Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ioannis Panagakos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ioannis Panagakos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

«Το Ραντεβού Του Κανέλλου» φιλοζωικό ποίημα του Ι. Παναγάκου. “L’ appuntamento di un cane”: poesia di G. Panagakos

Όπως πληροφορηθήκαμε. εχθές Σάββατο 11/10/14 επρόκειτο να γίνη απονομή των βραβείων του 4ου Διεθνούς Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Ζωοφιλίας του Φιλοζωικού Συλλόγου Φθιώτιδας και των εκδόσεων "Οιωνός". 
Ένας από τους εκλεκτούς φίλους του ιστολογίου, λογοτέχνης και σκακιστής, ο Ιωάννης Παναγάκος συμμετέσχε στον διαγωνισμό και βραβεύθηκε. Αναδημοσιεύουμε με χαρά το ποίημα με το οποίο διακρίθηκε και τον συγχαίρουμε!


........................................................................ 



ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΟΥ ΚΑΝΕΛΛΟΥ

Ένα σκυλί καθότανε έξω απ’ το Κέντρο Υγείας,
Κανέλλο τον ελέγανε και ρούπι δεν κουνούσε.
Ολημερίς κι ολονυχτίς, με ζέστη ή με κρύο,
σαν κάποιον να περίμενε, κάτι να λαχταρούσε…
Τον κύρη του περίμενε, κι αυτόν ελαχταρούσε`
μα εκείνος δεν φαινότανε. Πάνε πολλές ημέρες
που μπήκε μέσα άρρωστος, μα γιατρειά δεν βρήκε`
κι απόθανε` κι ο σκύλος του ακόμα περιμένει…
Χρόνια και χρόνια κι αν περνούν, τί κι άλλα τόσ’ αν έρθουν!
Χρυσίζει ο ήλιος την αυγή, ροδίζει το βραδάκι,
φυσάει Νοτιάς, λυσσάει Βοριάς, μα κείνον δεν τον μέλλει`
προσμένει και δεν νοιάζεται για ζέστη, πόνο ή πείνα.
Δε στέργει στην απόλαυση, σ’ ό,τι καλό του τάζουν…
Σαν νά ’ν’ λουλούδι που ανθεί στων ουρανών την πόλη!
Τί κι αν τον διώχνουν το πρωί, τί κι αν τους δρόμους κλείνουν,
πάλι εκεί ξαναγυρνά, εις το στερνό αντίο,
στην πόρτα αυτή που έκλεισε το τελευταίο βλέμμα`
σ’ αυτήν τα μάτια του αγρυπνούν, ψάχνουν και δεν κοιμούνται
κι αναζητούν, φεγγοβολούν, φεγγίζουν, καθρεφτίζουν
αιώνια πίστη, δόσιμο και άδολη αγάπη.
Δώδεκα χρόνια πέρασαν, δώδεκα χρόνια πάνε…
Και ο Κανέλλος γέρασε και ο Κανέλλος πάει`
πιστός στον φίλο αφέντη του, πιστός μέχρι το τέλος.
Αχ, νά ’ταν έτσι οι άνθρωποι, να παίρναν απ’ τον σκύλο,
πίστη να είχαν στην ψυχή κι αγάπη στην καρδιά τους!
Σαν τον Κανέλλο, ως ο Τζακ, ο Ντικ ή κι ο Αζόρ μας!
Κι απ’ την ουράνια μέθεξη, του πνεύματος την πόλη,
να μπολιαζόταν ο άνθρωπος μ’ αυτή τη φλόγα αγάπης
που είν’ σπουδαία, ως χαραυγή, μεγάλη, ως Γαλαξίας,
πλάτεμα, πού ’ναι της στοργής, και της Λαμπρής, λαμπάδα
και είναι ιδέα προσφοράς, αλτρουισμού, θυσίας,
μια ιδέα-πνεύμα, έννοια-φως, που ο κύων μέσα του έχει!

 Ιωάννης Παναγάκος


(ΣΣ: Πρόκειται για αληθινή ιστορία η οποία διαδραματίστηκε στην πόλη Κάντιθ της Ισπανίας, τις δεκαετίες του 1980 και 1990)

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

«Το ΌΧΙ σου να πεις»: ένα ακόμα ποίημα του Ι. Παναγάκου. “Il tuo "no!", va detto”; una poesia patriotica di Ioannis Panagakos


ΤΟ ΟΧΙ ΣΟΥ ΝΑ ΠΕΙΣ
... κι αν έρθει ώρα να χαθώ στου ήλιου τ’ ανηφόρι, δεν με πειράζει και μου αρκεί, να δω τον ήλιο να χαράζει!

Κλαίω για σε, πικρά, πατρίδα αγαπημένη·
για τα ωραία, τα μεγάλα που περάσαν
που τίποτα στο τώρα πια δεν απομένει
-οι φίλοι σου τα έργα σου, πώς τα ξεχάσαν –
και τώρα σε λαβύρινθο καλά κλεισμένη
χωρίς τους μίτους σου που σου τους υφαρπάσαν,
μια ευκαιρία έχεις, μόνο, μην ξεχάσεις:
το Όχι σου να πεις, ολόρθη· δε θα χάσεις.
  
Ιωάννης Παναγάκος

Άνχης (ΠΖ) ε.α. – Σ.Σ.Ε./1971
Δάσκαλος Σκακιού – Λογοτέχνης
Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

«Μα Τότε Ήταν Το Εικοσιένα», ποίημα (πεζοτράγουδο) του Ι. Παναγάκου για την Εθνική Επέτειο 20ης Μαρτίου


ΜΑ ΤΟΤΕ ΗΤΑΝ ΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ

Σαν πλησιάζει ο καιρός στο τέλος του να ’ρτει
στην καταχνιά ξεχνιέμαι και γυρίζω λίγο πίσω.
Ένα λαγούμι στον χρόνο ανοίγω
και τους ορίζοντες της καρδιάς μου, την καρδιά της ψυχής μου
στο πρωτόφταστο την φέρνω σημείο του τώρα`
εκεί που πρωτόζησα ετούτες τις πληγές
τότε που πληγωμένη η ψυχή κατάβαθα
αλυχτούσε κι έκλαιγε τη μαύρη προσευχή της
στην αλλοτινή της πορεία
και που ο αντίλαλος ο παλιός, ο χρυσόφαντος της ιστορίας
εισάκουσε το πρόσταγμα το πανάρχαιο
και μοσχομύριστες αντισήκωσε τις καρδιές μας
ως στης Λαύρας το φλάμπουρο της Άγιας.
Μα τότε ήταν το εικοσιένα
κι ήταν ο Γέρος, ο αητός του Μοριά, κι ήταν κι ο Γιώργης Καραϊσκάκης
τ’ αρματολίκια κι η κλεφτουριά! Κι ήταν ακόμα ο Παπαφλέσσας
κι ο Αθανάσιος ήρως, ο Διάκος, και ο καλόγηρος ο Σαμουήλ
και οι Ελεύθεροι στο Μεσολόγγι, πολιορκημένοι εντός των τειχών
μα με ελεύθερη ψυχή και πνέμα όπως ο ήλιος κι η ξαστεριά!
Κι ήταν το Σούλι, τα Δερβενάκια, χορός στο Ζάλογγο, Κούγκι φωτιά!
Κι ήσαν κι ήσαν … οι Έλληνες ραγιάδες,
που ραγιάδες δε θέλαν νά ’ναι
κι ήταν κι ήταν το αστέρι το μισόσβηστο,
μα άσβεστη πόχει την φλόγα στην ψυχή!
Για το ξεπέταγμα! Για τον μεγάλο ξεσηκωμό!
Το αστέρι που τρεμόσβηστο φούντωνε για του Γένους το ξαναγέννημα!
Την ανάσταση των παλιών αιώνων.
Κι ήταν ακόμα τότε που πίναμε τον φόβο και τραγούδι τον εκάναμε στα χείλια
μα πιο πολύ στις καρδιές μας.
Δεν μας έπινε ο φόβος. Δεν μας έπιανε ο φόβος.
Μον’ κρασί τον κάναμε και μπόλι στις ψυχές μας
σαν τον Μιθριδάτη.
Κι έτσι πατήσαμε το δράκο εντός μας που ραγιάς - ραγιάς κοιμότουνε
πνεύμα και θέληση και χέρια ποντισμένα στην υπνονεφέλη του τίποτα,
ραγιάς ραγιά, πισθάγκωνα τον εαυτό του ψυχοδεμένο στο πουθενά καθήλωνε
και, ξάφνω, ραγιάς – ραγιάς κοιμήθηκε και ξύπνησε αληθινός ως ήταν,
ως γεννήθηκε, Έλλην,
ως για την ανθρωπιά του τον έταξε ο Θεός πλαστουργώντας τον
στους ανθρώπους.
Και τώρα, τώρα, ω, τώρα!
Ραγιάς –ραγιά, ραγιαδισμό διδάσκει
και γραικύλους στους αδαείς απιθώνει τους στοχασμούς του
λιγδώνοντας των περασμένων μεγαλείων την ανάμνηση.
Κι ο Μεγάλος Σουλτάνος κι οι Βεζίρηδες,
όλοι τους τυμβωρύχοι των μνημείων της ιστορίας,
της παλιάς και της μελλούμενης,
να δίνουν τον τόνο.
Κι απόξω, μακριάθε, κι από μέσα, εδώθε,
το Μέγα Διευθυντήριο να επιδαψιλεύει επαίνους!
Πρώτα μας βράβευαν για τον Συβαριτισμό μας
αυτόν που ραγιάδες μας έκανε…
Έπειτα μύδρους εναντίον του, για να μας διατηρήσουν ραγιάδες.
Και τώρα… να, τα ζήτω, να, τα μπράβο,
γιατί καταλάβαμε το λάθος μας
που Συβαρίτες μας έκανε
μα, πιο πολύ μας παινεύουν
γιατί δεχτήκαμε να επιστρέψουμε την περηφάνια μας
μαζί με ό,τι είχαμε ως Συβαρίτες!
Και να, τα επιπλέον εύγε και τα χειροκροτήματα
γιατί μάθαμε να λέμε κι ευχαριστώ
που δεχτήκανε την ψυχή μας να την διαφεντέψουν!
Μόνο, που δεν καταλάβαμε ότι η Σύβαρη έπεσε
γιατί δεν είχε μάθει, δεν είχε ακούσει, ποτέ της;
τί σημαίνει «μολών λαβέ»,
γιατί δεν είχε μάθει να λέει όχι στους βάρβαρους.
Στους βάρβαρους εκτός` στους βάρβαρους εντός.
Μα πιο πολύ δεν καταλάβαμε, εμείς,
πως κανείς έξωθεν δεν ημπορεί να μας βλάψει
αν δεν του ανοίξουν την Κερκόπορτα οι εντός, από μέσα.
Αχ, καρδιά μου!
Πόσο πιο πάνω θά ’σουνα,
και συ πατρίδα,
αν έθαβες στο χθες όλους εκείνους που πάντα ήσαν χθες.
Αν τους θήλιαζες στο ικρίωμα της ιστορίας
με την επιγραφή που ταιριάζει στους Εφιάλτες: "Προδότης".
Αλλά εσύ, ψυχή μου, πού είσαι;
Πού αλώθηκες ψυχή μου;
Ω, αναστήσου, μέρα χαράς πού ’ναι σήμερα,
μέρ’ Αναστάσιμη,
μέρα οπού η Θεοτόκος ευαγγελίζεται!
Να, ο Άγγελος, το μήνυμα που φέρνει το καλό!
Η Παναγιά παραστέκει σε.
Ψυχή μου ορθώσου, στον ουρανό σου!
Ο Κύριος μετά Σου!


Ιωάννης Παναγάκος

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Ένα περσινό κείμενο του Ιωάννη Παναγάκου για την σημαία, τον αγώνα και το σήμερα. Un testo di G. Panagakos sulla bandiera, la dignita’ e la liberta’

Εν όψει της μεθαυριανής γιορτής της Σημαίας, αναδημοσιεύουμε ένα κείμενο που έγραψε πέρυσι ο φίλος και σε πολλά ομοϊδεάτης και συναγωνιστής, Ιωάννης Παναγάκος. Ίσως συμφωνείτε κι εσείς πως παραμένει, ανησυχητικά, επίκαιρο.
Και για να μεταφέρουμε αυτούσια τα λόγια του φίλου μας: «Επειδή σχεδόν τίποτα δεν άλλαξε από πέρυσι, πλην της απόστασης από τον γκρεμό στον οποίο οδηγείται το σκάφος της Ελλάδας, απόσταση η οποία κοντεύει να μηδενιστεί…». Και τα αμείλικτα ερωτήματά του: «Το "Ελευθερία ή θάνατος" που συμβολίζουν οι εννέα ρίγες της σημαίας μας, τί σημαίνει, για ποιό λόγο υιοθετήθηκε, γιατί και πότε; Δεν ανταποκρίνονται όλα αυτά και στο σήμερα; Τί διαφορετικό υπάρχει; Μήπως, αυτό το σύνθημα – φιλοσοφία – στάση ζωής – παρακαταθήκη στους αιώνες, μας δίνει σήμερα το δικαίωμα να κάνουμε επιλογή αφέντη; Υπάρχουν και αφέντες για τους οποίους δεν ισχύει το πρόσταγμα της σημαίας;».

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΕ ΜΙΑ ΣΗΜΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

"Κι ο σταυρός που λαμπυρίζει
στην ψηλή σου κορυφή
είν' ο φάρος που φωτίζει
μιαν ελπίδα μας κρυφή"
Ιωάννης Πολέμης

Πλησιάζουν οι μέρες που το Έθνος μας θα γιορτάσει τη μεγάλη επέτειο της ημέρας εκείνης που, πριν από εβδομήντα χρόνια, η Μεγάλη Ελλάς πήρε στα χέρια της την παγκόσμια ιστορία και την ανέβασε στο πιο ψηλό αέτωμα της πορείας του ανθρωπίνου πνεύματος. Εκεί που ανέκαθεν, το Ελληνικό πνεύμα αναδιφούσε τους υψήνορους στοχασμούς της δημιουργίας και όπου, για άλλη μια φορά, η ιστορία έσκυψε ταπεινά το κεφάλι, για να προσκυνήσει την θεοφόρο κινητήρια δύναμή της που λέγεται Ελληνική ψυχή! Αυτήν την ψυχή η οποία συμβολίζεται με την αείποτε Ελληνική παρακαταθήκη «Ελευθερία ή θάνατος» που σημαίνουν οι εννέα ρίγες της Σημαίας μας και που σηματοδοτεί και η έννοια της λέξης ΕΛΛΗΝ!
Όλα αυτά έχουν χαραχτεί στην πανανθρώπινη ιστορία με χρυσοκόκκινα γράμματα απ’ το πυρωμένο αίμα της Ελληνικής λεβεντιάς! Αίμα, ζυμωμένο με ατέλειωτους αγώνες και θυσίες αιώνων, αίμα - τάμα στο όνομα της πίστης, της λευτεριάς, της αξιοπρέπειας!
Όμως, έρχονται στιγμές που, σαν προσπαθήσει κανείς να δει το σύμβολό μας, ως διαχρονική αξία του Έθνους, του κράτους, του λαού, ως πορεία του Έλληνα μέσα στους αιώνες, κοντοστέκεται προβληματισμένος. Δεν προβληματίζεται, βέβαια, για το αν αυτό ανταποκρίνεται, όντως, ως σύμβολο, στις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες, αλλά, αν εμείς, στην πρόσφατη ιστορική πορεία μας και, κυρίως, τώρα, οι παρόντες Έλληνες, με τη σκυτάλη της ιστορίας στα χέρια, είμαστε αντάξιοί του! Και οι σκέψεις που κάνει, που κάνουμε και τα συναισθήματα που νιώθει, που νιώθουμε, είναι ανάμικτα και, καμιά φορά, τελείως μπερδεμένα… Αλλά ας μιλήσω, καλύτερα και πιο αυθεντικά, γι’ αυτά που νιώθω ο ίδιος, αν και εκτιμώ, ότι, λίγο πολύ, το ίδιο νιώθουμε όλοι, όσοι νοιαζόμαστε για τον έρμο τούτο τόπο…
Ω! πόσο ευφραίνομαι, στις εθνικές εορτές, σαν ακούω, μες απ’ το θρόισμα του ανέμου, το πλατάγισμα απ’ το κυμάτισμα των σημαιών στα μπαλκόνια! Τί ιερή περηφάνια που νιώθω τέτοιες στιγμές! Τί συγκίνηση!...
Μα… τί κρίμα! Μόλις φύγει η μέρα της γιορτής κι αρχίζω και ξαναζώ τη ρηχή πραγματικότητα του "τώρα". Πόσο ντρέπομαι σαν το φύσημα του επιπέδου των στιγμών, δεν ανταποκρίνεται στο κυμάτισμα αυτό! Όταν το βαρύθυμο ίχνος του επισφαλώς αμφιταλαντευόμενου "σήμερα", μειώνει και αμαυρώνει το ένδοξο "χθες"!
Τότε, και ενώ θά ’θελα η σημαία μου να κυματίζει αιώνια στο μπαλκόνι μου, νιώθω σαν εγώ ο ίδιος να αμαυρώνω το ένδοξο παρελθόν, ότι προσβάλλω την ίδια ως και τη μνήμη όσων ιερών και οσίων αυτή συμβολίζει. Κι αυτό γιατί, το να επιτρέπω το κυμάτισμά της κάτω από τις σημερινές συνθήκες, συνθήκες επιδρομής της παγκόσμιας κλίκας της νέας τάξης πραγμάτων και των υποτιθέμενων Ελλήνων εκπροσώπων της, κατά της πατρίδας μου, είναι σαν να επικροτώ το άδικο και την πισώπλατη δολοφονία και αφανισμό της Ελλάδας.
Τότε βλέπω, πως κάτι πρέπει να αλλάξω στην πορεία των πραγμάτων.
Αντί, λοιπόν, να την ευτελίζω, να ευτελίζω το σύμβολό μου που, φυσιολογικά, όπως συμβαίνει σε κάθε λαό, θα πρέπει να είναι η προέκταση της ψυχής μου ή, άλλως, ο καθρέφτης αυτής και της διάθεσής μου…
Αντί να την ευτελίζω δίνοντας το δικαίωμα άλλοθι στους δυνάστες μου, με τη δυνατότητα που τους δίνω, έτσι, να καμώνονται και να διατυμπανίζουν ή να αφήνουν να εννοηθεί ότι, δήθεν, η αναπεπταμένη σημαία μου τους υποδέχεται και, μαζί με την ανοχή μας και την εν γένει παθητική και χειρότερη γραικύλου στάση μας, χαιρετίζει κυματίζουσα τις ανθελληνικές μεθοδεύσεις τους…
Αντί γι’ αυτό, η σημαία μου, μέχρι νά ’ρθει η άγια ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού και της λευτεριάς, δε θα κυματίζει στο μπαλκόνι μου, παρά μονάχα στις μεγάλες ημέρες των Εθνικών εορτών, τότε που, οι εξουσιαστές της παγκοσμιοποίησης, όπως κάνουν σε κάθε πνευματική ανάταση του Έθνους μας, ποθούν να την υποστείλω.
Ε, λοιπόν, μόνο τότε θα κυματίζει` και θα κυματίζει περήφανα!
Στις Εθνικές εορτές σαν κι αυτή που αναμένουμε σε λίγες ημέρες.
Την ημέρα της σημαίας.
Την ημέρα του ΟΧΙ.
Εκείνη την ημέρα που οι Πανέλληνες εορτάζουμε την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940!
Εκείνες τις στιγμές αιωνιότητας, που η ποιότητα της ψυχής και του πνεύματος αντιτάχθηκε στην ποσότητα των αριθμών και της υλικής δύναμης, και το φως το αιώνιο συλλειτούργησε, και πάλι, με το Ελληνικό πεπρωμένο!
Την ημέρα της έναρξης ενός, ακόμα, μεγάλου έπους των Ελλήνων.
Έπους ηρωικού και ένδοξου, έπους του λαού εκείνου που, σαν χτυπά συναγερμό η ώρα της ιστορίας, προτιμά την ξαστεριά, έστω και λαβωμένη, στον ουρανό της καρδιάς του, από το ξεπούλημα της ψυχής για τις χαύνες και πλάνες απολαύσεις και ανέσεις του "σήμερα".
Μόνο αυτές τις ημέρες θα ανεμίζει η σημαία μου στο μπαλκόνι, σε ένδειξη της τιμής κι ευγνωμοσύνης που οφείλω στον αγώνα των αθανάτων νεκρών και όλων εκείνων που μας διαφύλαξαν, όχι, μόνο, την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας μας, μα, ίσως πάνω απ’ όλα, την τιμή και αξιοπρέπεια του Έθνους και του λαού μας.
Γι’ αυτό, λοιπόν, θα ανεμίζει αυτές τις ημέρες.
Και για να μου δίνει κουράγιο, δύναμη και πίστη, για τους νέους αγώνες. Απ’ την επαύριον, κιόλας της γιορτής. Αγώνες για λευτεριά και δημοκρατία, για φως και αξιοπρέπεια!
Γιατί, μετά τη γιορτή, προτιμώ, αντί της νηνεμίας του κυματισμού στον αγέρα της υποταγής του πνεύματος… αντί της ατίμωσης του ίχνους της ιστορίας… ναι, προτιμώ τότε, μια σημαία, όχι καθαρή και παρφουμαρισμένη, μα νοτισμένη με τίμιο ιδρώτα περήφανης προσφοράς στο δίκιο και στους αιώνες.
Ναι, προτιμώ ν’ αγωνιστώ μαζί της, στον αγώνα τον καλό και να πιω στο κορμί μου το άρωμα και το χυμό, των όσων αυτή συμβολίζει.
Θα προτάξω άοπλος τα στήθη μου, στη μεθόδευση της εξουσίας. Έχω όπλα μου την πίστη στην πατρίδα. Την αγάπη στον κάθε Συνέλληνα. Το σεβασμό της ζωής και της αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπου. Ας ματώσω! Ας θυσιαστώ! Το αξίζουν οι ιδέες που υπηρετώ και που κι η σημαία αυτή συμβολίζει. Αλλιώς, ποια ζωή μπορεί να υπάρξει που να αξίζει να τη ζεις!
Γιατί, εν τέλει, προτιμώ μια σημαία, όχι των σαλονιών, του καθωσπρεπισμού και των ευνουχισμένων συνειδήσεων, ούτε μια σημαία των ερπετών φίλων της εξουσίας, των αυλοκολάκων και των σφουγγοκωλάριων, ούτε, φυσικά, μια σημαία των ατσαλάκωτων πρέσβεων ή των πληρωμένων κονδυλοφόρων, των εξώνητων πολιτικών και των ελάχιστων, ευτυχώς, εκμαυλισμένων στρατηγών, μα μια σημαία περήφανη, τίμια και γενναία!
Μια σημαία, όχι φρεσκοσιδερωμένη, μα ξεβγαλμένη στην καθαρότητα της σκόνης πεδίων αξιοπρέπειας, μια σημαία ποτισμένη με στάλες ψυχής, σε αγώνες ενάντια στην όποια κρατική ή άλλη βία. Ενάντια στην καταπίεση από οποιαδήποτε εξουσιαστική ή αντιεξουσιαστική εξουσία, ενάντια στην εκμετάλλευση και κακοποίηση αθώων ψυχών!
Μια σημαία πιστή στο Σύνταγμα και συνεπής στην ακροτελεύτια διάταξή του, ν’ αγωνίζεται με πάθος και με κάθε μέσον για την τήρησή του.
Κι’ ακόμα, μια σημαία ποτισμένη με αίμα αγώνων ενάντια σε κάθε επιβουλή κατά της πατρίδας μου και των πατρίδων όλου του κόσμου.
Μια σημαία μπαρουτοκαπνισμένη για τα ιδανικά της! Και για όλα, όσα πιστεύω!
Για τη Δικαιοσύνη και την Αλήθεια… τη Δημοκρατία... την Αξιοπρέπεια… τη Λευτεριά!
Μια σημαία ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ!!
Μια σημαία ΕΛΛΗΝΙΚΗ!!

ΜΑ ΠΡΕΠΕΙ, ΕΓΩ, ΠΡΩΤ’ ΑΠ’ ΟΛΑ, ΝΑ ΓΙΝΩ ΑΥΤΗ Η ΣΗΜΑΙΑ!... Τότε, μόνο, θα έχει νόημα ο κυματισμός της στο μπαλκόνι μου, την 28η Οκτωβρίου και όλες τις άλλες Εθνικές επετείους!

Ιωάννης Παναγάκος
Δάσκαλος Σκαιού - Λογοτέχνης
Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών


Υ.Γ. Σε λίγες ώρες, θα ξημερώσει η μέρα της μεγάλης επετείου. Μέχρι την παραμονή αυτής της ημέρας, η σημαία μου θα ντύνει την ψυχή μου, σε κάθε μάχη του ιερού αγώνα της πατρίδας μου κατά της παγκόσμιας δικτατορικής διακυβέρνησης, ενώ, μια άλλη ολόιδια, θα κυματίζει μεσίστια στο μπαλκόνι μου, για να δείχνει το πένθος της ψυχής μου, όσο στενάζει η πατρίδα μου, κάτω απ’ την μπότα του 4ου ράιχ.
Ποιά ζωή αξίζει να ζεις και τί νόημα έχει, χωρίς λευτεριά και αξιοπρέπεια!

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

ΤΟ Μανιφέστο ενός συναγωνιστή: «ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΙΔΕΑ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ» του Ιωάννη Παναγάκου. Il "manifesto" di un compagno di lotta...

ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΙΔΕΑ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ.

"Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία
."
Ανδρέας Κάλβος

Μέσα στον ορυμαγδό της αλλαγής του κόσμου και τον πόνο ψυχής του σήμερα, που χάνει σαν άμμο μέσα από τα δάχτυλά του τις αξίες του χθες, έρχονται στιγμές, που μου λεν κάποιοι φίλοι:
«Τί αγωνίζεσαι, άνθρωπε! Δεν καταλαβαίνεις ότι το ποτάμι μας είναι στραβό, ότι είναι ο φταίχτης, αυτό που έχει στραβές όχθες, και, σα λαός, πρέπει να πληρώσουμε! Να πληρώσουμε, γιατί ο ρους μας, ρεμπελεύοντας στα "ρόζνοα", "ρόζπνοα" και "ροζοφανή" ρεζιλέματα των “realities”, "ρουτίνιασε τη ρουτίνα του στο ραχατλίδικο ραγιαδισμό και στον παχυδερμιαίο ωχαδερφισμό· στο ρυπαρό ρασιοναλιστικό ρεαλισμό, αλλά κι ακόμα, στην ρεπιασμένη και ρηξοθέμιδα ρουσφετολογία, στις χρηματικές ή χρηματιστηριακές ραδιουργίες, ρεμούλες και ρεγάλα, ως και στην αλλαξοραχιαία τρυφηλότητα"!
Εξάλλου, στη διακυβέρνηση των πέντε ηπείρων τα ατομικά δικαιώματα δε μετράνε, αφού, σαν αποστήματα τα σπάνε, ενώ και τα εθνικά θέματα δε χωρούν κι ούτε χωράνε ως έχουν, αλλά, σαν "ομελέτα", τα μαγειρεύουν κατά τις ορέξεις τους! Δεν βλέπεις ότι η υπόθεση είναι χαμένη!
Η παγκόσμια διακυβέρνηση είναι εδώ και δεν αστειεύεται. Δεν σου το δείχνει, ξεκάθαρα, το ξεθάρρεμα των μουγκρητών των υποχθόνιων οντοτήτων! Τί θέλεις τώρα; καμιά εξορία στης ιστορίας τα περίχωρα; ή σε κάποιο σκαρί Αιγαιοπελαγίτικο, όπου το Ελληνικό σου διαβατήριο δε θα έχει, πλέον, καμιά ισχύ!
Δεν το βλέπεις ότι θα βγεις ζημιωμένος; Γιατί "δεν κάθεσαι … στ’ αυγά σου"! Και εν τέλει, γιατί αγωνίζεσαι! Ποιός είναι ο λόγος»!
Απαντώ, λοιπόν, και λέω…
Παίρνω την άδεια από τον ουρανό της καρδιάς μου, και με την αξίνα του πνεύματος, σκαλίζω διασαλπίζοντας την ΑΛΗΘΗ αλήθεια στους τόμους των σαλπισμάτων των αιώνων, με τούτα τα, εντελέχεια έχοντα, και εκ Θεού, αείποτε, εκπορευόμενα και εντελλόμενα ρήματα:
Ακόμα κι αν των αιώνων, ο μεγαλύτερος φταίχτης, ήμουν! Ακόμα κι αν δε στάθηκα πάντοτε, στο ύψος του υψηλού προορισμού μου. Κι αν εθελοτυφλούσα στο κατρακύλημα του σκάφους μου, ακόμα και τότε. Κι αν, ακόμα, ναρκώθηκα από συβαρίτικους επίπλαστους παραδείσους. Κι αν έβλαψα τον εαυτό μου, ιδιοχείρως. Ακόμα και τότε: Θέλω, ως εννοιόσημος και ενδόκαρπος λαός, αυτεξούσιος να είμαι! να μη με ορίζουν άλλοι!
Δικαιούμαι να έχω και να εφαρμόζω, απαρέγκλιτα, το Σύνταγμά μου. Αυτό που έφτιαξα με αγάπη, ιδρώτα, πόνο και αίμα, μέσα από τις προαιωνίως αιώνιες παρακαταθήκες των προγόνων μου· από την αυτοθυσία του τιτάνα Προμηθέα και των ημίθεων Ορφέα και Ηρακλή· από τη σύλληψη και εφαρμογή των πανανθρώπινων οραματισμών των πολιτών, πρώτα, και πολιτικών, ύστερα, Σόλωνα και Λυκούργου, Κλεισθένη και Περικλή· από τις ένθεες θεωρήσεις, της ψυχής και του σύμπαντος κόσμου, των φιλόσοφων Πυθαγόρα και Ηράκλειτου, Σωκράτη, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, και από τα υψηλόθωρα δημιουργήματα τόσων άλλων, πανυφήλιου ακτινοβολίας προσωπικοτήτων, ων ουκ έστι αριθμός, μέχρι τους αστερισμούς των κοινοτήτων των Αμπελακίων και της Χάρτας και του Θούριου του Ρήγα, το ελπιδόχρωο, ανθρωπογενές και φιλάνθρωπο, πρώτο Σύνταγμα της Επιδαύρου, τα αγνά και λαμπερά, διαχρονικώς, ήθη, έθιμα και παραδόσεις του τόπου αυτού, κι ακόμα, τους άχραντους πόθους του Έλληνα, όπως αυτοί αναβρύζουν από τα δημοτικά τραγούδια του, και τους αμέτρητους πηγαίους αγώνες του απλού λαού, για αγάπη και δημοκρατία, για δικαιοσύνη, για ελευθερία, ανεξαρτησία, μέσα από το σεβασμό κάθε υπόστασης.
Επιπλέον, δεν απεγκλιμάτισα κανένα περιβάλλον, τουλάχιστον συνειδητά, και δεν εγκλημάτησα κατ’ ουδενός, πολύ δε περισσότερο, δεν δημιούργησα με βόμβες, εκατόμβες θυμάτων αθώων, είτε παγκόσμιες συρράξεις, προκαλώντας, είτε αναλαμβάνοντας καθήκοντα παγκόσμιου αστυνόμου ή τρομοκράτη. Κι ακόμα, ουδέποτε έχτισα οποιοδήποτε κοσμοφόνο ή ρεβανσιστικό ράιχ.
Κι αν, διψασμένο ποτάμι εγώ, χρωστώ σε κάποιους, υλικές ασημαντότητες, οι πιστωτές μου, αυτές οι ορφνόνερες ορδές κυνηγών υποψήφιων θυμάτων, δεν είναι λιγότερο άμοιροι ευθυνών από μένα!

Έπειτα, δε ζήμιωσα κανένα, περσσότερο, απ’ ό,τι, η συναλλαγή μαζί του, ζήμιωσε και πλήγωσε βάναυσα τα μύχια μου και κάθε προοπτική αληθούς προόδου του έρμου αυτού τόπου! Ούτε, φυσικά, το αγνάντι θεατό χρέος μου είναι το πραγματικώς υπάρχον, αυτό που θα είχα την υποχρέωση να πληρώσω, αν οι ερπετόκυνες των παγκόσμιων αρχόντων δεν έδειχναν με τα ιοβόλα τους δήγματά το γνωστό σενάριο! Και, πάντως, δε θα υπήρχε αυτή η ανάγκη και δε θα υπέκυπτα ως κράτος, αν, ως κράτος, δεν τελούσα υπό ζυγόν θιάσου, πρωτοφανούς αθλιότητας, ασελγούντος επί παντός ζωτικού στοιχείου, κάθε ικμάδας, της πατρίδας μου, με προφανή, απεριφράστως, σκοπό, την εξόντωσή της· θιάσου, δωσίλογου, συναποτελούμενου εξ εκπροσώπων της παγκόσμιας κλίκας αταξίας πραγμάτων και απαξίας ιδεών, εντεταλμένων να διαφεντεύουν, με αυτή τη συνταγή, ως επίσημοι κυβερνήτες μου, τον τόπο, έως την πλήρη αποθεμελίωσή του! Αυτοί, οι υποτιθέμενοι Έλληνες κυβερνήτες μου (ουχ ήττον Εφιάλτες), εκλεγμένοι, δήθεν, με δημοκρατικές διαδικασίες, στην πραγματικότητα, όμως, έχοντας υφαρπάσει την λαϊκή ψήφο με δόλια μέσα!
Όμως, υπάρχει Νέμεση! Η Θεία Αρμονία του Σύμπαντος, η οποία ως Θεία Δίκη, ως Λόγος Αγάπη - Λόγος Θεού, ως το απόλυτο Φως των αιώνων, θα επιφέρει την κάθαρση. Μέσα από τη θετική ενέργεια και ακτινοβολία που, ως πνεύμα, πρέπει να εκπέμψω, κάνοντας πράξη τον αρχαίο χρησμό "συν Αθηνά και χείρα κίνει".
Έχει καταγραφεί, ήδη, πλειστάκις, στις αετόρραχες σελίδες της ιστορικής αξιοπρέπειας, πως "του Έλληνα ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει"! Γι’ αυτό, λοιπόν, αγωνίζομαι…
Αγωνίζομαι για μια πάμφωτη ιδέα που λέγεται Πατρίδα! Να! Αυτή η ίδια μου φεγγοβολά και μου δείχνει το δρόμο. Αυτή που είν’ ο φωτοδότης, η καρδιά και η ουσία της Ευρώπης· όλων των μεγάλων, πνευματικά, πολιτειών της ανθρωπότητας· αυτή η παγκόσμια πατρίδα που λέγεται Ελλάδα!
Είμαι κι εγώ, μια στάλα από τους πόθους της διαδρομής σου πατρίδα
. Στάλα τη στάλα να φτιάξουμε το μεγάλο ποτάμι που θα φέρει το γαλάζιο σκάφος μας στη θάλασσα του προορισμού του! Χωρίς κλυδωνισμούς, σκαμπανεβάσματα και πισωγυρίσματα! Με όλα τα διαμαντένια στολίδια του Αιγαιοπελαγίτικου γιορντανιού σου να κοσμούν το στήθος σου με τον αγέρωχο παφλασμό του Αιγαιογάλαζου χαμογέλιου τους. Με μια, μόνο, Μακεδονία, Ελληνίδα βυζάστρα, που μαζί με τις ομογενείς και ομογάλακτες αδερφές της, την Θράκη και την Ήπειρο, θα αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο με τα υπόλοιπα κύτταρά σου· να τραγουδάν, και ν’ αντιλαλούν τα πελάγη, το αγερόχρωμο τραγούδι αυτής της γης, της Ελληνίδας γης, πατρίδα φιλημένη! ΜΑΝΑ ΠΑΤΡΙΔΑ!
Με οδηγεί το φωτοβόλο πνεύμα του Ελληνισμού· το πνεύμα αυτό που δίδαξε την, μέχρι αυτοθυσίας, ανιδιοτελή αγάπη στο σύνολο και στο συνάνθρωπο!
Με εμπνέει η ανθρωπιά αυτού του λαού που, μέσα από τη μοναδικότητα και απλότητα της μονάδας, ανακάλυψε, με το υψιμέλαθρο πνεύμα του, τη σύνθεση και το όλον· και από το πλήθος, την ποσότητα και τη δύναμη, με την ψυχότροφη φλόγα της αγάπης, ξεχώρισε και σεβάστηκε το άτομο, τον ανίσχυρο, τον διαφορετικό.
Με πυργώνουν οι αρχές της Ελληνικής κοινωνίας, αυτής, που έλαβε ένα σκληρό και ισχυρό και ανελέητο «εγώ» και το μετέτρεψε στο πράο, αλλά και πανίσχυρο θώρακα του «εμείς».
Αγωνίζομαι και κλαίω για τα τραύματά σου πατρίδα!
Όμως, δε θα συμπλεύσω με την άναρχη εξουσιάζουσα Αρχή. Το χατίρι στους καταπιεστές σου, δεν θα το κάνω. Όσο μπορώ θα αντισταθώ στην άρνηση και στο σκότος που σε πνίγουν, με πνίγουν, αγαπημένη.

Δε θα κρίνω άλλον Συνέλληνα. Θα σεβαστώ όλες τις απόψεις. Αγαπώ όλους τους ανθρώπους· όχι, μόνο, αυτούς που, ως άνθη, ανθίζουν δίπλα μου ανθίζοντας τη μέρα μου· αλλά, ακόμα, κι αυτά τα μαραμένα λούλουδα της υφηλίου, τους άμοιρους λαθρομετανάστες, αυτούς που, άθελά τους, γίνονται το όχημα της εγκαθίδρυσης καθεστώτος ημισελήνου στον τόπο μου· του καθεστώτος που θα με κάνει ιθαγενή και πρόσφυγα στην πατρίδα μου!
Λατρεύω το θείο πολίτευμα που υποτίθεται ότι έχουμε - και που τόσο, τόσο μου λείπει – με κορωνίδα του το Σύνταγμα που κατάφωρα παραβιάζεται· μισώ δε, την κάθε μορφής τυραννία και βία.
Αλλά, ίσως και γι’ αυτούς τους λόγους, κι επειδή, είναι πλέον φανερό, ότι όλοι αυτοί οι θεατρίνοι βαρόνοι της ελιτίστικης "νομενκλατούρας" της νέας τάξης, απεργάζονται, όχι μόνο, τον ηθικό, αλλά και τον φυσικό θάνατο της πατρίδας μου, το στιλέτο στο στήθος ή στην πλάτη της, ΔΕΝ θα είμαι ζωντανός για να το δω μπηγμένο!! Αν καταφέρουν, τελικά, να έμπουν, πλησίστιοι, για την ολοκλήρωση των σχεδίων τους, η σημαία μου ΔΕΝ θα κυματίζει στο μπαλκόνι του σπιτιού μου για να τους υποδεχτεί, έστω μεσίστια. ΘΑ ΜΟΥ ΣΦΟΥΓΓΙΖΕΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΠΟΥ ΘΑ ΡΕΕΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΣΤΟΝ «ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ» ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!

Υ.Γ. 1. Αδερφοί μου Συνέλληνες, σας ευχαριστώ για να μηνύματα συμπαράστασης που μου στέλνετε κατά καιρούς, γι’ αυτές τις προαιώνιες Ελληνικές σκέψεις, ιδέες, στάση ζωής. Ευχαριστώ ακόμα και όσους πατριώτες ανθυπομειδιούν ειρωνικώς, θεωρώντας τα, γραφικά όλα αυτά, αλλά, κρύβονται πίσω απ’ το δάχτυλό τους, μην τολμώντας να τα αντικρούσουν στον εαυτό τους! Χαίρομαι, γιατί θα συμφωνήσω μαζί τους, αφού, πράγματι, αν τά ’βλεπα τα δεδομένα, μ’ αυτή την νοοτροπία, την ιδική τους, θα αντιδρούσα, κι εγώ, με τον ίδιο τρόπο. Αλλά, ας μην ξεχνάμε ότι, ακριβώς, αυτή η νοοτροπία, μας έφερε εδώ, στην τραγική κατάσταση που είμαστε τώρα. Καιρός, λοιπόν, ν’ αλλάξετε κι εσείς αδέρφια μου και να θυμηθείτε τον πραγματικό σας εαυτό, αφήνοντας ελεύθερο να εκφραστεί το ορμέφυτο του Έλληνα που μένει αναλλοίωτο στο διηνεκές! Αυτή, την αληθινά ανυπέρβλητη δύναμη, που μας έκανε τους ημίθεους της παγκόσμιας ιστορίας. Μόνο, έτσι, θα νικήσουμε!

Υ.Γ. 2. Κι εσείς, ω! εκπρόσωποι, ω! συνοδοιπόροι των καταπιεστών μου, που καγχάζετε σαδιστικά και απροκάλυπτα! Καιρός να μελετήσετε λίγο ιστορία και να αναλογιστείτε, τί θα επακολουθήσει, αν πιάσουν τόπο αυτά τα λόγια. Τότε, σίγουρα, δε θα γελάτε, αλλά θα πικροκλαίτε! Κι αν, θα προλάβετε, κιόλας!

Υ.Γ. 3. Και νά ’τος ο άνεμος της ιστορίας! Τον αφουγκράζομαι που καλπάζει στο πεπρωμένο του! Κι εμείς; Τί περιμένουμε εμείς; Για να φανούμε συνεπείς στην υπόσχεση, στον όρκο, στο χρέος!

Υ.Γ. 4. Συνέλληνες, εμπρός, ξανά, να ορθώσουμε νέες Θερμοπύλες. Και είθε, όλοι μαζί, να τις μετατρέψουμε σε Μαραθώνες και Σαλαμίνες! Μα αν, δεν είναι το βόλεμα του καιρού, κι οι Θερμοπύλες πέσουν, ας περιγράψουμε, για άλλη μια φορά, με το αίμα μας, αυτό που θα σημάνει, τελικά, την αναγέννηση του Γένους. Αυτό που οι εννέα ρίγες της Σημαίας μας συμβολίζουν. Αυτό που σηματοδοτεί και η λέξη ΕΛΛΗΝ, ως ιστορία, ως ιδέα, ως ελπίδα, ως οντότητα: «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ»…

Κι ας γίνουμε όλοι Σαμουήλ, κι οι γειτονιές μας Κούγκι!
Κι ας γίνει ο δρόμος μας χορός, στο δρόμο του Ζαλόγγου!

Κι ας αποθάνει το εγώ, μετά των αλλοφύλων!
Για ν’ ανασάνει η Ελευθεριά, στο ματωμένο χώμα!

και να αναγεννηθούμε, όπως ο Φοίνικας, που αναγεννάται από τις στάχτες του…
γιατί, αληθινά ζει, μόνο, όποιος το θάνατο μπορεί να αψηφήσει…

Υ.Γ. 5. Όσοι μπορούν να σηκώσουν τη σημαία της ΑΓΑΠΗΣ και της ΑΛΗΘΕΙΑΣ, της ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ και της αληθούς ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, της ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ και της ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ, και να πέσουν γι’ αυτή, ας είναι, αν πέσω πριν απ’ αυτούς, ο εκτελεστής της διαθήκης μου.

Ιωάννης Παναγάκος
Άνχης (ΠΖ) ε.α. – Σ.Σ.Ε./1971
Δάσκαλος Σκακιού – Λογοτέχνης
Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

Ποιά ζωή αξίζει να ζεις και τί νόημα έχει, χωρίς λευτεριά και αξιοπρέπεια!

[ΣΣ. Ο ίδιος ο συγγράψας συνοδεύει το κείμενό του με το παρακάτω βοηθητικό για τον αναγνώστη του λεξιλόγιο]
Λεξιλόγιο:
ρεμπελεύοντας: τεμπελιάζοντας.
ρόζνοο: διανόημα, σχετικό με «ροζ» θεάματα.
ρόζπνοο: που έχει πνοή σχετική και επηρεασμένη από «ροζ» θεάματα.
ροζοφανές: που έχει εμφάνιση σχετική με «ροζ» θεάματα.
ρασιοναλιστικός: που έχει σχέση με τον ορθολογισμό.
ρεπιασμένη: ερειπωμένη.
ρηξοθέμιδα: από το αρχαίο «ρηξόθεμις», αυτή που έχει διαρρήξει τις σχέσεις της με τη δικαιοσύνη, η παρανομία.
ρεμούλα: διαρπαγή, λεηλασία, κλεψιά, πλιάτσικο, διαγούμισμα.
ρεγάλο: δώρο, φιλοδώρημα.
αλλαξοραχιαία: αλλαξοκ…
τρυφηλότητα: η ιδιότητα του τρυφηλού, δηλαδή, αυτού που αγαπάει τις υλικές απολαύσεις ή που είναι γεμάτος από αυτές.
διασαλπίζω: κοινοποιώ, διακηρύττω, διατυμπανίζω, διαλαλώ.
εντελέχεια: η ενυπάρχουσα σε κάθε ον τάση προς την τελειότητα, η ζωτική αρχή που διέπει και διαμορφώνει τα όντα.
συβαρίτικος: τρυφηλός, γεμάτος αποχαύνωση.
εννοιόσημος: που έχει την αληθή έννοια του ονόματος το οποίο φέρει και όχι επίπλαστη.
ενδόκαρπος: αυτός που βγάζει καρπούς.
ρεβανσιστικός: που έχει σχέση ή ανήκει στο ρεβανσισμό, δηλαδή, σε πολιτική στάση που καθορίζεται από πνεύμα εκδικήσεως.
ράιχ: το γερμανικό κράτος.
ορφνόνερο: νερό ορφνό, δηλαδή σκοτεινό.
αγνάντι: απέναντι, αντίκρυ.
θεατό: που το βλέπουνε.
ερπετόκυνες: ερπετά – σκυλιά.
δήγμα: δάγκωμα, δαγκωνιά.
γιορντάνι: περιδέραιο.
αγερόχρωμος: που έχει χρώμα αγέρα.
υψιμέλαθρος: που έχει οικοδομηθεί υψηλά, που κατοικεί στα ύψη.