Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Ο Μαβίλης στην ανθολογία του Lavagnini και τα ποιήματά του «Μούχρωμα» και «Λήθη» μεταφρασμένα στα ιταλικά. Lorenzo Mavilis nella “Letteratura Neoellenica” di Bruno Lavagnini e 2 sue poesie (“Crepuscolo” e “Lete”) tradotte in italiano.

Από το σημαντικότατο –ειδικά για την εποχή που εξεδόθη—βιβλίο του Ιταλού νεοελληνιστή Μπρούνο Λαβανίνι με τον τίτλο “Η Νεοελληνική Λογοτεχνία” (Bruno Lavagnini, La letteratura neoellenica, Sansoni/Academia, Milano, 1969) σκεφτήκαμε να μεταφράσουμε το λήμμα σχετικά με τον Λορέντζο Μαβίλη.
Το εν λόγω έργο του μεγάλου Ιταλού νεοελληνιστή γραμμένο 45 περίπου χρόνια πρίν, έχοντας μέσα απο την επιστημονική επάρκεια του συγγραφέα του έμμεσα εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα, επιπλέον συνιστούσε μια πολύ επιτυχημένη απόπειρα ανθολόγησης της νεότερης ποίησής μας για το ιταλικό κοινό. Ιστορικά συστηματοποιημένο ισοδυναμεί με μια επιτομή ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, η οποία εκτείνεται από τις εν σπέρματι μέσα στην Βυζαντινή ιστορική περίοδο απαρχές της Νεοελληνικής λογοτεχνίας (γλώσσα και συνείδησι) μέχρι την λογοτεχνική παραγωγή νεοελλήνων ποιητών και πεζογράφων της δεκαετίας του 1960.
Η σύντομη παρουσίασι του Μαβίλη από τον Λαβανίνι συνοδεύεται με τις ιταλικές μεταφράσεις δύο χαρακτηριστικών σονέττων του κορυφαίου νεοέλληνα σονεττογράφου, το Μούχρωμα και το Λήθη. Τις δύο αυτές συνθέσεις ο Λαβανίνι τις θεωρεί ως «από τα πιο όμορφα σονέττα του».

Α.Σ.
 ........................................

[Cap. 11: Palamas e la nuova poesia; Marzokis, Mavilis, Siguro, Theotokis]

LORENZO MAVILIS 
da Bruno Lavagnini

«Η δόξα του θανάτου στο πεδίο της μάχης στεφάνωσε τον
Λορέντζο Μαβίλη, που ως αξιωματικός των Γαριβαλδινών στην Ήπειρο, έπεσε μαχόμενος εναντίον των Τούρκων κατά την διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου στον Δρίσκο, κοντά στα Ιωάννινα, την 29η Νοεμβρίου 1912. Γεννηθείς στην Ιθάκη το 1860, και πραγματοποιώντας κατόπιν τις πρώτες του σπουδές στην Κέρκυρα, συμπλήρωσε 14 χρόνια ως φοιτητής στη Γερμανία.
Λογοτέχνης και φιλόλογος, έχοντας αποδεχθή μέσω του Πολυλά τις θεωρητικές απόψεις του Σολωμού, προσέθεσε στην παράδοσι της (σολωμικής) σχολής την εμπειρία του παρνασσισμού και εναπόθεσε μέσα σε γεμάτα αρμονία σονέττα, εξαιρετικής σμίλευσης, άλλοτε την μαγεία ενός τοπίου, άλλοτε την μελαγχολία ενός απόβραδου ή ενίοτε την ανάκλησι ενός αρχαίου θρύλου.
Τα σονέττα τα οποία πιστώνονται στ’ όνομά του εξεδόθησαν μετά θάνατον το 1915, στην Αλεξάνδρεια.
Παρουσιάζουμε από αυτά δύο, εκ των ωραιοτέρων».

Crepuscolo

Soffia la brezza con impeto lene
e lentamente oscillano i rosai,
nei cuori regna, e regna nel creato,
roseo vespero, colma ora di aromi.

Ora d’ oro di sogni e di ricordi,
in cui l’ alma presaga e’ del riposo,
dell’ eterno riposo, e muove incontro,
come per un saluto ultimo, ai cari

ricordi: bionde dal collo di giglio,
amorose, ed azzurri occhi ormai spenti,
dolcissimi, ed i fremiti ed i baci

e le lagrime: doni invidiati
del viver che finisce lento e smuore
 come il viola cupo del tramonto.


Lete

Avventurati i morti a cui l’amara
vita obliar fu dato. Allor che affonda
nei gorghi il sole, e a lui l’ombra succede,
non piangerli, se pur tua pena e’ cruda.

Sete a tale ora han le anime, e se ne vanno
al fonte cristallino dell’Oblio,
ma fango annera l’aqua, se vi stilli

pianto di la’ dov’essi hanno gli affetti.

E se bevon aqua turbata rimembrano,
trascorrendo sui prati d’asfodelo,

antiche pene dentro a lor sopite.

Se tu non puoi non piangere nel vespero,
piangano gli occhi tuoi quei che son vivi:
dimenticar vorrebbero, e non sanno.

(Bruno Lavagnini, La letteratura neoellenica, Sansoni/Academia, Milano, 1969, σ. 179-180)

............................

Το πρωτότυπο κείμενο:

ΜΟΥΧΡΩΜΑ 

Φυσάει τα’ αεράκι μ’ ανάλαφρη φόρα 
και τες τριανταφυλλιές αργά σαλεύει• 
στες καρδιές και στην πλάση βασιλεύει 
ρόδινο σούρουπο, ώρα μυροφόρα.

Χρυσή θυμητικών ονείρων ώρα 
που η ψυχή τη γαλήνη προμαντεύει, 
την αιώνια γαλήνη, και αγναντεύει 
σα για στερνή φορά κάθε της γνώρα 

αξέχαστη• ξανθές κρινοτραχήλες 
αγάπες, γαλανά βασιλεμένα 
μάτια ογρά και φιλιά και ανατριχίλες 

και δάκρυα• πλάνα δώρα ζηλεμένα 
της ζήσης που αχνοσβυέται και τελειώνει 
σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λειώνει. 

[ΣΗΜ. Διόρθωσα:
3 σαλέβει 4 βασιλέβει 6 τελειόνει 7 λυόνει ]


ΛΗΘΗ 

Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε 
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίση 
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήση, 
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι. 

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε 
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση· 
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίση, 
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε. 

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται. 
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι, 
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι, 
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν: 
Θέλουν, μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: