Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Απ’ το σάουντρακ της ταινίας του Γκίμπσον «Τα Πάθη του Χριστού» άλλα δύο κομμάτια. Ancora due brani dalla colonna sonora del film di Mel Gibson “The Passion of the Christ” (di John Debney).

Για την μουσική επένδυσι της πιο συζητημένης ταινίας του Μέλ Γκίμπσον «Τα Πάθη του Χριστού» που την υπογράφει ο συνθέτης Τζών Ντέμπνεϋ (John Debney), έχουμε αναφερθή κατα το παρελθόν Πάσχα.
Από τα δεκαπέντε κομμάτια της σύνθεσης (είχαμε αναρτήσει τρία) σήμερα αναρτούμε τα δύο τελευταία, την Εις Άδου κάθοδο ("Jesus Is Carried Down") και την Ανάστασι ("Resurrection"): Jesus Is Carried Down-John Debney John

Debney - Resurrection [the Passion of the Christ]

Το «Ανυμνούμεν, Λόγε» του Σταμάτη Σπανουδάκη και η διαφορά Ελλήνων και Δυτικών στον εορτασμό του Πάσχα. Stamatis Spanudakis sulla differenza tra Greci ortodossi e cristiani Occidentali per quanto riguarda il festeggiamento della Pasqua; + il brano “Innegiamo per te, Verbo”


"Έχετε παρατηρήσει ότι εμείς γιορτάζουμε, ως Έλληνες, ως Ορθόδοξοι, το Πάσχα πολύ περισσότερο από τα Χριστούγεννα, ενώ αντιθέτως οι Δυτικοί, οι Αμερικάνοι τα Χριστούγεννα. Εδώ είναι όλη η διαφορά στο μυαλό μας, εδώ είναι όλη η διαφορά στη νοοτροπία μας, εδώ είναι αυτό που μας κάνει Έλληνες. Αυτό το λεπτό σημείο: Για όλους τους Ευρωπαίους, αλλά και για όσους από εμάς παρασύρουν εκείνοι και τους εκσυγχρονίζουν, η ζωή είναι η γέννησι, η ζωή είναι η χαρά, η ζωή είναι το χειροκρότημα, η ζωή είναι επιτυχία, άρα κατά συνέπειαν η ζωή είναι τα λεφτά, και τα λοιπά και τα λοιπά.

Για μάς τώρα, τους Ορθόδοξους, τους Έλληνες - ας μήν προτάσσω το ορθόδοξους- για μάς τους Έλληνες, τί γιορτάζουμε; Την Μεγάλη Παρασκευή, τον Θάνατο, την Σταύρωσι!
Γιατι εμείς ξέρουμε: ότι μόνο μέσα από την Σταύρωσι έρχεται Ανάστασι!"

Σταμάτης Σπανουδάκης 
(Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, Σεπτέμβριος 2013)

Σταμάτης Σπανουδάκης "Ανυμνούμεν Λόγε"

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Από την υμνογραφία της Μ. Παρασκευής. Μια πρότασι στιχουργικής διάταξης-ανάγνωσης των μεγαλυναρίων του Επιτάφιου Θρήνου. Dall’ innografia della Settimana Santa degli Ortodossi: una proposta sul testo dell’ Epitaphios ("Lamentazione sulla Tomba")



Η δημοφιλής υμνογραφική σύνθεσι του Επιτάφιου Θρήνου που με την μεταγενέστερη (και μάλλον αδόκιμη) ονομασία «Εγκώμια», ψάλλεται κάθε Μεγάλη Παρασκευή από τον ελληνορθόδοξο λαό μας, αποτελεί μεταξύ άλλων φιλολογικό πρόβλημα. Και δεν είναι τόσο σημαντικό ζήτημα η αυθαίρετη ονομασία Εγκώμια του συνόλου των εκατοντάδων μικρών αυτών στιχουργημάτων που μάλλον προέκυψε κατά τους τελευταίους 2 αιώνες από κάποιον εκδότη, ( η παλαιότερη χειρόγραφη παράδοσι υποστηρίζει την ονομασία «Μεγαλυνάρια»), όσον τα μέχρι σήμερα άλυτα προβλήματα της πατρότητας και της ακριβής χρονολόγησής τους. 

Επίσης θέμα άξιον μελέτης αποτελεί το γνήσιο του κειμένου (για να αποκατασταθεί με τους όρους της φιλολογίας χρειάζεται ασφαλώς κριτική έκδοσι που θα προκύψη από το τεράστιο σύνολο των χειρογράφων), με τα επιμέρους χαρακτηριστικά της ποιητικής μορφής, του συνολικού αριθμού, αλλά και της σειράς των τροπαρίων αυτού του Επιταφίου Θρήνου. 
Βεβαίως «Στα έντυπα λειτουργικά βιβλία ο αριθμός των εγκωμίων είναι συνήθως 176, τόσοι όσοι οι στίχοι του Αμώμου. Στο τέλος της κάθε στάσης ψάλλονται το δοξαστικόν, το θεοτοκίον και το πρώτο τροπάριον της κάθε στάσης (σύνολο 185 τροπάρια).» 

Εμείς σήμερα (ζητώντας συγγνώμη για την αφροντισιά που παρουσιάζει ορθογραφικά το κείμενο) περιοριζόμαστε σε μια πρώτη –προχειρότατη- πρότασι σχετικά με την στιχουργική μορφή των τροπαρίων. 
Με την ελπίδα να επανέλθουμε επι του θέματος (προσεκτικότεροι και επιμελέστεροι)!

ΤΑ "ΕΓΚΩΜΙΑ" - ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ ΤΗΣ Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ


Α΄  Στάσις  

1 ζωή ν τάφω κατετέθης, Χριστέ,

καί γγέλων στρατιαί ξεπλήττοντο,

συγκατάβασιν δοξάζουσαι τήν σήν.



ζωή, πς θνήσκεις; πς καί τάφω οκες;

το θανάτου τό βασίλειον λύεις δέ,

καί το δου τούς νεκρούς ξανιστς.



Μεγαλύνομεν σέ, ησο βασιλε,

καί τιμμεν τήν ταφήν καί τά πάθη σου,

δί’ ν σωσας μς κ τς φθορς.



Μέτρα γής στήσας ν σμικρ κατοικες,

ησο παμβασιλεύ, τάφω σήμερον,

κ μνημάτων τούς θανόντας νιστν.



5 Ἰησο Χριστέ μου, βασιλε το παντός,

τί ζητν τος ν τ δη λήλυθας,

τό γένος πολύσαι τν βροτν;



δεσπότης πάντων καθορται νεκρός,

καί ν μνήματι καιν κατατίθεται

κενώσας τά μνημεα τν νεκρν.



ζωή ν τάφω κατετέθης Χριστέ,

καί θανάτω σου τόν θάνατον λεσας

καί πήγασας τ κόσμω τήν ζωήν.



Μετά τν κακούργων ς κακοργος, Χριστέ,

λογίσθης, δικαιν μς παντας

κακουργίας το ρχαίου πτερνιστο.



ραος κάλλει παρά πάντας βροτούς

ς νείδεος νεκρός καταφαίνεται,

τήν φύσιν ραΐσας το παντός.



10 Ἅδης πώς ποίσει, Στερ, παρουσίαν τήν σήν

καί μή θάττον συνθλασθείη σκοτούμενος,

στραπς φωτός σου αγλη κτυφλωθες;



ησο, γλυκύ μοι καί σωτήριον φς,

τάφω πς ν σκοτειν κατακέκρυψαι;

φάτου καί ρρήτου νοχς!



πορε καί φύσις νοερά καί πληθύς

σώματος, Χριστέ, τό μυστήριον

τς φράστου καί ρρήτου σου ταφς.



θαυμάτων ξένων, πραγμάτων καινν!

πνος μοι χορηγός πνος φέρεται

κηδευόμενος χερσί το ωσήφ.



Καί ν τάφω δυς καί τν κόλπων, Χριστέ,

τν πατρώων οδαμς πεφοίτησας•

τοτο ξένον καί παράδοξον μού.



15 Ἀληθής καί πόλου καί τς γής βασιλεύς,

ε καί τάφω σμικροτάτω συγκέκλεισαι,

πεγνώσθης πάση κτίσει ησο.



Σού τεθέντος τάφω, πλαστουργέτα Χριστέ,

τά το δου σαλεύθη θεμέλια

καί μνημεα νεώχθη τν βροτν.



τήν γν κατέχων τή δρακί νεκρωθες,

σαρκικς πό τς γής νν συνέχεται,

τούς νεκρούς λυτρν τς δου συνοχς.



κ φθορς νέβης ζωή μου, Σωτήρ,

σού θανόντος καί νεκρος προσφοιτήσαντος

καί συνθλάσαντος το δου τούς μοχλούς.



ς φωτός λυχνία νν σάρξ το Θεο

πό γν ς πό μόδιον κρύπτεται

καί διώκει τόν ν δη σκοτασμόν.



20 Νοερν συντρέχει στρατιν πληθύς

ωσήφ σύν Νικοδήμω συστελαι σέ

τόν χώρητον ν μνήματι σμικρ.



Νεκρωθες βουλήσει καί τεθες πό γν

ζωοβρύτα ησο μου, ζώωσας

νεκρωθέντα παραβάσει μέ πικρά.



Καν νεκρός ωράθης, λλά ζν ς Θεός


επανάγεις από γής προς ουράνια
τους εκείνους πεπτωκότας, Ιησού.


λλοιοτο πάσα κτίσις πάθη τ σ

πάντα γάρ σοί, Λόγε, συνέπασχον,

συνοχέα σέ γινώσκοντα παντός.



Τς ζως τήν πέτραν ν κοιλίαν λαβν,

δης παμφάγος ξήμεσεν,

ξ αἰῶνος ος κατέπιε νεκρούς.



25 Ἐν καιν μνημείω κατετέθης, Χριστέ,

καί τήν φύσιν τν βροτν νεκαίνισας,

ναστς θεοπρεπς κ τν νεκρν.



πί γής κατλθες, να σώσης δάμ,

καί ν γ μή ερηκς τοτον, Δέσποτα,

μέχρις δου κατελήλυθας ζητν.



Συγκλονεται φόβω πάσα, Λόγε, γ,

καί φωσφόρος τάς κτίνας πέκρυψε,

το μεγίστου γ κρυβέντος σου φωτός.



ς βροτός μέν θνήσκεις κουσίως Σωτήρ,

ς Θεός δέ τούς θνητούς ξανέστησας

κ μνημάτων καί βυθο μαρτιν.



Δακρυρρόους θρήνους πί σέ γνή

μητρικς, ησο, πιρραίνουσα

νεβόα• πς κηδεύσω σέ, Υέ;



30 Ὥσπερ σίτου κόκκος ποδύς κόλπους γής

τόν πολύχουν ποδέδωκας σταχυν,

ναστήσας τούς βροτούς τούς ξ δάμ.



πό γν κρύβης, σπερ λιος, νν

καί νυκτί τή το θανάτου κεκάλυψαι•

λλ’ νάτειλον φαιδρότερος, Σωτήρ.



ς λίου δίσκον σελήνη, Σωτήρ,

ποκρύπτει, καί σέ τάφος νν κρυψεν,

κλιπόντα τ θανάτω σαρκικς.



ζωή θανάτου γευσαμένη, Χριστός

κ θανάτου τούς βροτούς λευθέρωσε

καί τος πάσι νν δωρεται τήν ζωήν.



Νεκρωθέντα πάλαι τόν δάμ φθονερς,

παναγεις πρός ζωήν τή νεκρώσει σου

νέος, Στερ, ν σαρκί φανες δάμ.



35 Νοεραί σέ τάξεις, πλωμένον νεκρόν,

καθορσαι δί’ μς ξεπλήττοντο,

καλυπτόμεναι τας πτέρυξι, Σωτήρ.



Καθελν σέ, Λόγε πό ξύλου νεκρόν,

ν μνημείω ωσήφ νν κατέθετο.

λλ’ νάστα, σώζων πάντας ς Θεός.



Τν γγέλων, Στερ, χαρμονή πεφυκς,

νν καί λύπης τούτοις γέγονας ατιος,

καθορώμενος σαρκί άπνους νεκρός.



ψωθέν ν ξύλω, καί τούς ζώντας βροτούς

συνυψος• πό τήν γν δέ γενόμενος,

τούς κειμένους π’ ατήν ξανιστς.



σπερ λέων, Στερ, φυπνώσας σαρκί,

ς τις σκύμνος νεκρός ξανίστασαι,

ποθέμενος τό γρας τς σαρκός.



40 Τήν πλευράν νύγης πλευράν εληφς

το δάμ, ξ ς τήν Εαν διέπλασας,

καί ξέβλυσας κρουνούς καθαρτικούς.



ν κρυπτ μέν πάλαι θύεται μνός•

σύ δ’ παίθριος τυθες, νεξίκακε,

πάσαν κτίσιν πεκάθηρας, Σωτήρ.



Τίς ξείποι τρόπον φρικτόν, ντως καινόν;

δεσπόζων γάρ τς κτίσεως σήμερον

πάθος δέχεται καί θνήσκει δί’ μς.



ζως ταμίας πς ρται νεκρός;

κπληττόμενοι ο γγελοι κραζον•

πς δ’ ν μνήματι συγκλείεται Θεός;



Λογχονύκτου, Στερ, κ πλευρς σου ζωήν

τη ζωή, τη κ ζως ξωσάση με,

πιστάζεις καί ζωος μέ σύν ατή.



45 Ἁπλωθες ν ξύλω συνηγάγου βροτούς•

τήν πλευράν σου δέ νυγες τήν ζωήρρυτον,

πάσιν φεσιν πηγάζεις, ησο.



εσχήμων, Στερ, σχηματίζει φρικτς

καί κηδεύει ς νεκρόν εσχημόνως σέ

καί θαμβεταί σου τό σχμα τό φρικτόν.



πό γν βουλήσει κατελθν ς θνητός,

πανάγεις πό γής πρός οράνια

τούς κεθεν πεπτωκότας, ησο.



Καν νεκρός ωράθης, λλά ζν ς Θεός

νεκρωθέντας τούς βροτούς νεζώωσας,

τόν μόν πονεκρώσας νεκρωτήν.



χαρς κείνης! πολλς δονς!

σπερ τούς ν δη πεπλήρωκας,

ν πυθμέσι φς στράψας ζοφερος.



50 Προσκυν τό πάθος, νυμν τήν ταφήν,

μεγαλύνω σου τό κράτος, φιλάνθρωπε,

δί’ ν λέλυμαι παθν φθοροποιν.



Κατά σου ρομφαία στιλβοτο, Χριστέ,

καί ρομφαία σχυρο μέν μβλύνεται

καί ρομφαία δέ τροποται τς δέμ.



μνάς τόν ρνα βλέπουσα ν σφαγή

τας ακίσι βαλλομένη ωλόλυζε,

συγκινοσα καί τό ποίμνιον βον.

μνάς τόν ρνα καθορώσα νεκρόν,

Κάν νθάπτη τάφω, κάν ες δου μολς,

λλά, Στερ, καί τούς τάφους κένωσας

καί τόν δην πεγύμνωσας, Χριστέ.



κουσίως, Στερ, κατελθν πό γν,

νεκρωθέντας τούς βροτούς νεζώωσας

καί νήγαγες ν δόξη πατρική.



55 Τς Τριάδος ες ν σαρκί δί’ μς

πονείδιστον πέμεινε θάνατον•

φρίττει λιος καί τρέμει δέ γ.



Τς Τριάδος πάθος υπομένει ο Είς,

πονείδιστον, αμνός ιλαστήριος•

φρίξον ήλιε και τρόμαξον η γή!


ς πικρς κ κρήνης, τς ούδα φυλς

ο πόγονοι ν λάκκω κατέθεντο

τόν τροφέα μανναδότην ησο.



κριτής ς κρίτος πρό Πιλάτου κριτο

καί παρίστατο καί θάνατον δικον

κατεκρίθη διά ξύλου σταυρικο.



κριτής εις δίκην, πρό αδίκου κριτο


λαζών σραήλ, μιαιφόνε λαέ,

τί παθν τόν Βαραββν λευθέρωσας,

τόν Σωτήρα δέ παρέδωκας σταυρ;



Μιαιφόνον έθνος, αλαζών Ισραήλ,


χειρί σου πλάσας τόν δάμ κ τς γής,

δί’ ατόν τή φύσει γέγονας νθρωπος

καί σταύρωσαι βουλήματι τ σ.



60 Ὑπακούσας, Λόγε, τ δίω Πατρί,

μέχρις δου το δεινο καταβέβηκας

καί νέστησας, τό γένος τν βροτν.



Ομοι, φς το κόσμου ομοι φς τό μόν!

ησο μου ποθεινότατε, κραζεν

Παρθένος θρηνωδοσα γοερς.



Φθονουργέ, φονουργέ, καί λάστορ λαέ,

καν σινδόνας καί ατό τό σουδάριον

ασχύνθητι, ναστάντος το Χριστο.



Φθονερέ, αλάστορ, φόνου πλήρης λαέ,

καν σινδόνας καί ατό τό σουδάριον

ουκ αισχύνη, αναστάντος του Χριστού;


Δολοφόνε δερο, μιαρέ μαθητά,

καί τόν τρόπον τς κακίας σου δεξον μοί,

δί’ ν γέγονας προδότης το Χριστο.



ς φιλάνθρωπός τις ποκρίνει, μωρέ

καί τυφλέ πανολεθρότατε σπονδε,

τό μύρον πεπρακς διά τιμς.



65 Ορανίου μύρου ποίαν σχες τιμήν;

το τιμίου τί δέξω ντάξιον;

λύσσαν ερες καταρώτατε Σατν.



Ε φιλόπτωχος ε καί τό μύρον λυπε,

κενουμένου ες ψυχς λαστήριον,

πς χρυσ πεμπολες τόν φωταυγή;



Ει λυπή το μύρον,  και φιλόπτωχος εί,

εις εξίλασμα ψυχής νυν χεόμενον,


Θεέ καί λόγε, χαρά μή,

πς νέγκω σου ταφήν τήν τριήμερον;

νν σπαράττομαι τά σπλάχνα μητρικς.



Τίς μοί δώσει δωρ καί δακρύων πηγς;

θεονυμφος Παρθένος κραύγαζεν,

να κλαύσω τόν γλυκύν μου ησον;



βουνοί καί νάπαι καί νθρώπων πληθύς,

κλαύσατε καί πάντα θρηνήσατε

σύν μοί τή το Θεο μν Μητρί.




70 Πότε  δω, Στερ, σέ τό χρονον φς,

τήν χαράν καί δονήν τς καρδις μου;

Παρθένος νεβόα γοερς.



Καν ς πέτρα, Στερ, κρότομος σύ

κατεδέξω τήν τομήν, λλ’ πήγασας

ζν τό ρεθρον ς πηγήν ν τς ζως.



ς μις κ κρήνης τόν διπλον ποταμόν

τς πλευρς σου προχεούσης ρδόμενοι,

τήν θάνατον καρπούμεθα ζωήν.



Θέλων φθης, Λόγε, ν τ τάφω νεκρός,

λλά ζς καί τούς βροτούς, ς προείρηκας,

ναστάσει σου, Σωτήρ μου, γερες.



Δόξα Πατρί

νυμνομεν, Λόγε, σέ τόν πάντων Θεόν,

σύν Πατρί καί τ γίω σου Πνεύματι,

καί δοξάζομεν τήν θείαν σου ταφήν.



Καί νν

75 Μακαρίζομεν σέ, Θεοτόκε γνή,

καί τιμμεν τήν ταφήν τήν τριήμερον

το Υο σου καί Θεο μν πιστς.



ζωή ν τάφω κατετέθης, Χριστέ,

καί γγέλων στρατιαί ξεπλήττοντο

συγκατάβασιν δοξάζουσαι τήν σήν.



Β΄  Στάσις  

1    Άξιον εστί μεγαλύνειν σε τον ζωοδότην,
τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα
και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού.

Άξιον εστί μεγαλύνειν σε τον πάντων κτίστην•
τοις σοις γαρ παθήμασιν, έχομεν
την απάθειαν, ρυσθέντες της φθοράς.

Έφριξεν η γη, και ο ήλιος, Σώτερ, εκρύβη,
σου του ανεσπέρου φέγγους, Χριστέ,
δύναντος εν τάφω σωματικώς.

Ύπνωσας, Χριστέ, τον φυσίζωον ύπνον εν τάφω
και βαρέος ύπνου εξήγειρας του
της αμαρτίας το των ανθρώπων γένος.

5    Μόνη γυναικών χωρίς πόνον έτεκόν σε, τέκνον,
πόνους δε νυν φέρω πάθει τω σω
αφορήτους, έλεγεν η σεμνή.

Άνω σε, Σωτήρ, αχωρίστως τω Πατρί συνόντα,
κάτω δε νεκρόν ηπλωμένον
γη φρίττουσιν ορώντα τα Σεραφείμ.

Ρήγνυται ναού καταπέτασμα τη ση σταυρώσει,
κρύπτουσι φωστήρες, Λόγε, το φως
σου κρυβέντος, Ήλιε, υπό γην.

Γης ο κατ’ αρχάς μόνω νεύματι πήξας τον γύρον,
άπνους ως βροτός καθυπέδυ γην•
φρίξον τω θεάματι, ουρανέ.

Έδυς υπό γην ο τον άνθρωπον χειρί σου πλάσας
ιν’ εξαναστήσης του πτώματος
των βροτών τα στίφη πανσθενεστάτω κράτει.

10 Θρήνον ιερόν δεύτε άσωμεν Χριστώ θανόντι,
ως αι μυροφόροι γυναίκες πριν
ίνα και το χαίρε ακουσώμεθα συν αυταίς.

Μύρον αληθώς συ ακένωτον υπάρχεις, Λόγε•
όθεν σοι και μύρα προσέφερον
ως νεκρώ τω ζώντι γυναίκες μυροφόροι.

Άδου μεν ταφείς τα βασίλεια, Χριστέ, συντρίβεις,
θάνατον θανάτω δε θανατοίς
και φθοράς λυτρούσαι τους γηγενείς.

Ρείθρα της ζωής η προχέουσα Θεού σοφία
τάφον υπεισδύσα ζωοποιεί
τους εν τοις αδύτοις Άδου μυχοίς.

Ίνα των βροτών καινουργήσω συντριβείσαν φύσιν,
πέπληγμαι θανάτω θελών σαρκί,
Μήτερ ουν μη κόπτου τοις οδυρμοίς.

15 Έδυς υπό γην ο φωσφόρος της δικαιοσύνης
και νεκρούς ώσπερ εξ ύπνου εξήγειρας,
εκδιώξας άπαν το εν τω άδη σκότος.

Κόκκος διφυής ο φυσίζωος εν γης λαγόσι
σπείρεται, συν δάκρυσι σήμερον,
αλλ’ αναβλαστήσας κόσμον χαροποιήσει.

Έπτηξεν Αδάμ Θεού βαίνοντος εν Παραδείσω,
χαίρει δε προς άδην φοιτήσαντος,
πεπτωκός το πρώην και νυν εγηγερμένος.

Σπένδει σοι χοάς η τεκούσα σε, Χριστέ, δακρύων,
σαρκικώς κατατεθέντι εν μνήματι,
εκβοώσα• Τέκνον ανάστα, ως προέφης.

Τάφω Ιωσήφ ευλαβώς σε τω καινώ συγκρύπτων,
ύμνους εξοδίους θεοπρεπείς
τοις συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι, Σωτήρ.

20 Ήλοις σε σταυρώ πεπαρμένον η ση μήτηρ, Λόγε
βλέψασα, τοις ήλοις λύπης πικράς
βέβληται και βέλεσι την ψυχήν.

Σε τον του παντός γλυκασμόν η μήτηρ καθορώσα
πόμα ποτιζόμενον το πικρόν,
 δάκρυσι τας όψεις βρέχει πικρώς.

Τέτρωμαι δεινώς και σπαράττομαι τα σπλάχνα, Λόγε,
βλέπουσα την άδικον σου σφαγήν•
έλεγεν η πάναγνος εν κλαυθμώ.

Όμμα το γλυκύ και τα χείλη σου πως μύσω, Λόγε;
πως νεκροπρεπώς δε κηδεύσω Σε;
φρίττων ανεβόα ο Ιωσήφ.

Ύμνους Ιωσήφ και Νικόδημος επιταφίους
άδουσι Χριστώ νεκρωθέντι νυν•
άδει δε συν τούτους και Σεραφείμ.

25 Δύνεις υπό γην, Σώτερ, ήλιε δικαιοσύνης•
όθεν η τεκούσα σελήνη σε ταις λύπαις
εκλείπει, της θέας στερουμένη.

Έφριξεν ορών, Σώτερ, Άδης σε τον ζωοδότην
πλούτον τον εκείνου σκυλεύοντα
και τους απ’ αιώνος νεκρούς εξανιστώντα.

Ήλιος φαιδρόν απαστράπτει μετά νύκτα, Λόγε,
και συ δ’ αναστάς εξαστράψειας
μετά θάνατον φαιδρώς ως εκ παστού.

Γη σε, πλαστουργέ, υπό κόλπους δεξαμενή,
τρόμω συσχεθείσα, Σώτερ, τινάσσεται,
αφυπνώσασα νεκρούς τω τιναγμώ.

Μύροις σε, Χριστέ, ο Νικόδημος και ο ευσχήμων
νυν καινοπρεπώς περιστείλαντες,
Φρίξον, ανεβόων, πάσα η γη!

30 Έδυς, φωτουργέ, και συνέδυ σοι το φως ηλίου•
τρόμω δε η κτίσις συνέχεται,
πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.

Λίθος λαξευτός τον ακρόγωνον καλύπτει λίθον•
άνθρωπος θνητός δ’ ως θνητόν Θεόν
κρύπτει νυν τω τάφω• φρίξον η γη!

Ίδε μαθητήν, ον ηγάπησας και σην μητέρα, τέκνον,
και φθογγήν δος, γλυκύτατον,
έκραζε δακρύουσα η Αγνή.

Συ ως ων ζωής χορηγός, Λόγε, τους Ιουδαίους
εν σταυρώ ταθείς ουκ ενέκρωσας,
αλλ’ ανέστησας και τούτων τους νεκρούς.

Κάλλος, Λόγε, πριν, ουδέ είδος εν τω πάσχειν έσχες,
αλλ’ εξαναστάς υπερέλαμψας,
καλλωπίσας τους βροτούς θείαις αυγαίς.

35 Έδυς τη σαρκί ο ανέσπερος εις γην φωσφόρος•
και μη φέρων βλέπειν ο ήλιος
εσκοτίσθη μεσημβρίας εν ακμή.

Ήλιος ομού και σελήνη σκοτισθέντες, Σώτερ, δ
ούλους ευνοούντας εικόνιζον,
οι μελαίνας αμφιέννυνται στολάς.

Οίδε σε Θεόν Εκατόνταρχος, καν ενεκρώθεις•
πως σε ουν, Θεέ μου, ψαύσω χερσί;
φρίττω, ανεβόα ο Ιωσήφ.

Ύπνωσεν Αδάμ, αλλά θάνατον πλευράς εξάγει•
συ δε νυν υπνώσας, Λόγε Θεού,
βρύεις εκ πλευράς σου κόσμω ζωήν.

Ύπνωσας μικρόν και εζώωσας τους τεθνεώτας
και εξαναστάς εξανέστησας
τους υπνούντας εξ αιώνων Αγαθέ.

40 Ήρθης από γης, αλλ’ ανέβλυσας της σωτηρίας σου
τον οίνον, ζωήρυττε άμπελε.
Δοξάζω σου το πάθος και τον σταυρόν.

Πώς οι νοεροί ταγματάρχαι σε, Σωτήρ, ορώντες
γυμνόν, ημαγμένον, κατάκριτον,
έφερον την τόλμην των σταυρωτών;

Αραβιανόν, σκολιώτατον γένος Εβραίων,
έγνως την ανέγερσιν του ναού•
δια τι κατέκρινας τον Χριστόν!

Χλαίναν εμπαιγμού τον κοσμήτορα πάντων ενδύεις,
ος τον ουρανόν κατηστέρωσε
και την γην εκόσμησε θαυμαστώς.

Ώσπερ πελεκάν, τετρωμένος την πλευράν σου, Λόγε,
σους θανόντας παίδας εζώωσας,
επιστάξας ζωτικούς αυτοίς κρουνούς.

45 Ήλιον το πριν Ιησούς τους αλλοφύλους κόπτων
έστησεν• αυτόν δε απέκρυψας,
καταβάλλων τον του σκότους αρχηγόν.

Κόλπων πατρικών ανεκφοίτητος μείνας, οικτίρμον,
και βροτός γενέσθαι ευδόκησας
και εις άδην καταβέβηκας, Χριστέ.

Ήρθη σταυρωθείς ο εν ύδασι την γην κρεμάσας
και ως άπνους εν αυτή νυν προσκλίνεται,
ο μη φέρουσα εσείετο δεινώς.

Οίμοι, ω Υιέ! η απείρανδρος θρηνεί και λέγει•
ον ως βασιλέα γαρ ήλπιζον,
κατάκριτον νυν βλέπω εν σταυρώ.

Ταύτα Γαβριήλ μοι απήγγειλεν, ότε κατέπτη,
ος την βασιλείαν αιώνιον
έφη του Υιού μου του Ιησού.

50 Φευ! του Συμεών εκτετέλεσται η προφητεία•
η γαρ ση ρομφαία διέδραμε
την εμήν καρδίαν Εμμανουήλ.

Καν τους εκ νεκρών επαισχύνθητε,
ω Ιουδαίοι, ους ο ζωοδότης ανέστησεν,
ον υμείς εκτείνατε φθονερώς.

Έφριξεν ιδών το αόρατον φως, σε Χριστέ μου,
μνήματι κρυπτόμενον άπνουν τε,
και εσκότασεν ο ήλιος το φως

Έκλαιε πικρώς η πανάμωμος μήτηρ σου, Λόγε,
ότε εν τω τάφω εώρακε
σε τον άφραστον και άναρχον Θεόν.

Νέκρωσιν την σην η πανάφθορος, Χριστέ, σου μήτηρ
βλέπουσα, πικρώς σοι εφθέγγετο•
Μη βραδύνης, η ζωή, εν τοις νεκροίς.

55 Άδης ο δεινός συνετρόμαξεν, ότε σε είδεν,
ήλιε της δόξης αθάνατε,
και εδίδου τους δεσμίους εν σπουδή.

Μέγα και φρικτόν, Σώτερ, θέαμα νυν καθοράται!
ο ζωής γαρ πέλων παραίτιος
θάνατον υπέστη, ζωώσαι θέλων πάντας.

Νύττη την πλευράν και ηλούσαι, δέσποτα, τας χείρας,
πληγήν εκ πλευράς σου ιώμενος
και την ακρασίαν χειρών των προπατόρων.

Πριν τον της Ραχήλ υιόν έκλαυσεν άπας κατ’ οίκον•
νυν τον της Παρθένου εκόψατο
μαθητών χορεία συν τη Μητρί.

Ράπισμα χειρών Χριστού δέδωκαν εν σιαγόνι,
του χειρί τον άνθρωπον πλάσαντος
και τας μύλας θλάσαντος του θηρός.

60 Ύμνοις σου, Χριστέ, νυν την σταύρωσιν και την ταφήν τε
άπαντες πιστοί εκθειάζομεν,
οι θανάτου λυτρωθέντες ση ταφή.

Δόξα Πατρί
Άναρχε Θεέ, συναΐδιε Λόγε και Πνεύμα,
σκήπτρα των ανάκτων κραταίωσον
κατά πολεμίων, ως αγαθός.

Και νυν
Τέξασα ζωήν, παναμώμητε αγνή Παρθένε,
παύσον Εκκλησίας τα σκάνδαλα
και βράβευσον ειρήνην, ως αγαθή.

Άξιον εστί μεγαλύνειν σε τον ζωοδότην
τον εν τω σταυρώ τας χείρας εκτείναντα
και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού


Γ΄  Στάσις  

1    Αι γενεαί νύν πάσαι, 
ύμνον τη Ταφή Σου, 
προσφέρουσι Χριστέ μου.



Καθελών του ξύλου, 
ο Αριμαθείας, 
εν τάφω Σε κηδεύει.



Μυροφόροι ήλθον, 
μύρα σοι, Χριστέ μου, 
κομίζουσαι προφρόνως.



Δεύρο πάσα κτίσις, 
ύμνους εξοδίους, 
προσοίωμεν τω Κτίστη.
...



Ούς έθρεψε το μάννα, 
εκίνησαν την πτέρναν, 
κατά του ευεργέτου.



Ιωσήφ κηδεύει, 
συν τω Νικοδήμω, 
νεκροπρεπώς τον Κτίστην.



Ω γλυκύ μου έαρ, 
γλυκύτατόν μου Τέκνον, 
πού έδυ σου το κάλλος; 
...



Υιέ Θεού παντάναξ, 
Θεέ μου πλαστουργέ μου, 
πώς πάθος κατεδέξω;



Έρραναν τον τάφον 
αι Μυροφόροι μύρα, 
λίαν πρωί ελθούσαι.
Αι μυροφόροι, Σώτερ, τω τάφω προσελθούσαι, προσέφερόν σοι μύρα.
Ανάστηθι, Οικτίρμον, 
ημάς εκ των βαράθρων 
εξανιστών του Άδου.
... 


Ειρήνην Εκκλησία, 
λαώ σου σωτηρίαν, 
δώρησαι σή εγέρσει.


     Ω Τριάς Θεέ μου, 
Πατήρ, Υιός και Πνεύμα, 
ελέησον τον κόσμον.


Ιδείν την του Υιού σου, 
Ανάστασιν, Παρθένε, 
αξίωσον σους δούλους.