Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Φιλολογική Ομιλία για τον Σκαρίμπα στην Χαλκίδα. Την Παρασκευή 5 Μαΐου. Serata letteraria a Calcide dal tema: “Giannis Skaribas; acrobazie e bizzarie linguistiche nella sua opera letteraria.

Λάβαμε την παρακάτω πρόσκλησι για μια ενδιαφέρουσα φιλολογική βραδιά την προσεχή Παρασκευή στην πόλι μας. Στο επίκεντρο η γλωσσική εκκεντρικότητα του Σκαρίμπα και η έκδοσι σχετικής μελέτης. Ευχαριστούμε κι αναδημοσιεύουμε! 
 


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Εύβοιας, ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Φίλοι Γιάννη Σκαρίμπα»

και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Μεσσηνίας σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της φιλολόγου Χαράς Νικολακοπούλου 
«Γιάννης Σκαρίμπας – παραδοξολογίες και γλωσσικές ακροβασίες στο πεζογραφικό του έργο» 
που θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 5 Μαΐου 2017 και ώρα 7.00 μ.μ.

Ομιλητές :   Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, πρόεδρος Συνδέσμου Φιλολόγων Εύβοιας
                          Κωνσταντίνος Μπαϊρακτάρης, πρόεδρος Π.Σ. «Φίλοι Γιάννη Σκαρίμπα»
                          Μαρία Τσαγκαράκη, πρόεδρος Συνδέσμου Φιλολόγων Μεσσηνίας
                           
και η συγγραφέας

αποσπάσματα θα αναγνώσουν μέλη των Δ.Σ.

 Συνεδριακή Αίθουσα του ΔΟΑΠΠΕΧ (Αβάντων 50)

είσοδος ελεύθερη

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Τρείς επτάδες αποφθέγματα «Εκ του πλησίον» του Οδυσσέα Ελύτη. Χαιρετισμός στο «10ο Θερινό Πρόγραμμα ελληνικής Γλώσσας & Πολιτισμού, 2016»!! Nella decima edizione il Programma d’ insegnamento di lingua e cultura Neogreca “In-Country Study Program”!! Saluto inaugurale con 21 aforismi di Elitis.

Ξεκινάει αύριο Σάββατο το κατ’ αποκλειστικότητα γνωστό στο ιστολόγιό μας και καθιερωμένο πια εν Ελλάδι και Αυστραλία In Country Study Program. Το θερινό αυτό σχολείο ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού για Αυστραλούς φοιτητές συμπληρώνει εφέτος δέκα χρόνια!

Στην εορταστική αυτή επέτειο, προγραμματίζεται να τιμηθούν καταλλήλως (με ομιλίες, παρουσιάσεις, αλλά και θεματικά πεδία εργασιών) και άλλες «επετειακότητες», με κορυφαίες τα 2400 χρόνια του Αριστοτέλη και τα 20 χρόνια του Οδυσσέα Ελύτη.
Από αυτή την σημαντικότατη για τα ελληνικά γράμματα επέτειο των 20 χρόνων από τον θάνατο του Ελύτη, επιλέξαμε το υλικό αυτής της ανάρτησης.
Ως χαιρετισμό για την έναρξι του 10ου Θερινού Προγράμματος.
Άλλωστε αυτά και άλλα σχεδιάζουμε να τα πούμε …εκ του πλησίον!
Προς ώρας:
Καλή Επιτυχία και να τα εκατοστήση!


Α΄


1. Γρατζουνάει το πρώτο σου φιλί, όπως το πρώτο σου ποίημα. Κι είναι οι δυο αυτές αγριμάδες που, αν συμπέσουν και κάνουν καινούριο φεγγάρι, μπορεί να ξαναγραφτεί απαρχής η ιστορία του κόσμου.

2. Συνεχίζεται και από την αντίθετη φορά των υδάτων ο ρους .
 

3. Από παιδιά και μόνον φτιάχνεις Ιεροσόλυμα.



4. Αλλ' εμπρός μια χαμηλή εκκλησία μ' έναν Θεό πανύψηλο.



5. Μην ανησυχείς. Υπάρχει πάντα μια δεύτερη τύχη που ακολουθεί πίσω απ' την πρώτη. Αρκεί να ξέρεις να περιμένεις παρά έναν ή δύο αιώνες, ενίοτε.



6. Ο Ξενοφών τυγχάνει εξάδελφός μου και η μικρή Ασία ομοεθνής. Κατά τ' άλλα, πραγματικά, τρώω περγαμόντο για να ξημερώσει και γράφω ποιήματα ώστε να ερωτεύομαι σωστά.



7. Η ελευθερία έχει δύο κοφτερές όψεις, όπως τα παλιά ξυραφάκια.
 


Β΄


8. ΤΗΣ ΛΕΠΡΑΣ ΠΡΩΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΤΟ ΧΡΗΜΑ. Σωρεύει
                          ο φιλάργυρος ανυπαρξία και χαίρεται,



9. Ώς κι ο καημός εάν τον ταξιδεύεις χρειάζονται όκια.



10. Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.



11. Και διαμάντι στα δύο φτάνει να κόψει ένα μαχαίρι, αρκεί νά 'ναι από συμφέρον.



12. Το κατά λάθος λάθος μπορεί να σε οδηγήσει και σε άλλα επόμενα, δέν σε επαναφέρει όμως στο σωστό ποτέ.



13 Η τρέχουσα ευφυΐα είναι μια ισορροπία ανάμεσα στο χείριστο και το βέλτιστο.



14. Κοίτα να κόβεις κάθε τόσο τα νύχια τής Ιστορίας, επειδή έτσι και μεγαλώσουν θα πνίξουν κι εσένα και την αλήθεια.


Γ΄



15. Αν δέν σου λείψει ένα κομμάτι ζωής, όνειρα μήν περιμένεις.



16. Το θαύμα είναι πάντοτε μονογενές. Η παραμικρή προσθήκη ευφυΐας Μαγιού το μεταβάλλει σε γεωμετρημένο λαχανόκηπο.



17. Άπαξ και φτάσει να θεωρείται αλάνθαστο ένα χρώμα, δέν υπόκειται πλέον στην εξέλιξη, ακριβώς όπως ένας τέλειος στίχος.



18.Την άνοιξη αν δέν τη βρείς τη φτιάχνεις.



19. Τον κορυδαλλό τον ακούς μόνον όταν δέν τον βλέπεις, όπως την έμπνευση τη βρίσκεις μόνον όταν δέν την κυνηγάς.



20. Η απόσταση ανάμεσα στο τίποτε και το ελάχιστο είναι κατά πολύ μεγαλύτερη απ' ό,τι ανάμεσα στο ελάχιστο και το πολύ.



21. Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε, άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας πεί ο Θεός.


Τρίτη 12 Μαΐου 2009

ΓΚΑΤΣΟΣ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ (1+5 Τραγούδια στην μνήμη του). GATSOS THE GREEK (5 songs + 1 video). Nikos Gatsos il Greco (1+5 canzoni)

Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μια χούφτα ροδόσταμο ...

Εμείς που μείναμε

Εμείς που μείναμε στο χώμα το σκληρό
για τους νεκρούς θ' ανάψουμε λιβάνι
κι όταν χαθεί μακριά το καραβάνι
του χάρου του μεγάλου πεχλιβάνη
στη μνήμη τους θα στήσουμε χορό.

Εμείς που μείναμε θα τρώμε το πρωί
μια φέτα από του ήλιου το καρβέλι
ένα τσαμπί σταφύλι από τ' αμπέλι
και δίχως πια του φόβου το τριβέλι
μπροστά θα προχωράμε στη ζωή.

Εμείς που μείναμε θα βγούμε μια βραδιά
στην ερημιά να σπείρουμε χορτάρι
και πριν για πάντα η νύχτα να μας πάρει
θα κάνουμε τη γη προσκυνητάρι
και κούνια για τ' αγέννητα παιδιά.


.............. Ν. ΓΚΑΤΣΟΣ (Νύν και Αεί, 1974)

Είναι πολύ πρόσφατη η ανάρτησι σχετικά με ένα τραγούδι του Νίκου Γκάτσου, με εκείνη την χαρακτηριστική για τον μεγάλο δημιουργό –και βασιλιά της δισκογραφίας με τις τουλάχιστον 340 διακριτές εμφανίσεις των τραγουδιών- ποιημάτων του) συγκίνησι στην έκφρασι, την περιβεβλημένη με ιερότητα.
Η συμπλήρωσι όμως 17 χρόνων από την αναχώρησι του ποιητή της «Αμοργού»από αυτήν την μάνα γή, «γυρεύοντας του ονείρου την πηγή», -σαν σήμερα, 12 Μαίου 1992- μας υποχρεώνει να επανέλθουμε.
Σκεφτήκαμε εν τούτοις να τιμήσουμε την επέτειο απομακρυνόμενοι από την πεπατημένη, με τα συνήθους λυρικότητας –και δικαιολογημένης νοσταλγικότητας- αφιερώματα των μυριάδων θαυμαστών των χιλιοτραγουδισμένων και φυσικά πολυαγαπημένων του συνθέσεων.
Θέλουμε, σήμερα, να σταθούμε στην βαθειά ελληνικότητά του. Γιατι για μας ο Γκάτσος είναι Έλληνας, ένας συνειδητοποιημένος κληρονόμος του πολιτισμικού παρελθόντος αυτής εδώ της γενέθλιας γής που εκτείνεται στον χρόνο, αλλά και στον αείποτε ελληνικό χώρο.
Το δείχνει το ευτυχισμένα δημοσιευμένο έργο του (Το συγκεντρωτικό πόνημα των εκδόσεων Πατάκη –επιμέλεια Αγαθής Δημητρούκα.- ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ, "Όλα τα τραγούδια", προ δεκαετίας εκδοθέν, μετρά ήδη πάνω από επτά εκδόσεις).
Ο Γκάτσος πάει πέρα από το φοκλόρ, τον ήλιο, την θάλασσα και τα νησιά των ανέμελων ποιητών. Μπορεί να εκφράζει, στα γνωστότερα ιδίως τραγούδια του, τους καημούς και τα βάσανα του μέσου νεοέλληνα, αλλά αφυκτιά μέσα στην ελλαδική μιζέρια της εποχής του. Δεν συσχηματίζεται με την νεοελληνική παρακμή και αντιδρά στην κατάντια της πολιτικής και πολιτιστικής μετριότητας των καιρών του/μας.
Δεν περιορίστηκε στο να επιλέξη μόνο τον παραδοσιακό στίχο ως τεχνοτροπία. Αγκαλιάζει όλόκληρη την πολιτισμική παράδοσι της ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ, υπαρξιακά, διότι ζή και αισθάνεται τον ελληνισμό στην πνευματική του συνέχεια και την ιστορική του διαχρονία.
Καταφάσκοντας στην εθνική μνήμη, όχι μόνο δεν απεμπολεί την εθνική του ταυτότητα, αλλά ανεπιτήδευτα εκφράζει μέσα από το έργο του την πίστι του για την πατρίδα του Ελλάδα, την ιστορία της, την θρησκευτική της παράδοσι και μάλιστα την γλώσσα της.
Γκάτσος ο Έλληνας, συνεπώς!!
Αλλά, ας αφουγκραστούμε λίγους χαρακτηριστικούς στίχους του {και ...εδώ είμαστε πάλι!}:

Τούτος ο τόπος

Τούτος ο τόπος είν΄ ένας μύθος
από χρώμα και φώς
ένας μύθος κρυφός
με τον κόσμο του ήλιου δεμένος.
Κάθε αυγή ξεκινά
ν’ ανταμώσει ξανά
το δικό του αθάνατο γένος.

Τούτος ο τόπος είν’ ένας κήπος
με κλαμένα παιδιά
στη γαλάζια ποδιά
κάποιας μάνας για πάντα χαμένης
που συντρόφοι ορφανοί
καρτερούν να φανεί
στο κατώφλι μιας πόρτας κλεισμένης.

Τούτος ο τόπος είν’ ένας βράχος
σα σπαθί κοφτερός
που σοφός ο καιρός
θα τον κάμει τραγούδι μια μέρα –
και θα ΄ρθούν εποχές
που οι φτωχές μας ψυχές
το σκοπό του θ’ ακούν στον αγέρα.


Δώστε μου μια ταυτότητα

Δεν έχω σπίτι κι όνομα
και κώδικες και νόμους
αιώνες τώρα περπατώ
σε στοιχειωμένους δρόμους.

Την πίκρα έχω μάνα μου
γυναίκα την ανάγκη
στα χώματα που χόρεψαν
Αγαρηνοί και Φράγκοι.

Είν’ απ’ το δέντρο του Θεού
η ρίζα που κρατεί με.
Δώστε μου μια ταυτότητα
να θυμηθώ ποιος είμαι.


Μια γλώσσα μια πατρίδα

Μια χούφτα είν’ ο άνθρωπος
από στυφό προζύμι
γεννιέται σαν αρχάγγελος
πεθαίνει σαν αγρίμι.

Του μένει μόνο στη ζωή
μια γλώσσα μια πατρίδα
η πρώτη του παρηγοριά
και η στερνή του ελπίδα.

Όλο το βιός κι η προίκα του
ένας καημός στα στήθια
κι ο τόπος που τον γέννησε
η δυνατή του αλήθεια.

Για ιδέστε κείνο το παιδί
με τα γερά του χέρια
πώς οδηγεί τ’ αδέρφια του
ν’ ανέβουν ως τ’ αστέρια.

Κι απ’ τα βουνά της Ρούμελης
και τα νησιά του νότου
ένας πανάρχαιος παππούς
κοιτάει τον εγγονό του.


Οι ρήτορες

Έρημες κι άδειες οι πλατείες
τα καταστήματα κλειστά
Θέ μου σαν πόσες αμαρτίες
του ανθρώπου η μοίρα σου χρωστά.
Όλοι τραβάν στην αγορά
κι οι ρήτορες απ’ το μπαλκόνι
ποτίζουν τις ψυχές μ’ αφιόνι
και κόβουν χέρια και φτερά.

Άλλοι κοιτάν αριστερά
Άλλοι δεξιά γυρνάν το μάτι
Και περιμένουν όλοι κάτι
Σα στρατιωτάκια στη σειρά.
Και προχωρούν κι οι ποιητές
με χρώματα και ουράνια τόξα
να μοιραστούνε λίγη δόξα
με του λαού τους μαυλιστές.

Πότε θα βγεί να σκούξει κάποιος:
Αυτός ο κόσμος είναι σάπιος !


Μάνα μου Ελλάς
(Γύφτισσα μαϊμού)

Δεν έχω σπίτι πίσω για να 'ρθώ
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
να περπατήσω μια Πρωτοχρονιά.


Τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα
μου τα ’πες με το πρώτο σου το γάλα
Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τ’ αρχαία σου στολίδια
και δεν δακρύζεις ποτέ σου, μάνα μου Ελλάς 2x
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς 2x

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ’πες με το πρώτο σου το γάλα
Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
είχες ντυθεί τ’ αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήρες, γύφτισσα μαϊμού 2x
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού. 2x

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τά ’πες με το πρώτο σου το γάλα
μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
εσύ κοιτάς τ’ αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου, μάνα μου Ελλάς 2x
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς

Δεν έχω άγιο πια να προσκυνώ
ούτε καντήλι σε άδειο ουρανό
δεν έχω ήλιο ούτ’ αστροφεγγιά
να τραγουδήσω μια Πρωτομαγιά.

Νίκος ΓΚΑΤΣΟΣ - Σταύρος ΞΑΡΧΑΚΟΣ - Γιώργος ΝΤΑΛΑΡΑΣ:


Τα συντρίμμια του τόπου μου πατώ.
Χαμένα αδέρφια ίσκιοι λαβωμένοι
χαμένη Ελλάδα παντού σ’ αναζητώ…
(Ν. ΓΚΑΤΣΟΣ, Ο χορός των Κυκλάδων, 1991)

Δευτέρα 11 Μαΐου 2009

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΕ ΚΑΡΔΙΑ: ΤΟ «ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ» ΤΗΣ Ι.Μ. ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗ.UN ALMANACCO-CALENDARIO Χ ALEXANDROS MORAITIDIS

UN ALMANACCO-CALENDARIO PAROCCHIALE TASCABILE DEDICATO AD ALEXANDROS MORAITIDIS (Letterato Neogreco 1850-1929)
Ottanta anni dalla sua morte

Η πρώτη εντύπωσι που αποκομίζεις όταν το βλέπεις στο παγκάρι ή κι όταν το περιεργάζεσαι μέσα στα χέρια σου, καθώς χάνεται μέσα στις φούχτες σου, είναι ότι πρόκειται για ένα σύνηθες εκκλησιαστικό ημερολόγιο (παρ’ όλο το λιλιπούτειο – διαστάσεως πραγματικά τσέπης- σχήμα του).
Κι όμως με την δεύτερη κιόλας ματιά, κατά το ξεφύλλισμα των 128 σελίδων του, σου κερδίζει την συμπάθεια.
Με το μεγάλο α΄ μέρος του να είναι αφιερωμένο στην προσωπικότητα και το έργο του σημαντικού νεοέλληνα λογοτέχνη Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, με την ευκαιρία της επετείου των ογδόντα (80) χρόνων από την αναχώρησί του από τα εγκόσμια, η συμπάθειά μας αναβαθμίζεται σε θαυμασμό και σε γενικότερη ικανοποίησι.
Στην διπλανή του εσωφύλλου σελίδα διαβάζουμε (στο πολυτονικό -όπως και τα υπόλοιπα κείμενα του εγκολπίου εν τω συνόλω του):
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΧΑΛΚΙΔΟΣ, ΙΣΤΙΑΙΑΣ & ΒΟΡΕΙΩΝ ΣΠΟΡΑΔΩΝ: ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΕΤΟΥΣ 2009. Αφιερωμένο εις την μνήμην του Σκιαθίτη λογοτέχνη Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, επι τη συμπληρώσει 80 ετών από της μακαρίας του κοιμήσεως.
Ακολουθεί προτασσόμενο το αφιέρωμα: σε ένα σύνολο 50 σελίδων, μπορεί ο αναγνώστης – (πιστός και μη) χρήστης του να διαβάση σύντομα -αλλά περιεκτικά και λίαν ενδιαφέροντα-κείμενα, γύρω από τον τιμώμενο (και μάλλον αδικημένο ως προς την αναγνώρισι της αξίας του) ελληνορθόδοξο σκιαθίτη λογοτέχνη.

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, συντοπίτης, ομότεχνος και κυρίως ομόγνωμος στα πνευματικά ζητήματα με τον συνονόματο εξάδελφό του, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη,
[«Ο Θεός έπλασε δύο παράλληλα πρόσωπα εκεί στο όμορφο νησί τής Σκιάθου και πήρε μιά ψυχή, τη μοίρασε στα δύο και φύτεψε τη μισή στον έναν και την άλλη μισή στον άλλον Αλέξανδρο. Κι έτσι ό,τι λείπει απ' τον έναν Αλέξανδρο, τον Παπαδιαμάντη, το συναντούμε στον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. Και το αντίστροφο», (Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος: «Τα πρόσωπα και τα κείμενα»)], ζωντανεύει μέσα από τα αντιπροσωπευτικά και ποικίλης θεματικής αποσπάσματα.
Παραθέτουμε ενδεικτικά τους τίτλους των ολιγοσέλιδων ενοτήτων/κεφαλαίων, που με λιτή, αλλά εύγλωττη εικονογράφησι συμπληρώνουν επιτυχώς το πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα:
Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Τόπος – Καταγωγή (σ. 4-5)
Παιδικά χρόνια (σ. 6-7)
Από την παιδική ηλικία στην εφηβεία (σ. 7-8)
Ξανά στην Αθήνα – Σπουδές (σ. 8-11)
Διορισμός ως καθηγητής (σ. 11-12)
Επιστροφή στο νησί (σ. 12-14)
Οι περιηγήσεις (σ. 14-15)
Επιστροφή στην Αθήνα (σ. 15-16)
Η σχέση του με τον Παπαδιαμάντη (σ. 16-18)
Πνευματικά πρόσωπα της εποχής του (σ. 18-21)
Ο γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης (σ. 21-24)
Το μοναστηράκι του Αη-Γιάννη του Παρθένη στη Σκιάθο (σ. 24-25)
Ο γάμος του (σ. 26-29)
Στην Αθήνα ως ερημίτης (σ. 29-34)
Η εκπλήρωση του ονείρου – Το μακάριο τέλος του (σ. 35-38)
Υμνογραφικό έργο (σ. 38-42)
Το Πνευματικό Κέντρο Ιερών Ναών Σκιάθου – Ο χώρος όπου έζησε τις τελευταίες στιγμές του ως Ανδρόνικος Μοναχός ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (σ. 43-48)
Με του βορηά τα κύματα (απόσπασμα, σ. 49-51).


Δεν νομίζουμε ότι χρειάζεται να αναφερθούμε επι μακρόν στο χρηστικό μέρος του φυλλαδίου, που καθώς εκτείνεται – μαζί με τον απαραίτητο χώρο των προσωπικών τηλεφωνικών ευρετηρίων και των σχετικών σημειώσεων- σε 50 και πλέον σελίδες, είναι στα συνήθη «στάνταρ» για τα ημερολόγια του είδους: πλήρες ημερολόγιο-ημεροδείκτης, με τους κυριότερους εορταζομένους Αγίους μας, (+ τα αναγνώσματα της εκάστοτε Κυριακής), πλήρης ονομαστικός κατάλογος τοπικών Αγίων, κατάλογοι με τους αριθμούς τηλεφώνων και τις αντίστοιχες διευθύνσεις των διοικητικών Γραφείων της Ι. Μητροπόλεως, των ενοριακών Ναών, (όλων των Περιφερειών), των Ι. Μονών, καθώς και των ποικίλων εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων της Μητροπόλεώς μας.
Βέβαια υπάρχει και σύντομο παράρτημα με τα Πασχάλια της επόμενης δεκαετίας και σύντομες πληροφορίες για τις νηστείες του εκκλησιαστικού μας έτους.

Κλείνουμε (συνυπογράφοντας) με την εύστοχη διαπίστωσι του Σαβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χαλκίδος, Χρυσοστόμου, από τον ένθερμο πρόλογο:
«Ο άνθρωπος που μαθήτευσε στην κολλυβάδικη παράδοση (…), ο εισηγητής του εορταστικού διηγήματος στη λογοτεχνία μας, ο πρόδρομος της νεώτερης ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, ο μεταφραστής και ερμηνευτής πατερικών κειμένων, ο υμνογράφος, ο ποιητής και πεζογράφος, έχει πολλά να διδάξη μέσα από’ τις γραφές του όλους μας…
Μένει να τον προσεγγίσουμε με αγάπη και ταπεινό πνεύμα μαθητείας…»

Εννοείται δεν θα παραλείψουμε να συγχαρούμε για την επιλογή του θέματος, αλλά και το τελικό αποτέλεσμα, όλους τους συντελεστές αυτού του όμορφου ημερολογίου αναφέροντάς τους ονομαστικώς,
[Κείμενα –Φωτογραφίες:
Κωνσταντίνος Κουτούμπας, Θεολόγος - Καθ. Μουσικής – Αγιογράφος
Ανθολόγησι Κειμένων:
Πρωτοπ. Γεώργιος Σταματάς, Αρχιερατικός Επίτροπος Σκιάθου
Γενική Επιμέλεια Ημερολογίου:
Αρχιμ. Νικηφόρος Ευσταθίου], αλλά και την δουλειά του χαλκιδέου εκδοτικού παραγωγού, Θοδωρή Περιστερίδη, για την καλαισθησία και την σοβαρότητά της.


Εύγε!

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Αλεξάνδρου ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, Διήγημα: «Άγια και Πεθαμένα». Μέρος Α΄

Ψάχναμε για τα λογοτεχνικά ενδιαφέροντα του Ιστολογίου μας, να βρούμε ένα όχι πολύ γνωστό παπαδιαμαντικό διήγημα, ως κατάλληλη εισαγωγή στην περίοδο της Σαρακοστής. Εσείς –όπως πάντα- θα κρίνετε για το εύστοχο ή μη της επιλογής μας.
Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις (και εκεί σε δύο συνέχειες), αλλά αναφέρεται από τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη [όπως μας πληροφορεί ο μέγιστος των ευβοιωτών φιλόλογος Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος, στο σύντομο κριτικό σημείωμα με το οποίο παρουσιάζει το εν λόγω διήγημα στην σημαντικότατη κριτική έκδοσι των Απάντων του Σκιαθίτη (Αλέξανδρος ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΑΠΑΝΤΑ, Γ΄ Τόμος, εκδόσεις Δόμος, 1986. Το κείμενο του διηγήματος στις σσ. 117-129, το σημείωμα σ. 673)] και με τον δεύτερο τίτλο «Τα πεθαμένα κόλλυβα».

ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΑ

«Ως ανασηκωμένη ποδιά ωραίας χωριατοπούλας, οπού πλύνει τα ρουχάκια της, τα πουκαμισάκια της, σιμά εις το πηγάδι, ανέρχεται και αναρριχάται και βαίνει προς τα άνω η λευκή εσχατιά της πολίχνης, εις τον βράχον τον ανατολικόν, τα Κοτρώνια, τον πετρώδη τριπλούν λόφον με τας τρεις κορυφάς, όπου το βράδυ, ενώ η δύσις χρυσά και πορφυρά βάφει τα σύννεφα αντικρύ, αναβαίνει παμμιγής ο βόμβος και ο ψίθυρος και το μινύρισμα {σιγοτραγούδισμα} μυρίων φωνών, φωνών γυναικείων, φωνών παιδικών, με ήχον μελωδικόν, ρεμβώδη, μυστηριώδη. Και αι γυναίκες φορτωμέναι την στάμναν των, ανα δύο ή τρεις, επιστρέφουν φλυαρούσαι απο την βρύσιν και τα παιδιά με τα τόπια των κυνηγούνται γύρω εις τα Λιβάδια ή τρέχουν και παίζουν το σκλαβάκι εις τα Αλώνια.
Σιμά εις την τρίτην, την χαμηλοτέραν κορυφήν, την παραθαλάσσιον, αναρριχώνται εις τον βραχώδη λόφον αι λευκαί οικίαι. Και η οικία του μακαρίτου του Μπονά, οπού την είχεν αγοράσει προ χρόνων ο καπετάν Γιωργής ο Παμφώτης, και την είχεν επισκευάσει και καλλωπίσει, ήτο κτισμένη επάνω εις πέτραν ριζιμιάν {βαθιά ριζωμένη}, σύρριζα εις τον βράχον, και προς τα κάτω εξετείνετο αυλή με σαράντα σκαλοπάτια, το κάθε σκαλοπάτι πλατύ όσον διά να πατήση τις δύο βήματα και υψηλόν όσον διά να χρειασθή τις άλμα να το αναβή. Δύο χαμηλά ισόγεια σπιτάκια, κάτω, δεξιόθεν και αριστερόθεν της αυλείου θύρας. Το έν ήτο πατητήριον ελαιών, το άλλο πλυσταρείον. Μία απλωταριά και ηλιακωτόν απο το έν μέρος της ανωφερούς αυλής, παμμεγέθης αμυγδαλιά ανθούσα ήδη απο το άλλο μέρος, στέρνα και πηγάδιον και κηπάριον με γάστρας ανθέων και ροιάς {ροδιές} και λεμονέας, με κάγκελα φραγμένον. Και άνω ο πάλλευκος άσπιλος οικίσκος, αρχαϊκόν κτίριον, εμπνέον σέβας, επέστεφε την ανωφερή μαρμαίρουσαν αυλήν.
Το έβλεπες μακράν και το εχαίρεσο κ’ εζήλευες κ’ έπιπτες εις ρέμβην κι έλεγες: Ας κατοικούσα εκεί!


Χειμερινός θάλαμος με την εστίαν του, τα μεντέρια {ντιβάνια} του και τα ράφια του, αρματωμένος με παλαιά ωραία πιάτα, δύο μικροί θαλαμίσκοι, όλοι γεμάτοι οθόνας και έπιπλα, το μαγειρείον, ο διάδρομος, όλα αστράπτοντα και πλουσίως ευτρεπισμένα. Η «καλή κάμαρη» προς το μεσημβρινόν μέρος με ωραία στιλβωμένα έπιπλα, με οθόνια λειομέταξα και τάπητας πολυχρόους. Βλέπουσα εις τον λιμένα, θεωρούσα όλην την λευκήν πολίχνην κάτω και αντικρύ, αγναντεύουσα την θάλασσαν, μετρούσα τα κατάρτια των καραβιών, και αριθμούσα τας λέμβους των αλιέων, εκάθητο η κόρη του σπιτιού, η Σειραϊνώ, λευκή και ασθενής ως το κρίνον, λεπτοφυής, πραεία και άχολος {άκακη} ώς η περιστερά. Είχε το κέντημά της επί των γονάτων. Ειργάζετο ανενδότως, νυχθημερόν∙ εκέντα τα προικιά της.
Εταξίδευεν ο πατήρ της με το καράβι, έπλεεν εις μακρινά, βαθιά, μαύρα πέλαγα. Πρώιμα απέπλευσεν εφέτος, μόλις είχαν φωτισθή τα νερά. Άμα θα επέστρεφε με το καλόν «να δέση» (δηλαδή να δέση το καράβι δι’ όλον τον χειμώνα), θ’ απεφάσιζε τέλος ν’ αρραβωνίση την κόρην του. Τοιαύτην υπόσχεσιν έδωκεν «εξωδίκως», καθώς λέγουν οι δικολάβοι, πριν αναχωρήση.
Γαμβροί υποψήφιοι υπήρχον όχι δύο ή τρεις, αλλά δωδεκάς ολόκληρος. Η κόρη είχε καλόν όνομα, ήτον μεγαλοπροικούσα, ήτον λευκή και άχολος ως περιστερά, ήτον προκομμένη και «ομορφοδούλα » {που δουλεύει ωραία}. Εκέντα τα προικιά της μόνη της, χωρίς καμμίαν ανάγκην, μόνον διά ν’ ακολουθήση το έθιμον του χωρίου. Ποίον από τους τόσους γαμβρούς να εκλέξη ο πατήρ της; Εν τη αμηχανία του ανέβαλλε. Τέλος υπεσχέθη ότι θ’ απεφάσιζε να εκλέξη ένα, άμα θα εγύριζε, συν Θεώ, από το ταξίδι. Δέν ήσαν πλέον οι μυθολογικοί χρόνοι. Αγώνα και άθλον δέν ηδύνατο να προβάλη εις τους μνήστορας, και να δώση την κόρην γέρας εις τον νικητήν. Αλλ’ υπήρχον αγώνες και άθλοι βιοτικοί, και ο πλέον προκομμένος, όστις θα ενίκα τους άλλους εις το στάδιον του βίου, εκείνος θα ήτο ο εκλεκτός γαμβρός.


Εκάθητο η κόρη και ηύχετο να γυρίση γρήγορα ο πατήρ της, και είχε πίστιν και ελπίδα εις την καρδίαν της, και εκοπίαζε και εκέντα τα προικιά της. Αντικρύ, εις μίαν οικίαν, μακράν, εις απόστασιν μιλίου ίσως, ήτον ένα μπαλκόνι. Υπήρχον πολλά μπαλκόνια εδώ κ’ εκεί, τριγύρω και παντού, αλλά το μπαλκονάκι εκείνο εφείλκυε της Σειραϊνώς τα βλέμματα.
Προσήλου η κόρη το όμμα εκεί, επιμόνως και αποκλειστικώς. Ήτο περί τα τέλη Φεβρουαρίου, Παρασκευή ημέρα, της Καθαράς Εβδομάδος, παραμονή του Αγίου Θεοδώρου. Αρχαί της ανοίξεως, ήλιος, Θεού χαρά. Έξω εις το μπαλκονάκι εκείνο εκάθητο έν πρόσωπον και έκυπτεν επί των γονάτων του, καθώς έκυπτεν η Σειραϊνώ, και κάτι είχεν επί της ποδιάς του, καθώς αυτή είχε το κέντημά της.
Δέν ηδύνατο να διακρίνη τίποτε. Ήτο τόσον μακράν! Αλλ’ εφαίνετο να έχη πολύ ενδιαφέρον, μεγάλην επιθυμίαν. Ας είχεν όμματα αετίνας, ας ημπορούσε να ιδή καθαρά εις τόσην απόστασιν!
Πλην δεν ήτο αετίνα. Ήτο λευκή περιστερά, άχολος… και όμως είχε και αυτή τους πόθους, τας αδυναμίας και την περιέργειαν της Εύας.
Έβλεπεν, έβλεπεν. Αλλά δεν διέκρινε τίποτε. Έτεινε τας κόρας των οφθαλμών. Εις μάτην, δέν ημπορούσε να ίδη.
Μία, όχι πικρία αλλ’ οξινίλα, εφάνη εις τα χείλη της. Πώς να κάμη διά να μπορέση να ιδή!
Αίφνης εσηκώθη, άφησε το κέντημά της επί του καναπέ. Έτρεξεν εις έν έπιπλον, το ήνοιξεν, έψαξεν εις το βάθος, και εξήγαγε πράγμα τι μακρόν, κυλινδροειδές, ογκώδες, το οποίον εφαίνετο εκ μαύρου χαρτονίου. Αφήρεσε το κάλυμμα και ανέσυρεν από μέσα δεύτερον κύλινδρον, μετάλλινον τούτον. Τον έλαβε, διευθέτησεν όλον τον σκελετόν, τον εξέσυρε και επλησίασε το άκρον εις το όμμα της, και εγύρισε το στόμιον, το άλλο άκρον κατά το μπαλκονάκι, το αντικρινόν εκείνο.
Ήτο το παλαιόν οκιάλι, το ναυτικόν τηλεσκόπιον του πατρός της. Το είχεν αντικαταστήσει, φαίνεται, διά νεωτέρου ο καπετάν Γιωργής και διά τούτο το παλαιόν το είχεν αφήσει εις το σπίτι.
Η νεάνις το εκράτησε σιμά εις το όμμα της επί μακρόν και έβλεπεν, έβλεπεν αχόρταγα.


Δέν ήτο ανήρ, όχι, το υποκείμενον της τόσης μερίμνης της. Ήτο γυνή ή μάλλον κόρη, ώς αυτή. Ήτο το Μαλαμώ του παπα-Γιαννάκη. Η αντίζηλός της εις το χωρίον.
Αντίζηλός της εις τα κεντήματα, εις τα προικιά, εις την αρχοντιάν. Εφημίζετο ως πολύ ευφυής και εφευρετική εις τα κεντήματα. Εν ώρα γάμου κ’ εκείνη, καθώς αυτή, δεν έπαυε καθημερινώς να ετοιμάζη τα προικιά της.
Έως τώρα, παραδεδεγμένα κεντήματα διά τας κόρας όλου του χωρίου ήσαν οι κλάρες, τα λουλούδια, τα πουλάκια, τα ρόιδα, τ’ αστεράκια, το φεγγάρι και ο ήλιος.
Αλλά πώς να φθάση τις ν’ ανέλθη εις το ιδεώδες των παραμυθιών; Πώς να ζωγραφίση κεντητά «τον ουρανό με τ’ άστρα, τη γης με τα λούλουδα, τη θάλασσα με τα καράβια»;
Εσχάτως είχε διαδοθή ότι το Μαλαμώ του παπα-Γιαννάκη έβαινε προς το ιδεώδες τούτο, και αν δέν ημπορούσε να κεντά όλον τον ουρανόν, την γην και την θάλασσαν, με όλα τα άστρα, τα λούλουδα και τα καράβια, κατώρθωσε τουλάχιστον να κεντήση
γωνίαν ουρανού με άστρα, γωνίαν γης με λούλουδα και γωνίαν θαλάσσης με ολίγα καράβια.
Ας ήτο και τόση μόνον γωνία ουρανού, όσην ανατείνουσα αυτή το όμμα εθεώρει από το μπαλκονάκι της, τόση γωνία γης, όση κατήρχετο εις τον κρημνόν κάτω από το σπιτάκι της και τόση γωνία θαλάσσης, όσην περιέκλειε το μικρόν λιμανάκι, με τα δύο ή τρία καραβάκια του, με τας τέσσαρας βρατσέρας, τα τρία κότερα και την εικοσάδα των λέμβων των αλιευτικών.
Το κατόρθωμα ήτο μέγα. Και το Σειραϊνώ, η λευκή άσπιλος περιστερά, έτεινε το όμμα, έτεινε το οπτικόν όργανον του θαλασσινού πατρός της διά να ιδή, όπως εφαντάζετο, τί εκέντα η Μαλαμώ, και δέν ησύχαζεν εάν δέν εύρισκε τρόπον ν’ αντιγράψη ή να κλέψη το κέντημα της αντιζήλου της.


Αίφνης αφήκε βραχείαν κραυγήν χαράς. Ήτο και αυτή Εύα. Δέν ημπορούσε να διακρίνη με όλον το παλαιόν οκιάλι του πατρός της, τίποτε ευκρινές από το κέντημα το οποίον υπέθετεν, ή μάλλον ήτο βεβαία, ότι είχε το Μαλαμώ εις την ποδιάν της, αλλ’ ημπόρεσε να διακρίνη, καίτοι αμυδρώς και συγκεχυμένως, το πρόσωπον και τους χαρακτήρας της Μαλαμώς.
Δέν την είχεν ιδή από οκταετίας, όταν ήσαν ακόμη μαθήτριαι, και αντεφέροντο {μάλωναν} εις το σχολείον. Κ’ εμάλωναν καθημερινώς, ώς ήτο επόμενον. Αντίζηλοι εξ αντιζήλων, όχι μόνον κατά τας αξιώσεις της ευγενείας και αρχοντιάς, αλλά και από συνοικίας και ενορίας αντιζήλους.
Ήσαν τότε και αι δύο ασχημοκόριτσα ισχνά και αναιμικά, και δέν ηδύνατο κοινόν βλέμμα να διακρίνη κατά πόσον έμελλε να ξετρίψη ύστερον το Μαλαμώ, και κατά πόσον έμελλε να ξασπρίση το Σειραϊνώ.
Έκτοτε εμεγάλωσαν. Εκλείσθησαν. Εμανδαλώθησαν, κατά τα έθιμα του τόπου. Δεν έβγαιναν πλέον από το σπίτι, ειμή πέντε φοράς τον χρόνον: Την Μεγάλην Παρασκευήν, άμα ενύχτωνε, διά να ασπασθώσι τον Επιτάφιον κρυφά εις την μοναξίαν του ναού και εις το λυκόφως των κανδηλών και κηρίων, έν Σάββατον της Μεγάλης Σαρακοστής και τρεις καθημερινάς εκάστης των άλλων Σαρακοστών, διά να πάγουν να μεταλάβουν κρυφά εις εξωκκλήσιον.
Και τώρα, διά πρώτην φοράν, μετά οκτώ χρόνους, την έβλεπεν αμυδρώς με το οκιάλι του πατρός της. Και είδεν ότι δεν ήτο ωραία. Και ησθάνθη ακουσίως χαράν.
Είτα ευθύς, την έτυψεν η συνείδησις διατί να χαίρη και μέσα της βαθιά ελυπήθη διά την χαράν οπού ησθάνθη. Και πάλιν ευθύς, μέσα, βαθύτερα εις την συνείδησίν της, εχάρη διά την λύπην οπού ησθάνετο
«Και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αυτή μήτηρ πάντων των ζώντων». Αυτή είναι η αληθής ζωή.


Εκράτει ακόμη το οκιάλι εις την χείρα το Σειραϊνώ, όταν αίφνης, σιγά-σιγά πατούσα ξυπόλυτη, αφήσασα τας εμβάδας της εις το έμβα της οικίας, εισήλθεν εις την κάμαρα την καλή η θεια-Ζήσαινα.
-Πήγα πλιό, παιδάκι μ’ … τί κόσμους, τί κουσμάκης, μαθές… Πήρα δυο κόλλυβα… Παπα-Νικόλας μ’ τα ’δωσε πλιό … Κείνους Δημητρός!… Τι καυγάς, τι πόλεμους, παιδάκι μ’! Δέν αφήν’ νε τούν κουσμάκη να πάρ’ δυό κόλλυβα, παιδάκι μ’, πλιό. Τα, τί λογάτε {τί λέτε γι’ αυτά}; Νά κι του λόου σ’ δυό, Σειραϊνάκι μ’, πλιό. Τα πήρα για τ’ Γιαννούλα μ’, για να διή, πλιό, του σαστικό {τον αρραβωνιαστικό} τς στουν ύπνου τς, πότε θα ’ρθή… Παπανικόλας μ’ τά ’δωσε. Τούνε βλέπ’νε στουν ύπνου τς, ακούς, κι του Γηρακώ του Μπαλάκι, κι του Μιλαχρώ του Σακαράκι, τουν είδιαν, ακούς… ουλουφάνερα, τ’ ακούς. Άις-Θόδωρας κάνει του θάμα… «Άι μ’ Θόδωρε καλέ, κι καλέ κι ταπεινέ… »
Θα ημπορούσε να εξακολουθήση ούτω επ’ άπειρον η θεια-Ζήσαινα, χωρίς να ημπορή κάθε άλλος να την εννοήση. Ευτυχώς η Σειραϊνώ εγνώριζε πολύ καλά την γλώσσαν της και εμάντευσεν αμέσως περί τίνος επρόκειτο.

…………………………………………………..
Η συνέχεια (συν Θεώ) την επόμενη Παρασκευή ή Σάββατο.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Η ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΑ ΑΝΤΙΣΦΑΙΡΙΣΙ (ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΠΙΝΚ ΠΟΝΓΚ) ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ Μ. ΧΑΚΚΑ "Ένας αγνοημένος φιλέλληνας"

Θέλοντας να γιορτάσουμε την χθεσινή (στην εορταστική εκδήλωσι για τον αποκριάτικο χορό μας) αναγγελία από επίσημα χείλη της υποστήριξης της πρωτοβουλίας μας για ίδρυσι Συλλόγου Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης στην πόλι μας, δημοσιεύουμε εν είδει αφιερώσεως στον ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟ του Συλλόγου ΆΒΑΞ και ΠΕΣΣΟΙ, Αλέξη Κλαμαρή, (και σε όλα τα μέλη μας που αγαπάνε το επιτραπέζιο αυτό άθλημα) την παρούσα ανάρτησι (την προορίζαμε για τον περασμένο Δεκέμβριο, με τον τίτλο «ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΑ ΑΝΤΙΣΦΑΙΡΙΣΙ: 20 χρόνια Ολυμπιακό άθλημα»,
αλλά η γραφειοκρατική διαδικασία στον σχεδιασμό των θεμάτων μάς είχε αποθαρρύνη πολύ και το αναβάλλαμε):

Η ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΑ ΑΝΤΙΣΦΑΙΡΙΣΙ (ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΠΙΝΚ ΠΟΝΓΚ) ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΣΕ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΧΑΚΚΑ - Πρώτη αναφορά σε Ν.Ε. λογοτεχνικό κείμενο.

ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ
[ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΑ ΑΝΤΙΣΦΑΙΡΙΣΙ: 20 χρόνια Ολυμπιακό άθλημα]
Η επιτραπέζια αντισφαίρισι είναι ως γνωστόν ένα παιχνίδι και άθλημα με πολύ μεγάλη διείσδυσι στις λαϊκές μάζες, εδώ και τουλάχιστον 3-4 δεκαετίες. Βέβαια δεν ήταν από την αρχή της ύπαρξής του έτσι.
Όμως μετά την Μικρασιατική καταστροφή έρχεται (κι αυτό!) από Πολίτικης καταγωγής πρόσφυγες και μέλη Μικρασιατικών Αθλητικών Συλλόγων και αρχίζει να οργανώνεται και να καλλιεργείται συστηματικά καί στην ελεύθερη ελληνική γή.
Είναι επόμενο, λοιπόν, να έχουμε την αντανάκλασι της παρουσίας του και μέσα στα νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα, ιδιαίτερα μετά την δεκαετία του 50 οπότε και η σταδιακή εξάπλωσί του στην χώρα μας.
Κι όμως οι αναφορές που έχουμε - είναι η διαίσθησί μας - δεν πρέπει να είναι ανάλογες με την δημοφιλία του.
Η πρώτη –σε γνώσι μου- αναφορά σε ελληνικό λογοτεχνικό κείμενο είναι η παρούσα στο κειμενάκι του Μάριου Χάκκα, που ακολουθεί. Και βέβαια δεν πιστεύω να είναι η μοναδική. Το από το 1901 συνεχώς εξαπλούμενο παιχνίδι σιγά σιγά καί στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, θα έφτασε κάποια στιγμή και στην γνώσι των Ελλήνων λογοτεχνών μας –πολλοί από τους οποίους είχαν και την δυνατότητα με τα ταξίδια στο εξωτερικό ή την εκεί παραμονή και δράσι τους να γνωρίζουν την σύγχρονή τους ευρωπαϊκή ζωή. Ορισμένοι είχαν μάλιστα σχέσεις και με την μεγαλοαστική τάξι. (Για κανα- δυο δεκαετίες από τότε που εμφανίστηκε -δεκαετία του 1890 στην Αγγλία – θα παρέμενε παιχνίδι της αριστοκρατίας σαν την προσομοίωσί του, το τέννις).
Θα περιμέναμε λοιπόν ένα κάποιο ικανοποιητικό ποσοστό αναφορών μέσα στα ποιητικά ή έστω στα πεζογραφικά κείμενα του 20ου αι..
{ Όποιος φίλος έχει κάτι υπ’ όψιν του σχετικά, παρακαλείται να μας το γνωστοποιήση.}
Ιδού, λοιπόν, το ενδιαφέρον διηγηματάκι του Μάριου Χάκκα, όπου τρείς φορές μάλιστα, έχουμε αναφορά για το δημοφιλες επιτραπέζιο παιχνίδι και, βεβαίως, ολυμπιακό (εδώ και μια εικοσαετία) άθλημα του «πίνγκ πόνγκ».

Βίντεο: Ένας Πόντος!!

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Τώρα 2 λόγια για το διήγημα.
Το κείμενο είναι γραμμένο με το γνωστό στυλ του Μάριου Χάκκα ((1931-1972).
Μας μεταφέρει στην στρατιωτική ζωή των εφέδρων νεαρών Ελλήνων αριστερών και
Αναφέρεται επιτιμητικά στην ατμόσφαιρα της εποχής (μάλλον αρχές 10ετία 60) που απηχεί έντονα το ψυχροπολεμικό κλίμα. (Δεν νομίζουμε πως κάποια πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά ιδωμένα στις ΗΠΑ εκείνην την εποχή). [Μιά ατμόσφαιρα ίσως ασφυκτική απο πολιτικής πλευράς, με διωγμούς, ρατσισμό και αποκλεισμούς, αλλά και ιδιαζόντως δημιουργική (σε ατομική και συλλογική δραστηριοποίησι) απο πολιτιστικής πλευράς. Τα λογοτεχνικά ενδιαφέροντα είναι χαρακτηριστικότατο παράδειγμα για την αριστερή μεταπολεμική α΄ και β΄ γενιά]
Πιθανότατα πρόκειται για προσωπική εμπειρία, χωρίς να αποκλείεται και το ενδεχόμενο να είναι μια αναπλασμένη απο τον συγγραφέα σχετική ανάμνησι (ή
βιογραφική λεπτομέρεια) άλλου, γνωστού στον ίδιο προσώπου, από την περίοδο της στρατιωτικής θητείας. Πάντως η γεμάτη πάθος γραφίδα του αριστερών πεποιθήσεων (και αδικοχαμένου πολύ πρόωρα για την σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία μας) ικανώτατου συγγραφέα, κάνει το κείμενο να μοιάζει με προσωπική κατάθεσι .

Διάχυτη στο κείμενο η διάθεσι για σάτιρα .
Με μαεστρία ο Χάκκας καυτηριάζει (με όπλο, αυτό που και αλλαχού στα κείμενά του έχει αποδείξη πόσο ικανός είναι στην χρήσι του, την ειρωνεία) την στρατοκρατική αντίληψι της εποχής του, εστιάζοντας στην μικρόνοια των αξιωματικών και περιβάλλοντας (όπως είναι θεμιτό) με στοργή τον πρωταγωνιστή, στρατιώτη Πολυχρόνη, και τις αγνές εμμέσως ομολογούμενες φιλοκομμουνιστικές αντιλήψεις του.
Το στήσιμο της αφήγησης του περιστατικού είναι ιδιαίτερα απλό, τόσο που θυμίζει τον καμβά αντίστοιχης δομής ανεκδότων με θεματολογία την στρατιωτική επιθεώρησι και το κλίμα αποβλάκωσης και της χιουμοριστικής παρεξήγησης από την ανεγκέφαλη αποστήθισι. (« ... και τα δύο Στρατηγέ μου»!)

Το πινγκ πόνγκ (ως μία δυνατότητα αναψυχής -έστω και με το υπονοούμενο τραπέζι σε άθλια κατά την περιγραφόμενη περίπτωσι κατάστασι- στο στρατόπεδο) αποτελεί αναπόσπαστη λεπτομέρεια του ντεκόρ.

Απο τα θεωρητικά μαθήματα νεοσυλλέκτων λείπει το κεφάλαιο Ιεραρχία.
Επίσης εντυπωσιάζει η απουσία της χρήσης της καθαρεύουσας (και μάλιστα με την συχνή φιλοξενία βαρβαρισμών) από την γλώσσα των στρατιωτικών προσώπων.

(ΕΠΙ)ΚΡΙΤΙΚΗ ΥΠΟΣΗΜΕΊΩΣΙ
Ιδιαίτερη εντύπωσι προξενεί σήμερα η μάλλον λάθος επιλογή παραδείγματος για την
καταδικαζόμενη εθνικιστική υστερία (όπως την εκλαμβάνει ο συγγραφέας) σε βάρος των αδελφών (προς τους ημεδαπούς) κομμουνιστών της Βουλγαρίας:

«Παραδείγματος χάριν: Κεφάλαιο πρώτο: Αρχαία Ελληνική Ιστορία. Ερώτηση πρώτη: Ήταν Έλληνας ή Βούλγαρος ο Μέγας Αλέξανδρος; Και δίπλα η απάντηση: Έλληνας.»
κομμουνιστική αλληλεγγύη δεν είναι η πρώτη φορά που υπερίσχυσε της αληθείας. Και το διεθνιστικό δόγμα, είτε το κομμουνιστικόν εκείνο είτε το πολυπολιτισμικό του επικρατούντος σήμερον –εξ ίσου βδελυρού σε εμάς- σύγχρονου καπιταλισμού, εχθρεύεται εις θάνατον όχι μόνο τον εθνικισμό, αλλά κάθε αντίληψι περι έθνους και πατρίδας.]
Βεβαίως το λανθασμένον της επιλογής αυτού του παραδείγματος από τον Χάκκα, προκύπτει εκ του ασφαλούς, από την εξέλιξι των γεγονότων που μεσολάβησαν έκτοτε. Και σήμερα, πάντως, κάποιοι εγχώριοι, αλλάζοντας λίγο την διατύπωσι, συνυπογράφουν με τους τότε ομοϊδεάτες την πλαστογράφησι κι απαντούν με καμάρι:
- Μακεδόνας! (εννοώντας φυσικά Σκοπιανός). Άσχετο!
Επίσης και η μέχρι ενός σημείου ταύτισι του ταγματάρχη της περιγραφής, με τον Χίτλερ, παραμένει και μετά την ανάγνωσι κάπως αδικαίωτη, αλλά πάντως μετριάζεται από την προηγηθείσα ψυχογραφία του συμπαθούς στον κατατρεγμό του πρωταγωνιστού, και από την επιτυχή συνολικά ειρωνική αφήγησι/χρήσι του λόγου.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Ένας αγνοημένος φιλέλληνας
του Μάριου Χάκκα


Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, ήταν ένας απλός ταγματάρχης. Περιοδεύοντας από τάγμα σε τάγμα, τον παραστέκανε δυο νεαροί λοχαγοί, πλαισιωμένοι κι αυτοί, δεξιά από τον κάθε φορά αλφαδύο αξιωματικό της μονάδας, αριστερά από το βοηθό υπαξιωματικό του ίδιου γραφείου. Και οι πέντε μαζί αποτελούσαν την επιτροπή ηθικής αγωγής, ένα ανώτερο δικαστήριο ψυχών, πενταμελές εφετείο με κατασταλαγμένες απόψεις, τελεσίδικες σκέψεις για το τι είναι εθνικώς επιζήμιο.

Για αίθουσα δικαστηρίου χρησίμευε το καψιμί, ένα λαμαρινένιο τούνελ που ανεμπόδιστα το διαπερνούσε ο βαρδάρης, απ΄ όλες τις μπάντες, συμβάλλοντας σ΄ εκείνη την παγωμένη ατμόσφαιρα που ταιριάζει σε τέτοιους επίσημους χώρους. Στην απαιτούμενη επισημότητα συνέτεινε και η γύμνια του καψιμί. Όλα τα ψυχαγωγικά όργανα, τράπουλες ξεμερντισμένα ποδοσφαιράκια και τάβλι, είχαν εξαφανιστεί μαζί με τα λιγοστά τραπεζάκια και τις σαραβαλιασμένες καρέκλες, αφήνοντας ελεύθερο χώρο για μια διμοιρία εφ΄ ενός ζυγού. – «Κλίνατ΄-επί-δεξιάααα» - πρόσωπο προς το πιτσικαρισμένο πιγκ πογκ, όπου ήταν η έδρα της επιτροπής ηθικής αγωγής μ΄ απλωμένα όλα τα σχετικά έγγραφά της.

― «Ημι-ανάπαυση», κι οι φαντάροι βλέποντας κατευθείαν εμπρός πάνω στα τσίγκια, ακριβώς πίσω από του ταγματάρχη την πλάτη, ξεχώριζαν κρεμασμένη μια ζωγραφιά, κάτι σαν εικόνισμα του Αϊ-Γιώργη, ένα παράξενο κατακόκκινο τέρας με πολλές κεφαλές, κι άλλους τόσους πλοκάμους, ανάμεσα χταπόδι και φίδι. Ένας στρατιώτης με επίσημη σιδερωμένη στολή, στρογγυλά ροδοκόκκινα μάγουλα και τρισευτυχισμένο γελάκι, λόγχιζε το απαίσιο τέρας. Κι από κάτω ένα σύνθημα: «Χτυπάτε τον κομμουνισμό, όπου τον βρείτε».

Η επιτροπή είχε κάνει συστηματικά τη δουλειά της. Έγκαιρα είχε στείλει τις ερωτοαποκρίσεις για να γίνει διδασκαλία μέσα στις μονάδες. Το ερωτηματολόγιο ήταν απλό και οι απαντήσεις απλούστερες, τις περισσότερες φορές μόνο μία λέξη. Παραδείγματος χάριν: Κεφάλαιο πρώτο: Αρχαία Ελληνική Ιστορία. Ερώτηση πρώτη: Ήταν Έλληνας ή Βούλγαρος ο Μέγας Αλέξανδρος; Και δίπλα η απάντηση: Έλληνας.

Ένα μήνα πιο πριν όλα τα θεωρητικά μαθήματα (τι είναι στρατός, τι πειθαρχία, εκμάθηση προσοχής, εκμάθηση όρκου) σταμάτησαν και στη θέση τους μπήκε το ερωτηματολόγιο ηθικής αγωγής, έτσι που να ξεσκονιστεί και να μπορεί ο κάθε στρατιώτης ν΄ απαντήσει σωστά.

― Προσέξτε, έλεγε ο δόκιμος της διμοιρίας ημιονηγών. Έχει σημασία. Όποιος ερωτηθεί ν΄ απαντήσει με μια μόνο λέξη. «Έλληνας ή Βούλγαρος;», η απάντηση «Έλληνας», έχει σημασία. Αν πάλι η ερώτηση γίνει ανάποδα, πράγμα κάπως αδύνατον, «Βούλγαρος ή Έλληνας;», εσείς δε θα πείτε το πρώτο. Έχει σημασία. Θα πείτε το δεύτερο: «Έλληνας». Προσέξτε, αν κάνετε λάθος, τότε θα κακοβαθμολογήσουν το τάγμα, ο διοικητής θα κατσαδιάσει το λοχαγό και κείνος πάλι θα ξεσπάσει επάνω σας. Έχει σημασία. Θα σας κόψει τις άδειες. Ξέρετε πόσο καλός είναι ο λοχαγός. Αλλά αν κάποιος ημιονηγός τον εκθέσει με μια λαθεμένη απάντηση, τότε όλα στη διμοιρία θ΄ αλλάξουνε. Θα σας φλομώσει στο πειθαρχείο, κακόμοιρα.

― Προσέξτε. Κεφάλαιο τέταρτο. Θεωρητικός τομέας. Ερώτηση πρώτη: «Ποιοι είναι οι σύμμαχοι των Βουλγάρων;» Απάντηση: «Οι κομμουνισταί». Εδώ, αν κάποιος κομπιάσει ή ξεχάσει, να πεταχτεί κάποιος άλλος αμέσως. Κι εκείνος που θα κομπιάσει, ακούγοντάς το από τον άλλο, να το επαναλάβει αμέσως. Έχει σημασία. Εξηγούμεθα, για να μην παρεξηγούμεθα· έτσι;

Όσο κι αν για το δόκιμο το «έχει σημασία» ήταν ένα είδος λάιτ μοτίβ για να γλιστράει η κουβέντα του, για τον Πολυχρόνη είχε την εννοιολογική σημασία του. Καταλάβαινε πως αφού εδώ κι ένα μήνα δίνονταν συνεχώς εξηγήσεις, δε θα ήταν εύκολο να γλιτώσει τις παρεξηγήσεις όταν θα ΄ρχονταν η κρίσιμη ώρα, αυτός ο Πολυχρόνης που ήταν τρίτης κατηγορίας στρατιώτης, μουλαράς λόγω πολιτικών φρονημάτων κι όχι λόγω πολιτικού επαγγέλματος.

Το πρωί της κρίσιμης μέρας πάσχισε να μπει σταβλοφύλακας, αλλά εκείνος που φύλαγε νούμερο ούτε με μια κούτα τσιγάρα δεν άλλαζε την κοπριά με το καψό της μονάδας.

― Δεν τρέχει τίποτα μάγκα, του είπε κι έκλεισε με σημασία το μάτι.

Πήγε για θαλαμοφύλακας. Κι εκεί συνάντησε άρνηση. Είπε να πλύνει τ΄ αποχωρητήρια. Πρόλαβαν άλλοι. Συνεργείο από πέντε φαντάρους ασβέστωνε μέσα κι έξω τα πάντα.

― Στρίβε, κάποιος του είπε· είμαστε πολλοί εδώ. Έπρεπε το πρωί να βγει στο γιατρό. Ίσως να την σκαπούλερνε. Απογοητευμένος μπήκε στη γραμμή και ξεκίνησε.

― «Τα ρόδα», πρόσταξε ο δόκιμος. Άρχισαν παράφωνα όλοι μαζί:

Τα ρόδα τα τριαντάφυλλα
της άνοιξης καμάρι
χάνουν την ομορφάδα τους
στη σκλαβωμένη γη.

Κι έτσι γραμμή μπήκαν στο καψιμί κάνοντας ένα ημικύκλιο φάτσα στην επιτροπή μπροστά στο πιγκ πογκ.

Προαισθάνθηκε ότι αυτή τη φορά δεν τη γλίτωνε. Κι ήταν η σειρά του στη διμοιρία να πάρει την άδεια. Μόλις γυρίζαν οι άλλοι, θα έβγαινε στην αναφορά να ζητήσει κανονική εικοσαήμερη άδεια, αυτή την άδεια που σκεφτότανε μόλις πάτησε στο στρατώνα το πόδι του, αυτή που ονειρευόταν στο κρεβάτι το βράδυ, στη σκοπιά και στο στάβλο 2-4 νούμερο.

«Τώρα βρήκαν να ΄ρθούνε. Θα με κουρελιάσουν, οι πούστηδες», σκέφτηκε. Έπειτα τού ΄ρθε θαμπά η φιγούρα του αδερφού του πίσω απ΄ τα σίδερα, όπως τον είδε την τελευταία φορά στο επισκεπτήριο πριν φύγει φαντάρος. «Θα με κάνουν ρεζίλι, οι κερατάδες», ξανασκέφτηκε έντονα. «Δεν πρέπει να πω ό,τι διατάζουν αυτοί. Αλλά πάλι να χάσω την άδεια. Είκοσι μέρες μακριά από την κοπριά και το στάβλο».

Ένιωσε στα πόδια του μια τρεμούλα ασταμάτητη καθώς ξεχώρισε το χέρι του ταγματάρχη να δείχνει προς τα δική του κατεύθυνση.

― Εσύ, είπε κι έδειχνε το διπλανό του. Ποιοι είναι οι σύμμαχοι των Βουλγάρων;

― «Τι στο διάβολο τρέμουν τα πόδια μου; Με λυμένα τα γόνατα πώς να σταθώ; Πρέπει να σταματήσει αυτή η τρεμούλα. Θα το καταλάβουν και θα πέσουν επάνω μου σαν τα κοράκια. Πώς να δείχνει η όψη μου;»

― Έλληνας ή Βούλγαρος; Από πολύ μακριά άκουσε τη φωνή. Από βαθιά, σα μέσα στον ύπνο του, ήρθε η απόκριση:

― Έλληνας!

Ένα κύμα τρεμούλας ανέβαινε πόντο πόντο το στήθος του. Για μια στιγμή ένιωσε να φουντώνει ως το λαιμό του. Αστραπιαία μυρμήγκιασε η πλάτη του.

― Έλληνας, μόλις σαν ψίθυρος άκουσε νά ΄ρχεται από το βάθος της αίθουσας πάλι.

― «Να μην πέσω, να μη σωριαστώ τουλάχιστον μπρος στα πόδια τους πριν καν μου υποβάλουν ερώτηση».

Το καψιμί έφερνε βόλτα μπροστά του. Ο ίδιος ένα σκουπίδι που το σήκωνε ξαφνικά ο Βαρδάρης και το πηγαινόφερνε σε όλο το τωλ. Ένα μπαλάκι πιγκ πογκ που το χτυπάνε από τη μια μπάντα στην άλλη που το σφεντονίζουν στέλνοντας πάσα πριν προλάβει να πέσει.

Είπε να στυλώσει κάπου το βλέμμα, να κρατηθεί από κάπου, κάτι στέρεο, τις λαμαρίνες, τα τσίγκια, κι έπεσε η ματιά του στην εικόνα απέναντι, στο φαντάρο που λόγχιζε, στο φαντάρο που θέριευε με προτεταμένη τη λόγχη κατευθείαν το στήθος του, μ΄ εκείνο το μικρό ύπουλο γέλιο του, που φάρδαινε ολοένα σε ακράτητο σαρδόνιο γέλιο κι ακούγονταν τώρα να σέρνεται πνιχτά μέσα στο τωλ.

― Λέγε, λοιπόν, άκουσε καθαρά τη φωνή του ταγματάρχη κι είδε το χέρι του στραμμένο επάνω του να τον δείχνει εκεί περίπου στο στήθος.

Ένα χάχανο ξεκινούσε μέσα στο τωλ.

― Εσύ, εσύ, δεν ακούς τόσην ώρα; Μαρμάρωσες;

― Έλληνας, είπε με κόπο, χωρίς να σκεφθεί.

Τα χάχανα αξιωματικών και φαντάρων ξεσπάσανε σ΄ επίμονο γέλιο.

― Μήπως θέλεις να πεις φιλέλληνας, παιδί μου; ρώτησε καλοσυνάτα ο ταγματάρχης.

― Έλληνας, Έλληνας, επέμενε ο Πολυχρόνης στην τύχη.

― Μα ο Χίτλερ δεν ήταν Έλληνας, είπε διδακτικά ο ταγματάρχης. Ετίμησε βέβαια τον Ελληνικό στρατό στο πρόσωπο των αξιωματικών του, αφήνοντάς τους να κατέβουν από το μέτωπο στα σπίτια τους με τον ατομικό οπλισμό τους. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως ήταν Έλληνας· ίσως φιλέλληνας.

― Έλληνας, ξαναφώναξε ο Πολυχρόνης με πείσμα. ΕΛ – ΛΗ – ΝΑΣ, ξεσπώντας, μ΄ ένα γέλιο ακράτητο, ενώ στο τωλ απλωνόταν τώρα παγερή σιωπή. Έλληνας, βροντοφώναξε, χωρίς να νοιάζεται πως είναι φαντάρος, ούτε πως βρίσκεται μπροστά στην επιτροπή ηθικής αγωγής, στο διοικητή που θα του έδινε άδεια, στο λοχαγό του που έτριζε τα δόντια, μπροστά στον αξιωματικό αλφαδύο, που έσφιχνε νευρικά τις γροθιές του.

― Έλληνας! ξαναούρλιαξε. Ήμουνα παιδί τότε. Θυμάμαι τον αδερφό μου πρησμένο.

― Σταματήστε τον, διέταξε ο ταγματάρχης.

― Τρώγαμε κάθε βράδυ ένα φλυτζάνι σταφίδα και κοιμόμασταν.

― Σταματήστε τον, βγάλτε τον έξω, βρυχήθηκε ο ταγματάρχης.

Δυο αλφαμίτες χύθηκαν πάνω του και τον τραβούσανε καροτσάκι στην έξοδο. Ο Πολυχρόνης σέρνονταν πάνω στο τσιμέντο και φώναζε:

― Τη μέρα τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε. Κουκουτσάλευρο, χαρουπάλευρο, θαλασσοβρεγμένο. Τριάντα δράμια μπομπότα μέρα παρά μέρα, μισή μέρα ουρά κι ένα τάγμα ψείρες.

Έφαγε μια γερή στ΄ αχαμνά του και τού ΄ρθε ζαλάδα. Έπειτα μια σπρωξιά και βρέθηκε ο μισός έξω απ΄ την πόρτα. Έγειρε το κεφάλι και θολά είδε τον ταγματάρχη. Πρόλαβε και του πέταξε πριν κλείσει η πόρτα:

― Έλληνας σαν και σας, όχι φιλέλληνας.-


Μάριος ΧΑΚΚΑΣ (Άπαντα)