τέταρτα τῶν ἑλληνόφωνων πληθυσμῶν τῆς τότε Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.

Ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα δὲν εἶχε ἑνιαία κρατικὴ ὑπόσταση, οὔτε καὶ σύνορα. Ἦταν τὸ σύνολο τῶν «ἑλληνίδων πόλεων» -ἀνεξάρτητες πόλεις- κράτη-, ποὺ ἁπλωνόταν ἀπὸ τὴν Μακεδονία ὣς τὴν Κρήτη καὶ ἀπὸ τὴν Ἰωνία ὣς τὴν Σικελία, τὴν κάτω καὶ κεντρικὴ Ἰταλία. Οἱ πόλεις αὐτὲς ἀναγνωρίζονταν ὡς «ἑλληνίδες» ὄχι μόνο γιὰ τὴν κοινή τους ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν κοινὸ τρόπο τοῦ βίου, δηλαδὴ τὸν κοινὸ πολιτισμό τους. (Ἡ κοινὴ ἑλληνικὴ συνείδηση γίνεται χαρακτηριστικὰ ἔκδηλη στὶς περιπτώσεις τῶν κοινῶν ἑορτῶν καὶ ἀγώνων (στὴν Ὀλυμπία, στὴν Νεμέα, στὸν Ἰσθμὸ τῆς Κορίνθου καὶ στοὺς Δελφούς, ὅπου μόνο Ἕλληνες μποροῦσαν νὰ συμμετάσχουν, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πόλη καταγωγῆς τους. Θὰ ἀπαιτοῦσε μιὰ ἐκτενῆ ἀνάπτυξη τὸ περιεχόμενο τῆς λέξης ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ἀλλὰ καὶ μόνο ἡ ταύτιση μὲ τὸν ΤΡΟΠΟ τοῦ βίου μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας καταρχὴν ὁρισμός.

Στὸν 4ο π.Χ. αἰώνα ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἑνώνει κάτω ἀπὸ τὴ στρατιωτική του ἰσχὺ τὶς περισσότερες ἑλληνίδες πόλεις, προκειμένου νὰ ἐπιχειρήσει μιὰ μεγαλεπίβολη ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Περσων. Κατατροπώνει τοὺς Πέρσες, ἀλλὰ συνεχίζει τὴν ἐκστρατεία του ὣς τὴν Βακτριανὴ καὶ τὶς Ἰνδίες. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἀλέξανδρος ἀντιλαμβάνεται τὴν κατάκτηση αὐτῶν τῶν ἀπέραντων περιοχῶν -ἀπὸ τὶς νότιες ἀκτὲς τῆς Κασπιας ὣς τὴν Παλαιστίνη, Βαβυλώνα, Αἴγυπτο καὶ ὣς τὸν Ἰνδικὸ ὠκεανὸ- εἶναι νὰ ἱδρύει παντοῦ καινούργιες ἑλληνίδες πόλεις, ποὺ μεταφέρουν τὸν ἑλληνικὸ ΤΡΟΠΟ τοῦ βίου σὲ κάθε γωνιὰ τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου. Ἔτσι γεννιέται ὁ «μέγας κόσμος» τῆς ἑλληνικῆς οἰκουμένης -ἕνα ἐκπληκτικὸ φαινόμενο πολιτισμικῆς ἔκρηξης ποὺ δὲν ἔχει τὸ ὅμοιο στὴν Ἱστορία.

Ὅταν ἀργότερα ἡ Ρώμη, ἀκολουθώντας τὸ ὅραμα τοῦ Ἀλεξάνδρου, θὰ ἑνοποιήσει μὲ τὶς δικές της κατακτήσεις καὶ κάτω ἀπὸ τὸ δικό της διοικητικὸ σύστημα ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἐξελληνισμένων ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο περιοχῶν, τὸ κοινὸ καὶ συνεκτικὸ στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας της θὰ παραμείνει ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός. Συνειδητοποιοῦμε ὄχι μόνο τὴν ἔκταση, ἀλλὰ καὶ τὸ βάθος ἢ τὴν ποιότητα ἐξελληνισμοῦ τῆς ρωμαϊκῆς «οἰκουμένης», ὅταν διαβάζουμε τὰ ἑλληνικὰ κείμενα ἑνὸς φανατικὰ συντηρητικοῦ Ἑβραίου: τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Οἱ Ἑβραῖοι ἦταν λαὸς ποὺ ἀντιστάθηκε σθεναρὰ καὶ μὲ αἱματηρὸ τίμημα στὸν ἐξελληνισμό του, καὶ ὁ Παῦλος ἀνῆκε στὴν πιὸ συντηρητικὴ κοινωνικὴ ὁμάδα τῶν Ἑβραίων, στοὺς Φαρισαίους. Κι ὅμως ὁ ἐθνοφυλετικὸς συντηρητισμός του δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ χειρίζεται τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὶς ἑλληνικὲς φιλοσοφικὲς ἔννοιες, ἀλλὰ καὶ κάποιους ἕλληνες συγγραφεῖς, μὲ μίαν εὐχέρεια ποὺ δύσκολα θὰ τὴν συναγωνιζόταν ὁποιοσδήποτε Ἀλεξανδρινὸς ἡ καὶ Ἀθηναῖος τῆς ἐποχῆς του.

Ἀπὸ τὸν 2ο κιόλας π.Χ. αἰώνα, ἡ ἴδια λατινικὴ ἀριστοκρατία τῆς Ρώμης προτιμάει στὶς κοινωνικὲς συναναστροφὲς τὴ χρήση τῆς ἐλληνικῆς γλώσσας, καὶ ὅταν τὸν 1ο μ.Χ. αἰώνα ὁ Παῦλος καὶ πάλι γράφει τὴν ἐπιστολή του πρὸς Ρωμαίους, δὲν διανοεῖται νὰ χρησιμοποιήσει τὰ λατινικά. Δυόμισι αἰῶνες ἀργότερα, ἡ πολιτικὴ καὶ στρατιωτικὴ ἰδιοφυΐα τοῦ Διοκλητιανοῦ θὰ διακρίνει ὅτι τὸ κέντρο τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων ἔχει ὁριστικὰ μετατεθεῖ στὴν ἑλληνικὴ Ἀνατολή, γι᾿ αὐτὸ καὶ θὰ περάσει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς βασιλείας του στὴν Νικομήδεια. Ἔτσι ἔχει προετοιμασθεῖ καὶ τὸ τολμηρὸ ἐγχείρημα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου νὰ μεταθέσει τὸ κέντρο τῆς αὐτοκρατορίας σὲ μιὰ καινούργια ἑλληνικὴ πρωτεύουσα, τὴ Νέα Ρώμη, ποὺ ὁ λαὸς θὰ τὴν ἀποκαλέσει Κωνσταντινούπολη.

Μὲ κέντρο πιὰ τὴν Νέα Ρώμη ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία θὰ διανύσει μιὰ θαυμαστὴ σὲ κάθε φάση της ἱστορικὴ διαδρομὴ ὁλόκληρης χιλιετηρίδας. Σίγουρα, ἡ πολιτισμική της ταυτότητα δὲν εἶναι οὔτε ἀμιγῶς ρωμαϊκή, οὔτε ἀμιγῶς ἑλληνική. Εἶναι τὸ χριστιανικὸ στοιχεῖο ποὺ πρωτεύει, καὶ μάλιστα ἡ ἐμμονὴ καὶ πιστότητα στὴν ὀρθόδοξη πρωτοχριστιανικὴ παράδοση. Μὲ ἄξονα βίου τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ νοηματοδότηση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, τοῦ κόσμου καὶ τῆς Ἱστορίας, ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία θὰ ἀναχωνεύσει ὀργανικὰ καὶ δημιουργικὰ τὴ ρωμαϊκὴ παράδοση τοῦ δικαίου καὶ τῆς διοίκησης, καὶ παράλληλα τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ τέχνη. Μετὰ τὸν 6ο αἰώνα θὰ εἶναι καὶ ἐπίσημα μιὰ ἑλληνόφωνη αὐτοκρατορία, καὶ μετὰ τὸν 10ο αἰώνα θὰ υἱοθετήσει καὶ τοὺς ὅρους Ἕλληνας καὶ ἑλληνικός, φορτισμένους πιὰ μὲ ἀξιολογικὸ περιεχόμενο, γιὰ νὰ ἀντιπαρατάξει τὴ δική της πολιτισμικὴ ταυτότητα στὸν καινούργιο πολιτισμὸ ποὺ γεννιέται στὴν κατακτημένη ἀπὸ βάρβαρα φύλα καὶ φυλὲς Δύση.

Αὐτοὶ οἱ καινούργιοι κάτοικοι τῆς δυτικῆς καὶ κεντρικῆς Εὐρώπης, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἔχουν ὑποτάξει καὶ ἐξουθενώσει τοὺς λατινόφωνους Ρωμαίους, φιλοδοξοῦν νὰ σφετερισθοῦν, μὲ τὴ λογική της γεωγραφικῆς ὁριοθέτησης, τὸν τίτλο καὶ τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀρνοῦνται τὸ ὄνομα τοῦ Ρωμαίου στοὺς πολίτες τῆς ἀνατολικῆς καὶ ἐξελληνισμένης αὐτοκρατορίας. Τοὺς ἀποκαλοῦν χλευαστικὰ «Γραικούς», καὶ ἀπὸ τὸν 17ο αἰώνα ἡ ἱστοριογραφία τους θὰ ἐπινοήσει τὸ πρωτοφανὲς ὄνομα Βυζάντιο καὶ «Βυζαντινός». Βέβαια τὸ Βυζάντιο ὑπῆρξε ἱστορικά: ἦταν ἡ πολίχνη στὶς ἀκτὲς τοῦ Βοσπόρου -ἀρχαία ἑλληνικὴ ἀποικία- ποὺ στὴν θέση της ὁ Κωνσταντῖνος ἔχτισε τὴ Νέα Ρώμη. Ἀλλὰ εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ἀνάκληση τοῦ παλαιοῦ τοπωνυμίου ἐνδιέφερε τοὺς Δυτικοὺς μόνο γιὰ νὰ ὑποκατασταθεῖ τὸ ὄνομα τῆς Νέας Ρώμης. Γιὰ τοὺς ἐλληνόφωνους Ρωμαίους, ἀκόμα ὣς τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, τὸ ὄνομα «Βυζαντινὸς» θὰ ἦταν μᾶλλον ἀκατανόητο -θὰ ἠχοῦσε τόσο παράλογα, ὡς ἂν ἀποκαλοῦσε κάποιος τὸν σημερινὸ κάτοικο τῆς Ἑλλάδας «Πλακιώτη» (ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς παλιᾶς συνοικίας ποὺ γύρω χτίστηκε ἡ καινούργια πόλη τῶν Ἀθηνῶν). Κι ὅμως τὸ αὐθαίρετο ἐπινόημα τῶν Δυτικῶν κυριάρχησε τελικά, καὶ εἶναι σήμερα καθιερωμένο στὴν κοινὴ συνείδηση καὶ στὴν ἱστορικὴ ἐπιστήμη.

Στὸ μεταξύ, στὸν 2ο π.Χ. αἰώνα ὡς τὸν 19ο, ἡ γεωγραφικὴ περιοχὴ ὅπου ἄνθισαν οἱ ἀρχαῖες ἑλληνίδες πόλεις, γνώρισε διαδοχικὰ περίπου δεκαεπτὰ ἐπιδρομὲς βάρβαρων φυλῶν καὶ φύλων. Ἀπὸ τὶς παραδουνάβιες περιοχὲς ὣς τὴν Κρήτη, καὶ ἀπὸ τὴν νότια Ἰταλία ὣς τὰ βάθη τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τὸν Πόντο, οἱ ἑλληνόφωνοι πληθυσμοὶ δοκιμάστηκαν σκληρὰ ἐπὶ αἰῶνες ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀλλεπάλληλα κύματα τῶν κατακτήσεων, ποὺ σήμαιναν, κάθε φορά, κάποιες ἐπιμειξίες μὲ τοὺς γηγενεῖς Ἕλληνες. Ἔτσι, ὁποιοσδήποτε ἰσχυρισμὸς γιὰ φυλετικὴ ὁμοιογένεια καὶ «καθαρότητα αἵματος» τῶν νεώτερων Ἑλλήνων θὰ εἶχε ἐρείσματα μᾶλλον περιορισμένα ἢ συγκεχυμένα, καὶ σὲ μεγάλο ποσοστὸ θὰ ἦταν μόνο ρομαντικὴ αὐθαιρεσία. Ἀλλὰ τὸ ἱστορικὸ παράδοξο εἶναι αὐτὸ ποὺ μὲ τὴν ποιητική του γλῶσσα διαπίστωνε ὁ στρατηγὸς Μακρυγιαννης στὸν 19ο αἰώνα: «ὅτι ἀρχὴ καὶ τέλος, παλαιόθεν καὶ ὣς τώρα, ὅλα τὰ θεριὰ πολεμοῦν νὰ μᾶς φᾶνε τοὺς Ἕλληνες καὶ δὲν μποροῦνε· τρῶνε ἀπὸ μᾶς καὶ μένει καὶ μαγιά.» Αὐτὴ ἡ «μαγιὰ» τῶν ἑλληνίδων πόλεων καὶ ἀργότερα τῶν κοινοτήτων, μέσα ἀπὸ τὶς κατακτήσεις καὶ ἐπιμειξίες, ἔσωζε τελικὰ τὴν ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα: τὴ γλῶσσα, τὴ νοοτροπία, τὴν ἑλληνικὴ νοηματοδότηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς -ἀπὸ κάποια ἐποχὴ καὶ μετὰ ἑνωμένα ὅλα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὀρθοδοξία. 

Βέβαια μιὰ τέτοια «μαγιὰ» δυναμικῆς καὶ ἀδιάκοπα ἀνανεούμενης ἑλληνικότητας δὲν ἀνιχνεύεται μὲ ἀναφορὰ σὲ γενεαλογικὰ δέντρα -στὴ συνεχῆ ἱστορικὴ διαδοχὴ οἰκογενειῶν καὶ ὀνομάτων. Ἀνιχνεύεται στὴ λαϊκὴ ποίηση, στὸ λαϊκὸ ἦθος, στὸν τρόπο ποὺ ἔχτιζαν καὶ εἰκονογραφοῦσαν τὶς ἐκκλησίες ὣς τὴν πιὸ ἀπομακρυσμένη ἑλληνικὴ κοινότητα, ἀνιχνεύεται στὴ μουσική, στὶς λαϊκὲς φορεσιές, στὰ προικοσύμφωνα καὶ στὰ συνεταιρικὰ συμβόλαια. Κυρίως στοὺς αἰῶνες τῆς Τουρκοκρατίας, ἦταν ἡ ΠΡΑΞΗ τῆς ζωῆς, ἔκφραση τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστης (ὄχι ἰδεολογικὰ ἢ φυλετικὰ κριτήρια), ποὺ ξεχώριζαν Ἦταν ἡ νηστεία, ἡ γιορτή, ὁ χορὸς στὸ πανηγύρι, τὸ ἀναμμένο καντήλι στὸ οἰκογενειακὸ εἰκονοστάσι, τὸ ζύμωμα τοῦ πρόσφορου, ὁ ἁγιασμὸς κάθε μήνα. 
τὸν ὀρθόδοξο Ἕλληνα ἀπὸ τὸν ἀλλόθρησκο Τοῦρκο ἡ τὸν ἑτερόδοξο «Φράγκο»:

Ἔτσι, ὅταν τὸν δεύτερο χρόνο τῆς ἐξέγερσής τους ἐνάντια στὴν τουρκικὴ τυραννία (1822) οἱ Ἕλληνες συγκροτοῦν τὴν πρώτη καὶ ἰδρυτική τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους Ἐθνικὴ Συνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου, δὲν ἔχουν ἄλλο τρόπο νὰ ὁρίσουν τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνα, παρὰ μόνο καταφεύγοντας στὴν θρησκευτική του πίστη. Στὸ τμῆμα Β’ τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐπιδαύρου διαβάζουμε: «Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικράτειας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες.»

Εἶναι μᾶλλον ἡ πιὸ ἀπερίφραστη δικαίωση τῆς πρότασης νὰ ὁρίζουμε τὴν Ἑλλάδα ὄχι καταρχὴν ὡς ΤΟΠΟ, ἀλλὰ καταρχὴν ὡς ΤΡΟΠΟ βίου. 

 (Στὶς βασικὲς θέσεις αὐτοῦ του κεφαλαίου συγκλίνουν συμπερασματικὲς μαρτυρίες ἀπὸ διαφοροποιημένες θεωρητικὲς προοπτικές.
Πρβλ. ἐνδεικτικά:

Κ.Θ. Δημαρᾶς: «Ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται ἀνάμεσα σὲ δύο μεγάλους πολιτισμικοὺς ὄγκους, ποὺ ξεχωρίζουν πάντα, ὅσο κι ἂν οἱ τροπὲς τῆς ἱστορίας τυχαίνει νὰ προκαλέσουν μετατοπίσεις. Ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση σμίγουν ἐπάνω στὰ ἑλληνικὰ ἐδάφη, ποὺ γίνονται ἔτσι ἕνα σταυροδρόμι ὅπου ἀδιάκοπα συγκρούονται δύο πρωταρχικὲς μορφὲς πολιτισμοῦ. Προγεφύρωμα καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου πολιτισμοῦ στὶς ἀντίθετες διευθύνσεις τους, ὁ ἑλληνικὸς χῶρος δοκιμάσθηκε πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὴν κατάκτηση. Ὅμως ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τὸ δράμα τῆς φυλῆς μας, εἶναι καὶ μία ἀπὸ τὶς δόξες της ἀπὸ τὴν ἄποψη τὴν πολιτισμική: ὁ ἑλληνισμὸς δέχθηκε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν πλούσιες καὶ ποικίλες ἐπιδράσεις, ποὺ προκάλεσαν τὴν ἰδιοτυπία του. Ἡ θέση του ἀνάμεσα σὲ πολιτισμοὺς ποὺ τὸν ἐπηρεάζουν, τοῦ ἐπέτρεψε ἀνέκαθεν νὰ ἐκμεταλλευθεῖ τὶς ἰδιότητές του, νὰ ἀσκήσει τὴν ἀφομοιωτική του δύναμη. Ἐξ ἄλλου ἡ γεωγραφικὴ θέση τοῦ ἑλληνισμοῦ δὲν εἶναι ἀπίθανο νὰ ἐπέφερε κι ἕνα ἄλλο σταθερὸ χαρακτηριστικό τῆς φυλῆς. Θυμίζω τὴν παρατήρηση τοῦ Ἀριστότελη: οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης τοῦ φαίνονται δραστήριοι, ἀλλὰ χωρὶς ὀξύτητα τοῦ νοῦ· οἱ Ἀσιάτες τὸ ἀντίθετο. Κι ὁ Ἀριστοτέλης, ἔτσι, καταλήγει νὰ θεωρεῖ ὅτι οἱ Ἕλληνες, ζώντας σ᾿ ἕνα κλίμα ποὺ μετέχει καὶ ἀπὸ τὴν Ἀσία καὶ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη, συνδυάζουν καὶ τῶν δύο ὁμάδων τὰ προτερήματα. Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός, λοιπόν, ἐκφράζεται μέσα στὴν ἀδιάκοπη ἀνανέωση τὴν ὁποία προκαλοῦν οἱ ἐπαφὲς μὲ τοὺς ξένους πολιτισμούς, καὶ στὴν ἀδιάκοπη ἀκτινοβολία ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἰδιοτυπίας του καὶ τῶν ἐπαφῶν του… Οἱ λαοί, ὅπως κάθε ὀργανισμός, ἀφομοιώνουν ὅσο εἶναι ζωντανοί, καὶ ἀφομοιώνουν τόσο περισσότερο καὶ τόσο καλύτερα ὅσο πιὸ ζωντανοὶ εἶναι. Ἡ ἐλάττωση τῆς ἀφομοίωσης ἐκφράζει βιολογικὴ πτώση τοῦ ὀργανισμοῦ· μόνο οἱ νεκροὶ ὀργανισμοὶ παύουν νὰ ἀφομοιώνουν… Ἐκεῖνο ποὺ προέχει εἶναι ἡ ἱκανότητα γιὰ πραγματικὴ ἀφομοίωση, γιὰ δημιουργία δηλαδὴ νέου στοιχείου, ἰδιότυπου, ἀπὸ τὸ ξένο.» (Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Ἀθήνα 1968, Πρόλογος, σελ. ιγ-ιδ.)

Νίκος Σβορῶνος: «Θεωρῶ τὴν πολιτισμικὴ συνέχεια τοῦ ἑλληνισμοῦ ὡς ἕνα δυναμικὸ φαινόμενο μὲ διαφορετικὲς φάσεις. Δὲν πιστεύω βέβαια στὴ φυλετικὴ συνέχεια. Δὲν κάνω ζωολογία, κάνω ἱστορία. Δὲν ξέρω τὶ εἶναι ἀνθρωπολογικὰ ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ ἡ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἡ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος. Εἶναι ἀνακατεμένα, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλους τοὺς ἱστορικοὺς λαοὺς τοῦ κόσμου. Γιὰ τὸ ὅτι ὑπάρχει, ὅμως, ἀπὸ παλιά, πολὺ παλιά, ἕνας ἑλληνικὸς λαὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς ἑνότητάς του καὶ τῆς διαφορᾶς ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς, καὶ ἔχει συνείδηση τῆς ἰδιαιτερότητάς του καὶ τῆς πολιτισμικῆς του συνέχειας, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία… Καὶ ἐδῶ μπορῶ νὰ ἐπαναλάβω, σύντομα καὶ ἁπλουστευτικά, ὁρισμένες προτάσεις ποὺ ἔχω διατυπώσει: Τὴν ὕπαρξη -ἕως τὴν ἐπικράτηση τῆς ρωμαϊκῆς ἰδέας, ὕστερα ἀπὸ τὴν κατάκτηση τῆς Ρώμης καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ- ἑνὸς ἑλληνικοῦ λαοῦ, φυλετικὰ ἀνάμεικτου, ὅπως ὅλοι οἱ ἱστορικοὶ λαοί, μὲ κοινὰ πολιτισμικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ μὲ συνείδηση τῆς ἑνότητάς του καὶ τῆς συνέχειάς του. Τὴ βαθμιαία ἀπομακρυνσή του ἀπὸ τὸ συνειδησιακὸ περιεχόμενο τῆς ἑλληνικότητας, μὲ τὴν ἐπικράτηση δύο πλατύτερων ἰδεῶν, τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τῆς ρωμαϊκότητας, ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἰδεολογία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἰδεολογία συνεκτικὴ τοῦ βυζαντινοῦ κράτους -πρᾶγμα ποὺ δὲν ἀποκλείει τὴν ὕπαρξη, συγχρόνως, καὶ μιᾶς ἰδιαίτερης συνείδησης τῆς ἰδιαιτερότητας σὲ κάθε λαό, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀποτέλεσαν τὸ πολυεθνικὸ αὐτὸ πολιτικὸ καὶ πολιτισμικὸ συγκρότημα. Τέλος, τὴ σταδιακὴ πολιτισμικὴ ἐπανασύνδεση τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου τῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἰδέα καὶ τὸ παλιὸ ἑλληνικό του παρελθόν, ὅπως κατὰ τὸν 11ο αἰώνα, καὶ τὴν κατάκτηση μιᾶς καθαρὰ ἑλληνικῆς συνείδησης, ποὺ συντελεῖται κατὰ τὰ τελευταία χρόνια τοῦ Βυζαντίου, καὶ καταλήγει μὲ τὴν διαμόρφωση τοῦ νέου ἑλληνικοῦ ἔθνους, μέσα στὴν Τουρκοκρατία, καὶ τὴν διακήρυξη τῆς βούλησής του νὰ δημιουργήσει ἀνεξάρτητο ἑλληνικὸ κράτος μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση… Ὁ ἑλληνισμὸς βρέθηκε σὲ τέτοιες ἀντικειμενικὲς καταστάσεις, ὥστε νὰ εἶναι ἀπὸ τοὺς λίγους λαοὺς οἱ ὁποῖοι ἀπόκτησαν ἐθνικὴ συνείδηση ἀκριβῶς μέσα σὲ εὐρύτερα σύνολα καὶ σὲ ἀντιπαράθεση μὲ αὐτά. Κυρίως σὰν κατακτημένος λαός. Καὶ τὸ ὅτι διατήρησε τὴ γλώσσα του, τὴν ἐθνική του συνείδηση, γιὰ μένα τοῦτο εἶναι ἀντιστασιακὸ φαινόμενοΔὲν θεωρῶ ἀντίσταση ἁπλῶς καὶ μόνο νὰ πάρεις τὰ ὄπλα καὶ νὰ ἀνέβεις στὰ βουνά. Αὐτὸ εἶναι εὔκολο πρᾶγμα, σχετικὰ εὔκολο. Τὸ πρόβλημα εἶναι νὰ μείνεις αὐτὸ ποὺ εἶσαι, καὶ αὐτὸ βέβαια συνδυάζεται μὲ τὴν πολιτισμικὴ συνέχεια τοῦ ἑλληνισμοῦ. Μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν κατακτήθηκε ὁ ἑλληνικὸς λαός, εἴτε ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους ἀρχικὰ εἴτε ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Τούρκους, εἶχε ἐθνικὴ ἑνότητα καὶ συνείδηση τῆς ἑνότητας αὐτῆς. Ὑπῆρχε μιὰ λαϊκὴ ἑνότητα μὲ τὴ γλῶσσα, μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, καὶ εἶχε συνείδηση τῆς ταυτότητάς του αὐτῆς, ἡ ὁποία τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἀντισταθεῖ στὴν ἀπορρόφηση ἀπὸ ἄλλους λαούς, οἱ ὁποῖοι ἦταν οἱ κατακτητές του». (Συνέντευξη στὸ περιοδικὸ «Σύγχρονα Θέματα», τεῦχος 35-37, Δεκέμβριος 1988.)

Ε.Π. Παπανοῦτσος: «Ἀφαιρέσαμε ἀπὸ τὴν παιδεία τοῦ Ἔθνους τὸ στοιχεῖο ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ὁ καλύτερος ἄξονάς της καὶ ποὺ δικαιολογημένα πρέπει νὰ εἶναι τὸ καμάρι μας: τὴν ἰδέα τῆς ἀκατάλυτης διάρκειας, τῆς ἀδιάσπαστης συνέχειας ποὺ παρουσιάζει αὐτὸς ὁ μικρὸς καὶ βασανισμένος λαὸς στὴ μακρὰ καὶ γεμάτη ἀπὸ ὡραῖες σελίδες πνευματική του ἱστορία. Καὶ ἀλήθεια ἀναμφισβήτητη καὶ χρέος ἐθνικὸ ἀπὸ τὰ πρῶτα εἶναι νὰ τονίζουμε στὶς γενεὲς ποὺ ἔρχονται, γιὰ νὰ πάρουν τὴ θέση τους μέσα στὸν ἐθνικὸ στίβο, ὅτι ποτὲ δὲν ἔπαψε αὐτὴ ἡ φυλὴ νὰ ὑπάρχει καὶ νὰ ἐκδηλώνεται πνευματικὰ μὲ πρόσωπα καὶ ἔργα ἀξιόλογα. Ὅτι σὲ ὅλες τὶς φάσεις τοῦ ἱστορικοῦ βίου της τραγούδησε, ἐρεύνησε καὶ στοχάστηκε, ἔγραψε καὶ φιλοσόφησε, ζωγράφισε ἔπλασε κ᾿ ἔχτισε, δηλαδὴ ἔζησε καὶ πνευματικὰ καταξίωσε τὴ ζωή της, ὅπως ζοῦν καὶ πνευματικὰ καταξιώνουν τὴ ζωή τους οἱ λαοὶ ποὺ ἔχουν καὶ δημιουργοῦν παράδοση… Τὸ ἄμεσο ἐθνικὸ παρελθὸν στὴν πνευματική μας ἱστορία διαγράφεται μὲ μιὰ φοβερὴ γιὰ τὶς συνέπειές της μονοκοντυλιά. Ἀφήνοντας τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα διασκελίζουμε βιαστικὰ καὶ μὲ συγκατάβαση δέκα αἰῶνες βυζαντινῆς ἱστορίας καὶ ἀποστρέφοντας τὸ πρόσωπο μὲ συναίσθημα πικρίας ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς Φραγκοκρατίας καὶ τῆς Τουρκοκρατίας, προσπαθοῦμε νὰ ξαναβροῦμε τὸν μετὰ τὸ Εἰκοσιένα ἐλεύθερο ἑαυτό μας μέσα ἀπὸ τὴν ἰταλική, τὴν ἀγγλική, τὴ γαλλικὴ καὶ τὴ γερμανικὴ Ἐπιστήμη καὶ Φιλοσοφία τῶν τετρακοσίων τελευταίων ἐτῶν. Νὰ ξανακολλήσομε στὴν Εὐρώπη γίνεται ἡ ἔγνοια μας καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀνακουφίσουμε τὸν πληγωμένο μας ἐθνικὸ ἐγωισμὸ μὲ τὴν προσπάθεια νὰ ἀποδείξομε, ὅτι οἱ προχωρημένοι στὸν πολιτισμὸ Εὐρωπαῖοι ὀφείλουν τὰ φῶτα τους στοὺς ἀρχαίους μας προγόνους. Πῶς δημιουργήθηκε, καὶ ἰδίως πῶς διαδόθηκε καὶ ἔπιασε αὐτὸς ὁ μῦθος; πῶς ἡ ἐλεύθερη μετὰ τὴν ἐθνικὴ ἀποκατάσταση πατρίδα ἔπεσε σ᾿ αὐτὴ τὴ θανάσιμη πλάνη καὶ ἔκανε τὴν ἀσύγγνωστη ἀδικία νὰ σκίσει μὲ τὰ ἴδια της τὰ χέρια τόσες ἑκατοντάδες λαμπρῶν σελίδων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀκρωτηριάσει τὴν πνευματική της ἱστορία; Ἕνα πάντως εἶναι βέβαιο: ὅτι τὸ κακὸ ἔγινε, ὅτι ἡ πλάνη ἐξακολουθεῖ σὲ πολλοὺς νὰ ὑπάρχει.» (Νεοελληνικὴ Φιλοσοφία, Ἀθῆναι, Βασικὴ Βιβλιοθήκη τόμος 35, Εἰσαγωγή, σελ. 7 καὶ 8.)

 Ζήσιμος Λορεντζάτος: «Συνεχίζουμε τὸ ὄνομα ἑνὸς ἄνισου τόπου, ποὺ ὑπάρχει πολὺ περισσότερο στὸ χρόνο παρὰ στὸ χῶρο, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ μοῖρα μας δὲν καταλαβαίνει τὴ μοῖρα τῶν λαῶν τοῦ χώρου, ἀλλὰ κλώθεται ὁλοένα τριγύρω στὸ ἄλυτο πρόβλημα τῶν δύο διαστάσεων. Εἴμαστε οἱ μνηστῆρες τοῦ χρόνου καὶ οἱ καταδικασμένοι τοῦ χώρου. Σήμερα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ θὰ πρέπει νὰ συλλογιστοῦμε μήπως μέσα στὴν ἐποχὴ ποὺ μπαίνουμε δὲν μᾶς ἀπομένει ἄλλο ἐμπόρευμα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐπίδοσή μας… Ἡ δική μας ὀρθόδοξη παράδοση τῆς Ἀνατολῆς -ἄμεσα ἢ ἔμμεσα- ἔδωσε στὴ Δύση ὅ,τι βαθύτερο ἀκριβῶς ἔχει νὰ παρουσιάσει ἐκείνη πνευματικά. Καὶ ὅταν λέμε δική μας δὲν ἐννοοῦμε πὼς ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες δώσαμε στοὺς ἄλλους τίποτα ἢ πὼς ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἀνήκει σὲ μᾶς, εἶναι ἐθνικὴ ἢ φυλετική, ἀλλὰ πὼς ἐμεῖς ἀνήκουμε σὲ αὐτὴ κατὰ τὸ ποσοστὸ ποὺ γινόμαστε ἐμεῖς, λαὸς ἅγιος Χριστοῦ, καθὼς ἔγραφε ὁ Φώτιος ἀπὸ τὴν ἐξορία (Ἐπιστολὴ 126), καὶ μόνο κατὰ τὸ ποσοστὸ αὐτό, ὅσο τὴν ἔχουμε ἢ τὴν ἀκολουθάμε, μποροῦμε τὴν ὀρθόδοξη παράδοση νὰ τὴ λέμε δική μας· ποτὲ ἐθνικὰ ἢ φυλετικά.» (Μελέτες, Ἀθήνα, ἐκδ. «Γαλαξίας», 1967, σελ. 17 καὶ 160.)

 * Απόσπασμα (το πρῶτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου από το Αντίβαρο, όπου και περισσότερα)