Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Ναί ή Όχί; Όχι στην δυσανοχή, Ναί στην παραδοχή!

Δύο κάρτες, ουδέν σχόλιον!


 

ΚΑΡΤΑ 1.

 


ΚΑΡΤΑ 2. 

 


Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Αντί πανηγυρικής ομιλίας για την 25η Μαρτίου: ένας δάσκαλος στα παιδιά ενός σχολείου στην Ελλάδα του σήμερα.

Αυτά τα λόγια απηύθυνε πέρυσι ή πρόπερσι ένας φιλόλογος (στο 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών - αποσπασμένος ή ωρομίσθιος καθηγητής απ’ ό,τι φαίνεται) στους μαθητές του, για την επέτειο της 25ης Μαρτίου):


«Σκέφτηκα να σου µιλήσω για τον Καραϊσκάκη, αλλά το µυαλό σου θα
πάει ...στο γήπεδο. Σκέφτηκα να σου µιλήσω για το 21, αλλά ο νους σου θα πάει ...στην Ορίτζιναλ. Συλλογίστηκα πολύ, για να καταλήξω αν αξίζει να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο µακρινό, τόσο ξένο. Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα τι να
λένε σε σένα, σε εσένα που ßιάζεσαι να φύγεις, να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο.
Θα σου µιλήσω λοιπόν προσωπικά. Εγώ, ο δάσκαλος, που δούλεψα ένα χρόνο σε αυτό το σχολείο και σε 15 µέρες φεύγω για αλλού, σε σένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία ή και περισσότερα χρόνια θα µιλήσω σταράτα. Για να σου εκφράσω δύο σκέψεις µου. Οι µαθητές που συνάντησα µέσα στις τάξεις, οι µαθητές που δίδαξα φέτος στη συντριπτική τους πλειονότητα µε σεßάστηκαν, αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του µαθήµατος. Πολλοί όµως από τους υπόλοιπους µαθητές δε µε σεßάστηκαν, µε προσέßαλαν κατ’ επανάληψη. Με έργα, µε λόγια, µε ύßρεις, δείχνοντας ένα χαρακτήρα και ένα ήθος που µε σόκαρε, που µε έßαλε σε µελαγχολικές σκέψεις. Αυτό το φαινόµενο αποδεικνύει πως κάτι σάπιο υπάρχει σε αυτό το σχολείο, πως εκτός του γνωστικού ελλείµµατος, το συγκεκριµένο σχολείο χωλαίνει δραµατικά και στο ηθικοπλαστικό του έργο, στη διαµόρφωση δηλαδή των µαθητικών ψυχών και πνευµάτων. Και η ευθύνη για αυτή την αποτυχία είναι ευθύνη αποκλειστικά δική µας, των δασκάλων σας και των γονιών σας.
Δεν έχουµε κατορθώσει να σας δείξουµε πως χωρίς αρχές η ζωή σας αύριο θα είναι µια κόλαση, πως χωρίς όνειρα και στόχους θα χρειαστείτε υποκατάστατα, θα καταφύγετε πιθανόν σε επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν, θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας, θα σας γεµίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση, θα σας γεράσουν πρόωρα.
Αν όµως θέλετε µια συµßουλή από ένα δάσκαλο, σκεφτείτε το παράδειγµα του Μακρυγιάννη, που έφτασε αγράµµατος µέχρι τα 50 σχεδόν, για να καταλάßει τότε πως η µόρφωση, η καλλιέργεια, ήταν το όπλο που έλειπε από την προσωπική του θήκη. Και κάθισε µε πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο και έµαθε πέντε κολλυßογράµµατα, για να µας πει την ιστορία του ßίου του, το παραµύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωµιών. Αυτό το παράδειγµα είναι για σένα το πιο κατάλληλο και µπορείς 30 χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη να ακολουθήσεις το δρόµο που εκείνος έδειξε, το µονοπάτι της καλλιέργειας, το δρόµο της παιδείας, τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.
Δεν είστε σε τίποτα λιγότερο ικανοί από τον µπάσταρδο γιο της καλογριάς, τον Αρßανίτη Γιώργη Καραϊσκάκη. Ήταν κι αυτός αθυρόστοµος σαν κι εσάς, αλλά είχε αυτό που από τα αλßανικά µάθαµε σαν µπέσα, ήταν πάνω απ’ όλα µπεσαλής. Αυτό θα ‘θελα να έχετε κι εσείς: υπευθυνότητα, µπέσα, τσίπα. Να αναλαµßάνετε τις ευθύνες σας, να απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συµφέρον, να µισείτε το ψέµα και την ευθυνοφοßία.
Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του ήταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταµατελόπουλου, του Νικηταρά. Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης, συνέßαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του κι έπειτα φυλακίστηκε, για να χαθεί σ’ ένα στενοσόκακο του Πειραιά, σχεδόν τυφλωµένος, πάμπτωχος και εγκαταλειµµένος από όλους, δε ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα. Κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν να απαιτήσει από την Κυßέρνηση µια πλούσια σύνταξη, απαντούσε πως η πατρίδα τον αµείßει πολύ καλά, λέγοντας ψέµατα, για να µην προσßάλει την πατρίδα.
Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγµα του Νικηταρά. Αλλά νοµίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα, μπορείτε να ακολουθήσετε το δρόµο της αξιοπρέπειας, να προσπαθήσετε τίµια και µε αγωνιστικότητα για εσάς και για το µέλλον της οικογένειας που αύριο θα κάνετε.
Ξέρω, καταλαßαίνω, αντιλαµßάνοµαι πως σας προτείνω µια διαδροµή ζωής δύσκολη και απαιτητική. Όταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόµος των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών, της εποχής στην οποία µεγαλώνετε. Όµως, κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της, περιµένει από αυτούς να σηκώσουν ψηλά και µε επιτυχία τη σηµαία του αγώνα και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους, σε καλύτερες µέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες. Κι όταν ßλέπω την εποχή µας να µαραζώνει χωµένη στην αλλοτρίωση, να ξεψυχά από την τηλεοπτική ανία, να µουχλιάζει από το κυνήγι της ευκολίας, μόνο σε εσάς ελπίζω, στην ειλικρινή σας διάθεση να αγωνιστείτε, να αντισταθείτε, να πολεµήσετε, να νικήσετε.
Μη µας απογοητεύσετε».




Ν. ΞΥΛΟΥΡΗΣ: Σε ψηλό βουνό
Σύνδεσμος

Σε ψηλό βουνό
ΑΕΤΟΣ - ΧΙΟΝΙ - ΗΛΙΟΣ
Το ριζίτικο προσφέρεται για εύκολο αποσυμβολισμό...

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

"Έπος Λευτεριάς": Ένα πατριωτικό ποίημα του Ιωάννη Παναγάκου για την Εθνική μας Εορτή της 28ης Οκτωβρίου. Poesia di Ioannis Panagakos sul 28.10.1940

Για μια ακόμα φορά εκφράζουμε τις ευχαριστίες μας στον φίλο Γιάννη Παναγάκο που μας εμπιστεύθηκε προς δημοσίευσι μία ποιητική σύνθεσί του.
Ταυτόχρονα, με την ευκαιρία της αυριανής Εθνικής μας Επετείου ευχόμαστε σε όλους τους εορτάζοντες Έλληνες ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΕΙΡΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ!


ΕΠΟΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ


Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, τρεις η ώρα το πρωί·
οι στιγμές των ρολογιώνε καρφωμένες στο σκοτάδι·
κι’ ως να άνοιξαν οι πύλες, απ’ τους φύλακες του Άδη,
σαν ο Γκράτσι πήγε νά ’βρει των Ελλήνων την ψυχή.

Κι’ ως να εδάκρυσε η μέρα ξημερώνοντας βουβή,
σαν ο ίσκιος της τραβούσε κατά κει που λάμπει ο ήλιος
ενδοξότατος, τρανός, απ’ τ’ αθάνατο το σφρίγος
που, στου Έλληνα – φωτός, φωτοανεξάντλητη ροή -

δόξης στέφανο ηλιόπρεπα φορεί στην κεφαλή,
και μετέωρη εστάθη, μόνο λίγο, πριν χαράξει,
των Ελλήνων την περφάνεια, για να δει και να θαυμάσει:
θαλερή, χρυσανταυγίζουσα, ξανά, φεγγοβολή.

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη. Και η ελπίδα ζει ξανά·
θαρρετή, ζωντανεμένη, στην Ευρώπη μία κόχη
που η άμοιρη εθαμβώθη, απ’ την άρνηση με τ’ ΟΧΙ,
απ’ τα χείλη που ειπώθη του Ιωάννη Μεταξά.

Χρόνια πριν, ο νέος "Καίσαρ" στη Μεσόγειο αλυχτά,
στα νερά της τη θωριά του - την κυνός - ολογεμάτος,
με όνου χάρη καθρεφτίζει, μοναχός κι’ όλο φευγάτος,
τους λαούς της φοβερίζει, με την αίγλη του μεθά.

Μα δειλός μέσα στο θράσος, σα μιλά με τους Ρωμιούς,
περί άλλων σαν τυρβάζει, ωσάν Νέρωνας ομοιάζει,
κι’ αν τους τάζει πετραχήλια και λαγούς και οργιάζει,
προσπαθεί να τους κοιμίσει, μην τους εύρει ξυπνητούς.

Κι’ έτσι άνανδρος πως είναι, στου Αυγούστου τα μισά,
εις της Τήνου το λιμάνι, στα κρυφά και με υπουλία,
ωσάν κλέφτης κι’ ίδιος ψεύτης - μια βαριά ιεροσυλία -
στη γιορτή της Παναγίας, του σαράντα τη χρονιά,

κει που σύσσωμο το Έθνος την Παρθένο του υμνεί,
κι’ απαράλλαχτα όπως πάντα την ψυχή του αναπέμπει,
ο Μπενίτο Μουσολίνι, μοχθηρός, σαν γύπας φέγγει,
ύπουλα, δειλά κι’ ανοίκεια, μ’ ούτε καν λίγη ντροπή,

τον τορπιλισμό της Έλλης βρήκε πράξη "ηρωική",
με συνέπεια στο ψεύδος και στο όνειδος που πλέει
ως φελλός μέσα σ’ αυτό - δυσωδία αποπνέει -
να διαπράξει ως φόρο μίσους, στην Ελληνική ψυχή.

Γιατί ο άλλος "Αυτοκράτωρ", απ’ τα μέρη του βορρά,
χωρίς Ντούτσε να ρωτήσει, κάνοντάς τον να σιωπήσει,
πήρε φόρα, και το άρμα του σαν κένταυρος τροχίζει,
και τις χώρες της Ευρώπης καταπίνει στη σειρά.

Κι’ ως ο νέος Καίσαρ είδε την Ευρώπη να λυγά,
και του εφάνηκε πως χάνει τη μεγάλη ευκαιρία
πίτα έτοιμη να χάψει, ξαφνικά, με μαεστρία,
στα καλά του, πήρε θάρρος, και τον πόλεμο αρχινά.

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη. Πριν να ’ρθεί το πρωινό,
με το Γκράτσι πρεσβευτή, και θαρρώντας το παιχνίδι,
στην Ελλάδα πως θα μπει και πως έχει φτάσει ήδη,
τελεσίγραφο πολέμου στέλνει στον πρωθυπουργό.

Μα η απάντηση εγνωσμένη: Ένα ΟΧΙ βροντερό -
Ένα ΟΧΙ σαν αγέρας που ελεύθερος σφυρίζει
και που, όταν χρειαστεί, ως θεόρατος μουγκρίζει -
σαν το σάλπισμα της μοίρας των Ελλήνων, το ιερό.

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, στων συνόρων τη γραμμή,
στης Ηπείρου τις κορφές κι’ ως της Πίνδου μας τα όρη,
με βροχή κατακλυσμιαία, παγωνιά και ξεροβόρι,
μας εκάλεσε η μοίρα για σκλαβιά ή για τιμή.

Μες στην ίδια εκειά τη νύχτα ξανακούστηκε δια μιας,
ως οι άνθινες σταγόνες που μετέωρες στεκόνταν -
ιστορίας υποψία - ωσάν χείμαρρος γεννιόνταν,
το “αέρα” των Ελλήνων - Φύγε ξένε, δεν περνάς.

ΟΧΙ ανέκραξαν και πάλι, ΟΧΙ στον κατακτητή -
το ελεύθερο το πνεύμα των Ελλήνων κι’ αν ’ποστάσει,
ζωντανεύει θεριεμένο, όταν πρόκειται να δράσει -
ΟΧΙ στη σιγή του ανέμου, δεν μας πάει τέτοια ντροπή.

Και με μια πνοή το Έθνος, σε μια ’νάταση υψηλή,
Θερμοπύλες, Μαραθώνες, λευτεριά για σε διψώντας,
και το Κούγκι και το Σούλι, τα Ψαρά με σε τιμώντας,
εστεφάνωσε και πάλι την Ελληνική ψυχή.

Την ψυχή του εικοσιένα, την ψυχή της κλεφτουριάς -
την ψυχή της Αλαμάνας, που και πάλι στέκει ολόρθη,
την ψυχή του Βαλτετσίου, που σε μια στιγμή αψηλώθη -
που δεν άντεξε ποτέ της το ζυγό, ζυγό σκλαβιάς.

Ως η θάλασσα που αφρίζει σαν κτυπά σ’ ακροβραχιά,
απ’ το Ιόνιο στο Καλπάκι, κι’ από κει έως τις Πρέσπες,
στη Γραμπάλα με τη λόγχη, χαλασμός μέσα σε σφαίρες,
ξεχυθήκαν οι λεβέντες, της Ελλάδος γης παιδιά.

Μες στη φλόγα του πολέμου, των Ελλήνων οι βλαστοί,
τί κι’ αν λίγα μέσα είχαν μπρος στη σέσουλα του ολέθρου,
τι’ κι’ αν λίγοι ήσαν - είχαν την τιμή ιερού πολέμου -
για τη νίκη ξεκινήσαν, με μια θέληση σκληρή.

Στης Ηπείρου εκεί το βλέμμα που αετίσιο αιμορραγεί,
Ηπειρώτισσες μανάδες, αδελφές μαζί και κόρες,
με προμήθειες στον ώμο, στην ψυχή ως Μυρμιδόνες,
στην ομίχλη, στην αντάρα, στο λυγμό πνιγμοσιγή,

μα καθρέφτισμα η ματιά τους, φλόγας ήλιου ιερής,
τα εφόδια ρυμουλκούνε στην πυροβοή της μάχης,
και κουράγιο, παρηγόρια, στο αντιφέγγισμα της λάμψης,
στο στρατιώτη τα προσφέρουν, φυλαχτό της άγιας γης.

Απ’ το αίμα, το μπαρούτι, τις φωνές, τους στεναγμούς,
κι’ απ’ τους "Fanti della morte", τους στρατιώτες του θανάτου
που δεν έμεινε κανείς τους στη Γραμπάλα κι’ ως κει κάτου,
εραγίσανε κι’ οι πέτρες μες στους τάφους τους υγρούς.

Εσαλέψαν μες στ’ ανέμου την αντάρα τη βαριά,
ωσάν έκρηξη ηφαιστείου που πολλά χρόνια κοιμάται,
μα όταν έλθει ο καιρός του αφυπνίζεται, βρυχάται,
τα ποτάμια, η γη, τα όρη, κι’ απορήσανε κι’ αυτά.

Η ψυχή του αντρειωμένου, η περήφανη ψυχή,
απ’ τους Άγιους Σαράντα, κι’ από κει ως το Τεπελένι,
στη Χιμάρα, Κορυτσά, στ’ Αργυρόκαστρου τα μέρη,
λευτεριά και δόξα σπέρνει μες στης μάχης την ορμή.

Εις της Πίνδου τις χαράδρες, τις κορφές, τις ρεματιές,
απ’ το Σμόλιγκα στο Γράμμο, μ’ ούτε ανάπαψη λιγάκι,
κι’ ως τη Φούρκα που ματώνει απ’ το στήθος του Δαβάκη,
φεγγοβόλησαν μ’ ανδρεία και αστράψαν οι ματιές..

Και καθώς του Ντούτσε η αίγλη θρυμματίστηκε με μιας
και το γόητρό του ετρώθη στα βουνά της Σαμαρίνας,
ο στρατός του "μέγα" Φύρερ, της σεπτής Μακεδονίας
εναντίον και της Θράκης, ξιφουλκίζει μονομιάς.

Και θα είχε ίδιο τέλος, ως ο άλλος μολευτής,
θα πλανιόταν αιωνίως στα οχυρά και στα λαγκάδια,
ωσάν μόλεμα που χάσκει, σαν κορμιά που μένουν άδεια,
αν δε λύγιζαν οι Σέρβοι προς βορρά της Γευγελής.

Μα και πάλι η πλάση όλη αφουγκράζεται, γρικά,
ξεπετιέται, αναθαρρεύει, τη ματιά πετά στα ύψη,
κει που Πάνθεο ηρώων της Ελλάδος κλειούν στα χείλη
τις μολπές ελευθερίας στη γραμμή του Μεταξά.

Και η δόξα, αν και μόνη, στις υπόγειες στοές,
εις του Ρούπελ τα λιοντάρια και στου Λίσσε την περφάνεια,
στου Περιθωριού τη λάμψη, και στου Εχίνου τα διαμάντια,
αποκαμωμένη ζώνει τις σεπτές τις κεφαλές.

Μα και η Λεβεντογέννα, η κορφή του ουρανού,
φυλακάτορας του Νότου και φρουρά της Μεσογείου,
παλικαροσύνης θρέμμα κι’ αρχοντιά ζωής δια βίου,
αστραπτοβογκά με τόλμη που δε βάζεις κατά νου.

Κι’ η Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη, ξεδιπλώνεται, πετά,
κι’ αν για λίγο τρεμοπαίζει, αντιστέκεται και γέρνει
παρ’ ευθύς μόνο μπροστά, και ξανά το άρμα σέρνει,
εις τον Όλυμπο ανεβαίνει και τη δόξα χαιρετά.

Κι’ απ’ τις Πίνδου τα φαράγγια, τις ψηλές βουνοτραχιές,
τώρα πια σε κάθε ράχη και σε κάθε μια ραχούλα,
στα Ελληνόπουλα που θέλουν λευτεριά - μην είναι δούλα -
ξαναζήσανε και πάλι και χτυπήσαν οι καρδιές.

Οι καρδιές που μόνο αίμα, αίμα αγνό Ελληνικό,
ποταμό πνοής ενδόξου, κι’ από στήθη ρωμαλέα
που δε σκιάχτηκαν στα σχέδια του εχθρού τ’ αβυσσαλέα,
είχαν να προσφέρουν τάμα στο βωμό τον ιερό.

Τάμα ανδρείας και θυσίας για τιμή και λευτεριά,
στους αιώνες νάν’ μνημείο αρετής, υψίστου επαίνου
εις τον Έλληνα, Ηρώον θαυμασμού μαζί και αίνου,
τάμα με αίμα ζυμωμένο, κι’ από κόκαλα ιερά.

Και θα μένει εκεί για πάντα, σαν ο χρόνος θα περνά,
στ’ ουρανού τ’ απέραντα ύψη, ορθρινό μεστό του κλέους
των Ελλήνων που σ’ αυτούς προσβλέπουν, πλέον, μετά δέους,
τ’ όνομά τους μες στη σκέψη, να θυμίζει λευτεριά.

Λευτεριά! Είναι μια λέξη, λέξη μόνο Ελληνική -
που αμάλαγα κραδαίνει τη ρομφαία, ως θεία δίκη,
δίχως μίσος, μόν’ με πάθος, για ιερή δικαιοσύνη -
Εδωπέρα εγεννήθη και αιώνια θε να ζει!

Λευτεριά! Είναι μια λέξη, λέξη μόνο Ελληνική.
Εδώπέρα εγεννήθη και αιώνια Ναι! Θα ζει!

Ιωάννης Παναγάκος

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

Η επιβλητική θέσι του συμβόλου του Σταυρού στον «΄Υμνον εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού.Il simbolo della croce nel “Inno alla Liberta;” di D.Solomos

In hoc signo vinces
Αμφί μεσημβρινάς ηλίου ώρας, ήδη της ημέρας αποκλινούσης, αυτοίς οφθαλμοίς ιδείν έφη (ο Κωνσταντίνος) εν αυτώ ουρανώ υπερκείμενον του ηλίου σταυρού τρόπαιον, εκ φωτός συνιστάμενον, γραφήν τε αυτώ συνήφθαι λέγουσαν «τούτω νίκα»



Απο την ποιητική σύνθεσι-εθνικό μνημείο του νεότερου Ελληνισμού «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» γραμμένο απο τον Διονύσιο Σολωμό στην Ζάκυνθο (1823), είναι γνωστό οτι έχει προκύψη ο Εθνικός Ύμνος του Ελληνικού Κράτους [προσέξτε: καί της Κυπριακής Δημοκρατίας (επισήμως απο το 1966)!]
Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό, είναι οτι λέγοντας «Εθνικός Ύμνος» δεν θα ‘πρεπε να μιλάμε μόνο για τις τις δύο πρώτες τετράστιχες στροφές, αλλά για τις 24 πρώτες απο το σύνολο των 158 στροφών του σολωμικού ποιήματος! Καθ’ όσον αυτό το κομμάτι του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», οι πρώτοι 96 δηλαδή στίχοι, είναι αυτό που καθιερώθηκε, επισήμως απο το 1865, ως ο Εθνικός Ύμνος μας.
Αλλά εμείς σήμερα θέλαμε να τιμήσουμε το τρόπαιον νίκης, το οικουμενικώς αναγνωριζόμενο (και ενίοτε υπούλως οικοιοποιούμενο απο ιδεολογικούς ή και θρησκευτικούς εχθρούς της πίστεώς μας!) σωτηριώδες σύμβολο των απανταχού χριστιανών, τον Σταυρό.
Το σύμβολο, το οποίο μάλιστα έχει κατα μυστηριώδη τρόπο ως προτύπωσι το παρόμοιο σύμβολο του προχριστιανικού ελληνικού κόσμου-πολιτισμού – στο ίδιο βασικό σχήμα ή και παραλλαγές του.

Στον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», λοιπόν, του κατ’ εξοχήν εθνικού μας ποιητή
, ο Σταυρός (με ό,τι ευλόγως συμβολίζει) έχει μια θέσι που δεν μπορεί παρά να χαρακτηρισθή ως εξόχως επιβλητική.
Ο Σολωμός μέσα στον «Ύμνο» παραπέμπει εύστοχα –πράγμα που έκαναν και οι αγωνιστές σε διπλωματικά κείμενα που κατά καιρούς έστελναν στους ευρωπαίους- στο κοινό θρησκευτικό υπόβαθρο, της χριστιανικής πίστης, με το οποίο είμαστε ως λαοί συνδεόμενοι.
Την πρώτη ρητή αναφορά για το ιερό μας σύμβολο μέσα στο ποίημα, την συναντάμε στην 73η στροφή:
(Έχει προηγηθή η συγκλονιστική –έως σοκαριστική - περιγραφή της κατάληψης της Τριπολιτσάς)
73.- Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾶς τώρα ἐσὺ πλιο
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι.
φύσα, φύσα εἰς τὸ ΣΤΑΥΡΟ!
Για να ακολουθήση αμέσως (ως επωδός, μετά το προανάκρουσμα της α’ στροφής) ο χαιρετισμός στην Ελευθερία:
74.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Στην συνέχεια στην στρ. 89-90 βάζει την Ελευθερία να πηγαίνει στο Μεσολόγγι, εκεί να υποδέχεται την Θρησκεία (προσωποποιημένη κι εκείνη, με έναν Σταυρό που ακτινοβολεί στο χέρι ) και να δέχεται από αυτήν περιπαθή ασπασμό.

89.- Σοὺ 'λθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ' ἕνα σταυρό,
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὀποῦ ἀνεῖ τὸν οὐρανό,

90.- «σ' αὐτό», ἐφώναξε, «τo χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά!».
Καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.

Η τρίτη και τελευταία εμφάνισι του ιερού συμβόλου, είναι –στο τέλος του ποιήματος, ως επισφράγισμα του Ύμνου- ακόμα πιο σημαντική και θα λέγαμε αποκαλυπτική.
Ο ποιητής προς το τέλος της σύνθεσής του, αφού αναφέρεται πρώτα στον εθνομαρτυρικό θάνατο του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’ (στρ.132-8), παρουσιάζει την θεϊκή μορφή της Ελευθερίας να τον προστάζει να σιωπήση (στρ. 139) και γεμάτη ανησυχία [αφού μάλιστα ρίξη το βλέμμα ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ προς την Ευρώπη, (να ‘ναι υπαινιγμός για τον ήδη διαφαινόμενο τριμερή ετερόφωτο πολιτικό προσανατολισμό των Ελλήνων αγωνιστών και ο οποίος απο την αρχική μορφή πολιτικών συμπαθειών-επιδράσεων με αναφορά σε μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, θα οδηγήση το 1824 στην επίσημη ίδρυσι των τριών πρώτων –εν πολλοίς ξενοκίνητων- πολιτικών κομμάτων, του Αγγλικού, του Γαλλικού και του Ρωσσικού;)], να απευθύνει μια όλο πάθος έκκλησι για ενότητα προς τους ανδρείους επαναστατημένους, στους οποίους πρώτα αποκαλύπτει τον θανάσιμο κίνδυνο που διατρέχει ο Αγώνας τους απο την «δολερή» Διχόνοια (στρ, 141-8).
Κι αφού (η θεά) τους ξορκίση στο αίμα που χύνουν «για πατρίδα για θρησκειά» να αδελφωθούν (στρ.148-9), καλεί εν τέλει τους ανδρείους αγωνιστές να υψώσουν έναν Σταυρό και να απευθύνουν έκκλησι προς τους ηγέτες των χριστιανικών λαών της Ευρώπης, όπως συνδράμουν στην προσπάθεια για Απελευθέρωσι .

Και είναι χαρακτηριστικό πως η θεά (δηλ. ο Σολωμός) δεν ζητάει να προστρέξουν τα ευρωπαϊκά κράτη στο πλευρό μας, δίκην νέας Σταυροφορίας, αλλά να μην σταθούν εμπόδιο στον Αγώνα μας για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων και συμφερόντων (στρ. 157).
Σε μια τέτοια περίπτωσι, προειδοποιεί τους «Βασιλείς», τους τότε δηλαδή ευρωπαίους ηγέτες, ότι η πράξι τους θα θεωρηθή αντιχριστιανική, ως χτύπημα κατά του Σταυρού (στροφή 158)!

Αλλά καλύτερα να παραθέσουμε αυτούσια τα λόγια της θεοειδούς Ελευθερίας, τους στίχους δηλαδή αυτούς, με τους οποίους ο Σολωμός διαλέγει να κλείση τον Ύμνον του:

151.- Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία,
καταστῆστε ἕνα Σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
"Βασιλεῖς, κοιτάξτ' ἐδῶ!

152.- Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι' αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγώνα τὸ σκληρό.

153.- Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα τοῦ ἀφανίζουν,
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.

154.- Ἐξ αἰτίας τοῦ ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῶο χριστιανικό,
ποῦ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: Νὰ ἐκδικηθῶ.

155.- Δὲν ἀκοῦτε, ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.

156.- Δὲν ἀκοῦτε; Εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἀβὲλ καταβοᾶ.
δὲν εἲν' φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.

157.- Τί θὰ κάμετε; Θ' ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσομεν ἐμεῖς
λευθεριᾶν, ἢ θὰ τὴν λύστε
ἐξ αἰτίας πολιτικῆς;

158.- Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδοὺ ἐμπρός σας τὸν Σταυρό:
Βασιλεῖς, ἐλᾶτε, ἐλάτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ!"».




(Post under construction)