Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ : 15 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙ ΤΟΥ. Spiritual Elder, Paisios the Athonite: 15 years from his death.

Δεν χρειάζεται να εκμυστηρευθούμε τον λόγο που μας κάνει να αναδημοσιεύσουμε σήμερα ένα καλογραμμένο κείμενο βιογραφικού χαρακτήρα για μια άγια μορφή της σύγχρονης ορθοδοξίας μας , έναν σεβάσμιο αγιορείτη γέροντα (προσωπικά άγνωστον σε εμάς, αλλά ευρύτατα αναγνωρισμένο από πολλούς στην εποχή μας) καταγόμενου απο τα μέρη του Καππαδόκη Μεγάλου Βασιλείου. Ασπαζόμενοι νοερώς την δεξιάν του ζητούμε την ευχή του και σιωπούμε…

[Αντιγράφουμε, λοιπόν, (ναι, κάνουμε κι αντιγραφές κατ' εξαίρεσιν, τ’ ομολογούμε) από άλλον ιστότοπο:]


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης
Γράφει ο Εμμανουήλ Γ. Ξυνάδας, Θεολόγος

Ο γέροντας Παΐσιος, κατά κόσμον Αρσένιος, κατάγονταν από τα ακριτικά Φάρασα της Μικράς Ασίας. Τα Φάρασα αποτελούνταν από έξι χωριά τα οποία βρίσκονταν 200 χλμ. νότια της Καισαρείας.
Τόπος ευλογημένος τα Φάρασα, ευλογημένοι άνθρωποι οι Φαρασιώτες που ήταν συνεχιστές μιας εξαιρετικής παραδόσεως, αυτής των Καππαδοκών. Τελευταίος συνεχιστής και εκφραστής αυτής, ήταν ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης. Ο πατέρας του γέροντα ονομάζονταν Πρόδρομος.
Ήταν γόνος αρχοντικής οικογένειας των Φαρασών και διετέλεσε πρόεδρος του χωριού επί πολλές δεκαετίες. Ήταν γενναίος, εργατικός, δίκαιος, φιλάδελφος και ελεήμων.
Η μητέρα του γέροντα ονομάζονταν Ευλογία και είχε συγγένεια με τον Άγιο Αρσένιο. Ήταν συνετή, εργατική και πολύ ευλαβής.
Από το γάμο, αυτών των δύο φιλόθεων ανθρώπων γεννήθηκαν δέκα παιδιά, εκ των οποίων τα δύο πρώτα πέθαναν νωρίς. Τα ονόματα των υπολοίπων οκτώ έχουν ως εξής: Ζωή, Μαρία, Ραφαήλ, Αμαλία, Χαράλαμπος, Αρσένιος (ο γέροντας), Χριστίνα και Λουκάς.
Στα Φάρασα της Καππαδοκίας, λοιπόν, γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 1924 ο απόγονος των Προδρόμου και Ευλογίας, ο μετέπειτα γέροντας Παΐσιος. Στη βάπτισή του, οι γονείς του ήθελαν να του δώσουν το όνομα του παππού του, να τον πούνε Χρήστο, ύστερα όμως από επέμβαση του Αγίου Αρσενίου, πήρε το όνομα Αρσένιος.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και η οικογένεια έπρεπε να μεταναστεύσει. Ήταν η χρονιά της ανταλλαγής των πληθυσμών. Μετά από μικρή παραμονή στον Πειραιά και την Ηγουμενίτσα εγκαταστάθηκαν στην Κόνιτσα.
Ο μικρός Αρσένιος ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι. Από μικρός έμαθε από τους γονείς του και κυρίως από τη μητέρα του να αγαπάει το Θεό. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του, προτιμούσε να ακούει ή να διαβάζει τα σχετικά με τους βίους των Αγίων από το να ασχολείται με τα διάφορα παραμύθια. Επιπλέον μυήθηκε στην εγκράτεια και τη νηστεία.
Στο σχολείο πήγε μέχρι το δημοτικό. Μετά ακολούθησε την τέχνη του ξυλουργού βοηθώντας παράλληλα με το μικρό εισόδημά του τους έχοντας ανάγκη, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργούσε την κλίση προς το μοναχισμό που του είχε δοθεί από το Θεό. Είναι χαρακτηριστικό, πως όταν τον ρωτούσαν τι πρόκειται να γίνει, αυτός απαντούσε σταθερά και βέβαια.
Kαλόγηρος.
Το 1945 κλήθηκε να υπηρετήσει την πατρίδα και το έπραξε για πέντε χρόνια. Η αγάπη του για τους άλλους έφτανε μέχρι θυσίας. Μετά από 5 χρόνια προσφοράς ο Αρσένιος παίρνει το απολυτήριο από το στρατό.
Από εδώ ξεκινάει για το γέροντα η αναζήτηση για κατάλληλο τόπο για άσκηση. Μένει για λίγο στην Κόνιτσα και έπειτα επισκέπτεται το Άγιο Όρος. Εκεί επισκέφτηκε πολλά καλύβια και κελιά γιατί ήταν λάτρης της ησυχίας και έκλινε προς την ησυχαστική ζωή.
Πρώτος σταθμός του γέροντα στο Άγιο Όρος ήταν το μοναστήρι του Εσφιγμένου, (το οποίο δεν είχε γίνει τότε ακόμη ζηλωτικό). Εκεί τον δέχτηκε ο ηγούμενος Καλλίνικος, στον οποίο έβαλε μετάνοια και άρχισε τη δοκιμή. Ο νέος δόκιμος προχωρούσε με χαρά στους κόπους της κοινοβιακής ζωής.
Πέρασε από διάφορα διακονήματα όπως, στην τράπεζα, στο φούρνο, το ξυλουργείο και το αρχονταρίκι. Στις 27 Μαρτίου 1954 μετά την δοκιμασία γίνεται μοναχός και παίρνει το όνομα Αβέρκιος.
Αργότερα ο π. Αβέρκιος βρέθηκε κοντά στον ενάρετο παπά - Κύριλλο και τον υπηρέτησε ως υποτακτικός και κατόπιν στην ιδιόρρυθμη Μονή του Φιλοθέου, το 1956. Εκεί είχε άλλοτε το διακόνημα του δοχειάρη, άλλοτε του τραπεζάρη και τέλος του ξυλουργού.
Μετά από ένα χρόνο, αθόρυβης άσκησης και πνευματικού αγώνα, εκάρη μικρόσχημος μοναχός, στις 3 Μαρτίου 1957 και πήρε το όνομα Παΐσιος. Κατά το σύντομο διάστημα της παραμονής του στη μονή Φιλοθέου, ο γέροντας δεν έπαψε να σκέφτεται την ησυχαστική ζωή. Έκανε διάφορες προσπάθειες να βρεθεί στην έρημο αλλά όλες απέτυχαν. Δεν είχε έλθει ακόμη η κατάλληλη στιγμή.
Δεν περνά πολύς καιρός και με αποκάλυψη κατευθύνει ο Θεός τα βήματά του στο μοναστήρι του Στομίου στην Κόνιτσα, τον Αύγουστο του 1958. Εκεί ανέλαβε την ανακαίνιση και ανασυγκρότηση του υπάρχοντος μοναστηριού το οποίο είχε καταστραφεί εξ' αιτίας πυρκαϊάς.
Το μοναστήρι ήταν αφιερωμένο στην Παναγία και ο γέροντας συνήθιζε να το ονομάζει Περιβόλι της Παναγίας για να του θυμίζει το Άγιον Όρος. Όντας στο μοναστήρι ο γέροντας συνέχισε να βοηθάει και να συμπαραστέκεται όσους είχαν ανάγκη.
Την ίδια χρονιά αποφασίζει να κάνει την ανακομιδή του λειψάνου του Αγίου Αρσενίου. Είχαν περάσει τριάντα περίπου χρόνια από την κοίμησή του.
Το 1961 επιστρέφει και πάλι στο Άγιον Όρος, απ΄ όπου θα αναχωρήσει και πάλι για το Στόμιο. Η αγάπη προς το γέροντα από τους εκεί κατοίκους ήταν τεράστια.
Αργότερα ο γέροντας μετέβη στο Σινά, όπου έζησε για λίγο καιρό την ησυχαστική ζωή. Κι΄ από το Σινά και πάλι πίσω στο Άγιον Όρος, όπου αρχίζει να ψάχνει τόπο για να ασκηθεί. Πρώτος σταθμός η Καψάλα στην οποία δεν βρήκε τόπο για να μείνει ο γέροντας.
Έπειτα επισκέφτηκε τη σκήτη των Ιβήρων, όπου και βρήκε την καλύβα των Αρχαγγέλων, το 1964. Γύρω στο 1967 και χάριν της ησυχίας ο γέροντας έρχεται στα Κατουνάκια και παίρνει το κελί του Υπατίου, πιο πάνω από τους Δανιηλαίους. Το 1968 βρίσκεται στη μονή Σταυρονικήτα, για να βοηθήσει στην ανασυγκρότηση της μονής, ενώ το 1969 εγκαθίσταται στο κελί του Τιμίου Σταυρού, όπου θα ζήσει ασκητικά για έντεκα χρόνια.
Τελευταίος σταθμός του γέροντα στο Άγιον Όρος ήταν η Παναγούδα. Η Παναγούδα ανήκε στην μονή Κουτλουμουσίου. Οι πατέρες της μονής δέχτηκαν με χαρά το γέροντα και του παραχώρησαν το κελί μέχρι τη στιγμή που βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος.
Καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής του ο γέροντας πόνεσε και ασθένησε. Από την αρχή της μοναχικής του ζωής ταλαιπωρήθηκε από διάφορες ασθένειες με πιο σημαντική τον καρκίνο.
Στις 22 Οκτωβρίου 1993 βγήκε από το Άγιον Όρος για τελευταία φορά, καθότι η εξέλιξη της υγείας του δεν του επέτρεψε να επιστρέψει, ούτε και μετά το θάνατό του. Μόνο που και πίσω απ΄ αυτή την κίνηση κρύβεται και πάλι η πρόνοια του Θεού.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1994 έγινε η εγχείρηση αφαίρεσης όγκου του παχέος εντέρου αλλά η νόσος εξελίσσονταν φοβερά, ώσπου διαπιστώθηκε η επέκταση στο ήπαρ και τους πνεύμονες.
Ο γέροντας υπέμεινε τον πόνο και την ασθένεια αγόγγυστα.
Στην εορτή της αγαπημένης του Αγίας, της Αγίας Ευφημίας, κοινώνησε για τελευταία φορά. Τελικά παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο που τόσο αγάπησε την 12η Ιουλίου 1994.
Η νεκρώσιμος ακολουθία τελέστηκε αφανώς και η ταφή του έγινε πίσω από το ναό του Αγίου Αρσενίου στo Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Σουρωτής.
Εκεί προστρέχουν καθημερινά πλήθη πιστών με πίστη πόθο και αγάπη εκφράζοντας την τιμή και την αγάπη τους προς τον Άγιο Γέροντα.

[Οι φωτογραφίες (Ο τάφος του Γέροντα και Παϊσίου_Επιτύμβιο) είναι παρμένες από το ιστολόγιο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: