Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Papadiamantis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Papadiamantis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Απριλίου 2022

«Εξοχικὴ Λαμπρή». Ένα Πασχαλινό Διήγημα του Παπαδιαμαντη (στην γλώσσα του 1890). (Μέρος Α΄). Un racconto per la Pasqua: “Pasqua in campagna” di Alexandros Papadiamanti (1890); Parte 1a.

Είχα καιρό να βάλω στο Ιστολόγιο κάτι παπαδιαμαντικό. Δεν μου πήρε πολύ να βρώ το σημερινό Πασχαλινό Διήγημα του Κυρ Αλέξανδρου με τον τίτλο «Εξοχικὴ Λαμπρή».  Ελαφρώς διασκευασμένο (ως προς το σημείον ενάρξεώς του) και στο πολυτονικό - όπως πρέπει- σύστημα, αλλά και εξαιρετικά κατάλληλο για να ευχηθώ σε όλους

Καλή Ανάστασι!

[Ολόκληρο το διήγημα (συνεπώς και το παραλειπόμενο αρχικό κομμάτι) μπορείτε να το διαβάσετε και στον Ερανιστή.]

...................................

Εξοχικὴ Λαμπρή

(Σκιαθίτικο πασχαλινό διήγημα)

«...Έπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια νὰ τοὺς λειτουργήσῃ. 

Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως, ἦτο ὁ παπα-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτο «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μέ τινας τῶν ἐξωμεριτῶν, καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτο ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾽ ἀποσώνῃ* τὰ παιδιὰ» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὗτος, ὡς οἱ πλεῖστοι τοῦ γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος. 

Τοῦτο ναί, ἀληθεύει, ἀλλ᾽ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾽ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργούς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπα-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾽ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ὁ παπα-Θεοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ, εἰπὼν ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξ ἴσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο. 

Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπα-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας· ἀλλ᾽ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγῃ· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῷ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾽ αὐτῷ.

*  *  *

Ἡ Πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὧρες νὰ φέξῃ», καὶ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνισε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς κρούων ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς. 

Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγ. Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα. 

Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν. 

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾽ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ Κύματι θαλάσσης

Ὁ παπα-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς

Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κ᾽ ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾽ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκεῖαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, τῶν ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων, καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps»*.

Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες.

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεύς, ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ βήματος, ἡτοιμάζετο «νὰ πάρῃ καιρόν»*, καὶ ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν. 

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσώρμησεν εἰς τὸ ναΐδιον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δύο ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαέτης περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπα-Κυριάκου.

Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾽ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο.

Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐν τούτοις·

―  Παπά, παπά!…

(Τὰ παπαδόπουλα ἐκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των.) 

―  Παπά, παπά!… ὁ παπα-Σφοντύλας… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… ἀπ᾽ τ᾽ ἁι-βῆμα ἡ πεθερά του… κ᾽ ἡ παπαδιά… κουβαλοῦν… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… τοὺς εἶδα… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… ἀπ᾽ τ᾽ ἁι-βῆμα… κ᾽ ἡ πεθερά του… κ᾽ ἡ παπαδιά…

Μόνος ὁ παπα-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα· «Ὁ παπα-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτὰς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».

Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὗτος, ἀγαπῶν ὡς ὅλοι οἱ νέοι τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα, ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὁμήλικας.

Ἀλλ᾽ ὁ παπα-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἥμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του… ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.

Ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπώπτευσεν ἐκ τῶν κινημάτων τούτων, καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του.

Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δύο φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη·

―  Παπά, παπά, ποῦ πᾷς;

―  Θὰ ᾽ρθῶ βλογημένε, τώρα, ἀμέσως πίσω.

Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν καὶ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεώς του ἔλεγεν ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.

―  Ποῦ πᾷς; ἐπέμενεν ὁ μπαρμπα-Μηλιός.

―῍Ας διαβάζῃ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, κ᾽ ἔφθασα.

Ἐλησμόνει ὅτι ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀναγνώσῃ ἄλλα ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν.

― Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου, ἐδῶ, βλογημένε, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ· σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!

Καὶ λέγων ἔτρεχεν.

Ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ.

―  Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ, ἐψιθύρισε.

*  *  *

Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο. 

Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰ νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾽ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγώτερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.

Ἐν τούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του.

―  Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά, ἔλεγεν, ὀκτώ, μὲ συμπάθειο, κ᾽ ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κ᾽ ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾽ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾽ ἐκεῖ!…

Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ, ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετό τις εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.

Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἡδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλός του δὲν εἶχε βραχῆ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμήθη, ἀνένηψεν.

―Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω, εἶπε, καὶ πίνω νερό;…

Καὶ δὲν ἔπιε. 

Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.

―  Τί κάμνω ἐγώ, εἶπε, ποῦ πάω;

Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ·

―Ἥμαρτον, Κύριε, εἶπεν, ἥμαρτον! μὴ μὲ συνερισθῇς.

Ἐπανέλαβε δέ:

―Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν… συγχωρήσῃ… κ᾽ ἐκεῖνον κ᾽ ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου.

ᾘσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.

―Ὦ Κύριε, εἶπεν ὁλοψύχως, ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα.

Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.

―  Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό, εἶπε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω! Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!… «Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!…» Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!

Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾽ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.

Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν, καὶ μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικόν, καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα. 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

(1980)

(Αύριο, το β΄ και τελευταίο μέρος του διηγήματος  )

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

«Στην Παναγία την Κεχριά». Ένα θρησκευτικό ποίημα του Παπαδιαμάντη. "Alla Madonna di Kechria": Una poesia religiosa di Alexandros Papadiamantis

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!

[Μόλις σήμερα, με την χάρι Της, επανερχόμαστε στο επικίνδυνο (και ελάχιστα εύκολο καλοκαιριάτικα) σπορ της Ιστολογίας, μετά από πολλές ημέρες γεμάτες με οικογενειακές μέριμνες, αλλά και με αναπόφευκτες ευθύνες και έκτακτες προσωπικές υποχρεώσεις. ]
.



ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΧΡΙΑ

Γλυκειά Παρθέν', αξίωσέ με
νά ‘ρθω και πάλι στο ναό σου,
όπου φυσά γλυκά η αύρα
στα πλατάνια τα θεόρατα
κάτω στο ρέμα, που η πηγή κελαρύζει
κι επάνω θροΐζ’ η αύρα μαλακά.

Όλος ο ήλιος λάμπει στο θόλο
του ωραίου ναού σου με τα πιατάκια τα ποικιλμένα
κι ευωδιάζ' η μύρτος κ’ η δάφνη
ολόγυρα, κ’ η βρύση κελαδεί
στην αυλή που ανθεί ο λιβανωτός κι [ο θύμος].

Στα νιάημερα τ' αγαπημένα
της δοξασμένης μεταστάσεώς σου
ήθελα νά ‘μαι να ψάλω το "Πεποικιλμένη..."
στο πανηγύρι το σεμνό.

Να βλέπω, να θαυμάζω τη χλωμή μορφή σου,
με τα ματάκια τα κλειστά,
με τα χεράκια σταυρωμένα,
κι ο Υιός σου να κρατή την άμωμη ψυχή σου,
ως τρυγόνα στα χεράκια.

Κι Απόστολοι εκ περάτων
στα σύννεφα επάνω πετώντας,
κι Άγγελοι με σταυρωμένα χέρια
βλέπουν το θάμα το φριχτό!

Ψηλά επάνω απ' το δώμα, από δυο παραθυράκια,
με τις κουκούλες δυο καλογεράκια
προβάλλουν και τείνουν από ένα τόμον ανοιχτό!

κι ο ένας γράφει "θνητή γυναίκα του Θεού μητέρα"
κι ο άλλος• "τ' ουρανού είσαι πλατυτέρα,
ως έμψυχος ναός και θρόνος του Θεού..."

Γλυκειά Παρθέν' αξίωσέ με
νά ‘ρθω και πάλι στο ναό σου,
όπου φυσά γλυκά η αύρα
στο ρέμα στα πλατάνια μυστικά!

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1920)

Σχόλιο για την διόρθωσι:
[ΣΗΜ. Ο στίχος 11 που έτσι κι αλλιώς παρουσιάζει φιλολογικά προβλήματα (μάλιστα ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος γράφει πως «Γενικά η παράδοση του κειμένου του ποιήματος δεν είναι καθόλου καθησυχαστική», βλ. ό. παρακάτω σ. 363), καθώς δεν υπάρχει διαθέσιμο το αυτόγραφο του ποιητή, είναι απο εμάς εδώ διορθωμένος με το «κι {ο θύμος}».
Από την μια -όπως έχει αρμοδίως επισημανθή για αυτόν τον λειψό στίχο– δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η πρόταση του Βαλέτα, πρώτου εκδότη: «ἡ μύρτος», αφού αυτή η λέξι χρησιμοποιήθηκε στο ποίημα μόλις δυο στίχους πρωτύτερα.
Βέβαια η φιλόδοξη παρέμβασις μας δεν είναι και τόσο αυθαίρετη. Η λόγια λ. θύμος για το θυμάρι, τον τόσο χαρακτηριστικό για την ελληνική φύση κι αγαπημένο στην ποίησι θάμνο, αναφέρεται ονομαστικά από τον Σκιαθίτη σε ανάλογη περίπτωσι πεζολογικής περιγραφής εξωκλησιού της ιδιαίτερης πατρίδας του (: Βαρδιάνος στα Σπόρκα), όπως εύστοχα αναφέρει ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Μια λύσι που θα την προτιμούσε και ο ίδιος στην κριτική του έκδοσι, την οποία κι εμείς ακολουθούμε «αν η πρώτη δημοσίευση δεν είχε κ’, που ζητεί να ακολουθεί το θηλυκό άρθρο». Και επ’ αυτού, παρ’ όλο που είναι σπανιότερος και απ’ όσο γνωριζουμε αμάρτυρος, εμείς να αναφέρουμε τον τύπο της λέξης και σε θηλ. γένος, (ενν. η βοτάνη), όπως φαίνεται να αποδίδει βοτανολόγος του 17ου αι. (Nicholas Culpeper, 1616 – 1654) τον επίμαχο θάμνο, αναφερόμενος στην επιστημονική ονομασία του ως Thymus vulgaris (Labiatae), όταν έγραφε < ή τον …μετάφραζαν; > : «H thymvs vulgaris (θυμάρι) αποτελεί ένα σημαντικό δυναμωτικό των πνευμόνων…»]

Το ποίημα και σε πολυτονική γραφή (βλ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΑΠΑΝΤΑ, κριτική έκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Εκδόσεις Δόμος, 1988, τ. 5 , σ. 30-31):

ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΧΡΙΑ

Γλυκειὰ Παρθέν᾿, ἀξίωσέ με
νὰ ’ρθω καὶ πάλι στὸ ναό σου,
ὅπου φυσᾷ γλυκὰ ἡ αὔρα
στὰ πλατάνια τὰ θεόρατα
κάτω στὸ ρέμα, ποὺ ἡ πηγὴ κελαρύζει
κ’ ἐπάνω θροΐζ’ ἡ αὔρα μαλακά.

Ὅλος ὁ ἥλιος λάμπει στὸ θόλο
τοῦ ὡραίου ναοῦ σου μὲ τὰ πιατάκια τὰ ποικιλμένα
κ’ εὐωδιάζ᾿ ἡ μύρτος κ’ ἡ δάφνη
ὁλόγυρα, κ’ ἡ βρύση κελαδεῖ
στὴν αὐλή, ποὺ ἀνθεῖ ὁ λιβανωτὸς κ’ [ἡ μύρτος].

Στὰ νιάημερα τ᾿ ἀγαπημένα
τῆς δοξασμένης μεταστάσεώς σου
ἤθελα νὰ ’μαι νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη»
στὸ πανηγύρι τὸ σεμνό.

Νὰ βλέπω, νὰ θαυμάζω τὴ χλωμὴ μορφή σου,
μὲ τὰ ματάκια τὰ κλειστά,
μὲ τὰ χεράκια σταυρωμένα,
κι ὁ Υἱός σου νὰ κρατῇ τὴν ἄμωμη ψυχή σου,
ὡς τρυγόνα στὰ χεράκια.

Κι Ἀπόστολοι ἐκ περάτων
στὰ σύννεφα ἐπάνω πετώντας,
κι Ἄγγελοι μὲ σταυρωμένα χέρια
βλέπουν τὸ θάμα τὸ φριχτό!

Ψηλὰ ἐπάνω ἀπ᾿ τὸ δῶμα, ἀπὸ δυὸ παραθυράκια,
μὲ τὶς κουκοῦλες δυὸ καλογεράκια
προβάλλουν καὶ τείνουν ἀπὸ ἕνα τόμον ἀνοιχτό!

Κι ὁ ἕνας γράφει: «θνητὴ γυναίκα τοῦ Θεοῦ Μητέρα»
κι ὁ ἄλλος: «τ᾿ οὐρανοῦ εἶσαι πλατυτέρα,
ὡς ἔμψυχος ναὸς καὶ θρόνος τοῦ Θεοῦ...»

Γλυκειὰ Παρθέν᾿, ἀξίωσέ με
νὰ ’ρθω καὶ πάλι στὸ ναό σου,
ὅπου φυσᾷ γλυκὰ ἡ αὔρα
στὸ ρέμα στὰ πλατάνια μυστικά!


Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος (1920)

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

«Οιωνός». Το τολμηρό δημοσίευμα του Παπαδιαμάντη (από το 1896) για τους υπεύθυνους της εθνικής κατάπτωσης. “Ionos” un articolo di Papadiamantis (1896)

Ionos” (= Omen, Auspicio); un articolo coraggioso di Alexandros Papadiamantis, 115 anni fa


Υπάρχει ένα όχι πολύ γνωστό φιλολογικό σημείωμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το οποίο υπο μορφή πρωτοχρονιάτικου άρθρου δημοσιεύθηκε πριν από 115 χρόνια στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις».
Έχει τον τίτλο «Οιωνός», τίτλος ο οποίος σχετίζεται με την περίφημο ομηρικό στίχο –αποφθεγματική ρήσι/ομολογία φιλοπατρίας- (στο Μ 243) της Ιλιάδος: ΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ, ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΗΣ (= Ένα είναι το καλύτερο σημάδι, ο καλύτερος οιωνός: το να πολεμάει κανείς υπερασπιζόμενος την πατρίδα του ).
Σε αυτό το πρωτότυπο (και απίστευτα επίκαιρο) δημοσίευμα, ο άγιος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ενώ ξεκινά με μια διάθεσι φιλολογική (στην εισαγωγή του κάνει τρείς κειμενικές αναφορές σε αντίστοιχους κλασσικούς συγγραφείς, Όμηρο, Κικέρωνα και Πλάτωνα), συνεχίζει με μια σύντομη διήγησι, την οπία χρησιμοποιεί ως παράδειγμα (λίαν τολμηρό καί στην σύλληψι καί στην διατύπωσι –ειδικά στο β’ μέρος του- όπως ίσως καταφέρουμε να καταδείξουμε σε προσεχή αναφορά μας) για το άστοχο της αναζήτησης «οιωνών, καλών δηλ. σημαδιών και ευνοϊκών προβλέψεων.
«Οι μόνοι αληθείς οιωνοί είναι τα πράγματα» επισημαίνει ο Παπαδιαμάντης και κλείνει το άρθρο του με μια σύντομη αναφορά στα εν εθνικά ζητήματα.

Σ’ αυτό το κομμάτι (που αναδεικνύει το όλο δημοσίευμα σε μαρτυρία μνημειώδους για τον μέγα Σκιαθίτη συγγραφέα πολιτικής τόλμης) με μια σειρά ρητορικών ερωτήσεων και κατάλληλων κριτικών τοποθετήσεων σε γλώσσα που σφύζει από το πάθος της φιλοπατρίας, αποδεικνύει πως «το αμύνεσθαι περι πάτρης» δεν συγκινεί την πολιτική ηγεσία της Ελλάδας. Αντίθετα, για την πνευματική και κοινωνική παρακμή, τον ηθικό εκφυλισμό, την πολιτική φαυλότητα ακόμα και αυτήν την οικονομική καταστροφή με την συντελεσθείσα (και ακόμα πρόσφατη τότε) χρεοκοπία της ορφανεμένης από φιλοπάτριδες ηγέτες χώρας μας, καταδεικνύει ως υπεύθυνους τους άστοργους (σαν …τις μητριές! -όπως λέει) πολιτικούς.
Αυτό το τελικό μέρος του άρθρου θα παραθέσουμε εδώ (το βρίσκει κανείς και αλλαχού στο διαδίκτυο αναδημοσιευόμενο, αλλά συνήθως με στοιχεία ενοχλητικής προχειρότητος, ενώ κάποτε και ασυγχώρητης συγχύσεως ).
Αξίζει, λοιπόν, να θαυμάσουμε την πατριωτική ευαισθησία του κορυφαίου λογοτέχνη μας (τον οποίο κάποιοι, θύματα της πολιτικής τους ιδεοληψίας ή της θρησκευτικής τους προκατάληψης τον θέλουν χωρίς κοινωνικοπολιτική αγωνιστικότητα και απλό έως θρησκόληπτο ηθογράφο) συνυφασμένη με την ανησυχία του για την συνολική κατάντια που παρουσίαζε εκείνη την εποχή η πατρίδα μας (οι διαπιστώσεις του λόγω χάρι στον στρατιωτικό τομέα «σπασμωδικαί, κακομελέτητοι και κακοσύντακτοι επιστρατείαι» και «σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά» δείχνουν όχι τυχαία οξυδέρκεια, καθώς μάλιστα φθάνει να διαπιστώση το πρόβλημα έναν και πλέον χρόνο πριν την ντροπιαστικά αποτυχημένη σύρραξι με τους Τούρκους).
Και πάνω απ’ όλα άξιο θαυμασμού, είναι η σκληρή όσο και εύστοχη κριτική του κυρ-Αλέξανδρου κατά του αποτυχημένου (από τότε) πολιτικού συστήματος, το οποίο καταδικάζει σε επίπεδο ηγεσίας κρίνοντάς το παμψηφεί ένοχο, αν όχι τόσο ευθέως «επι προδοσία», όμως βεβαιότατα «επι ανικανότητι»:
Για την καταστροφή της πατρίδας μας «φταίνε οι ανίκανοι πολιτικοί μας ηγέτες»!


ΟΙΩΝΟΣ
"Το εκήρυξεν ο θείος Όμηρος προ ετών τρισχιλίων: Είς οιωνός άριστος!...
Εύρεν ευκαιρίαν να βάλη εις το στόμα του Έκτορος όλην την αηδίαν, όσην του ενέπνεον κατά βάθος οιωνοί και οιωνοσκόποι, καίτοι, λόγω του επικού αξιώματος, ήτο αναγκασμένος, ο θεσπέσιος, να περιγράφη μετά μεγάλης σοβαρότητος όλας
τας τελετάς και τας ασκήσεις των θυσιών, και των οιωνών και των μαντευμάτων.
(.…)

Τί χρειάζεται ο οιωνός :
Μήπως δεν είναι τα πράγματα;
Είς οιωνός άριστος. Αλλά τίς έβαλεν εις πράξιν την συμβουλήν του θειοτάτου αρχαίου ποιητού; Εκ της παρούσης ημών γενεάς τίς ημύνθη περί πάτρης;

Ημύνθησαν περί πάτρης οι άστοργοι πολιτικοί, οι εκ περιτροπής μητρυιοί τού ταλαιπώρου ωρφανισμένου Γένους, του «στειρεύοντος πρίν και ητεκνωμένου δεινώς σήμερον»;
Άμυνα περί πάτρης δεν είναι αι σπασμωδικαί, κακομελέτητοι και κακοσύντακτοι επιστρατείαι, ουδέ τα σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά.
Άμυνα πετρί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεωκοπίας.
Τίς ημύνθη περί πάτρης;
Και τί πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος.


Και σήμερον, νέον έτος έρχεται. Και πάλιν τί χρειάζονται οι οιωνοί; Οιωνοί είναι τα πράγματα.
Μόνον ο λαός λέγει. Κάθε πέρσι και καλύτερα.
Ας ευχηθώμεν το ερχόμενον έτος να μή είναι χειρότερον από το έτος το φεύγον”.






Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Εφημερίς “Ακρόπολις”, 1 Ιαν. 1896



[ Σημ. Τα αποσπάσματα του κειμένου ακολουθούν την κριτική έκδοσι του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου ( «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ΑΠΑΝΤΑ, τ. 5. Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1988, σσ. 251-254). Δυστυχώς, δεν καταφέραμε να γράψουμε το κείμενο –ή …να το βρούμε έτοιμο- στο πολυτονικό]