Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σονέττα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σονέττα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

Ένα ποίημα (προφητικό σονέτο) του Λορέντζου Μαβίλη, ένα σκακιστικό πρόβλημά του και ένα στιχούργημα (του Αλ. Σελλενίδη) στη μνήμη του. Una poesia di Lorenzo Mavilis (6.09.1860 – 28.11.1912), un suo problema di scacchi (in 4 mosse) e una dedica di A. Sellenidis in memoriam.

1. ΤΟ (ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ;) ΠΟΙΗΜΑ
Σαν σήμερα, 105 χρόνια πρίν, ο Λορέντζος Μαβίλης πρόσφερε και την τελευταία του πνοή στην αγαπημένη του Ιδέα, την Ελλάδα. Ανάμεσα στα ποιήματά του είχε συνθέσει και το παρακάτω σονέτο με τον τίτλο "Χάρρις". Γραμμένο το καλοκαίρι του 1897 για έναν συμπολεμιστή φίλο του, Άγγλο, ονόματι Cl. Harris, πεσόντα στον τότε ατυχή πόλεμο, θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθή σαν επιτύμβιο πάνω στο μνήμα του ίδιου του “ποιητή και μάρτυρα αντάμα”, που “πατώντας της Ηπείρου το χώμα” 15 χρόνια αργότερα “ένα βόλι” τον έστειλε “ ήρωα, στο ηλύσιο περιβόλι”.

Χερουβικής χαράς χρυσός αθέρας 
σε φλόγισε πατώντας της Ηπείρου 
το χώμα, σα στην πλατωσιά του απείρου 
νά 'στραφτε από το «εν τούτω νίκα» ο αιθέρας,   

Και σά σε λάμψη παρουσίας δευτέρας 
μ΄ αποκαλυπτικού αγαλλίαση ονείρου 
νά 'βλεπες στο βυθό του Παμπονήρου 
να γκρεμιστή η Τουρκιά, το ανίερο τέρας.   

Και σε λόγου σου τότε έκαμες τάμα 
να φτάσης όπου μόνο αυτός ξαμώνει 
πού 'ναι ποιητής και μάρτυρας αντάμα.   

Του Απόλλωνα όχι η χάρη, η δόξα μόνη 
σού 'λειπε του θανάτου – κ΄ ένα βόλι 
σ΄ έστειλ΄ ήρωα στο ηλύσιο περιβόλι. 

Λορέντζος Μαβίλης, (ΙΟΥΝ-ΙΟΥΛ. '97)
...........................................................

Και μια παραστατική αναφορά σχετικά με την αιματηρή μάχη του Δρίσκου και την θυσία του Ήρωά μας, πατριώτη ποιητή:
"...Ας επιστρέψουμε όμως στα γεγονότα του 1912. Η Λεγεώνα των Γαριβαλδινών προωθήθηκε στην Ήπειρο για να ενισχύσει τις δυνάμεις του Στρατηγού Κωνσταντίνου Σαμπουτζάκη. Ανάμεσα τους εκτός από το Λορέντζο Μαβίλη και η θρυλική μορφή μια γυναίκας εθελόντριας νοσοκόμας, της Ασπασίας Ράλλη, κόρης του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ανιψιάς του Ρώμα και συζύγου του πολιτευτή Αττικής Ιωάννη Ράλλη. Επικεφαλής του Σώματος ήταν ο ίδιος ο Στρατηγός Γαριβάλδης ο οποίος είχε φθάσει στην Ελλάδα συνοδευόμενος από το γιο του Πιπίνο και τη θυγατέρα του. Η συμβολή των Γαριβαλδινών παντού ήταν σημαντικότατη. Η μάχη του Δρίσκου όμως τους έδωσε τη μεγαλύτερη δόξα. Το όρος Δρίσκος βρίσκεται κοντά στα Γιάννενα και ήταν ένα από τα κάστρα που έπρεπε να κυριευθούν για την απελευθέρωση της πόλεως. Εκεί έφθασαν πρώτα οι Έλληνες Γαριβαλδινοί με επικεφαλής το Συνταγματάρχη Αλέξανδρο Ρώμα. Ήταν το πρωί της 26ης Νοεμβρίου, ανήμερα του Αγίου Στυλιανού και το Μπιζάνι βρισκόταν σε στενή πολιορκία. Αμέσως ρίχτηκαν στη μάχη. Μετά από δίωρο συμπλοκή οι πολυάριθμοι Τούρκοι αντίπαλοι τους τράπηκαν σε άτακτο φυγή και σκορπίστηκαν έντρομοι στην πεδιάδα των Ιωαννίνων, εγκαταλείποντας ακόμα και τα όπλα τους. Πολλοί απ’ αυτούς συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Η νίκη ήταν μεγάλη και ενθουσίασε τους μαχητές. Ο ενθουσιασμός τους όμως έγινε μεγαλύτερος το βράδυ της ίδιας μέρας όταν είδαν με χαρά να καταφθάνει ο Στρατηγός Γαριβάλδης με τους Φιλέλληνες Ερυθροχίτωνες και εθελοντές από τη Κρήτη. Οι μαχητές δεν κοιμήθηκαν όλη τη νύκτα. Φρόντισαν για την οχύρωση της τοποθεσίας που κατείχαν. Το ίδιο έκαναν όμως και οι Τούρκοι ανοίγοντας ορύγματα και τοποθετώντας απέναντι από το Δρίσκο τα τηλεβόλα τους. Η επόμενη μέρα ξημέρωσε φαινομενικά ήρεμη. Στις 09.00 όμως το πρωί άρχισε δριμύτατος βομβαρδισμός από το Τουρκικό πυροβολικό ενώ ένα ισχυρό Τουρκικό Σώμα από το χάνι της Λεύκας άρχισε να κινείται εναντίον τους. Μετά το μεσημέρι η δύναμη των Γαριβαλδινών ενισχύθηκε με τρία πεδινά πυροβόλα που παρά την παλαιότητα τους αποδείχθηκαν πολύ χρήσιμα. Η μάχη συνεχίσθηκε φονικότατη. Τραυματίσθηκε ο Επιτελάρχης Μπαρδόπουλος αλλά συνέχισε να πολεμάει. Έπεσε ηρωικά μαχόμενος ο Λοχαγός Αλέξανδρος Βραχνός και ο Κρητικός Οπλαρχηγός Μακρής. Πολλοί μαχητές είχαν τραυματιστεί. Όσοι όμως μπορούσαν συνέχιζαν να μάχονται κρατώντας σθεναρά τις θέσεις τους. Την επομένη μέρα δηλαδή στις 28 Νοεμβρίου κατέφθασαν ενισχύσεις του εχθρού. Οκτώ χιλιάδες Τούρκοι και ισχυρές πυροβολαρχίες. Οι Γαριβαλδινοί δεχόντουσαν ισχυρά πυρά από την Καστρίτσα νοτιοανατολικά της λίμνης, από το χάνι της Λεύκας, μεταξύ των χωριών Καστρίτσας και Βασιλικής καθώς και από άλλα πυροβόλα της περιοχής. Αργότερα τέσσερις ώρες μετά, η κατάσταση ήταν απελπιστική και τα πυρομαχικά μετά από τριήμερο μάχη σε πολλά σημεία είχαν εξαντληθεί. Σε αυτή τη φάση η εθελόντρια νοσοκόμα Ασπασία Ράλλη βλέποντας την εξέλιξη της μάχης και τη μεγάλη ανάγκη για μαχητές, παράτησε τις γάζες και τους επιδέσμους και κρατώντας το όπλο έτρεξε στο πλάι του θείου της Συνταγματάρχη Αλεξάνδρου Ρώμα. Η γενναιότητα της και η μαχητική της ικανότητα κατέπληξε τους συμπολεμιστές της. Ο τραυματίας από την προηγούμενη μέρα Επιτελάρχης Μπαρδόπουλος όμως δέχεται και άλλη σφαίρα και πέφτει νεκρός. Το ίδιο και ο Κρητικός Οπλαρχηγός Γερακάρης. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά τραυματίσθηκε ο Συνταγματάρχης Αλέξανδρος Ρώμας, ο οποίος όμως δεν απεχώρησε από τη μάχη.
Ο Λοχαγός Λορέντζος Μαβίλης βρισκόταν και αυτός στη μάχη, πρώτος στην εκτέλεση του Καθήκοντος. Μια σφαίρα όμως τον πετυχαίνει στο πρόσωπο. Αιμόφυρτος ψιθυρίζει: «Επερίμενα πολλές τιμές, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου για την Ελλάδα μου». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Ήρωα γιατί εκείνη τη στιγμή τον βρίσκει και δεύτερη σφαίρα Ο Συνταγματάρχης Αλέξανδρος Ρώμας τότε τρέχει κοντά του και του δίνει το χέρι του. «Σε συγχαίρω απ’ την καρδιά μου!» του λέει με ενθουσιασμό. Ο Μαβίλης όμως δεν μπόρεσε να απαντήσει. Το αίμα είχε κλείσει το λαιμό του! Τα πόδια του λύγισαν και έπεσε ανήμπορος πια στο έδαφος. Μέσα στο πρόχειρο χειρουργείο όπου μεταφέρθηκε, ο Λοχαγός Μαβίλης με νοήματα ζητά χαρτί και μολύβι, θέλοντας κάτι να γράψει. Δυστυχώς δεν πρόλαβε. Ο θάνατος ήρθε και τον άρπαξε χωρίς οίκτο. Ένας Ιερέας, ο παπα Φώτης του έκλεισε για πάντα τα μάτια ενώ την ίδια στιγμή χαιρετούσαν στρατιωτικά όσοι τραυματίες βρισκόντουσαν εκεί και μπορούσαν έστω και ελάχιστα να κινηθούν. Ο Λορέντζος Μαβίλης εκείνη τη στιγμή πέρασε στην Αθανασία. Στο Πάνθεο των Ηρώων. Το άψυχο σώμα του έμεινε ξαπλωμένο με σταυρωμένα τα χέρια και σκεπασμένο με τη ματωμένη χλαίνη του στο εκκλησάκι της Αγία Παρασκευής, μέχρι να το δεχθεί φιλόξενα στα σπλάχνα της η Ηπειρωτική Γη. Η γενναία ψυχή του όμως πέταξε ψηλά και φτερουγίζει ακόμα και σήμερα στις ελεύθερες πια βουνοκορφές, ευτυχισμένη για πάντα, αφού είχε κερδίσει αυτό που τόσο ποθούσε ο ίδιος: τον Ηρωικό Θάνατο!..."  

2. ΕΝΑ ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
Πολύ ισχυρός σκακιστής για την εποχή του (με ιστορικό Rating Elo γύρω στο 2350!), ο Μαβίλης ήταν και συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων.
Το παρακάτω είναι ένα ορθόδοξο πολυκίνητο πρόβλημα (τεσσάρων κινήσεων) με λίγα κομμάτια (Meredith) που δημοσιεύθηκε το 1891.
Λορέντζος Μαβίλης (Lorenzo Mabillis / Mavilis)
Μάτ σε 4 κινήσεις #4    ....................    (7+2)
[4K3/8/2R5/4k3/2P4P/4P3/8/1B1b2s1]
                            
Για την λεπτομερή παρουσίασι και λύσι του προβλήματος βλ. την Βάσι Δεδομένων για τα σκακιστικά προβλήματα Yacpdb, (Yet another chess problem Database), καθώς και το εξαιρετικό ελληνικό ιστολόγιο για το Καλλιτεχνικό Σκάκι.

3. ΤΟ ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΣΕΛΛΕΝΙΔΗ 
Δεν είναι τίποτ' άλλο απο ένα τριπλό χαϊκού με τον τίτλο “Χαίρε, Μαβίλη!!”. 

 
ΧΑΙΡΕ, ΜΑΒΙΛΗ!!

(Άνοιγμα)
Στήλη πατριώτου
σ' άδεια, μικρή πλατεία,
κάπου στο δείλι.

Χαίρε, Μαβἰλη!

(Μέσον)
Μαύρη η γενιά μας,
στα γκρεμνά: κι αποζητά
καρδιά και χείλη!

Χαίρε, Μαβἰλη!

(Φινάλε;)
Σ' άλογα πλήθη
κι άλαλα, άγγελο ο Θεός
γιατί να στείλη;

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΕΛΛΕΝΙΔΗΣ
Χαλκίδα, Νοε 2017

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Ένα ποίημα για την εφετινή επέτειο της 28ης Οκτωβρίου: “Πατρίδα” ( του Λ. Μαβίλη). “Patria” ; poesia di Lorenzo Mavilis (Mabilis).

Ένα ποίημα, σονέττο απο τα πρώιμα του πατριδολάτρη ποιητή, (και ισχυρότατου σκακιστή, όπως έχουμε επενειλημμένως αναφέρει), Λορέντζου Μαβίλη (Dr Greco). Για την αιώνια αγάπη του, την σήμερα παραμελημένη και παρεξηγημένη ιδέα, την πατρίδα...  
Πατρίδα


Μάνα μου Ελλάδα, τί δεν είσαι τώρα

σαν πρώτα, ορθή, ψηλή στεφανωμένη

με δάφνες; Τί δεν είσαι με τα δώρα

της αθάνατης Νίκης στολισμένη;



Άχ πότε θά ρθη, πότε θά ρθη η ώρα

να ματαστράψη η όψη σου η σβημένη

και την ερημωμένη σου τη χώρα

μ' ελπίδα να φωτίσης, ώ Αντρειωμένη;



Πατρίδα μου, σηκώσου! Άς λάμψη πάλι

στον αιθέρα ψηλά το μέτωπό σου

και της Ελευθεριάς θε να προβάλη



η μέρα. Και το θείο πρόσωπό σου

θα λάμπη σάν τον ήλιο της. Μεγάλη

θα γίνης. Και αλλοιά τότε στον εχθρό σου!

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ (1876)



Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Ένα ορφανό ερωτικό σονέτο του 1881 και μια φιλολογική υποψία για τον ποιητή του. Un sonetto del 1881, d’autore sconosciuto, e un sospetto sulla sua paternità.

«…τὰ στήθη της ἄσπρα εἶναι σὰν κρίνα…»
(Ο ερωτικός πατριώτης ποιητής Μαβίλης;)

 Ένα όλο τσαχπινιά και με περισσή τελειότητα σονέττο φιγουράρει σε ένα παλιό τεύχος (πρίν 130 περίπου χρόνια) του περ "Μη Χάνεσαι". Κάνω την υπόθεσι –χωρίς και να το έχω πολυψάξει- ότι παραμένει αταύτιστο κατά τον δημιουργό του. Εκ του προχείρου διαπιστώνω πως λίγο-πολύ όλοι οι μόνιμοι συνεργάτες του περιοδικού γράφουν με το όνομά τους ή με σταθερά ψευδώνυμα. Το Gamin δείχνει να εμφανίζεται εκεί άπαξ. Και ούτε το συνάντησα κάπου αλλού. Ως ψευδώνυμο είναι κάπως …παιχνιδιάρικο και επιπλέον το σονέττο από τεχνικής απόψεως είναι άψογο. Μου θυμίζει, λοιπόν, όχι τόσο με τον στίχο του ή την ομοιοκαταληξία, όσο με το κάπως σκαμπρόζικό του περιεχόμενο το γνωστό ποίημα του Μαβίλη για μια γερμανίδα σερβιτόρα, το «Μίννα», που τό ‘γραψε νεότατος, 24 ετών φοιτητής.
Πέρα από την θεματική συγγένεια τα δύο σονέττα εφάπτονται θα έλεγα σε δύο σημεία, τα λευκά «σαν κρίνα» στήθη και βέβαια το «φιλί».
Δεν νομίζω πάντως να υπάρχει αμφιβολία, πως το παρόν, το ¨΄αδηλον¨, είναι ασυγκρίτως πιο τολμηρό καθώς ξεχειλίζει από ερωτισμό (σε βαθμό που να μας εντυπωσιάζει σε σχέσι με την εποχή του).
Και ίσως και γι’ αυτό να παρέμεινε αδήλου πατρότητος!

Το …άδηλον: 



SONETTO

Η όψι της, η φλογερή ματιά της,
Η καστανή πλεξίδα της λυτή,
Το στήθος της, τα χέρια τα γυμνά της
Θα τρέλλαιναν πεζό και ποιητή.

΄Ε πλειά,  το λογικό δεν με κρατεί
‘Σαν πρώτα…Ακουμπώ  στα γόνατά της
Το χέρι μου τη μέση της ζητεί
Και τάλλο ξεγλιστρά στην τραχηλιά της.

Του κάκου μού φωνάζει πως θα φύγη,
Η όλη γλύκα με παρακαλεί,
Το χέρι μου τα στήθη της ανοίγει

Και ακουμπώ στα κρίνα τους το στόμα…
Ω θείο! …ώ ατίμητο φιλί!
Τα χείλη μου μυρίζουνε ακόμα!...
                                                      Gamin
Μη Χάνεσαι Αρ. 193, Κυριακή 13 Σεπ 1881, σ. 4



Και το αναγνωρισμένο:

Ες τ Μίννα

Τί μ γνοιάζει πς εναι κελνερίνα
ν μ' λη τν καρδιά της μ' γαπάει,
ν τ στήθη της σπρα εναι σν κρίνα,
ν σν τ Χερουβμ χαμογελάει;

Σ
ν τυφλς πο ξάφν' οράνι' χτίνα
τ
μαρο σκότος γύρω του σκορπάει,
μοια κ' γ θαμπόνομαι π κενα
τ
δυό της μαρα μάτια ν μέ τυρά.

με χάσου ξερ Φιλολογία,
γρι
φτιασιδωμένη, σχημη, κρύα,
πο
ς τώρα τ μυαλό μου χεις τυφλώσ.

Τ
ν μορφι τν κλασικ σπουδάζω
ταν γλυκ τ Μίννα μου γκαλιάζω,
ταν Μίννα να φιλ μο δώσ.

Λ. Μαβίλης (1884)

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Μνήμη Λαυρέντιου Μαβίλη. Τιμή στα εκατoνενάχρονά του με ένα ποίημα του Δ. Σολδάτου. Onore alla memoria del patriota, poete e scacchista Lorenzo Mavilis (1860- 1912) con uma poesia di D. Soldatos

Λορέντζος-Λαυρέντιος Μαβίλης. 101 ΧΡΟΝΙΑ από τον ηρωικό του θάνατο:
28 Νοεμβρίου 1912- 11 Δεκεμβρίου 2013 (Νέο ημερολόγιο)



ΜΝΗΜΗ
Το πνεύμα παραδόθηκε στην ύλη.
Φτωχή σοδειά οι στίχοι μου κι εφέτο.
Μαράθηκε στους κάμπους τ’ ασφοδίλι
που θά ‘κοβα, να πλέξω ένα σονέτο

αντάξιο της μνήμης του Μαβίλη.
Πάρ’ το μελάνι Μούσα, άγιασέ το
και φλόγα στο χαρτί μου επίστρεψέ το,
ν’ ανάψω ενός ήρωα το καντήλι.

Ματώνω με τα δόντια μου τα χείλη,
που οι ζωντανοί, νεκρέ ποιητή, ξεχνάνε–
κι ας πέθανες ελεύθεροι για νά ‘ναι.

Χυδαίοι επιλήσμονες, Μαβίλη,
οι Έλληνες που γίνανε γραικύλοι,
χυδαία και η γλώσσα που μιλάνε.

Δημήτρης Ε. Σολδάτος

(Νοέμβρης 2003)

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Ο Μαβίλης στην ανθολογία του Lavagnini και τα ποιήματά του «Μούχρωμα» και «Λήθη» μεταφρασμένα στα ιταλικά. Lorenzo Mavilis nella “Letteratura Neoellenica” di Bruno Lavagnini e 2 sue poesie (“Crepuscolo” e “Lete”) tradotte in italiano.

Από το σημαντικότατο –ειδικά για την εποχή που εξεδόθη—βιβλίο του Ιταλού νεοελληνιστή Μπρούνο Λαβανίνι με τον τίτλο “Η Νεοελληνική Λογοτεχνία” (Bruno Lavagnini, La letteratura neoellenica, Sansoni/Academia, Milano, 1969) σκεφτήκαμε να μεταφράσουμε το λήμμα σχετικά με τον Λορέντζο Μαβίλη.
Το εν λόγω έργο του μεγάλου Ιταλού νεοελληνιστή γραμμένο 45 περίπου χρόνια πρίν, έχοντας μέσα απο την επιστημονική επάρκεια του συγγραφέα του έμμεσα εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα, επιπλέον συνιστούσε μια πολύ επιτυχημένη απόπειρα ανθολόγησης της νεότερης ποίησής μας για το ιταλικό κοινό. Ιστορικά συστηματοποιημένο ισοδυναμεί με μια επιτομή ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, η οποία εκτείνεται από τις εν σπέρματι μέσα στην Βυζαντινή ιστορική περίοδο απαρχές της Νεοελληνικής λογοτεχνίας (γλώσσα και συνείδησι) μέχρι την λογοτεχνική παραγωγή νεοελλήνων ποιητών και πεζογράφων της δεκαετίας του 1960.
Η σύντομη παρουσίασι του Μαβίλη από τον Λαβανίνι συνοδεύεται με τις ιταλικές μεταφράσεις δύο χαρακτηριστικών σονέττων του κορυφαίου νεοέλληνα σονεττογράφου, το Μούχρωμα και το Λήθη. Τις δύο αυτές συνθέσεις ο Λαβανίνι τις θεωρεί ως «από τα πιο όμορφα σονέττα του».

Α.Σ.
 ........................................

[Cap. 11: Palamas e la nuova poesia; Marzokis, Mavilis, Siguro, Theotokis]

LORENZO MAVILIS 
da Bruno Lavagnini

«Η δόξα του θανάτου στο πεδίο της μάχης στεφάνωσε τον
Λορέντζο Μαβίλη, που ως αξιωματικός των Γαριβαλδινών στην Ήπειρο, έπεσε μαχόμενος εναντίον των Τούρκων κατά την διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου στον Δρίσκο, κοντά στα Ιωάννινα, την 29η Νοεμβρίου 1912. Γεννηθείς στην Ιθάκη το 1860, και πραγματοποιώντας κατόπιν τις πρώτες του σπουδές στην Κέρκυρα, συμπλήρωσε 14 χρόνια ως φοιτητής στη Γερμανία.
Λογοτέχνης και φιλόλογος, έχοντας αποδεχθή μέσω του Πολυλά τις θεωρητικές απόψεις του Σολωμού, προσέθεσε στην παράδοσι της (σολωμικής) σχολής την εμπειρία του παρνασσισμού και εναπόθεσε μέσα σε γεμάτα αρμονία σονέττα, εξαιρετικής σμίλευσης, άλλοτε την μαγεία ενός τοπίου, άλλοτε την μελαγχολία ενός απόβραδου ή ενίοτε την ανάκλησι ενός αρχαίου θρύλου.
Τα σονέττα τα οποία πιστώνονται στ’ όνομά του εξεδόθησαν μετά θάνατον το 1915, στην Αλεξάνδρεια.
Παρουσιάζουμε από αυτά δύο, εκ των ωραιοτέρων».

Crepuscolo

Soffia la brezza con impeto lene
e lentamente oscillano i rosai,
nei cuori regna, e regna nel creato,
roseo vespero, colma ora di aromi.

Ora d’ oro di sogni e di ricordi,
in cui l’ alma presaga e’ del riposo,
dell’ eterno riposo, e muove incontro,
come per un saluto ultimo, ai cari

ricordi: bionde dal collo di giglio,
amorose, ed azzurri occhi ormai spenti,
dolcissimi, ed i fremiti ed i baci

e le lagrime: doni invidiati
del viver che finisce lento e smuore
 come il viola cupo del tramonto.


Lete

Avventurati i morti a cui l’amara
vita obliar fu dato. Allor che affonda
nei gorghi il sole, e a lui l’ombra succede,
non piangerli, se pur tua pena e’ cruda.

Sete a tale ora han le anime, e se ne vanno
al fonte cristallino dell’Oblio,
ma fango annera l’aqua, se vi stilli

pianto di la’ dov’essi hanno gli affetti.

E se bevon aqua turbata rimembrano,
trascorrendo sui prati d’asfodelo,

antiche pene dentro a lor sopite.

Se tu non puoi non piangere nel vespero,
piangano gli occhi tuoi quei che son vivi:
dimenticar vorrebbero, e non sanno.

(Bruno Lavagnini, La letteratura neoellenica, Sansoni/Academia, Milano, 1969, σ. 179-180)

............................

Το πρωτότυπο κείμενο:

ΜΟΥΧΡΩΜΑ 

Φυσάει τα’ αεράκι μ’ ανάλαφρη φόρα 
και τες τριανταφυλλιές αργά σαλεύει• 
στες καρδιές και στην πλάση βασιλεύει 
ρόδινο σούρουπο, ώρα μυροφόρα.

Χρυσή θυμητικών ονείρων ώρα 
που η ψυχή τη γαλήνη προμαντεύει, 
την αιώνια γαλήνη, και αγναντεύει 
σα για στερνή φορά κάθε της γνώρα 

αξέχαστη• ξανθές κρινοτραχήλες 
αγάπες, γαλανά βασιλεμένα 
μάτια ογρά και φιλιά και ανατριχίλες 

και δάκρυα• πλάνα δώρα ζηλεμένα 
της ζήσης που αχνοσβυέται και τελειώνει 
σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λειώνει. 

[ΣΗΜ. Διόρθωσα:
3 σαλέβει 4 βασιλέβει 6 τελειόνει 7 λυόνει ]


ΛΗΘΗ 

Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε 
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίση 
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήση, 
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι. 

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε 
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση· 
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίση, 
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε. 

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται. 
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι, 
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι, 
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν: 
Θέλουν, μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.