Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υμνογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υμνογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Λυτρωτή και Σωτήρος του κόσμου. (Συνεργασία Μυργιώτη Παναγιώτη). La Trasfigurazione di Nostro Signore Gesù Cristo, Redentore e Salvatore del mondo (Collaborazione di M.P.). The Transfiguration of our Lord Jesus Christ, Redeemer and Savior of the world (by P. Myrgiotis).

 

Το σημερινό κείμενο είναι άλλη μια συνεργασία του Μαθηματικού κ. Παναγιώτη Μυργιώτη. Τον ευχαριστούμε!


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!

 

 

               "...θεατὰ, στῆθι μακρόθεν βλέπων..."


........................................................................................


 

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,

του Λυτρωτή και Σωτήρος του κόσμου.



Την 6η Αυγούστου η Αγία μας εκκλησία εορτάζει μια μεγάλη Δεσποτική εορτή. Την Μεταμόρφωση του Σωτήρος Ιησού Χριστού.  

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου είχε συμβεί πριν από το εκούσιο πάθος Του. Σαράντα ημέρες πριν από τη Σταύρωσή Του. Η εορτή συνέπιπτε την περίοδο της νηστείας και δια τούτο εορτάζεται 40 ημέρες πριν από την ύψωση τουΤιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου).

 

Η Μεταμόρφωση τιμάται στο μέσον περίπου της εορταστικής περιόδου Πάσχα - Χριστούγεννα. Της δεσποτικής αυτής εορτής προηγείται αυστηρά νηστεία και μόνο την ημέρα της εορτής επιτρέπεται η κατάλυση ψαριών. Ηνηστεία αυτή ανήκει στη νηστεία του 15αυγούστου. Ουσιαστικά πρόκειται για δυο συνεχόμενες νηστείες, μια προς τιμή της Μεταμορφώσεως του Χριστού και μια προς τιμή
της Παναγίας. Προηγείται λοιπόν αυστηρά νηστεία, όπως και στις δυο άλλες προαναφερθείσες δεσποτικές εορτές.

 

Μεγάλη δεσποτική εορτή. Όσο βασική και σπουδαίαγια την σωτηρία μας είναι η εορτή των Χριστουγέννων και της Αναστάσεως τόσο σπουδαίακαι σημαντική είναι και η εορτή της Μεταμορφώσεως. Εφανερώθη η Θεότητα του Κυρίου, για μια ακόμη φορά.
Ο Κύριος για να προετοιμάσει τους μαθητάς Του για το εκούσιο πάθος του, πήρε τρεις από αυτούς: τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο και πορεύθηκε προς προσευχή εις το όρος Θαβώρ. 

 

Γιατί πήρε αυτούς;; Τον Πέτρο για τη μεγάλη πίστη και αγάπη που είχεπρος τον Χριστό, τον Ιωάννη επειδή τον αγαπούσε ιδιαίτερα ο Κύριος, για την αγνότητα καιτην ολόψυχη προς Αυτόν αφοσίωσή του και τον Ιάκωβο επειδή αυτός θα έχυνε πρώτος το αίμα του για την αγάπη του Χριστού. 

 

Οι κουρασμένοι από την ταλαιπωρία κάθισαν να ξεκουραστούν και τους πήρε ο ύπνος. Κάποια στιγμή ξυπνούν και βλέπουν τον διδάσκαλό τους να λάμπει περισσότερο και από τον ήλιο. Δεν μπορούσαν τα γήινα μάτια των μαθητών Του να αντικρίσουν το άκτιστο φως και για αυτό έπεσαν κάτω με τα πρόσωπα προς την γη, λέγει ο Ευαγγελιστής, «ἔπεσον ἐπί πρόσωπον αὐτῶν καί ἐφοβήθησαν σφόδρα» (Ματθ. 17,6).
 

Επέτρεψε ο Κύριος να πάρουν μια γεύση από τη Θεότητά Του και πώς θα είμαστε
όλοι μας μετά την Δευτέρα παρουσία Του στη γη. Οι μαθητές του δεν είχαν λάβει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος για να μπορούν να δουν το Άκτιστο Φως. Είδαν τον Κύριο να συνομιλεί με τον Μωυσή, εκπρόσωπο του νόμου και των κεκοιμημένων και τον Ηλία, εκπρόσωπο των Προφητών και των ζώντων. Έτσι λοιπόν φαίνεται καθαρά ότι ο Χριστός είναι Κύριος της Ζωής και του θανάτου και οι συνομιλητές Του είναι δούλοι Του.
 

Συνομιλούν για το εκούσιο Πάθος Του που πρόκειται να συμβεί.

Γράφει χαρακτηριστικά οΆγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Έφερε δε εις το μέσον τους τον Mωυσήν και τον Ηλίαν, διά να διορθώση τας σφαλεράς υποψίας, οπού είχον οι πολλοί περί αυτού. Kαθότι, άλλοι μεν έλεγον τον Kύριον, πως είναι ο Ηλίας. Άλλοι δε, πως είναι ο Iερεμίας. 

Διά τούτο λοιπόν επαράστησεν εις το Θαβώρ τους πρώτους και κορυφαίους Προφήτας, διά να γνωρίσουν οι μαθηταί, και διά των μαθητών όλοι οι άνθρωποι, πόση διαφορά είναι αναμεταξύ του Xριστού, και των Προφητών. O μεν γαρ Xριστός, είναι Δεσπότης. Oι δε Προφήται, είναι δούλοι. Kαι ίνα μάθουν, ότι ο Kύριος έχει την εξουσίαν του θανάτου και της ζωής. Διά τούτο, από μεν τους αποθαμένους, έφερε τον Mωυσήν. Aπό δε τους ζωντανούς, έφερε τον Ηλίαν».

 

Προετοιμάζονται οι μαθητές Του για τα επερχόμενα. Ο Πέτρος ενθουσιασμένος και γεμάτος θεία γλυκύτητα προτείνει να φτιάξουν τρεις σκηνές για να μείνουν εκεί. Μία για τον Δάσκαλό Του και από μια για τον Μωυσή και τον Ηλία. Τότε νεφέλη τους σκέπασε και ακούστηκε φωνή λέγουσα «Οὗτος ἐστὶν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε» (Λουκά, θ' 28-36). Δηλαδή, Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, που τον έστειλα για να σωθεί ο κόσμος. Αυτόν να ακούτε. Είναι η φωνή του Θεού και Πατέρα, όπως και στην βάπτιση του Κυρίου.
Τον αποκαλεί «υιόν αγαπητό». 

Για όλους εμάς τους θνητούς και φθαρτούς που πλάθουμε και κατασκευάζουμε τον Χριστό στα δικά μας ανθρώπινα και αμαρτωλά μέτρα. 

Ο Χριστός είναι το δεύτερο πρόσωπο της μιας, αγίας, ομοουσίου και αδιαιρέτου τριάδος: Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα.
 

 

Στη Μεταμόρφωσή Του ο Κύριος απλά φανέρωσε ή, ακριβέστερα, επέτρεψε να
δουν ανθρώπινα μάτια ένα μικρό μέρος της Θεότητός Του, «καθὼς ἠδὐναντο», όπως αναφέρεται στο απολυτίκιο της εορτής.



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος βαρύς

Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου,
καθὼς ἠδυναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς
Θεοτόκου, φωτοδότα δόξα σοι.

Κοντάκιον Ἦχος βαρύς. Αὐτόμελον.

Ἐπὶ τοῦ ὄρους μετεμορφώθης, καὶ ὡς ἐχώρουν οἱ Μαθηταί σου τὴν δόξαν σου,
Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐθεάσαντο, ἵνα ὅταν σε ἴδωσι σταυρούμενον, τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν
ἑκούσιον, τῷ δὲ κόσμῳ κηρύξωσιν, ὅτι σὺ ὑπάρχεις ἀληθῶς, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα.

Μεγαλυνάριον

Θέλων ἐπιδεῖξαι τοῖς Μαθηταῖς, δύναμιν ἐξ ὕψους καὶ σοφίαν παρὰ Πατρός, ἐν
ὄρει ἀνῆλθες, Χριστὲ τῷ Θαβωρίῳ, καὶ λἀμψας ὡς Δεσπότης τούτους ἐφώτισας.

Ὁ οίκος

Ἐγέρθητε οἱ νωθεῖς, μὴ πάντοτε χαμερπεῖς, οἱ συγκάμπτοντες εἰς γῆν τὴν ψυχήν
μου λογισμοί, ἐπάρθητε καὶ ἄρθητε εἰς ὕψος θείας ἀναβάσεως, προσδράμωμεν Πέτρῳ καὶ
τοῖς Ζεβεδαίου, καὶ ἅμα ἐκείνοις τὸ Θαβώριον ὄρος προφθάσωμεν, ἵνα ἴδωμεν σὺν αὐτοῖς
τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, φωνῆς δὲ ἀκούσωμεν, ἧς περ ἄνωθεν ἤκουσαν, καὶ ἐκήρυξαν,
τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα.

Κάθισμα Ἦχος δ'. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.

Ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ Θαβώρ, μετεμορφώθης ὁ Θεός, ἀναμέσον Ἠλιού, καὶ Μωϋσέως τῶν
σοφῶν, σὺν Ἰακώβῳ καὶ Πέτρῳ καὶ Ἰωάννῃ, ὁ Πέτρος δὲ συνών, ταῦτά σοι ἔλεγε· Καλόν ὧδέ
ἐστι, ποιῆσαι τρεῖς σκηνάς, μίαν Μωσεῖ, καὶ μίαν Ἠλίᾳ, καὶ μίαν σοὶ τῷ Δεσπότῃ Χριστῷ, ὁ
τότε τούτοις, τὸ φῶς σου λάμψας, φώτισον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 


Μυργιώτης Παναγιώτης
 

Μαθηματικός

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017

Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα: 12 σημερινές Φωτογραφίες (και 3 τροπάρια από τον Εσπερινό) . 12 Foto dal Monastero ortodosso di Karea e 3 inni dalla preghiera del Vespro (x la festa della Santa Croce)

Οι φωτογραφίες είναι από την απογευματινή μας επίσκεψι/προσκύνημα στο γυναικείο μοναστήρι. Τα στιχηρά προσόμοια που ακολουθούν, κείμενο και μέλος, (εδώ, βέβαια, σε άλλη εκτέλεσι από το You Tube) είναι κάτι σαν αναμνηστική καταχώρησι λόγω και της Εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Ή μάλλον μια απόπειρα μπας και γλυκάνει και το Ιστολόγιο με τον μακρινό απόηχο της κατάνυξης και της πνευματικής γαλήνης που νιώσαμε εκεί, στον πανέμορφο ναό της Ευαγγελίστριας, κατά την ακολουθία του Εσπερινού.
...........................................
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ



ΚΕΙΜΕΝΑ


"Χαίροις ο ζωηφόρος Σταυρός" Ήχος πλ Α' Στιχηρά Εσπερινού Υψώσεως Τιμίου Σταυρού

ΠΡΟΣΟΜΟΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
Στίχ. Χαίροις ἀσκητικῶν

Χαίροις ὁ ζωηφόρος Σταυρός,
τῆς εὐσεβείας τὸ ἀήττητον τρόπαιον,
ἡ θύρα τοῦ Παραδείσου, ὁ τῶν πιστῶν στηριγμός,
τὸ τῆς Ἐκκλησίας περιτείχισμα·
δι᾿ οὗ ἐξηφάνισται ἡ φθορὰ καὶ κατήργηται,
καὶ κατεπόθη τοῦ θανάτου ἡ δύναμις,

καὶ ὑψώθημεν, ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια.  
Ὅπλον ἀκαταμάχητον, δαιμόνων ἀντίπαλε,
δόξα Μαρτύρων Ὁσίων,
ὡς ἀληθῶς ἐγκαλλώπισμα,
λιμὴν σωτηρίας, ὁ δωρούμενος
τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.


ΠΡΟΣΟΜΟΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Στίχ. Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ.

Χαίροις ὁ τοῦ Κυρίου Σταυρός,
δι᾿ οὗ ἐλύθη τῆς ἀρᾶς τὸ ἀνθρώπινον,
τῆς ὄντως χαρᾶς σημεῖον, ὁ καταράσσων ἐχθρούς,
ἐν τῇ σῇ ὑψώσει, πανσεβάσμιε·

ἡμῶν ἡ βοήθεια, Βασιλέων κραταίωμα,
σθένος δικαίων, ἱερέων εὐπρέπεια,
ὁ τυπούμενος, καὶ δεινῶν ἐκλυτρούμενος,
ῥάβδος ἡ τῆς δυνάμεως, ὑφ᾿ ἧς ποιμαινόμεθα,

ὅπλον εἰρήνης ἐν φόβῳ,
ὃ περιέπουσιν Ἄγγελοι.
Χριστοῦ θεία δόξα,
τοῦ παρέχοντος τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος!

ΠΡΟΣΟΜΟΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ
Στίχ. Ὁ δὲ Θεὸς Βασιλεὺς ἡμῶν πρὸ αἰῶνος εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς.

Χαίροις ὁ τῶν τυφλῶν ὁδηγός, τῶν ἀσθενούντων ἰατρός,
ἡ ἀνάστασις ἁπάντων τῶν τεθνεώτων,
ὁ ἀνυψώσας ἡμᾶς, εἰς φθορὰν πεσόντας, Σταυρὲ τίμιε·

δι᾿ οὗ διαλέλυται ἡ φθορὰ καὶ ἐξήνθησεν
ἡ ἀφθαρσία, καὶ βροτοὶ ἐθεώθημεν,
καὶ διάβολος παντελῶς καταβέβληται.

Σήμερον ἀνυψούμενον, χερσὶ καθορῶντές σε,
Ἀρχιερέων, ὑψοῦμεν τὸν ὑψωθέντα ἐν μέσῳ σου,
καὶ σὲ προσκυνοῦμεν, ἀρυόμενοι πλουσίως τὸ μέγα ἔλεος.

ΜΕΛΟΣ
  Χαίροις ο Ζωηφόρος Σταυρός (Ψάλλει ο Ευγένιος Χαρδαβέλλας )

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

«Ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη…»: κείμενο (1949) του Φώτη Κόντογλου για την Κοίμησι της Θεοτόκου. “Gioisce per te, o Madre di Dio Piena di Grazia...” un vecchio testo di Fotios Kontoglou (1895 –1965) per la Dormizione di Madonna.



«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ 
ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων· 
χείλη δὲ πιστῶν τὴ Θεοτόκῳ 
ἀσιγήτως φωνὴν τοῦ ἀγγέλου 
ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω· 
Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, 
Παρθένε ἁγνή». 

«Ἐσένα ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς μὴ σὲ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλὰ χείλια πιστὰ ἂς ψάλλουνε δίχως νὰ σωπάσουνε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδὸς θέλει νὰ πεῖ τὴ φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ποὺ εἶπε «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί») κι ἂς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλα Παρθένε ἁγνή».

Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα: 
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι 
ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». 
«Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους. Ἄμποτε, Παναγιά μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα».

Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»; 
Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει: «Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. 
Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει; Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: 
«Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· 
πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν 
δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω». 
«Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω: Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρὰ τῶν πικραμένων, τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ᾿ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγουμε σὲ Κεiνη ποὺ τὴν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή», «Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα», «Ὀξεία ἀντίληψη», «Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καὶ χίλια ἄλλα ὀνόματα, ποὺ δὲν βγήκανε ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ τὰ στόματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς ποὺ πιστεύανε καὶ ποὺ πονούσανε. 
Μονάχα στὴν Ἑλλάδα προσκυνιέται ἡ Παναγία μὲ τὸν πρεπούμενο τρόπο ἤγουν μὲ δάκρυα μὲ πόνο καὶ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη. Γιατὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπὸ κάθε λογῆς βάσανο. Κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴν αἰτία τὸ ἔθνος μας στὰ σκληρὰ τὰ χρόνια βρίσκει παρηγοριὰ καὶ στήριγμα στὰ ἁγιασμένα μυστήρια της ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καὶ παραπάνω ἀπὸ ὅλα στὸ Σταυρωμένο τὸ Χριστὸ καὶ στὴ χαροκαμένη μητέρα του, ποὺ πέρασε τὴν καρδιά της σπαθὶ δίκοπο. 
Σὲ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τὴν Παναγία μὲ τραγούδια κοσμικά, σὰν νἆναι καμιὰ φιληνάδα τους, μὰ ἐμεῖς τὴν ὑμνολογοῦμε μὲ κατάνυξη βαθειά, θαρρετὰ μὰ μὲ συστολή, μὲ ἀγάπη μὰ καὶ μὲ σέβας,σὰν μητέρα μας μὰ καὶ σὰν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας νὰ τὴ δεῖ τί ἔχει μέσα καὶ νὰ μᾶς συμπονέσει. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, «τὸ χαροποιὸν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμὸς ὁ γλυκερὸς τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καὶ ἡ δωδεκάτειχος πόλις». 
Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικὸ περιβόλι ποὺ μοσκοβολᾶ ἀπὸ λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη, καὶ τὰ πιὸ μυρουδικά, τὰ πιὸ ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καὶ μαζί της χαίρεται μὲ μία χαρὰ πνευματική: 
«Ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, 
ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος, 
ἡγιασμένε ναὲ καὶ παράδεισε λογικέ, 
παρθενικὸν καύχημα, ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη 
καὶ παιδίον γέγονεν ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἡμῶν». 

Ἀπορεῖς τί νὰ πρωτοδιαλέξεις ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πῶς ὁ ἀγέρας, τὰ βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τὰ χωριὰ οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματικὴ ἀπ᾿ αὐτὸ «τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ᾿ αὐτὴ «τὴν μανναδόχον στάμνον ποὺ ἔχει μέσα «μύρον τὸ ἀκένωτον». Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μὲ τὄνομά της, τὰ βουνά μας, οἱ κάμποι, τὰ νησιά, τ᾿ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπὸ τὰ ξωκκλήσια της, τὰ καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στὴ μάσκα καὶ στὴν πρύμη τὸ γλυκύτατο τόνομά της. Ἀληθινὰ στὴν Ἑλλάδα μας «ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «Γιὰ Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση. Σήμερα ποὺ κοιμήθηκες, θαρεῖς πὼς ἡ χαρὰ γίνηκε πιὸ μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σὲ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντὶ νὰ ἀποσκιάσει καὶ πλημμύρησε τὶς καρδιές μας.

Σήμερα τ᾿ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στὰ κουρασμένα πρόσωπά μας, τὰ δέντρα σὰν νὰ γενήκανε πιὸ χλωρά, τ᾿ αὐγουστιάτικο κύμα σὰν νὰ ἀρμενίζει πιὸ δροσερὸ μέσα στὸ πέλαγο καὶ ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, τὸ κάθε τί πανηγυίζει κι᾿ ἀγάλλεται... 
Ὤ! Τί θάνατος λοιπὸν εἶναι αὐτός, ποὺ γέμισε τὴν οἰκουμένη καὶ τὶς καρδιές μας μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀθανασίας! Καὶ καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδὸς σήμερα: 
«Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, 
ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. 
Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, 
καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη 
ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν». 
Ἀληθινὰ λέγει καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς...».

Ἀλλὰ τὸ ξαναλέγω. Τί νὰ πεῖ κανένας πρῶτα καὶ τί ὕστερα, ἀπὸ τὰ τόσα πνευματικὰ ὑμνολογήματα ποὺ προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιὲς στὴν Παναγία, στὸ «Ῥόδον τὸ ἀμάραντον», ποὺ μοσκοβόλησε καὶ ἅγιασε τὴν καταβασανισμένη τὴν Ἑλλάδα! Τὴν ὑμνολογήσανε μὲ τὰ λόγια, μὲ τὴν ψαλμωδία, μὲ τὴ ζωγραφική, μὲ τὸ σκαλισμένο ξύλο, μὲ τ᾿ ἀσήμι, μὲ τὸ μάλαμα, μὲ τὸ κηρομάστιχο, μὲ κάθε τίμιο κι᾿ ἁγιασμέvο πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμέψει στὸν ἄνθρωπο γιὰ vα μπορέσει vα δείξει τὴν ἀγάπη του, τὸ σέβας του, τὴ χαρά του, τὴν πίκρα του, κι᾿ ὅ,τι ἄλλο ἁγνὸ αἴσθημα ἔχει μέσα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του. 
Τὸ νὰ πιάσει κανένας νὰ τὰ ἱστορήσει καταλεπτῶς, θὰ ἤτανε σὰν νάθελε vα μετρήσει τὸν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιὰ τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστὰ λουλούδια ἀπὸ τῆς ὑμνωδίας τὸ ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς».

Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἂς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπὸ τὶς Καταβασίες τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ποὺ εἶναι τὸ βυζαντινώτατο, ὅλη ἡ Κωνσταντιnούπολη πνευματικὰ πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλὰ ἐκείνη τὴν ἐξαίσια γ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει: 
«Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε, 
ὡς ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή, 
θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον 
καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».

Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τοὺς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ ὡς ἄφθονη πηγή. Καὶ μὲ τὴ θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νὰ φορέσουνε τῆς δόξας τὰ στέφανα», 
Ἀμὴ ἡ θ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει: 
«Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι 
λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δὲ 
ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα 
τὰ ἱερὰ θαυμάσια τῆς θεομήτορος, 
καὶ βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε 
Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε».
 Ἀμὴ ἐκείvα τὰ πανηγυρικὰ αὐτόμελα ποὺ ψέλνουνε στὸν ἑσπερινὸ τῆς Κοιμήσεως, μὲ μέλος θριαμβευτικὸ καὶ μὲ πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια! Ποιὸς χριστιανὸς Πίνδαρος τὰ σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! 
«Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλίμαξ πρὸς oυραvὸv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σου ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος». 
Ποταμὸς μέγας καὶ βουερὸς ἀναβρύζει καὶ μᾶς δροσίζει, καὶ πίνουνε νερὸ δροσερὸ ψυχὲς ξερὲς καὶ διψασμένες! Κύτταξε πάθος καὶ μεράκι ποὺ ξελοχίζει ἀπὸ καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντὶ νὰ κλάψει γιὰ τὴν Παναγία ποὺ εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στὴν κλίνη της, τυλιγμένη μὲ τὸ μαφόρι της μὲ κλεισμένα τὰ μάτια της ποὺ δίνανε παρηγοριὰ στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ σταυρωμένα τὰ ἄχραντα χέρια της, ποὺ βαστάξανε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σὰν τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀντὶς λέγω νὰ κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς κείτεται στὸ μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μὲ δάκρυα στὰ μάτια, πλὴν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεσθημανή, ποὺ ἔχεις θησαυρισμένο τὸ ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου». Κ᾿ ὕστερα στρέφει στοὺς χριστιανοὺς ποὺ εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς λέγει μὲ τὸν ἴδιο πνευματικὸ οἶστρο. «Ἂς κράξουμε ὅλοι μαζὶ στὴν Παναγία, ἔχοντας γιὰ πρωτοψάλτη τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ποὺ τὴ χαιρέτισε μὲ τὰ ἴδια λόγια κατὰ τὴ χαρoύμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι᾿ ἂς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ ἐσένα, τὸ μέγα ἔλεος». 
Θάνατος δὲν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα ποῦ εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς; Κι᾿ οὔτε μοιρολόγια καὶ ξόδια θρηνητερά, παρὰ χαρὰ ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη ποὺ ἔχει ἀπιθωμένον ἀπάνω της τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς καὶ τὸ κρασὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ πίνουνε οἱ χριστιανοὶ καὶ μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καὶ δὲν βρίσκονται πιὰ μπροστὰ σἕνα λείψανο ποὺ τὸ κηδεύουνε, ἀλλὰ βρίσκονται στὴ Ναζαρέτ, στό σπίτι τὸ χαρούμενο καὶ τὸ μοσκοβολημένο ἀπὸ τὴν παρθενικὴ εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε ποὺ ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατὰ κείνη τὴν ἡμέρα πὤγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καὶ κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σὰ νάναι ἀθάνατοι, μαζὶ μὲ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος!» 
Ἡ Κοίμησις γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σὲ χαρά!

Ναί, Δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ χαρά, παρὰ μονάχα στὸ Χριστὸ κι᾿ αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πὤχει τὴ ρίζα του στὸν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρὲς εἶναι χαρὲς ψεύτικες, χωρὶς ρίζα. «Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς. Ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως, διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν». 
Τὰ μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τώρα ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὰ τὰ λίγα λόγια τὰ φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στὴν καρδιά της καὶ μ᾿ αὐτὰ κλαίγει καὶ μ᾿ αὐτὰ χαίρεται. Αὐτὰ τὰ λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μεταλλαχτήκανε σὲ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καὶ βγήκανε ἀπὸ τὶς καιόμενες καρδιὲς τῶν ἁγίων ἀνθρώτων καὶ εὐωδιάσανε τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὸν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰκονίσματα, σὲ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σὲ ἄλλον ψαλμός, σὲ ἄλλον ἐκκλησιὰ μὲ κουμπέδες καὶ μὲ ἁγιατράπεζα, σὲ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καὶ βουβὴ κατάνυξη. 
Αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ σταθήκανε πηγὴ καὶ ἔμπνευση καὶ γιὰ τὸ θρηνητικὸ ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νὰ πῶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σὲ ὅσα ἔγραψε γιὰ τὸ «Χαροποιὸν πένθος»: 
«Ὅποιος κλαίγει, λέγει αὐτὸς ὁ ἅγιος, καὶ πικραίνεται γιὰ τὸν Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νὰ δεῖ στὴν ψυχή του τὴν oυράνια καὶ θεία παρηγοριά. Κι᾿ αὐτὴ ἡ οὐράνια παρηγοριὰ εἶναι κάποια ἀνακούφιση καὶ θεϊκὴ ἀλάφρωση, ποὺ παρηγορᾶ τὴν πονεμένη καὶ πικραμένη ψυχή, ὁποῦ θλίβεται γιατὶ χωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες της. Καὶ τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τὰ πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι καταφαρμακωμένη, σὲ κάποια παρηγοριὰ θαυμαστή. Ὅποιος πορεύεται μ᾿ αὐτὴ τὴ λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι᾿ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τὸ ἅγιο καὶ θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μιὰ ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, ποὺ γυρεύει μὲ μεγάλη θέρμη τὸν Θεὸ ὁποῦ τὸν ἐπιθυμὰ πάντα της. Κράτα λοιπὸν καλὰ τὴ χαριτωμένη καὶ τὴν ἥμερη καὶ τὴν ἅγια λύπη, ποὺ κάνει τὴν ψυχή σου vα θλiβεται ἀντάμα καὶ νὰ χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλὰ τὴν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ξεσταίνουμαι καὶ θαυμάζω, πὼς ἐτοῦτο ποὺ λέγεται κλάψιμο καὶ λύπη, καὶ ποὺ φαίνεται πολὺ πικρὸ κι᾿ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καὶ σμιγμένη τὴ χαρά, καὶ τὴν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τὸ κερὶ μὲ τὸ μέλι στὴν μελόπητα. Καὶ σέρνει ἐκείνους ποὺ τὴν ἀξιωθήκανε μὲ πόθο μεγάλον καὶ μὲ πολλὴν ἀγάπη, καὶ φοβοῦνται νὰ μὴν τὴν χάσουνε, καὶ τὴν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ᾿ ἀκριβὰ πετράδια καὶ τ᾿ ἀσημοχρύσαφα. Εἶναι μιὰ ἥμερη χαρὰ κ᾿ ἕνα θεϊκὸ χάρισμα μὲ τὸ ὁποῖο στολίζει ὁ Θεὸς τοὺς φίλους του, καὶ κάνει νὰ ἔχουνε μίαν ἀληθιvὴ χαρὰ καὶ ὄρεξη γιὰ τὸν Θεό, ποὖναι συντροφιασμένη μὲ κάποια θεραπευτικὴ λύπη ὁποῦ δὲν ἔχει μέσα της καμιὰ σαρκικὴ ἀγάπη, παρὰ μονάχα μιὰ παρηγοριὰ ἀγγελικὴ καὶ οὐράνια, μὲ τὴν ὁποία παρηγορά ο Θεός κρυφά εκείνους που συντρίβουνε με πόνο και με ταπείνωση την καρδιά τους.» 
 Άμποτε να την αξιωθούμε κ' εμείς, με τη χάρη της Παναγίας που γιορτάζουμε σήμερα. 
Αμήν.


(Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου). Ἀπό τὸ περιοδικὸ «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», τ. 37, 1949

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Από την υμνογραφία της Μ. Παρασκευής. Μια πρότασι στιχουργικής διάταξης-ανάγνωσης των μεγαλυναρίων του Επιτάφιου Θρήνου. Dall’ innografia della Settimana Santa degli Ortodossi: una proposta sul testo dell’ Epitaphios ("Lamentazione sulla Tomba")



Η δημοφιλής υμνογραφική σύνθεσι του Επιτάφιου Θρήνου που με την μεταγενέστερη (και μάλλον αδόκιμη) ονομασία «Εγκώμια», ψάλλεται κάθε Μεγάλη Παρασκευή από τον ελληνορθόδοξο λαό μας, αποτελεί μεταξύ άλλων φιλολογικό πρόβλημα. Και δεν είναι τόσο σημαντικό ζήτημα η αυθαίρετη ονομασία Εγκώμια του συνόλου των εκατοντάδων μικρών αυτών στιχουργημάτων που μάλλον προέκυψε κατά τους τελευταίους 2 αιώνες από κάποιον εκδότη, ( η παλαιότερη χειρόγραφη παράδοσι υποστηρίζει την ονομασία «Μεγαλυνάρια»), όσον τα μέχρι σήμερα άλυτα προβλήματα της πατρότητας και της ακριβής χρονολόγησής τους. 

Επίσης θέμα άξιον μελέτης αποτελεί το γνήσιο του κειμένου (για να αποκατασταθεί με τους όρους της φιλολογίας χρειάζεται ασφαλώς κριτική έκδοσι που θα προκύψη από το τεράστιο σύνολο των χειρογράφων), με τα επιμέρους χαρακτηριστικά της ποιητικής μορφής, του συνολικού αριθμού, αλλά και της σειράς των τροπαρίων αυτού του Επιταφίου Θρήνου. 
Βεβαίως «Στα έντυπα λειτουργικά βιβλία ο αριθμός των εγκωμίων είναι συνήθως 176, τόσοι όσοι οι στίχοι του Αμώμου. Στο τέλος της κάθε στάσης ψάλλονται το δοξαστικόν, το θεοτοκίον και το πρώτο τροπάριον της κάθε στάσης (σύνολο 185 τροπάρια).» 

Εμείς σήμερα (ζητώντας συγγνώμη για την αφροντισιά που παρουσιάζει ορθογραφικά το κείμενο) περιοριζόμαστε σε μια πρώτη –προχειρότατη- πρότασι σχετικά με την στιχουργική μορφή των τροπαρίων. 
Με την ελπίδα να επανέλθουμε επι του θέματος (προσεκτικότεροι και επιμελέστεροι)!

ΤΑ "ΕΓΚΩΜΙΑ" - ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ ΤΗΣ Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ


Α΄  Στάσις  

1 Ἡ ζωή ἐν τάφω κατετέθης, Χριστέ,

καί ἀγγέλων στρατιαί ἐξεπλήττοντο,

συγκατάβασιν δοξάζουσαι τήν σήν.



Ἡ ζωή, πῶς θνήσκεις; πῶς καί τάφω οἰκεῖς;

τοῦ θανάτου τό βασίλειον λύεις δέ,

καί τοῦ Ἅδου τούς νεκρούς ἑξανιστᾶς.



Μεγαλύνομεν σέ, Ἰησοῦ βασιλεῦ,

καί τιμῶμεν τήν ταφήν καί τά πάθη σου,

δί’ ὧν ἔσωσας ἠμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.



Μέτρα γής ὁ στήσας ἐν σμικρῶ κατοικεῖς,

Ἰησοῦ παμβασιλεύ, τάφω σήμερον,

ἐκ μνημάτων τούς θανόντας ἀνιστῶν.



5 Ἰησοῦ Χριστέ μου, βασιλεῦ τοῦ παντός,

τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ Ἅδη ἐλήλυθας,

ἤ τό γένος ἀπολύσαι τῶν βροτῶν;



Ὁ δεσπότης πάντων καθορᾶται νεκρός,

καί ἐν μνήματι καινῶ κατατίθεται

ὁ κενώσας τά μνημεῖα τῶν νεκρῶν.



Ἡ ζωή ἐν τάφω κατετέθης Χριστέ,

καί θανάτω σου τόν θάνατον ὤλεσας

καί ἐπήγασας τῷ κόσμω τήν ζωήν.



Μετά τῶν κακούργων ὡς κακοῦργος, Χριστέ,

ἐλογίσθης, δικαιῶν ἠμᾶς ἅπαντας

κακουργίας τοῦ ἀρχαίου πτερνιστοῦ.



Ὁ ὡραῖος κάλλει παρά πάντας βροτούς

ὡς ἀνείδεος νεκρός καταφαίνεται,

ὁ τήν φύσιν ὠραΐσας τοῦ παντός.



10 Ἅδης πώς ὑποίσει, Σῶτερ, παρουσίαν τήν σήν

καί μή θάττον συνθλασθείη σκοτούμενος,

ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλη ἐκτυφλωθεῖς;



Ἰησοῦ, γλυκύ μοι καί σωτήριον φῶς,

τάφω πῶς ἐν σκοτεινῶ κατακέκρυψαι;

ὤ ἀφάτου καί ἀρρήτου ἀνοχῆς!



Ἀπορεῖ καί φύσις νοερά καί πληθύς

ἡ ἀσώματος, Χριστέ, τό μυστήριον

τῆς ἀφράστου καί ἀρρήτου σου ταφῆς.



Ὤ θαυμάτων ξένων, ὤ πραγμάτων καινῶν!

ὁ πνοῆς μοι χορηγός ἀπνοῦς φέρεται

κηδευόμενος χερσί τοῦ Ἰωσήφ.



Καί ἐν τάφω ἔδυς καί τῶν κόλπων, Χριστέ,

τῶν πατρώων οὐδαμῶς ἀπεφοίτησας•

τοῦτο ξένον καί παράδοξον ὁμού.



15 Ἀληθής καί πόλου καί τῆς γής βασιλεύς,

εἰ καί τάφω σμικροτάτω συγκέκλεισαι,

ἐπεγνώσθης πάση κτίσει Ἰησοῦ.



Σού τεθέντος τάφω, πλαστουργέτα Χριστέ,

τά τοῦ ἅδου ἐσαλεύθη θεμέλια

καί μνημεῖα ἀνεώχθη τῶν βροτῶν.



Ὁ τήν γῆν κατέχων τή δρακί νεκρωθεῖς,

σαρκικῶς ὑπό τῆς γής νῦν συνέχεται,

τούς νεκρούς λυτρῶν τῆς ἅδου συνοχῆς.



Ἐκ φθορᾶς ἀνέβης ἡ ζωή μου, Σωτήρ,

σού θανόντος καί νεκροῖς προσφοιτήσαντος

καί συνθλάσαντος τοῦ ἅδου τούς μοχλούς.



Ὡς φωτός λυχνία νῦν ἡ σάρξ τοῦ Θεοῦ

ὑπό γῆν ὡς ὑπό μόδιον κρύπτεται

καί διώκει τόν ἐν ἅδη σκοτασμόν.



20 Νοερῶν συντρέχει στρατιῶν ἡ πληθύς

Ἰωσήφ σύν Νικοδήμω συστεῖλαι σέ

τόν ἀχώρητον ἐν μνήματι σμικρῶ.



Νεκρωθεῖς βουλήσει καί τεθεῖς ὑπό γῆν

ζωοβρύτα Ἰησοῦ μου, ἐζώωσας

νεκρωθέντα παραβάσει μέ πικρά.



Καν νεκρός ωράθης, ἀλλά ζῶν ὡς Θεός


επανάγεις από γής προς ουράνια
τους εκείνους πεπτωκότας, Ιησού.


Ἠλλοιοῦτο πάσα κτίσις πάθη τῷ σῶ•

πάντα γάρ σοί, Λόγε, συνέπασχον,

συνοχέα σέ γινώσκοντα παντός.



Τῆς ζωῆς τήν πέτραν ἐν κοιλίαν λαβῶν,

ἅδης ὁ παμφάγος ἐξήμεσεν,

ἐξ αἰῶνος οὖς κατέπιε νεκρούς.



25 Ἐν καινῶ μνημείω κατετέθης, Χριστέ,

καί τήν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας,

ἀναστᾶς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.



Ἐπί γής κατῆλθες, ἴνα σώσης Ἀδάμ,

καί ἐν γῆ μή εὐρηκῶς τοῦτον, Δέσποτα,

μέχρις ἅδου κατελήλυθας ζητῶν.



Συγκλονεῖται φόβω πάσα, Λόγε, ἡ γῆ,

καί φωσφόρος τάς ἀκτίνας ἀπέκρυψε,

τοῦ μεγίστου γῆ κρυβέντος σου φωτός.



Ὡς βροτός μέν θνήσκεις ἑκουσίως Σωτήρ,

ὡς Θεός δέ τούς θνητούς ἑξανέστησας

ἐκ μνημάτων καί βυθοῦ ἁμαρτιῶν.



Δακρυρρόους θρήνους ἐπί σέ ἡ ἁγνή

μητρικῶς, ὤ Ἰησοῦ, ἐπιρραίνουσα

ἀνεβόα• πῶς κηδεύσω σέ, Υἱέ;



30 Ὥσπερ σίτου κόκκος ὑποδύς κόλπους γής

τόν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν,

ἀναστήσας τούς βροτούς τούς ἐξ Ἀδάμ.



Ὑπό γῆν ἐκρύβης, ὥσπερ ἥλιος, νῦν

καί νυκτί τή τοῦ θανάτου κεκάλυψαι•

ἀλλ’ ἀνάτειλον φαιδρότερος, Σωτήρ.



Ὡς ἡλίου δίσκον ἡ σελήνη, Σωτήρ,

ἀποκρύπτει, καί σέ τάφος νῦν ἔκρυψεν,

ἐκλιπόντα τῷ θανάτω σαρκικῶς.



Ἡ ζωή θανάτου γευσαμένη, Χριστός

ἐκ θανάτου τούς βροτούς ἠλευθέρωσε

καί τοῖς πάσι νῦν δωρεῖται τήν ζωήν.



Νεκρωθέντα πάλαι τόν Ἀδάμ φθονερῶς,

ἐπαναγεις πρός ζωήν τή νεκρώσει σου

νέος, Σῶτερ, ἐν σαρκί φανεῖς Ἀδάμ.



35 Νοεραί σέ τάξεις, ἠπλωμένον νεκρόν,

καθορῶσαι δί’ ἠμᾶς ἐξεπλήττοντο,

καλυπτόμεναι ταῖς πτέρυξι, Σωτήρ.



Καθελῶν σέ, Λόγε ἀπό ξύλου νεκρόν,

ἐν μνημείω Ἰωσήφ νῦν κατέθετο.

Ἀλλ’ ἀνάστα, σώζων πάντας ὡς Θεός.



Τῶν ἀγγέλων, Σῶτερ, χαρμονή πεφυκῶς,

νῦν καί λύπης τούτοις γέγονας αἴτιος,

καθορώμενος σαρκί άπνους νεκρός.



Ὑψωθέν ἐν ξύλω, καί τούς ζώντας βροτούς

συνυψοῖς• ὑπό τήν γῆν δέ γενόμενος,

τούς κειμένους ὑπ’ αὐτήν ἑξανιστᾶς.



Ὥσπερ λέων, Σῶτερ, ἀφυπνώσας σαρκί,

ὡς τις σκύμνος ὁ νεκρός ἐξανίστασαι,

ἀποθέμενος τό γῆρας τῆς σαρκός.



40 Τήν πλευράν ἐνύγης ὁ πλευράν εἰληφῶς

τοῦ Ἀδάμ, ἐξ ἤς τήν Εὔαν διέπλασας,

καί ἐξέβλυσας κρουνούς καθαρτικούς.



Ἐν κρυπτῶ μέν πάλαι θύεται ὁ ἀμνός•

σύ δ’ ὑπαίθριος τυθεῖς, ἀνεξίκακε,

πάσαν κτίσιν ἀπεκάθηρας, Σωτήρ.



Τίς ἐξείποι τρόπον φρικτόν, ὄντως καινόν;

ὁ δεσπόζων γάρ τῆς κτίσεως σήμερον

πάθος δέχεται καί θνήσκει δί’ ἠμᾶς.



Ὁ ζωῆς ταμίας πῶς ὁρᾶται νεκρός;

ἐκπληττόμενοι οἱ ἄγγελοι ἔκραζον•

πῶς δ’ ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;



Λογχονύκτου, Σῶτερ, ἐκ πλευρᾶς σου ζωήν

τη ζωή, τη ἐκ ζωῆς ἐξωσάση με,

ἐπιστάζεις καί ζωοῖς μέ σύν αὐτή.



45 Ἁπλωθεῖς ἐν ξύλω συνηγάγου βροτούς•

τήν πλευράν σου δέ νυγεῖς τήν ζωήρρυτον,

πάσιν ἄφεσιν πηγάζεις, Ἰησοῦ.



Ὁ εὐσχήμων, Σῶτερ, σχηματίζει φρικτῶς

καί κηδεύει ὡς νεκρόν εὐσχημόνως σέ

καί θαμβεῖταί σου τό σχῆμα τό φρικτόν.



Ὑπό γῆν βουλήσει κατελθῶν ὡς θνητός,

ἐπανάγεις ἀπό γής πρός οὐράνια

τούς ἐκεῖθεν πεπτωκότας, Ἰησοῦ.



Καν νεκρός ωράθης, ἀλλά ζῶν ὡς Θεός

νεκρωθέντας τούς βροτούς ἀνεζώωσας,

τόν ἐμόν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.



Ὤ χαρᾶς ἐκείνης! ὤ πολλῆς ἡδονῆς!

ἦσπερ τούς ἐν Ἅδη πεπλήρωκας,

ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.



50 Προσκυνῶ τό πάθος, ἀνυμνῶ τήν ταφήν,

μεγαλύνω σου τό κράτος, φιλάνθρωπε,

δί’ ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.



Κατά σου ρομφαία ἐστιλβοῦτο, Χριστέ,

καί ρομφαία ἰσχυροῦ μέν ἀμβλύνεται

καί ρομφαία δέ τροποῦται τῆς Ἐδέμ.



Ἡ ἀμνάς τόν ἄρνα βλέπουσα ἐν σφαγή

ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ωλόλυζε,

συγκινοῦσα καί τό ποίμνιον βοᾶν.

Ἡ ἀμνάς τόν ἄρνα καθορώσα νεκρόν,

Κάν ἐνθάπτη τάφω, κάν εἰς Ἅδου μολῆς,

ἀλλά, Σῶτερ, καί τούς τάφους ἐκένωσας

καί τόν Ἅδην ἀπεγύμνωσας, Χριστέ.



Ἑκουσίως, Σῶτερ, κατελθῶν ὑπό γῆν,

νεκρωθέντας τούς βροτούς ἀνεζώωσας

καί ἀνήγαγες ἐν δόξη πατρική.



55 Τῆς Τριάδος ὁ εἰς ἐν σαρκί δί’ ἠμᾶς

ἐπονείδιστον ὑπέμεινε θάνατον•

φρίττει ἥλιος καί τρέμει δέ ἡ γῆ.



Τῆς Τριάδος πάθος υπομένει ο Είς,

ἐπονείδιστον, αμνός ιλαστήριος•

φρίξον ήλιε και τρόμαξον η γή!


Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης, τῆς Ἰούδα φυλῆς

οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκω κατέθεντο

τόν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦ.



Ὁ κριτής ὡς κρίτος πρό Πιλάτου κριτοῦ

καί παρίστατο καί θάνατον ἄδικον

κατεκρίθη διά ξύλου σταυρικοῦ.



Ὁ κριτής εις δίκην, πρό αδίκου κριτοῦ


Ἀλαζών Ἰσραήλ, μιαιφόνε λαέ,

τί παθῶν τόν Βαραββᾶν ἠλευθέρωσας,

τόν Σωτήρα δέ παρέδωκας σταυρῶ;



Μιαιφόνον έθνος, αλαζών Ισραήλ,


Ὁ χειρί σου πλάσας τόν Ἀδάμ ἐκ τῆς γής,

δί’ αὐτόν τή φύσει γέγονας ἄνθρωπος

καί ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῶ.



60 Ὑπακούσας, Λόγε, τῷ ἰδίω Πατρί,

μέχρις ἅδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας

καί ἀνέστησας, τό γένος τῶν βροτῶν.



Οἶμοι, φῶς τοῦ κόσμου οἶμοι φῶς τό ἐμόν!

Ἰησοῦ μου ποθεινότατε, ἔκραζεν

ἡ Παρθένος θρηνωδοῦσα γοερῶς.



Φθονουργέ, φονουργέ, καί ἀλάστορ λαέ,

καν σινδόνας καί αὐτό τό σουδάριον

αἰσχύνθητι, ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ.



Φθονερέ, αλάστορ, φόνου πλήρης λαέ,

καν σινδόνας καί αὐτό τό σουδάριον

ουκ αισχύνη, αναστάντος του Χριστού;


Δολοφόνε δεῦρο, μιαρέ μαθητά,

καί τόν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξον μοί,

δί’ ὄν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ.



Ὡς φιλάνθρωπός τις ὑποκρίνει, μωρέ

καί τυφλέ πανολεθρότατε ἄσπονδε,

ὁ τό μύρον πεπρακῶς διά τιμῆς.



65 Οὐρανίου μύρου ποίαν ἔσχες τιμήν;

τοῦ τιμίου τί ἐδέξω ἀντάξιον;

λύσσαν εὖρες καταρώτατε Σατᾶν.



Εἰ φιλόπτωχος εἰ καί τό μύρον λυπεῖ,

κενουμένου εἰς ψυχῆς ἰλαστήριον,

πῶς χρυσῶ ἀπεμπολεῖς τόν φωταυγή;



Ει λυπή το μύρον,  και φιλόπτωχος εί,

εις εξίλασμα ψυχής νυν χεόμενον,


Ὤ Θεέ καί λόγε, ὤ χαρά ἡ ἐμή,

πῶς ἐνέγκω σου ταφήν τήν τριήμερον;

νῦν σπαράττομαι τά σπλάχνα μητρικῶς.



Τίς μοί δώσει ὕδωρ καί δακρύων πηγᾶς;

ἡ θεονυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν,

ἴνα κλαύσω τόν γλυκύν μου Ἰησοῦν;



Ὤ βουνοί καί νάπαι καί ἀνθρώπων πληθύς,

κλαύσατε καί πάντα θρηνήσατε

σύν ἐμοί τή τοῦ Θεοῦ ὑμῶν Μητρί.




70 Πότε  ἴδω, Σῶτερ, σέ τό ἄχρονον φῶς,

τήν χαράν καί ἡδονήν τῆς καρδιᾶς μου;

ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.



Καν ὡς πέτρα, Σῶτερ, ἡ ἀκρότομος σύ

κατεδέξω τήν τομήν, ἀλλ’ ἐπήγασας

ζῶν τό ρεῖθρον ὡς πηγήν ὧν τῆς ζωῆς.



Ὡς μιᾶς ἐκ κρήνης τόν διπλοῦν ποταμόν

τῆς πλευρᾶς σου προχεούσης ἀρδόμενοι,

τήν ἀθάνατον καρπούμεθα ζωήν.



Θέλων ὤφθης, Λόγε, ἐν τῷ τάφω νεκρός,

ἀλλά ζῆς καί τούς βροτούς, ὡς προείρηκας,

ἀναστάσει σου, Σωτήρ μου, ἐγερεῖς.



Δόξα Πατρί

Ἀνυμνοῦμεν, Λόγε, σέ τόν πάντων Θεόν,

σύν Πατρί καί τῷ Ἁγίω σου Πνεύματι,

καί δοξάζομεν τήν θείαν σου ταφήν.



Καί νῦν

75 Μακαρίζομεν σέ, Θεοτόκε ἁγνή,

καί τιμῶμεν τήν ταφήν τήν τριήμερον

τοῦ Υἱοῦ σου καί Θεοῦ ἠμῶν πιστῶς.



Ἡ ζωή ἐν τάφω κατετέθης, Χριστέ,

καί ἀγγέλων στρατιαί ἐξεπλήττοντο

συγκατάβασιν δοξάζουσαι τήν σήν.



Β΄  Στάσις  

1    Άξιον εστί μεγαλύνειν σε τον ζωοδότην,
τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα
και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού.

Άξιον εστί μεγαλύνειν σε τον πάντων κτίστην•
τοις σοις γαρ παθήμασιν, έχομεν
την απάθειαν, ρυσθέντες της φθοράς.

Έφριξεν η γη, και ο ήλιος, Σώτερ, εκρύβη,
σου του ανεσπέρου φέγγους, Χριστέ,
δύναντος εν τάφω σωματικώς.

Ύπνωσας, Χριστέ, τον φυσίζωον ύπνον εν τάφω
και βαρέος ύπνου εξήγειρας του
της αμαρτίας το των ανθρώπων γένος.

5    Μόνη γυναικών χωρίς πόνον έτεκόν σε, τέκνον,
πόνους δε νυν φέρω πάθει τω σω
αφορήτους, έλεγεν η σεμνή.

Άνω σε, Σωτήρ, αχωρίστως τω Πατρί συνόντα,
κάτω δε νεκρόν ηπλωμένον
γη φρίττουσιν ορώντα τα Σεραφείμ.

Ρήγνυται ναού καταπέτασμα τη ση σταυρώσει,
κρύπτουσι φωστήρες, Λόγε, το φως
σου κρυβέντος, Ήλιε, υπό γην.

Γης ο κατ’ αρχάς μόνω νεύματι πήξας τον γύρον,
άπνους ως βροτός καθυπέδυ γην•
φρίξον τω θεάματι, ουρανέ.

Έδυς υπό γην ο τον άνθρωπον χειρί σου πλάσας
ιν’ εξαναστήσης του πτώματος
των βροτών τα στίφη πανσθενεστάτω κράτει.

10 Θρήνον ιερόν δεύτε άσωμεν Χριστώ θανόντι,
ως αι μυροφόροι γυναίκες πριν
ίνα και το χαίρε ακουσώμεθα συν αυταίς.

Μύρον αληθώς συ ακένωτον υπάρχεις, Λόγε•
όθεν σοι και μύρα προσέφερον
ως νεκρώ τω ζώντι γυναίκες μυροφόροι.

Άδου μεν ταφείς τα βασίλεια, Χριστέ, συντρίβεις,
θάνατον θανάτω δε θανατοίς
και φθοράς λυτρούσαι τους γηγενείς.

Ρείθρα της ζωής η προχέουσα Θεού σοφία
τάφον υπεισδύσα ζωοποιεί
τους εν τοις αδύτοις Άδου μυχοίς.

Ίνα των βροτών καινουργήσω συντριβείσαν φύσιν,
πέπληγμαι θανάτω θελών σαρκί,
Μήτερ ουν μη κόπτου τοις οδυρμοίς.

15 Έδυς υπό γην ο φωσφόρος της δικαιοσύνης
και νεκρούς ώσπερ εξ ύπνου εξήγειρας,
εκδιώξας άπαν το εν τω άδη σκότος.

Κόκκος διφυής ο φυσίζωος εν γης λαγόσι
σπείρεται, συν δάκρυσι σήμερον,
αλλ’ αναβλαστήσας κόσμον χαροποιήσει.

Έπτηξεν Αδάμ Θεού βαίνοντος εν Παραδείσω,
χαίρει δε προς άδην φοιτήσαντος,
πεπτωκός το πρώην και νυν εγηγερμένος.

Σπένδει σοι χοάς η τεκούσα σε, Χριστέ, δακρύων,
σαρκικώς κατατεθέντι εν μνήματι,
εκβοώσα• Τέκνον ανάστα, ως προέφης.

Τάφω Ιωσήφ ευλαβώς σε τω καινώ συγκρύπτων,
ύμνους εξοδίους θεοπρεπείς
τοις συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι, Σωτήρ.

20 Ήλοις σε σταυρώ πεπαρμένον η ση μήτηρ, Λόγε
βλέψασα, τοις ήλοις λύπης πικράς
βέβληται και βέλεσι την ψυχήν.

Σε τον του παντός γλυκασμόν η μήτηρ καθορώσα
πόμα ποτιζόμενον το πικρόν,
 δάκρυσι τας όψεις βρέχει πικρώς.

Τέτρωμαι δεινώς και σπαράττομαι τα σπλάχνα, Λόγε,
βλέπουσα την άδικον σου σφαγήν•
έλεγεν η πάναγνος εν κλαυθμώ.

Όμμα το γλυκύ και τα χείλη σου πως μύσω, Λόγε;
πως νεκροπρεπώς δε κηδεύσω Σε;
φρίττων ανεβόα ο Ιωσήφ.

Ύμνους Ιωσήφ και Νικόδημος επιταφίους
άδουσι Χριστώ νεκρωθέντι νυν•
άδει δε συν τούτους και Σεραφείμ.

25 Δύνεις υπό γην, Σώτερ, ήλιε δικαιοσύνης•
όθεν η τεκούσα σελήνη σε ταις λύπαις
εκλείπει, της θέας στερουμένη.

Έφριξεν ορών, Σώτερ, Άδης σε τον ζωοδότην
πλούτον τον εκείνου σκυλεύοντα
και τους απ’ αιώνος νεκρούς εξανιστώντα.

Ήλιος φαιδρόν απαστράπτει μετά νύκτα, Λόγε,
και συ δ’ αναστάς εξαστράψειας
μετά θάνατον φαιδρώς ως εκ παστού.

Γη σε, πλαστουργέ, υπό κόλπους δεξαμενή,
τρόμω συσχεθείσα, Σώτερ, τινάσσεται,
αφυπνώσασα νεκρούς τω τιναγμώ.

Μύροις σε, Χριστέ, ο Νικόδημος και ο ευσχήμων
νυν καινοπρεπώς περιστείλαντες,
Φρίξον, ανεβόων, πάσα η γη!

30 Έδυς, φωτουργέ, και συνέδυ σοι το φως ηλίου•
τρόμω δε η κτίσις συνέχεται,
πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.

Λίθος λαξευτός τον ακρόγωνον καλύπτει λίθον•
άνθρωπος θνητός δ’ ως θνητόν Θεόν
κρύπτει νυν τω τάφω• φρίξον η γη!

Ίδε μαθητήν, ον ηγάπησας και σην μητέρα, τέκνον,
και φθογγήν δος, γλυκύτατον,
έκραζε δακρύουσα η Αγνή.

Συ ως ων ζωής χορηγός, Λόγε, τους Ιουδαίους
εν σταυρώ ταθείς ουκ ενέκρωσας,
αλλ’ ανέστησας και τούτων τους νεκρούς.

Κάλλος, Λόγε, πριν, ουδέ είδος εν τω πάσχειν έσχες,
αλλ’ εξαναστάς υπερέλαμψας,
καλλωπίσας τους βροτούς θείαις αυγαίς.

35 Έδυς τη σαρκί ο ανέσπερος εις γην φωσφόρος•
και μη φέρων βλέπειν ο ήλιος
εσκοτίσθη μεσημβρίας εν ακμή.

Ήλιος ομού και σελήνη σκοτισθέντες, Σώτερ, δ
ούλους ευνοούντας εικόνιζον,
οι μελαίνας αμφιέννυνται στολάς.

Οίδε σε Θεόν Εκατόνταρχος, καν ενεκρώθεις•
πως σε ουν, Θεέ μου, ψαύσω χερσί;
φρίττω, ανεβόα ο Ιωσήφ.

Ύπνωσεν Αδάμ, αλλά θάνατον πλευράς εξάγει•
συ δε νυν υπνώσας, Λόγε Θεού,
βρύεις εκ πλευράς σου κόσμω ζωήν.

Ύπνωσας μικρόν και εζώωσας τους τεθνεώτας
και εξαναστάς εξανέστησας
τους υπνούντας εξ αιώνων Αγαθέ.

40 Ήρθης από γης, αλλ’ ανέβλυσας της σωτηρίας σου
τον οίνον, ζωήρυττε άμπελε.
Δοξάζω σου το πάθος και τον σταυρόν.

Πώς οι νοεροί ταγματάρχαι σε, Σωτήρ, ορώντες
γυμνόν, ημαγμένον, κατάκριτον,
έφερον την τόλμην των σταυρωτών;

Αραβιανόν, σκολιώτατον γένος Εβραίων,
έγνως την ανέγερσιν του ναού•
δια τι κατέκρινας τον Χριστόν!

Χλαίναν εμπαιγμού τον κοσμήτορα πάντων ενδύεις,
ος τον ουρανόν κατηστέρωσε
και την γην εκόσμησε θαυμαστώς.

Ώσπερ πελεκάν, τετρωμένος την πλευράν σου, Λόγε,
σους θανόντας παίδας εζώωσας,
επιστάξας ζωτικούς αυτοίς κρουνούς.

45 Ήλιον το πριν Ιησούς τους αλλοφύλους κόπτων
έστησεν• αυτόν δε απέκρυψας,
καταβάλλων τον του σκότους αρχηγόν.

Κόλπων πατρικών ανεκφοίτητος μείνας, οικτίρμον,
και βροτός γενέσθαι ευδόκησας
και εις άδην καταβέβηκας, Χριστέ.

Ήρθη σταυρωθείς ο εν ύδασι την γην κρεμάσας
και ως άπνους εν αυτή νυν προσκλίνεται,
ο μη φέρουσα εσείετο δεινώς.

Οίμοι, ω Υιέ! η απείρανδρος θρηνεί και λέγει•
ον ως βασιλέα γαρ ήλπιζον,
κατάκριτον νυν βλέπω εν σταυρώ.

Ταύτα Γαβριήλ μοι απήγγειλεν, ότε κατέπτη,
ος την βασιλείαν αιώνιον
έφη του Υιού μου του Ιησού.

50 Φευ! του Συμεών εκτετέλεσται η προφητεία•
η γαρ ση ρομφαία διέδραμε
την εμήν καρδίαν Εμμανουήλ.

Καν τους εκ νεκρών επαισχύνθητε,
ω Ιουδαίοι, ους ο ζωοδότης ανέστησεν,
ον υμείς εκτείνατε φθονερώς.

Έφριξεν ιδών το αόρατον φως, σε Χριστέ μου,
μνήματι κρυπτόμενον άπνουν τε,
και εσκότασεν ο ήλιος το φως

Έκλαιε πικρώς η πανάμωμος μήτηρ σου, Λόγε,
ότε εν τω τάφω εώρακε
σε τον άφραστον και άναρχον Θεόν.

Νέκρωσιν την σην η πανάφθορος, Χριστέ, σου μήτηρ
βλέπουσα, πικρώς σοι εφθέγγετο•
Μη βραδύνης, η ζωή, εν τοις νεκροίς.

55 Άδης ο δεινός συνετρόμαξεν, ότε σε είδεν,
ήλιε της δόξης αθάνατε,
και εδίδου τους δεσμίους εν σπουδή.

Μέγα και φρικτόν, Σώτερ, θέαμα νυν καθοράται!
ο ζωής γαρ πέλων παραίτιος
θάνατον υπέστη, ζωώσαι θέλων πάντας.

Νύττη την πλευράν και ηλούσαι, δέσποτα, τας χείρας,
πληγήν εκ πλευράς σου ιώμενος
και την ακρασίαν χειρών των προπατόρων.

Πριν τον της Ραχήλ υιόν έκλαυσεν άπας κατ’ οίκον•
νυν τον της Παρθένου εκόψατο
μαθητών χορεία συν τη Μητρί.

Ράπισμα χειρών Χριστού δέδωκαν εν σιαγόνι,
του χειρί τον άνθρωπον πλάσαντος
και τας μύλας θλάσαντος του θηρός.

60 Ύμνοις σου, Χριστέ, νυν την σταύρωσιν και την ταφήν τε
άπαντες πιστοί εκθειάζομεν,
οι θανάτου λυτρωθέντες ση ταφή.

Δόξα Πατρί
Άναρχε Θεέ, συναΐδιε Λόγε και Πνεύμα,
σκήπτρα των ανάκτων κραταίωσον
κατά πολεμίων, ως αγαθός.

Και νυν
Τέξασα ζωήν, παναμώμητε αγνή Παρθένε,
παύσον Εκκλησίας τα σκάνδαλα
και βράβευσον ειρήνην, ως αγαθή.

Άξιον εστί μεγαλύνειν σε τον ζωοδότην
τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα
και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού


Γ΄  Στάσις  

1    Αι γενεαί νύν πάσαι, 
ύμνον τη Ταφή Σου, 
προσφέρουσι Χριστέ μου.



Καθελών του ξύλου, 
ο Αριμαθείας, 
εν τάφω Σε κηδεύει.



Μυροφόροι ήλθον, 
μύρα σοι, Χριστέ μου, 
κομίζουσαι προφρόνως.



Δεύρο πάσα κτίσις, 
ύμνους εξοδίους, 
προσοίωμεν τω Κτίστη.
...



Ούς έθρεψε το μάννα, 
εκίνησαν την πτέρναν, 
κατά του ευεργέτου.



Ιωσήφ κηδεύει, 
συν τω Νικοδήμω, 
νεκροπρεπώς τον Κτίστην.



Ω γλυκύ μου έαρ, 
γλυκύτατόν μου Τέκνον, 
πού έδυ σου το κάλλος; 
...



Υιέ Θεού παντάναξ, 
Θεέ μου πλαστουργέ μου, 
πώς πάθος κατεδέξω;



Έρραναν τον τάφον 
αι Μυροφόροι μύρα, 
λίαν πρωί ελθούσαι.
Αι μυροφόροι, Σώτερ, τω τάφω προσελθούσαι, προσέφερόν σοι μύρα.
Ανάστηθι, Οικτίρμον, 
ημάς εκ των βαράθρων 
εξανιστών του Άδου.
... 


Ειρήνην Εκκλησία, 
λαώ σου σωτηρίαν, 
δώρησαι σή εγέρσει.


     Ω Τριάς Θεέ μου, 
Πατήρ, Υιός και Πνεύμα, 
ελέησον τον κόσμον.


Ιδείν την του Υιού σου, 
Ανάστασιν, Παρθένε, 
αξίωσον σους δούλους.