Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκευτική πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκευτική πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2021

Αποχαιρετισμός στο μάθημα των Αρχαίων Α’ Λυκείου. Η σύντομη ομιλία του Θρασυβούλου πρίν την μάχη στην Μουνιχία (404 π.Χ. )

Το τελευταίο μάθημα ήταν, τυπικά, σήμερα.  Από την τελευταία διδακτέα ενότητα του 4ου κεφ. Στο 2ο Βιβλίο των Ελληνικών του Ξενοφώντος, έμενε προς εξέτασι το κομμάτι με τον «λόγο του Θρασυβούλου πρίν από την μάχη» (παρ. 13-17).  Ο διδάσκων μην προλαβαίνοντας (λόγω και των αιφνιδίων εξελίξεων, ανωτέρας βίας κλπ) να ολοκληρώσει όπως σχεδίαζε την παράδοσί του, αναρτά μέρος του σχεδιάσματος του μαθήματος και των σκέψεών του, καταφεύγοντας στην δεδομένη φιλοξενία του Νέου Παλαμήδη.

Για λόγους φιλολογικής προσέγγισης, αλλά και ιδεολογικής πεποίθησης, ο διαχειριστής προτάσσει το πρωτότυπο, αρχαιοελληνικό κείμενο.

1. ΚΕΙΜΕΝΟ

ΞΕΝΟΦ. «Ελληνικά» Β΄,4. 13-17 :

 [2.4.13] Ἄνδρες πολῖται, τοὺς μὲν διδάξαι, τοὺς δὲ ἀναμνῆσαι ὑμῶν βούλομαι ὅτι εἰσὶ τῶν προσιόντων οἱ μὲν τὸ δεξιὸν ἔχοντες οὓς ὑμεῖς ἡμέραν πέμπτην τρεψάμενοι ἐδιώξατε, οἱ δ᾽ ἐπὶ τοῦ εὐωνύμου ἔσχατοι, οὗτοι δὴ οἱ τριάκοντα, οἳ ἡμᾶς καὶ πόλεως ἀπεστέρουν οὐδὲν ἀδικοῦντας καὶ οἰκιῶν ἐξήλαυνον καὶ τοὺς φιλτάτους τῶν ἡμετέρων ἀπεσημαίνοντο. ἀλλὰ νῦν τοι παραγεγένηνται οὗ οὗτοι μὲν οὔποτε ᾤοντο, ἡμεῖς δὲ ἀεὶ ηὐχόμεθα. [2.4.14] ἔχοντες γὰρ ὅπλα μὲν ἐναντίοι αὐτοῖς καθέσταμεν· οἱ δὲ θεοί, ὅτι ποτὲ καὶ δειπνοῦντες συνελαμβανόμεθα καὶ καθεύδοντες καὶ ἀγοράζοντες, οἱ δὲ καὶ οὐχ ὅπως ἀδικοῦντες, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἐπιδημοῦντες ἐφυγαδευόμεθα, νῦν φανερῶς ἡμῖν συμμαχοῦσι. καὶ γὰρ ἐν εὐδίᾳ χειμῶνα ποιοῦσιν, ὅταν ἡμῖν συμφέρῃ, καὶ ὅταν ἐγχειρῶμεν, πολλῶν ὄντων ἐναντίων ὀλίγοις οὖσι τροπαῖα ἵστασθαι διδόασι· [2.4.15] καὶ νῦν δὲ κεκομίκασιν ἡμᾶς εἰς χωρίον ἐν ᾧ οὗτοι μὲν οὔτε βάλλειν οὔτε ἀκοντίζειν ὑπὲρ τῶν προτεταγμένων διὰ τὸ πρὸς ὄρθιον ἰέναι δύναιντ᾽ ἄν, ἡμεῖς δὲ εἰς τὸ κάταντες καὶ δόρατα ἀφιέντες καὶ ἀκόντια καὶ πέτρους ἐξιξόμεθά τε αὐτῶν καὶ πολλοὺς κατατρώσομεν. [2.4.16] καὶ ᾤετο μὲν ἄν τις δεήσειν τοῖς γε πρωτοστάταις ἐκ τοῦ ἴσου μάχεσθαι· νῦν δέ, ἂν ὑμεῖς, ὥσπερ προσήκει, προθύμως ἀφιῆτε τὰ βέλη, ἁμαρτήσεται μὲν οὐδεὶς ὧν γε μεστὴ ἡ ὁδός, φυλαττόμενοι δὲ δραπετεύσουσιν ἀεὶ ὑπὸ ταῖς ἀσπίσιν· ὥστε ἐξέσται ὥσπερ τυφλοὺς καὶ τύπτειν ὅπου ἂν βουλώμεθα καὶ ἐναλλομένους ἀνατρέπειν. [2.4.17] ἀλλ᾽, ὦ ἄνδρες, οὕτω χρὴ ποιεῖν ὅπως ἕκαστός τις ἑαυτῷ συνείσεται τῆς νίκης αἰτιώτατος ὤν. αὕτη γὰρ ἡμῖν, ἂν θεὸς θέλῃ, νῦν ἀποδώσει καὶ πατρίδα καὶ οἴκους καὶ ἐλευθερίαν καὶ τιμὰς καὶ παῖδας, οἷς εἰσί, καὶ γυναῖκας. ὦ μακάριοι δῆτα, οἳ ἂν ἡμῶν νικήσαντες ἐπίδωσι τὴν πασῶν ἡδίστην ἡμέραν. εὐδαίμων δὲ καὶ ἄν τις ἀποθάνῃ· μνημείου γὰρ οὐδεὶς οὕτω πλούσιος ὢν καλοῦ τεύξεται. ἐξάρξω μὲν οὖν ἐγὼ ἡνίκ᾽ ἂν καιρὸς ᾖ παιᾶνα· ὅταν δὲ τὸν Ἐνυάλιον παρακαλέσωμεν, τότε πάντες ὁμοθυμαδὸν ἀνθ᾽ ὧν ὑβρίσθημεν τιμωρώμεθα τοὺς ἄνδρας.

2. ΑΠΟΔΟΣΙ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

[ΣΗΜ. 1.  Καί τα εις την νεοελληνική αποσπάσματα που θα παραθέσουμε μετά, είναι από την «μετάφραση» του Ρόδη Ρούφου (βλ. σχολικό εγχειρίδιο σ. 98-99)]

[12] Αντίκρυ τους, οι επαναστάτες έπιασαν κ' εκείνοι όλο το πλάτος του δρόμου, οι οπλίτες τους όμως είχαν μόνο δέκα σειρές βάθος· πίσω τους ωστόσο πήραν θέση ασπιδοφόροι κ' ελαφρό πεζικό οπλισμένο μ' ακόντια, και πιο πίσω ακόμα άλλοι, οπλισμένοι με πέτρες. (Απ' αυτούς ήταν πολλοί, γιατί είχαν προστεθή και ντόπιοι). Καθώς προχωρούσαν οι αντίπαλοι, ο Θρασύβουλος πρόσταξε τους άνδρες του ν' αποθέσουν τις ασπίδες τους· κάνοντας κι αυτός το ίδιο, αλλά κρατώντας τ' άλλα όπλα του, στάθηκε στη μέση κ' είπε:

 




[13] «Θυμηθήτε, πολίτες —κι όσοι δεν το ξέρετε, μάθετέ το— ότι στο δεξιό εκείνων που πλησιάζουν βρίσκονται αυτοί που εδώ και τέσσερεις μέρες νικήσατε και πήρατε στο κυνήγι. Στο άκρο αριστερό τους πάλι είναι οι ίδιοι οι Τριάντα —αυτοί που δίχως σε τίποτα νάχουμε φταίξει μας εξόριζαν από την πόλη, μας έδιωχναν από τα σπίτια μας κ' έκαναν προγραφές των αγαπημένων μας. Να όμως που τώρα τους έλαχε κάτι που αυτοί ποτέ δεν περίμεναν, ενώ εμείς πάντα το ευχόμασταν— τους αντικρύζουμε με τα όπλα στα χέρια! [14] Κάποτε μας έπιαναν την ώρα που τρώγαμε, την ώρα που κοιμόμασταν, την ώρα που ήμασταν στην Αγορά· άλλοι εξοριστήκαμε όχι μόνο αναίτια, αλλά δίχως να βρισκόμαστε καν στην πόλη. Γι' αυτό κ' οι θεοί παίρνουν τώρα φανερά το μέρος μας: μέσα στην καλοκαιρία προκαλούνε θύελλα την ώρα που μας συμφέρει· όταν κάνουμε επιχείρηση, λίγοι εμείς εναντίον πολλών εχθρών, θριαμβεύουμε χάρη στην εύνοιά τους· [15] και να τώρα που μας έφεραν σε τοποθεσία όπου οι εχθροί έχουν ν' ανέβουν ανήφορο κ' έτσι δεν μπορούν ούτε δόρατα, ούτε ακόντια να ρίξουν πάνω από τα κεφάλια των μπροστινών τους, ενώ εμείς από ψηλά θα τους φτάνουμε και με δόρατα και μ' ακόντια και με πέτρες και θα χτυπήσουμε πολλούς. [16] Θα νόμιζε κανένας ότι με τις πρώτες σειρές τους τουλάχιστον θα χρειαστή να πολεμήσουμε σαν ίσοι προς ίσους· αν όμως εσείς ρίχνετε τα βέλη σας πυκνά-πυκνά, όπως πρέπει, κανένας σας δε θ' αστοχήση — γεμάτος καθώς είν' ο δρόμος από δαύτους. Αυτοί πάλι θα κρύβωνται όλη την ώρα κάτω από τις ασπίδες τους για να προφυλαχτούν— έτσι θα μπορούμε να τους χτυπάμε όπου θέλουμε, σα νάναι τυφλοί, αλλά και να ορμάμε καταπάνω τους και να τους γκρεμίζουμε. [17] Εμπρός λοιπόν, άνδρες, αγωνιστήτε με τέτοιο τρόπο, που ο καθένας σας να νιώση ότι σ' αυτόν χρωστάμε το πιο πολύ τη νίκη! Γιατί αυτή, αν θέλη ο θεός, θα μας δώση πίσω πατρίδα, σπίτια, ελευθερία, τιμές, παιδιά —σ' όσους έχουν— και γυναίκες. Τρισευτυχισμένοι θάναι στ' αλήθεια όσοι από μας, νικητές, ζήσουν για να δουν τη γλυκύτατη εκείνη μέρα! Ευτυχισμένος όμως κι όποιος σκοτωθή, γιατί σε κανένα —και πλούσιος νάναι— δε θα στηθή μνημείο λαμπρό σαν το δικό του! Όταν λοιπόν έρθη η στιγμή θ' αρχίσω εγώ να τραγουδάω τον παιάνα- και μόλις επικαλεστούμε τον Ενυάλιο ας ορμήσουμε όλοι με μια καρδιά, να ξεπληρώσουμε σ' αυτούς τους ανθρώπους τις προσβολές που μας έκαναν !»


3. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΙ

ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ ΕΝΟΤΗΤΑΣ:

Η πτώσι των Τριάκοντα και η επικράτησι των δημοκρατικών Αθηναίων.

ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΖΗΤΗΜΑΤΑ:

--Πώς οι λίγοι νικάν τους πολλούς!  

--Οι επαναστάτες δημοκρατικοί με αρχηγό τον Θρασύβουλο νίκησαν στον Πειραιά τον αθηναϊκό στρατό των Τυράννων.

ΣΥΝΔΕΣΙ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ:

Πρώτα βρήκαν τον αρχηγό! (Αρχηγός του επαναστατικού πυρήνα των αντιστασιακών αναδείχθηκε ο έμπειρος στρατιωτικός Θρασύβουλος).

Αυτός με 70 (συμβολικός αριθμός!) συντρόφους του (επιτίθεται από την Θήβα!) και καταλαμβάνει ένα μικρό φρούριο στην Αττική.

Οχυρώνονται· και με τύχη, αλλά και με ηρωισμό αποκρούουν μια πρώτη στρατιωτική επίθεσι των ολιγαρχικών.

Με δεύτερη τολμηρή ενέργεια και ενώ έχουν ενισχυθή με άλλους 600 και περισσότερους ομοϊδεάτες, αιφνιδιάζουν μεγάλη φρουρά των αντιπάλων.  Εν τω μεταξύ έχουν συγκεντρώσει  γύρω στους 1000 άνδρες.

Όλοι τους μεταφέρονται κρυφά στον Πειραιά (τόπος αντιστασιακού εκείνο το διάστημα ενδιαφέροντος), αλλά εντοπιζόμενοι από τους αντιπάλους τους καταδιώκονται και περικυκλώνονται στην περιοχή της Μουνιχίας (σημερινή Καστέλα) από έναν ανώτερο ποιοτικά στρατό, πλήρως οργανωμένο και αριθμητικά πενταπλάσιο (: περιλάμβανε τους Οπλίτες, το Ιππικό και την Σπαρτιατική Φρουρά!).

Δεν παραδίνονται, αλλά ετοιμάζονται για μάχη.  Αξίζει να δούμε πώς ο εμπνευσμένος αρχηγός υψώνει το φρόνημα των συντρόφων/συμπολεμιστών του!

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ – ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ

Η «δημηγορία» του Θρασύβουλου. (Ο Θρασύβουλος –και κατ’ επέκτασι  ο Ξενοφών -- χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του αρχαίου Ελληνισμού, προβάλλει θεμελιώδεις έννοιες και αξίες του αρχαίου –και όχι μόνο- Ελληνικού Πολιτισμού. Απο την άλλη, πάλι η ρητορεία σε όλο της το μεγαλείο!)

Τεχνικές πειθούς:

Επίθεσι κατά του ήθους των αντιπάλων!

«…στο δεξιό εκείνων που πλησιάζουν βρίσκονται αυτοί που εδώ και τέσσερεις μέρες νικήσατε και πήρατε στο κυνήγι. Στο άκρο αριστερό τους πάλι είναι οι ίδιοι οι Τριάντα —αυτοί που δίχως σε τίποτα νάχουμε φταίξει μας εξόριζαν από την πόλη, μας έδιωχναν από τα σπίτια μας κ' έκαναν προγραφές των αγαπημένων μας….»  

Επίκλησι στο ήθος των συμπολεμιστών!

«…Να όμως που τώρα τους έλαχε κάτι που αυτοί ποτέ δεν περίμεναν, ενώ εμείς πάντα το ευχόμασταν— τους αντικρύζουμε με τα όπλα στα χέρια…»

«…ας ορμήσουμε όλοι με μια καρδιά, να ξεπληρώσουμε σ' αυτούς τους ανθρώπους τις προσβολές που μας έκαναν !»

«... Τρισευτυχισμένοι θάναι στ' αλήθεια όσοι από μας, νικητές, ζήσουν για να δουν τη γλυκύτατη εκείνη μέρα! Ευτυχισμένος όμως κι όποιος σκοτωθή, γιατί σε κανένα —και πλούσιος νάναι— δε θα στηθή μνημείο λαμπρό σαν το δικό του!»

Λογική επιχειρηματολογία εδραζόμενη στη στρατιωτική εμπειρία!

«…τοποθεσία όπου οι εχθροί έχουν ν' ανέβουν ανήφορο κ' έτσι δεν μπορούν ούτε δόρατα, ούτε ακόντια να ρίξουν πάνω από τα κεφάλια των μπροστινών τους, ενώ εμείς από ψηλά θα τους φτάνουμε και με δόρατα και μ' ακόντια και με πέτρες και θα χτυπήσουμε πολλούς. [16]

Εφαρμογή τακτικής:

«Θα νόμιζε κανένας ότι με τις πρώτες σειρές τους τουλάχιστον θα χρειαστή να πολεμήσουμε σαν ίσοι προς ίσους· αν όμως εσείς ρίχνετε τα βέλη σας πυκνά-πυκνά, όπως πρέπει, κανένας σας δε θ' αστοχήση — γεμάτος καθώς είν' ο δρόμος από δαύτους. Αυτοί πάλι θα κρύβωνται όλη την ώρα κάτω από τις ασπίδες τους για να προφυλαχτούν— έτσι θα μπορούμε να τους χτυπάμε όπου θέλουμε, σα νάναι τυφλοί, αλλά και να ορμάμε καταπάνω τους και να τους γκρεμίζουμε…» [17]

Πνευματικός/ψυχολογικός εξοπλισμός με επίκλησι στο θρησκευτικό συναίσθημα (ΤΡΙΠΛΗ αναφορά στην θεϊκή παρέμβασι-συμπαράστασι-επίκλησι):  

Α. «Γι' αυτό κ' οι θεοί παίρνουν τώρα φανερά το μέρος μας: μέσα στην καλοκαιρία προκαλούνε θύελλα την ώρα που μας συμφέρει· όταν κάνουμε επιχείρηση, λίγοι εμείς εναντίον πολλών εχθρών, θριαμβεύουμε χάρη στην εύνοιά τους» (14)  " οἱ δὲ θεοί, (...) νῦν φανερῶς ἡμῖν συμμαχοῦσι."

Β. «Γιατί αυτή, αν θέλη ο Θεός, θα μας δώση πίσω πατρίδα, σπίτια, ελευθερία, τιμές, παιδιά —σ' όσους έχουν— και γυναίκες.»* (17) "αὕτη γὰρ ἡμῖν, ἂν θεὸς θέλῃ..."

Γ. «…μόλις επικαλεστούμε τον Ενυάλιο» (17)  "τὸν Ἐνυάλιον παρακαλέσωμεν"

[ΣΗΜ.2 .  Η αναφορά στην θρησκευτική πίστι εδώ, είναι πολύ πιο έντονη σε σχέσι με το ανάλογο περιστατικό που βρίσκουμε και στο «Περι Ερατοσθένους» λόγο του Λυσία (κεφ. 95-97). Ο σεβασμός στους θεούς δίνει βεβαίως και εκεί το παρών, ως σταθερή και υψηλή αξία]

Σημαντική λεπτομέρεια επι του πεδίου της μάχης:

Η ανάκρουσι πολεμικού/πατριωτικού άσματος! Παιάνα! Και την αρχή στο θρησκευτικο-πολεμικό τραγούδι θα κάνει ο ίδιος ο ΑΡΧΗΓΟΣ! "ἐξάρξω μὲν οὖν ἐγὼ ἡνίκ᾽ ἂν καιρὸς ᾖ παιᾶνα"

 

* Σ’ αυτό το σημείο του λόγου, το σχολικό βιβλίο (σ. 103), σωστά, παραπέμπει στο περίφημο απόσπασμα των «Περσών» του Αισχύλου:

«Ω παίδες Ελλήνων ίτε, / ελευθερούτε πατρίδ’ ελευθερούτε δε / παίδας, γυναίκας, θεών τε έδη, / θήκας τε προγόνων· νυν υπερ πάντων αγών» (ΑΙΣΧ. Πέρσαι 402-405}

[ΣΗΜ.2 σαν Υ.Γ.

Αν προλαβαίνει κανείς, αξίζει να παραπέμψει τους μαθητές και σε ένα μυστηριώδες περιστατικό με μεταφυσική σημασία, το οποίο θα αποκαλύψει ο Ξενοφών στην συνέχεια του κεφαλαίου : Θα χρειασθή να θυσιασθή ακριβώς πριν την έναρξι της μάχης, ένας άνθρωπος του τότε ιερατείου, ο οποίος βρισκόταν ανάμεσα στους επαναστάτες! Αυτός ο ανώνυμος ήρωας του αγώνα για την αποκατάστασι της ειρήνης και της δημοκρατίας στην Αθήνα, ο Ξενοφών μας διηγείται πως υπήρξε ένας μάντις, ο οποίος (όπως και ο Μεγιστίας στις Θερμοπύλες) προανήγγειλε τον θάνατό του και αυτοθυσιάστηκε ( «Ελληνικά» Β΄,4. 18-19 } !! ]


Καλό Καλοκαίρι!

 

 Α. Σ. 

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

ΔΙΑΚΟΣΙΕΤΗΡΙΔΑ 1821-2021: "ΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ": Η Εθνεγερσία απο τις πηγές. Κείμενα: Η Ομιλία του Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ στα παιδιά του Γυμνασίου της Πνύκας.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Ὁμιλία πρὸς τοὺς Γυμνασιόπαιδες στὴν Πνύκα

ἐξεφωνήθη ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ τῇ 8ῃ Ὀκτωβρίου 1838 καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδαν ΑΙΩΝ τῇ 13ῃ Νοεμβρίου 1838.

Παιδιά μου!

Εἰς τὸν τόπο τοῦτο, ὁποὺ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγοροῦσαν τὸν παλαιὸ καιρὸ ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των. Ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου, εἰς τὴν μεγάλη δόξα τῶν προπατόρων μας, καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τὸν καιρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα, καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ νὰ κάμωμε συμπερασμοὺς καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θεὸς μόνος ἠξεύρει τὰ μέλλοντα. Καὶ διὰ τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνας, ὁποίας γνώσεις εἶχαν καὶ ποία δόξα καὶ τιμὴν ἔχαιραν κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ καιροῦ των, ὁποίους ἥρωας, στρατηγούς, πολιτικοὺς εἶχαν, διὰ ταῦτα σᾶς λέγουν καθ᾿ ἡμέραν οἱ διδάσκαλοί σας καὶ οἱ πεπαιδευμένοι μας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρκετός. Σᾶς λέγω μόνον πὼς ἦταν σοφοί, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἐπῆραν καὶ ἐδανείσθησαν τὰ ἄλλα ἔθνη τὴν σοφίαν των.

Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατοικοῦμε, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμε τὸ ὄνομα τοῦτο. Αὐτοὶ διέφεραν ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν θρησκείαν, διότι ἐπροσκυνοῦσαν τὲς πέτρες καὶ τὰ ξύλα. Ἀφοῦ ὕστερα ἦλθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, οἱ λαοὶ ὅλοι ἐπίστευσαν εἰς τὸ Εὐαγγέλιό του, καὶ ἔπαυσαν νὰ λατρεύουν τὰ εἴδωλα. Δὲν ἐπῆρε μαζί του οὔτε σοφοὺς οὔτε προκομμένους, ἀλλ᾿ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, χωρικοὺς καὶ ψαράδες, καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔμαθαν ὅλες τὲς γλῶσσες τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι, μολονότι ὅπου καὶ ἂν ἔβρισκαν ἐναντιότητες καὶ οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ τύραννοι τοὺς κατέτρεχαν, δὲν ἠμπόρεσε κανένας νὰ τοὺς κάμῃ τίποτα. Αὐτοὶ ἐστερέωσαν τὴν πίστιν.

Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τὴν διχόνοια καὶ ἐτρώγονταν μεταξύ τους, καὶ ἔτσι ἔλαβαν καιρὸ πρῶτα οἱ Ῥωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καὶ τοὺς ὑπόταξαν. Ὕστερα ἦλθαν οἱ Μουσουλμάνοι καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν, διὰ νὰ ἀλλάξῃ ὁ λαὸς τὴν πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσες εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ ἐστάθη ἀδύνατο νὰ τὸ κατορθώσουν. Τὸν ἕνα ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τὸ σταυρό του ἔκαμε. Σὰν εἶδε τοῦτο ὁ σουλτάνος, διόρισε ἕνα βιτσερὲ [ἀντιβασιλέα], ἕναν πατριάρχη, καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐξουσία τῆς ἐκκλησίας. Αὐτὸς καὶ ὁ λοιπὸς κλῆρος ἔκαμαν ὅ,τι τοὺς ἔλεγε ὁ σουλτάνος. Ὕστερον ἔγιναν οἱ κοτζαμπάσηδες [προεστοὶ] εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἡ τρίτη τάξη, οἱ ἔμποροι καὶ οἱ προκομμένοι, τὸ καλύτερο μέρος τῶν πολιτῶν, μὴν ὑποφέρνοντες τὸν ζυγὸν ἔφευγαν, καὶ οἱ γραμματισμένοι ἐπῆραν καὶ ἔφευγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα των, καὶ ἔτσι ὁ λαός, ὅστις στερημένος ἀπὸ τὰ μέσα τῆς προκοπῆς, ἐκατήντησεν εἰς ἀθλίαν κατάσταση, καὶ αὐτὴ αὔξαινε κάθε ἡμέρα χειρότερα· διότι, ἂν εὑρίσκετο μεταξὺ τοῦ λαοῦ κανεὶς μὲ ὀλίγην μάθηση, τὸν ἐλάμβανε ὁ κλῆρος, ὅστις ἔχαιρε προνόμια, ἢ ἐσύρετο ἀπὸ τὸν ἔμπορο τῆς Εὐρώπης ὡς βοηθός του, ἐγίνετο γραμματικὸς τοῦ προεστοῦ. Καὶ μερικοὶ μὴν ὑποφέροντες τὴν τυραννίαν τοῦ Τούρκου καὶ βλέποντας τὲς δόξες καὶ τὲς ἡδονὲς ὁποὺ ἀνελάμβαναν αὐτοί, ἄφηναν τὴν πίστη τους καὶ ἐγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καὶ τοιουτοτρόπως κάθε ἡμέρα ὁ λαὸς ἐλίγνευε καὶ ἐπτώχαινε.

Εἰς αὐτὴν τὴν δυστυχισμένη κατάσταση μερικοὶ ἀπὸ τοὺς φυγάδες γραμματισμένους ἐμετάφραζαν καὶ ἔστελναν εἰς τὴν Ἑλλάδα βιβλία, καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ χρωστοῦμε εὐγνωμοσύνη, διότι εὐθὺς ὁποὺ κανένας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ λαὸ ἐμάνθανε τὰ κοινὰ γράμματα, ἐδιάβαζεν αὐτὰ τὰ βιβλία καὶ ἔβλεπε ποίους εἴχαμε προγόνους, τί ἔκαμεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Ἀριστείδης καὶ ἄλλοι πολλοὶ παλαιοί μας, καὶ ἐβλέπαμε καὶ εἰς ποίαν κατάσταση εὑρισκόμεθα τότε. Ὅθεν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸ νοῦ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ νὰ γίνουμε εὐτυχέστεροι. Καὶ ἔτσι ἔγινε καὶ ἐπροόδευσεν ἡ Ἑταιρεία.

Ὅταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἄρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος μας καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση.

Εἰς τὸν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια καὶ ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τὸν πόλεμο, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναῖκα του ἐζύμωνε, τὸ παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψωμὶ καὶ μπαρουτόβολα εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δυὸ χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Μακεδονία, καὶ ἴσως ἐφθάναμε καὶ ἕως τὴν Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τοὺς Τούρκους, ὁποὺ ἄκουγαν Ἕλληνα καὶ ἔφευγαν χίλια μίλια μακρά. Ἑκατὸν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός, καὶ ἕνα καράβι μίαν ἁρμάδα. Ἀλλὰ δὲν ἐβάσταξεν. Ἦλθαν μερικοὶ καὶ ἠθέλησαν νὰ γένουν μπαρμπέρηδες εἰς τοῦ κασίδη τὸ κεφάλι. Μᾶς πονοῦσε τὸ μπαρμπέρισμά τους. Μὰ τί νὰ κάμωμε; Εἴχαμε καὶ αὐτουνῶν τὴν ἀνάγκη. Ἀπὸ τότε ἤρχισεν ἡ διχόνοια, καὶ ἐχάθη ἡ πρώτη προθυμία καὶ ὁμόνοια. Καὶ ὅταν ἔλεγες τὸν Κώστα νὰ δώσῃ χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, ἢ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν πόλεμο, τοῦτος ἐπρόβαλλε τὸν Γιάννη. Καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο κανεὶς δὲν ἤθελε οὔτε νὰ συνδράμῃ οὔτε νὰ πολεμήσῃ. Καὶ τοῦτο ἐγίνετο, ἐπειδὴ δὲν εἴχαμε ἕναν ἀρχηγὸ καὶ μία κεφαλή. Ἀλλὰ ἕνας ἔμπαινε πρόεδρος ἕξη μῆνες, ἐσηκώνετο ὁ ἄλλος καὶ τὸν ἔριχνε, καὶ ἐκάθετο αὐτὸς ἄλλους τόσους, καὶ ἔτσι ὁ ἕνας ἤθελε τοῦτο καὶ ὁ ἄλλος τὸ ἄλλο. Ἴσως ὅλοι ἠθέλαμε τὸ καλό, πλὴν καθένας κατὰ τὴν γνώμη του. Ὅταν προστάζουνε πολλοί, ποτὲ τὸ σπίτι δεν χτίζεται οὔτε τελειώνει. Ὁ ἕνας λέγει ὅτι ἡ πόρτα πρέπει να βλέπῃ εἰς τὸ ἀνατολικὸ μέρος, ὁ ἄλλος εἰς τὸ ἀντικρινὸ καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸν Βορέα, σὰν να ἦτον τὸ σπίτι εἰς τὸν ἀραμπᾶ, καὶ να γυρίζει, καθὼς λέγει ὁ καθένας. Μὲ τοῦτο τὸν τρόπο δεν κτίζεται ποτὲ τὸ σπίτι, ἀλλὰ πρέπει να εἶναι ἔνας ἀρχιτέκτων, ὁποῦ νὰ προστάζῃ πῶς θὰ γενῇ. Παρομοίως καὶ ἡμεῖς ἐχρειαζόμεθα ἕναν ἀρχηγὸ καὶ ἔναν ἀρχιτέκτονα, ὅστις νὰ προστάζῃ καὶ οἱ ἄλλοι να ὑπακούουν καὶ νὰ ἀκολουθοῦν. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τέτοια κατάστασιν, ἐξ αἰτίας τῆς διχονοίας, μᾶς ἔπεσε ἡ Τουρκιὰ ἐπάνω μας καὶ κοντέψαμε να χαθοῦμε, καὶ εἰς τοὺς στερνοὺς ἑπτὰ χρόνους δὲν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εἰς αὐτὴ τὴν κατάστασιν ἔρχεται ὁ βασιλεύς, τὰ πράγματα ἡσυχάζουν, καὶ τὸ ἐμπόριο καὶ ἡ γεωργία καὶ οἱ τέχνες ἀρχίζουν νὰ προοδεύουν καὶ μάλιστα ἡ παιδεία. Αὐτὴ ἡ μάθησις θὰ μᾶς αὐξήσῃ καὶ θὰ μᾶς εὐτυχήσῃ. Ἀλλὰ διὰ νὰ αὐξήσομεν, χρειάζεται καὶ ἡ στερέωσις τῆς πολιτείας μας, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν καλλιέργεια καὶ μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ Θρόνου. Ὁ βασιλεύς μας εἶναι νέος καὶ συμμορφώνεται μὲ τὸν τόπο μας, δεν εἶναι προσωρινός, ἀλλ᾿ ἡ βασιλεία του εἶναι διαδοχικὴ καὶ θὰ περάσῃ εἰς τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν του, καὶ μὲ αὐτὸν κι ἐσεῖς καὶ τὰ παιδιά σας θὰ ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἄρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος. Ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ φυλάττουν μία Θρησκεία. Καὶ αὐτοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι κατατρέχοντο καὶ μισοῦντο καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, μένουν σταθεροὶ εἰς τὴν πίστη τους.

Νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, να μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθεῖτε εἰς τὰς σπουδάς σας καὶ καλύτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον, δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους - πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας, καὶ να μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθεῖτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καὶ κατὰ τὴν παροιμία, «μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθαινε». Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνῃ σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ να κοιτάζῃ τὸ καλὸ τῆς κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας.

Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων, ἔμεινα ἀγράμματος καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρηση, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας. Σᾶς εἶπα ὅσα ὁ ἴδιος εἶδα, ἤκουσα καὶ ἐγνώρισα, διὰ νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰ ἀπερασμένα καὶ ἀπὸ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς διχονοίας, τὴν ὁποίαν νὰ ἀποστρέφεσθε, καὶ νὰ ἔχετε ὁμόνοια. Ἐμᾶς μὴ μᾶς τηρᾶτε πλέον. Τὸ ἔργο μας καὶ ὁ καιρός μας ἐπέρασε. Καὶ αἱ ἡμέραι τῆς γενεᾶς, ἡ ὁποία σᾶς ἄνοιξε τὸ δρόμο, θέλουν μετ᾿ ὀλίγον περάσει. Τὴν ἡμέρα τῆς ζωῆς μας θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα τοῦ θανάτου μας, καθὼς τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα καὶ ἡ αὐριανὴ ἡμέρα. Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὁποὺ ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε· καί, διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια της πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία, τὴν καλλιέργεια τοῦ θρόνου καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία.

Τελειώνω τὸ λόγο μου. Ζήτω ὁ βασιλεύς μας Ὄθων! 

Ζήτω οἱ σοφοὶ διδάσκαλοι! Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Νεολαία!

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Η χθεσινή επιφυλλίδα του Χρήστου Γιανναρά για το πνευματικό/εκκλησιαστικό έλλειιμμά μας και τον βαρβαρικό ατομοκεντρισμό. (Αναδημοσίευσι). L' articolo di ieri di Cristos Giannaras , Grande Maestro della Romiossini, sul giornale "Kathimerini"

«Ο κορωνοϊός ξεγυμνώνει τη μεταφυσική μας αοπλία» 
Μ.Μ. Χρήστος Γιανναράς*
........................

Mεταφυσική αοπλία


Ο Σωκράτης απευθύνεται στους πολίτες δικαστές του. Τον έχουν μόλις καταδικάσει να διαλέξει: θάνατο ή εξορία. Για έναν πολίτη της αρχαίας ελληνικής πόλεως η εξορία (αποπομπή του από το «πολιτικόν άθλημα αληθείας») είναι κάτι χειρότερο από τον θάνατο. Δεν έχει νόημα η επιβίωση δίχως την τιμή να είσαι πολίτης. 

Στη δημοκρατία, όπως οι κάποτε Έλληνες τη γέννησαν και την άσκησαν, δεν υπάρχει δήμιος, όπως δεν υπάρχουν και σωματικές ποινές (ραβδισμοί, μαστιγώσεις, φραγγελώσεις, ακρωτηριασμοί), είναι αδιανόητο να ατιμαστεί η «ιερότητα» του σώματος του πολίτη. Ο καταδικασμένος σε θάνατο (ακοινωνησία) πολίτης ή θα πάρει μόνος του να πιει το κώνειον («πειθόμενος τοις νόμοις») ή θα αυτεξοριστεί.

Ο Σωκράτης έχει αποφασίσει το κώνειο. Και περαιώνει την απολογία του λέγοντας στους συμπολίτες κριτές του: «Ήρθε η ώρα να πηγαίνουμε. Εγώ για να πεθάνω, εσείς για να συνεχίσετε τη βιοτή σας. Ποιος από τους δυο πηγαίνει στο καλύτερο, δεν το ξέρουμε: είναι άγνωστο σε όλους, εκτός από τον θεό». 

Η δήλωση άγνοιας για το ουσιωδέστερο από τα προβλήματα του ανθρώπου προϋποθέτει υψηλό επίπεδο καλλιέργειας. Σεβασμό στο άγνωστο, ήρεμη αποδοχή του δεδομένου – σίγουρα δεν προκύπτουν από τη συμφιλίωση με έναν αφελή μηδενισμό, ούτε από μυθώδη ιδεολογήματα. Το άγνωστο, το επέκεινα του θανάτου, έχει έμμεσα αλλά αποκαλυπτικά φωτιστεί στην αρχιτεκτονική του Παρθενώνα, στο κλασικό «άγαλμα» (από το αγάλλομαι), στα συναρπαστικά δρώμενα της τραγωδίας. Δεν υπάρχει «υψηλός» πολιτισμός (με επιτεύγματα φωτισμού του «νοήματος» της ύπαρξης) χωρίς προσδοκία πληρωματικής αχρονίας. 

Βέβαια, εμφανίζονται στην Ιστορία και οι αφελείς επαγγελίες για ηδονική μετά θάνατον ευφροσύνη, μετρημένη ποσοτικά: βουνά με πιλάφι, ποτάμια με μέλι. Όμως κάπου ανάμεσα στον Σωκράτη και στον ισλαμικό παραδείσιο χορτασμό, παρεμβάλλεται το χριστιανικό ευ-αγγέλιο. Εκεί ακούγεται για πρώτη φορά ότι μπορεί ο θάνατος να «πατείται θανάτω»

Δηλαδή, η ύπαρξη να γίνει σχέση, η ελεύθερη από τον θάνατο ύπαρξη «αγάπη εστί», ολοκληρία ελευθερίας. Υπάρχει ο άνθρωπος ως έμπρακτες σχέσεις και ελευθερώνεται από τη σχετικότητα των σχέσεων όταν, ελεύθερος από την εγωτική αυτοάμυνα, υπάρχει επειδή αγαπάει. Αυτή την υπαρκτική ελευθερία τη ζει ο καθένας μας κατακερματισμένη στην αποσπασματικότητα του χρόνου, αλλά την προσδοκά ως χαροποιό ελπίδα πληρωματικής ελευθερίας, άχρονης, στην ολοκληρία της αγάπης.

Το συναρπαστικότερο στο χριστιανικό ευ-αγγέλιο είναι ότι μένει πάντοτε ανυπότακτο στις θωρακισμένες απαιτήσεις της ιδεολογίας και στα ψυχολογικά τεχνάσματα του εντυπωσιασμού. Το ευ-αγγέλιο σαρκώθηκε κυρίως σε παραβολές και στην εκφραστική υψηλών, μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία, επιτευγμάτων Τέχνης: στη δραματουργία της ευχαριστιακής λατρείας, στην ποίηση και στη μουσική, συνυφασμένες με τη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική. Αφορούσε στον τρόπο της ύπαρξης, όχι στη συμπεριφορά. Όπως ο έρωτας. 

Σήμερα η πιστοποίηση αυτή μας ξενίζει, επειδή η ζωή μας και η νοο-τροπία μας έχουν παγιδευτεί στο παγκοσμιοποιημένο «παράδειγμα» του βαρβαρικού ατομοκεντρισμού. Εχουν αλλάξει, πολλές δεκαετίες τώρα, όχι οι απόψεις και αντιλήψεις μας, όχι απλώς οι αξιολογήσεις και ιεραρχήσεις των αναγκών μας, αλλά η νοο-τροπία μας, ο τρόπος της ύπαρξής μας. Δεν ξέρουμε πια να εμπιστευθούμε, επομένως ούτε και να ελπίσουμε. Η εμπιστοσύνη και ελπίδα δεν διδάσκεται, δεν προπαγανδίζεται με κηρύγματα, συναισθηματικά ψυχολογήματα και ηθικοδιδασκαλίες. Μεταγγίζεται όπως η αγάπη για τη μάνα, η εμπιστοσύνη στον πατέρα, η συναρπαγή από την ομορφιά. 

Γενεές γενεών στη δική μας, την ελληνική κοινωνία και εμπειρία, έζησαν με την ταπεινή απορία του Σωκράτη για τον θάνατο, αλλά και την αυτονόητη τελική εναπόθεση στον Θεό, της κρίσης για το «άμεινον» της προθανάτιας ή της μεταθανάτιας ύπαρξης. Αυτή η πίστη - εμπιστοσύνη, συμπυκνωμένη στη δίλεκτη (δύο λέξεων) βεβαιότητα: «έχει ο Θεός» στήριξε γενεές γενεών Ελλήνων σε κατατρεγμούς, λοιμούς και λιμούς, σε προσφυγιά και αποδημίες, λεηλασίες και σφαγές, εμφύλιους σπαραγμούς και θεομηνίες. 

Δεν είναι συμπτωματική - αποσπασματική η απώλεια αυτής της ειρηναίας εμπιστοσύνης σε Προνοητή και Κυβερνήτη του ανθρώπινου βίου. Είναι γέννημα της εθελούσιας, παρακμιακής, αλλά και ξιπασμένης αλλαγής πολιτισμικού «παραδείγματος». 

Διακόσια χρόνια οι Νεοέλληνες πασχίζουμε να γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε, όχι στα χρηστικά και επουσιώδη, αλλά σε «πράματα τζιβαϊρικά πολυτίμητα», δοκιμασμένα στην πείρα αιώνων: 
Την Εκκλησία, άξονα και αντιστύλι της ζωντανής κοινότητας - «πόλεως», την ονοματίσαμε «επικρατούσα εν Ελλάδι θρησκεία». Την πίστη, αντί για εμπιστοσύνη, τη λογαριάζουμε ιδεολογία και ατομικές πεποιθήσεις. 
Τη σωτηρία τη θεωρούμε ατομικό κατόρθωμα, όχι κοινωνούμενη γιορτή. Στον καθεδρικό ναό της πρωτεύουσας, αντί για εικόνες βάλαμε τριτοκλασάτες φράγκικες ζωγραφιές και τη συναρπαστική μεγαλοπρέπεια της τραγωδικής λατρευτικής μας παράδοσης την υποτάξαμε στην ασυμμάζευτη χρησιμοθηρία του ηθικιστικού κηρύγματος. 
Κήρυγμα, όλοι φρενιασμένοι για κήρυγμα - προπαγάνδα - ατομικές «πεποιθήσεις» – πώς να λειτουργήσει η βλαστική δυναμική της ελπίδας: το «έχει ο Θεός» της μαρτυρικής ρωμιοσύνης; 

Ο κορωνοϊός ξεγυμνώνει τη μεταφυσική μας αοπλία. 


Χρήστος Γιανναράς
 Άρχων Μ. Ρ. της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας**

 .................................

 *
Μ.Μ. :  Ο καθηγητής Πανεπιστημίου, στοχαστής και συγγραφέας Χρ. Γιανναράς είναι
για  τον υπογράφοντα διαχειριστή: Μέγας Μάγιστρος κατά κυριολεξίαν. Όχι όπως νοείται ο όρος στον Τεκτονισμό, αλλά ευρύτερα. Δηλαδή ένας Μεγάλος Δάσκαλος. Πώς λέμε στο σκάκι «Γκρανμέτρ», GM, Gran Maestro, Großmeister , Grand Master;  Άλλος Δάσκαλος του Γένους!
Ο Γιανναράς ήταν από δεκαετίες στην συνείδησί μας (έστω σε κάποιους από εμάς) Μέγας Δάσκαλος του νεώτερου Ελληνισμού.
Από πέρυσι λοιπόν, ναι, είναι και επισήμως τιτλούχος!! Βλ και εδώ,




**
Μ.Ρ. = Μέγας Ρήτωρ