Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άξιον Εστί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άξιον Εστί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Αυγούστου 2021

Για πιστούς και άπιστους (no 2): Το παρεκκλήσι της Ἁγίας Τριάδος στην λίμνη Μαραθώνος (Ντοκουμέντο 7 Αυγούστου). Και το “Azure” των Electric Litany. Per credenti e non: La miracolosa salvaguardia dagli incendi della cappella di Santa Trinità (Lago di Maratona); più il brano “Azure” degli Electric Litany (You tube video + lyrics).

«…μια χαμηλή εκκλησία, μ' έναν Θεό πανύψηλο!»

ΕΛΥΤΗΣ


Η παρακάτω μαρτυρία-ρεπορτάζ μιλάει για ένα ακόμη θαυμαστό γεγονός απο τις πυρκαγιές. Και αυτό όχι από την Εύβοια. Από την Αττική (Μαραθώνας). Και απ’ ό,τι φαίνεται, σ’ αυτήν την περίπτωσι δεν προηγήθηκε καμμία λιτανεία

[Εσείς δήτε το βίντεο. Εγώ θα μπορούσα να προσθέσω στην ανάρτησι κάποιον εκκλησιαστικό ύμνο, αλλά θα κλείσω στην συνέχεια με ένα μουσικοποιητικό σχόλιο, που προφανώς μου προέκυψε ως συνειρμός (εκκλησάκι, λιτανεία, πίστι κττ)…]

Νέο θαύμα! Το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος N

Αναφορικώς με το εκκλησάκι, αυτό έχει το όνομα της Αγίας Τριάδος και δεν είναι τυχαίο! Πρόκειται για ένα μοναστηριακό ξωκκλήσι, το οποίο ανήκει στην Μητρόπολι Κηφισιάς. Και μπορεί να είναι ένα από τα εκατοντάδες μεταβυζαντινά ανάλογα μνημεία, αλλά για εμάς εδώ στην Εύβοια έχει κάτι παραπάνω, αφού σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες εκεί ασκήθηκε ο Άγιος Τιμόθεος Επίσκοπος Ευρίπου (1510 – 1590)!  Αυτό το ταπεινό εκκλησάκι λοιπόν, το πιθανότερο είναι να ταυτίζεται με το ιερό κτίσμα στο οποίο λειτουργούσε ο Άγιος (πρίν ανοικοδομήσει την Μονή Πεντέλης, της οποίας υπήρξε και κτήτωρ), το αναφερόμενο στις πηγές ως «Αγία Τριάδα του Νερού»!


....................................................................................

Τέλος, για το post-rock /alternative rock συγκρότημα των Electric Litany, σας έχουμε …προειδοποιήσει! 

 Azure - Electric Litany (Copenhagen Steet Demos)

 

 Όσο για τους στίχους, εύκολο:

Πρόκειται για το «Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού», δηλ. για τον 14ο Ψαλμό από το «Αξιον Εστί» (: από την 3η ενότητα των «Παθών») του Οδυσσέα Ελύτη. Το συγκρότημα χρησιμοποίησε την απαγγελία τού Νομπελίστα μας και την επένδυσε καταλλήλως μουσικά!


[ Και επειδή στο ομώνυμο κανάλι τους στο Youtube οι Electric Litany μετέφρασαν αποσπασματικά το εν λόγω μελοποιημένο ποίημα, αναδημοσιεύω όσο γίνεται πιστά (με κύρια φιλολογική παρέμβασί μου, τα αποσιωπητικά στις παρενθέσεις) την εκεί δική τους παρουσίασι: ]

Electric Litany.

Copenhagen Street Demos.

(Recorded on an iphone 9).

March 2015, London.

- Voice-Poem: Odysseas Elytis (Αξιον Εστι - Ναοι στο σχημα τ'ουρανου) (Axion esti - Temples in the Shape of the Sky)

Images: Bela Tar, Theo Angelopoulos

 

 - Temples in the shape of the sky

and beautiful girls

with the grape in their teeth, you were right for us!

Birds on high lifting the heaviness of our heart

the deep azure that we loved!

They are gone, they are gone.

July with the bright shirt

and stony August with its small uneven steps

They are gone, they are gone

and deep beneath the earth clouds gathered, throwing up black gravel

and thunder, the rage of the dead

and slowly moaning in the wind

they came back with their chests

thrust out fearsome statues of rock.

-

ΝΑΟΙ στο σχήμα του ουρανού

και κορίτσια ωραία

με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!

Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας

και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!

Φύγανε φύγανε 

ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο

και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.

(…)

Φύγανε φύγανε

(…)

και βαθιά κάτω απ'το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας

χαλίκι μαύρο

και βροντές, η οργή των νεκρών

και αργά στον άνεμο τρίζοντας

εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά

φοβερά των βράχων τ' αγάλματα!

 

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Ανήμερα της Αγίας Ιουλίτης, με λίγο άρωμα Ελύτη! (Από το Άξιον Εστί).Un brano poetico dal “Axion Esti” (Dignum Est) di Elitis

Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου
και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι
ΨΑΛΜΟΣ ΡΚΗ'

ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, (Απόσπασμα από «Το Δοξαστικόν»)

        ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ἑορτάζοντας τη μνήμη
των ἁγίων Κηρύκου και Ιουλίτης
        ἕνα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ' λώνια
ἱερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε:

       ΧΑΙΡΕ ἡ Καιομένη και χαίρε ἡ Χλωρή
Χαίρε ἡ Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

        Χαίρε ἡ που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε ἡ που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

        Χαίρε του Παραδείσου των βυθών Αγρία
Χαίρε της ερημίας των νησιών
Ἁγία

        Χαίρε Ονειροτόκος χαίρε Πελαγινή
Χαίρε
Αγκυροφόρος και Πενταστέρινη

        Χαίρε με τα λυτά μαλλιά χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά
δαμάζοντας τον δαίμονα

        Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των Κήπων
Χαίρε που
ρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου

        Χαίρε ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε
προφητικιά και δαιδαλική

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940. Μικρή αναφορά στην Εθνική Επέτειο με Ελύτη (απόσπασμα από το Άξιον Εστί οπτικοποιημένο καταλλήλως)

Αντί ρητορικών γυμνασμάτων ή άλλων επεξεργασμένων ιστορικών αναφορών καταφεύγουμε στην ευγλωττία της Ποίησης με το γνωστό κι αγαπημένο απόσπασμα από το μεγαλειώδες Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, δια φωνής Μάνου Κατράκη.
Αλλά αξίζει, νομίζουμε, να δήτε και το παρακάτω οπτικοποιημένο αποτέλεσμα μιας προσπάθειας σχετικής με τον σημερινό εορτασμό, (“Η Ελληνική Συμβολή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο”, του χρήστη Gordios 79) από το You Tube.

The Greek Contribution in World War II

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

ΞΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΣ τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σχόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, απο Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, και είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δωδεκα μέρες κιόλας είχαμε μείς πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί
μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γής, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, νά που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι απο τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μές στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές οπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί κι αμίλητοι, φέγγοντας μ' ενα μικρό δαδί, μια-μια εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. ΄Η φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τί μας είχε ανεβεί η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε, ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημαδι οτι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζά τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε απο στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φώς.

Τοτες, χωμενοι μες στις ρεματιες, γερναμε το κεφαλι απο το μερος το βαρυ, οπου δε βγαινουνε ονειρα. Και τα πουλια μάς θυμωναν, που δε διναμε ταχα σημασια στα λογια τους - ισως και που ασκημιζαμε χωρις αιτια την πλαση. Αλλης λογης εμεις χωριατες, μ' αλλω λογιω ξιναρια και σιδερικα στα χερια μας, που ξορκισμενα να 'ναι.

Δωδεκα μερες κιολας, ειχαμε μεις πιο πισω στα χωρια κοιταξει σε καθρεφτη, ωρες πολλες, το γυρο του προσωπου μας. Κι απανω που συνηθιζε ξανα το ματι τα γνωριμα παλια σημαδια,και δειλα συλλαβιζαμε το χείλο το γυμνο ή το χορτατο απο τον υπνο μαγουλο, να που τη δευτερη τη νυχτα σαμπως παλι αλλαζαμε, την τριτη ακομη πιο πολυ, την υστερη, την τεταρτη, πια φανερο, δεν ειμασταν οι ιδιοι. Μονε σα να πηγαιναμε μπουλουκι ανακατο, θαρρουσες, απ' ολες τις γενιες και τις χρονιες, αλλοι των τωρινων καιρων κι αλλοι πολλα παλιων, πού 'χαν λευκανει απ' τα περισσια γενια. Καπεταναιοι αγελαστοι με το κεφαλοπανι, και παπαδες θερια, λοχιες του 97 ή του 12, μπαλτατζηδες βλοσυροι πανου απ' τον ωμο σειώντας το πελεκι, απελάτες και σκουταροφοροι με το αιμα επανω τους ακομη Βουργαρων και Τουρκών. Ολοι μαζι, διχως μιλια, χρονους αμετρητους αγκομαχωντας πλάι-πλάι, διαβαιναμε τις ραχες, τα φαραγγια, διχως να λογαριαζουμε αλλο τιποτε. Γιατι καθως οταν βαρουν απανωτες αναποδιες τους ιδιους τους ανθρωπους παντα, συνηθαν στο Κακο, τελος του αλλαζουν ονομα, το λεν Γραμμενο ή Μοιρα - ετσι κι εμεις επροχωρουσαμε ισια πανου σ' αυτο που λεγαμε Καταρα, οπως θα λεγαμε Ανταρα ή Συννεφο. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη οπου πολλες φορες εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο συχνα, ψιχαλιζε στους δρομους εξω καθως μες στην ψυχη μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε, απ' τ' άλλο μέρος vά 'ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε γάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι όπου κατόπι σαν ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη απο την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. "Όι, όι μάνα μου", "όι, όι μάνα μου", και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, πού 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μολις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνώτα τους, κι οι τσέπες γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές-μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.


ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ, Το Άξιον Εστί , (Ίκαρος, 198013 , σ. 30-32)