Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα LETTERATURA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα LETTERATURA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Αυγούστου 2020

Έξη ποιήματα και έξη συν ένας «αφορισμοί» του Ντίνου Χριστιανόπουλου ως addio. Un addio a Dinos Christianopulos (21.03.1931 - 11.08.2020) con 6 sue poesie e 6 piu 1 aforismi.

Χωρίς νεκρολογίες (που έτσι κι αλλιώς δεν του άρεσαν), χωρίς καλολογίες (αυτές είναι που κάποτε θα τις προτιμούσε με ένα επιπλέον β), μόνο με ένα μικρό δικό μας βιογραφικό πρίν τα επιλεγμένα (αυθαιρέτως εννοείται) κείμενά του. Σαν φιλολογικό μνημόσυνο. Άλλωστε, παρ’ όλη την Ερωτική (μάλλον φανερή ομοφυλοφιλική) θεματική πρωτοκαθεδρία στην ποίησί του, καί η Φιλολογία και η χριστιανική πίστι φαίνεται ότι τον συντροφεύσανε (άλλη πιστά, άλλη λιγότερο) σ’ όλη του τη ζωή. 

Προσωπικά κρατώ από παλιά μέσα μου δύο δικά του πράγματα σαν αναμνηστικά: Από την ευρύτερη απήχησί του το άψογα μελοποιημένο από τον Νιόνιο «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας», και από την (σεξιστική θα την έλεγε κάποιος) αισθησιακή ποιητική προσέγγισι, εκείνο το ευρηματικά διατυπωμένο για την ὑπογεγραμμένη κάτω απὸ τὸ ωμέγα, την «πιὸ μικρὴ ἀσέλγεια/ τοῦ ἀλφαβήτου μας».

Θεός σχωρέστον!

...................................

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Πολυσυζητημένος κι αμφιλεγόμενος ποιητής της Θεσσαλονίκης από τους σημαντικότερους της (παρακμιακής) εποχής μας, αλλά από τους ελάσσονες της νεοελληνικής μας ποίησης (κι ας καμώνονται Μητσοτάκης και Τσίπρας στα σημερινά συλλυπητήρια μηνύματά τους πως πρόκειται για «μεγάλο» ποιητή). Φιλόλογος (πτυχίο κλασικῆς φιλολογίας Αριστοτελείου), αλλά όχι και εκπαιδευτικός. Υπήρξε επίσης ικανός μελετητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, λαογράφος, επιμελητής εκδόσεων, βιβλιοκριτικός, συλλέκτης, μελετητής και ερμηνευτής ρεμπέτικων τραγουδιών. Γεννηθείς το 1931 με πραγματικό όνομα Κωνσταντίνος Δημητριάδης, έκανε την πρώτη λογοτεχνική ἐμφάνισι τὸ 1950, υπογράφοντας με το έκτοτε φιλολογικό του ψευδώνυμο Ντίνος Χριστιανόπουλος τὴν ποιητικὴ συλλογὴ «Ἐποχὴ τῶν Ἰσχνῶν Ἀγελάδων».  Ἱδρυτὴς & διευθυντὴς τοῦ λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ «ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ» και εκδότης. Ἐξέδωσε πολλὰ λογοτεχνικὰ καὶ φιλολογικὰ ἔργα (εκ των οποίων περι τα 300 ποιήματα σε πάνω από 10 συλλογές). Κάποια από τα βιβλία του μεταφράστηκαν ήδη σε περισσότερες από 10 ξένες γλώσσες.

ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

του ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

1. Βαρδάρι

Απόψε πάλι τριγυρνώ

μονάχος στο Βαρδάρι.

Χτύπησα πόρτες, μα κανείς

δε μου ’κανε τη χάρη.

 

Απ’ έξω απ’ τα σινεμά

η δίψα μου με στήνει.

Στη ρημαγμένη μου καρδιά

η αρχοντιά μου σβήνει.

 

Τους φίλους μου τους ντρέπομαι,

τους ξένους τους φοβάμαι

και μέσα στην κατάντια μου

τη μάνα μου λυπάμαι.

 

2 .Τύψεις

Όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν.

Δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανηλέητα,
λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες.

Μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή, ξαγρυπνισμένη και χλωμή.

 

3. Ιθάκη

Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια
η από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,
τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη
με τα χριστιανικά της σωματεία
και την ασφυχτική της ηθική.

Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.

Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο
αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.
Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί
κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας
που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…

Τώρα επιστρέφω με μίαν ύποπτη προσπάθεια
να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω
κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει
την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει
στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει
στους κόλπους του μίαν ασωτία ιδιωτική.

Τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω,
που με κρατάει πάντα μακριά.
Μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω,
τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;

 

4. Το Δάσος

Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα και κλαδιά
κι έρχονται τα πουλιά του έρωτα και κελαηδούνε.
Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
οι σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στις λόχμες του ο φόβος ενεδρεύει.
Ζώα μικρά και ζώα άγρια το κατοικούν,
όχεντρες έρπουν και ρημάζουν τις φωλιές μας,
λιοντάρια ετοιμάζονται να μας ξεσκίσουν.
Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
έγιναν δάσος σκοτεινό και μας πλακώνουν.

 

5. Η θάλασσα

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

 

6. Εγκαταλείπω την ποίηση

Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία,
δε θα πει ανοίγω ένα παράθυρο για τη συναλλαγή.
Τέλειωσαν πια τα πρελούδια, ήρθε η ώρα του κατακλυσμού.
Όσοι δεν είναι αρκετά κολασμένοι πρέπει επιτέλους
να σωπάσουν,
να δουν με τι καινούριους τρόπους μπορούν να απαυδήσουν
στη ζωή.

Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία.
Να μη με κατηγορήσουν για ευκολία, πως δεν έσκαψα
βαθιά,
πως δε βύθισα το μαχαίρι στα πιο γυμνά μου κόκαλα.
όμως είμαι άνθρωπος κι εγώ, επιτέλους κουράστηκα,
πως το λένε,
κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;

Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία.
Βρίσκει κανείς τόσους τρόπους να επιμεληθεί
την καταστροφή του.

...............................

Έξη αποφθέγματα-αφοριστικές γνώμες 

του Ντίνου Χριστιανόπουλου

 

1. Το ρεμπέτικο είναι η πολιτιστική αξία του ελληνισμού.
 

2 Βγάλτε τα ποιήματά μου από τα σχολικά βιβλία. Είναι ανήθικα!

3 Οι φιλόλογοι -η μεγάλη μάστιγα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

4. Ο έρωτας δεν είναι πότε θα μπει το ένα μέσα στο άλλο. Έρωτας είναι αυτό που ποθείς. 

5. Ο καθένας γράφει ό,τι μπορείς να φανταστείς με την πεποίθηση πως εκφράζει τον εαυτό του, ενώ δεν εκφράζει παρά μόνο την ηλιθιότητα ή τη μετριότητά του
 

6. Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατωτέρου μου.
 

7. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο “ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων”, που μας άφησαν οι αρχαίοι.

 

 

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Βιβλιοπαρουσίασι: Τασία Βενέτη: «ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ» (απο την φιλόλογο Ευαγγελία Στάθη). La presentazione del libro di Tassia Veneti “Della Neve” (prima collaborazione di Litsa Stathi)

Η πρώτη συνεργασία στο ιστολόγιο γαι το 2018 είναι γεγονός! Διπλή η χαρά και η τιμή για τον “Νέο Παλαμήδη” και τον δαχειριστή του: μία εκλεκτή συνάδελφος και φίλη, η κα Ευαγγελία Στάθη, να μας κάνει φιλολογικό “ποδαρικό” στο νέο έτος!
Η αγαπητή Λίτσα, κατ' εξοχήν βιβλιοφάγος και φιλαναγνώστρια (ως ιδανικός -και σπανίζων πλέον- τύπος φιλολόγου δηλαδή), μάς έστειλε, τηρώντας στο ακέραιο σχετική υπόσχεσί της, μια πρότασι ενός όμορφου βιβλίου. Μας είχε μιλήσει στο σχολείο με ενθουσιασμό για το βιβλίο της Τασίας Βενέτη: «ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ» και με την συνήθη αβροφροσύνη προς τους φίλους της να δανείζει ή και να χαρίζει βιβλία, μας έδωσε για λίγο το αντίτυπο με την ιδιόχειρη αφιέρωσι της συγγραφέως να το διαβάσουμε. Πρόκειται για μια συλλογή αφηγημάτων (καμμια 30ριά μικρές αλλά αληθινές και ψυχωμένες ιστορίες που συνδυάζουν το λογοτεχνικό στοιχείο του λόγου με την ιστορικο-κοινωνική διάστασι του περιεχομένου) μια νέας λογοτεχνικής φωνής, τόσο αξιόλογης, που δυσκολεύεσαι να πιστέψεις οτι πρόκειται για πρωτόλειο. Την ευχαριστήσαμε απο την πρώτη στιγμή που μοιράστηκε μαζί μας την χαρά του ευρήματος και την παρακαλέσαμε να μας κάνει η ίδια την τιμή τής βιβλιοπαρουσίασης .
 Λίτσα Στάθη, καλώς όρισες!!
...............................................................................................
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ.

Τασία Βενέτη: «ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ» (εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ 2013)

Υπάρχουν διαμάντια ανεκτίμητα και δυσεύρετα, αλλά και διαμαντάκια κρυμμένα σε σημεία που δεν τα βάζει ο νους σου και φανερώνονται μπροστά σου εκεί που δεν το περιμένεις! Ένα τέτοιο λογοτεχνικό διαμαντάκι (με την έννοια του μικρού μεγέθους και όχι της αξίας) έπεσε στα χέρια μου σε πρόσφατο ταξίδι στην γενέτειρά μου, τα Γιάννενα! Πρόκειται για το βιβλίο της Τασίας Βενέτη από τις εκδ. Ροδακιό, με τον τίτλο: «του χιονιού». 
Ως εδώ τίποτε το ιδιαίτερο, θα πει κανείς. Κι όμως, εδώ είναι το ξεχωριστό (και είναι και η γνωριμία μου με την συγγραφέα που έτυχε να είναι και πατριώτισσά μου!!) : Το οτι απέχει από την εικόνα που έχουμε συνήθως για τους συγγραφείς, ότι ξημεροβραδιάζονται πάνω από τόμους βιβλίων!

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή: Η γνωριμία μου μαζί της έγινε σε ένα οικογενειακό και ζεστό περιβάλλον ένα κρύο φθινοπωρινό απόγευμα του περασμένου Οκτωβρίου με έναν απροσδόκητο τρόπο, αφού η ίδια με περίμενε, μόλις πληροφορήθηκε το ενδιαφέρον μου για το βιβλίο της, περιχαρής με ένα αντίτυπο στο χέρι της και διάθεση για συζήτηση και επικοινωνία. Στην συνομιλία μας αυτή μου αποκάλυψε μερικά από τα μυστικά της ξεχωριστής γραφής της: δεν διαβάζει λογοτεχνία, στο σχολείο δεν ήταν καλή μαθήτρια, έγραφε όμως καλές εκθέσεις και η συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου ήταν η λυτρωτική ψυχοθεραπεία της σε μια πολύ δύσκολη και επώδυνη οικογενειακή κατάσταση. Άνθρωπος χαμηλών τόνων, δεν ήθελε να δώσει στη δημοσιότητα τα αφηγήματά της, θεωρώντας ότι δεν θα ενδιέφεραν κανέναν. 

Δεν έβρισκε λοιπόν κανέναν άλλο από τους συνήθεις λόγους να το κάνει, εκτός από τον κοινωφελή σκοπό να βοηθήσει τα παιδιά με σοβαρές καρδιακές παθήσεις της ιδιαίτερης πατρίδας της, στο σύλλογο των οποίων και διαθέτει τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου, μια και η ίδια βίωσε το πρόβλημα μέσα από το δικό της παιδί!

Όποιος πάρει το βιβλίο στα χέρια του θα δει την λιτή αφιέρωση στους γονείς της. Ίσως τον ξενίσει το γεγονός, είναι όμως απόλυτα δικαιολογημένη, καθώς είναι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο προχώρησε στην έκδοση αυτών των ιστοριών: να προλάβουν να το διαβάσουν οι γονείς της και ιδιαίτερα η μητέρα της, πριν χάσει το φως της από ωχρά κηλίδα! Συμπάθησα και εκτίμησα πολύ αυτόν τον άνθρωπο, γι’ αυτό και, όταν ο εκλεκτός συνάδελφος και αγαπημένος φίλος Αλέξανδρος Σελλενίδης, με τον οποίο έσπευσα να μοιραστώ αυτή μου την εμπειρία και να του δώσω το βιβλίο, μου ζήτησε να γράψω... δυο λόγια, έσπευσα ασμένως να ανταποκριθώ!

Μέσα από τις εικοσιοκτώ ιστορίες αυτού του βιβλίου η Τασία Βενέτη δίνει με πυκνή, μεστή αφηγηματική λιτότητα, μικρές ρηματικές προτάσεις και χρησιμοποιώντας το γλωσσικό ιδίωμα της ιδιαίτερης πατρίδας της, ανάγλυφη την εικόνα της ελληνικής επαρχίας, (κυρίως στην Ήπειρο) στα δύσκολα για τον τόπο χρόνια της κατοχής και του εμφύλιου. Πρωταγωνίστριες γυναίκες, που βίωναν περισσότερο απ΄όλους αυτές τις τραγικές καταστάσεις μέσα από τους πολλαπλούς ρόλους της γιαγιάς, της μάνας, της κόρης, της αδερφής, της συζύγου!! Παιδί μεταναστών και η ίδια, που επέστρεψε στην πατρίδα, μεταφέρει με ξεχωριστή ευαισθησία, αφηγηματική δεξιοτεχνία και θεατρικότητα [ο Καβάφης είναι ο αγαπημένος της ποιητής] την απογοήτευση από την ματαίωση της φυγής για ένα καλύτερο κόσμο, στο διήγημά της με τον τίτλο: «Κουβέντες ως τον ήλιο», που ξεχώρισα και μου άρεσε περισσότερο, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι για την ομορφιά και την αξία των υπολοίπων!!

Φλυάρησα, νομίζω, αρκετά και καθώς τα …….. πολλά λόγια είναι φτώχεια και το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι καθόλου φτωχό, ακριβώς επειδή δεν …….φλυαρεί, το παραδίνω στα χέρια σας και στην κρίση σας!!!!!

Ευχαριστώ για την φιλοξενία


Ευαγγελία Στάθη.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Καλό μήνα! Με μεταφραστικές απόπειρες σε λογοτεχνικά κείμενα δύο φίλων Ιταλών. Tentativi di traduzione a testi letterari di due amici italiani

Κείμενα εντελώς πρόσφατα, που ασπαίρουν. Από Ιταλία. Ενός φίλου και μιας φίλης με λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Δημοσιευμένα χθές, στο ίδιο ιστολόγιο. Κείμενα δυο, ένα πεζό κι ένα ποίημα, χωρίς εκδοτικές φιλοδοξίες. Φωνές/κραυγές ανθρώπων σαν άπλωμα χεριών μέσω του διαδικτύου. 
Γυρίζοντας το πληκτρολόγιο στα ελληνικά, είπα να τα βάλω σε λέξεις με τη δική μας μουσική. Όχι χωρίς φόβο και τρόμο… 



 1. Πεζό
Δεν φοβάμαι Io non ho paura


Υπάρχουν κάτι μέρες που νιώθεις σχεδόν αθάνατη. Τίποτα δεν φαίνεται να σε φοβίζει, ενώ στην πραγματικότητα τα πάντα σε τρομάζουν.Ci sono certi  giorni in cui ti senti quasi immortale. Niente sembra farti paura quando in realtà tutto ti spaventa.
Μέρες μιας ομορφιάς εξοργιστικής, που άμα τις σκέφτεσαι αισθάνεσαι ακόμα τ’ άρωμά τους. Giorni di una bellezza esasperante, che a pensarli ne senti ancora il profumo.
Στιγμές που μοιάζουν να λαμπυρίζουν, διαλείποντα φώτα, χρυσός και προσποίησι όπως λέξεις-πενταπόσταγμα νέκταρος. Momenti che sembrano brillare, luci ad intermittenza, oro e finzione come parole che colano nettare.
Ούτε και η καταιγίδα-σεισμός-τρύπιο λάστιχο-έκτακτη καταβολή φόρου-γυναικολόγος μπορεί να το καταστρέψη. Nemmeno il temporale-terremoto-gomma bucata-calcolo imu-ginecologo potrà rovinarlo.
Φέρω εντός μου την απουσία, την απλή ανάμνησι αρχαίων φημών που  περικλείανε ελπίδες. Porto con me l’assenza, il semplice ricordo di antichi rumori che racchiudevano speranze.
Μου λείπουν εκείνες οι στιγμές όπου μου έφτανε ένα χαμόγελο και δεν σε φοβόμουν. Mi mancano quei momenti nei quali mi bastava un sorriso e non avevo paura di te.

IriSilvi (Posted on
[Μετάφρασι: Αλέξανδρος Σελλενίδης]

2. Ποίημα

Nel mio cielo al crepuscolo 

Posted on

Nel mio cielo al crepuscolo
sottile canto,
rughe,
solchi del passato.
Come viandante non m’ aspetto terra
innanzi a me.
E tutto è in dono.
Siedo adesso in me nell’ attesa
e soffia leggero il buio della notte.
Nell’ assenza,
cerco il silenzio.
C’ è ancora voglia
e seme di futuro
S’ accende il tempo
sul vento dei desideri.

ed è veglia.

Walter Saccà




Στον ουρανό μου κατά το λυκόφως


Στον ουρανό μου κατά το λυκόφως
λεπτό μελώδημα,
ρυτίδες,
αυλακιές παρελθόντος.
Σαν οδοιπόρος δεν περιμένω γή
μπροστά μου.
Και είναι όλα ως δωρεά.
Βρίσκομαι τώρα εντός μου στην αναμονή
και φυσά ελαφρύ το σκοτάδι της νύκτας.
Στην απουσία,
αναζητώ την σιωπή.
Υπάρχει ακόμα πεθυμιά
και σπέρμα του μέλλοντος.
Ανάβει ο χρόνος
στον άνεμο των επιθυμιών.
Και είναι αγρύπνια. 

Walter Saccà

Μετάφρασι: Αλέξανδρος Σελλενίδης Traduzione di Alexandros Sellenides

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Σταχυολογώντας την ποίησι της Άλντα Μερίνι: Περί Αγγέλων και Ανθρώπων (+1 video). Il Newsletter ufficiale dal sito di Alda Merini (traduzione...)

Ένα ευχητήριο μήνυμα με ιδιαίτερη βαρύτητα δεχθήκαμε αυτά τα Χριστούγεννα από τον διαχειριστή της ιστοσελίδας της ποιήτριας Άλντα Μερίνι, Τζιοβάνι Νούτι, και επιχειρούμε να το μεταφράζουμε (κατά το κυριότερο μέρος του) ασχολίαστα.

Newsletter ufficiale http://www.aldamerini.it/
“Degli angeli abbiamo una vecchia memoria. Ce ne hanno raccontato le nonne: che hanno delle grandi ali, e che volano alto e che sono esenti dal male e sono esenti dalle lacrime. Ma gli angeli piangono, piangono e vanno e vengono dalla terra al cielo a portare le nostre preghiere, le nostre desolazioni, i nostri spazi vuoti.
Gli angeli non capiscono l’amore. Se capissero l’amore morirebbero, però lo guardano con tenerezza, lo guardano e lo riducono a una terra limitata, così limitata che loro la devono abbandonare perché sono abituati a spazi piu’ alti.
Gli angeli non credono nell’amore dell’uomo, ma credono nel vincolo che l’uomo ha con le sue ali, nel vicolo che l’uomo ha con il suo desiderio d’amore. L’amore è qualcosa di universale: l’amore è una terra, l’amore è una fame insaziabile.
E l’angelo vuole accompagnare l’uomo verso questo amore, questa terra che sembra desolata e poi rivela ricchezze incredibili.”
Leggo “La carne degli angeli” e l’anima vibrante e illuminata della Musa dei Navigli canta. Canta della volontà di Dio, “degli angeli che si oppongono alla foschia delle genti”, dello “splendore di colei che per prima, sola e unica donna, è stata divorata da un angelo” e di Gesù, “una grande catastrofe, ci ha avvicinati tutti l’uno all’altro”...

Giovanni Nuti
(Continua)

(Traduce in Greco: Alex. S.):

«Για τους αγγέλους έχουμε μια παλιά ανάμνησι. Μας έχουν διηγηθή γι’ αυτούς οι γιαγιάδες: πως έχουν κάτι μεγάλα φτερά, και πως πετάνε ψηλά και ότι είναι απαλλαγμένοι απο το κακό και είναι απαλλαγμένοι από τα δάκρυα. Μα οι άγγελοι κλαίνε, κλαίνε και πάνε και έρχονται από την γή στον ουρανό να μεταφέρουν τις προσευχές μας, τις απελπισίες μας, τις μεγάλες μας κενότητες.
Οι άγγελοι δεν καταλαβαίνουν τον έρωτα. Αν καταλάβαιναν θα πέθαιναν, όμως τον κοιτάζουν με τρυφερότητα, τον κοιτούν και τον περιστέλλουν σε μια γή περιορισμένη, τόσο περιορισμένη που αυτοί είναι υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν γιατί είναι συνηθισμένοι σε πιο υψηλά στερεώματα.
Οι άγγελοι δεν πιστεύουν στην αγάπη των ανθρώπων, αλλά πιστεύουν στον δεσμό που έχει ο άνθρωπος με τα φτερά του, στον δεσμό που ο άνθρωπος έχει με την επιθυμία του για αγάπη. Η αγάπη είναι κάτι το συμπαντικό: η αγάπη είναι μια γή, η αγάπη είναι μία πείνα ακόρεστη.
Και ο άγγελος θέλει να συνοδεύση τον άνθρωπο προς αυτήν την αγάπη, αυτήν την γή που φαίνεται παντέρμη και ύστερα αποκαλύπτει θησαυρούς απίστευτους

Διαβάζω από το “Η σάρξ των αγγέλων” και η ψυχή δονούμενη και φωτισμένη από την “Μούσα των Πλεουμένων“ ψάλλει. Ψάλλει για την θέλησι του Θεού, «για τους αγγέλους που αντιτίθενται στην ομίχλη του ανθρωπίνου γένους», για την «λάμψι εκείνης που πρώτη, μόνη και μοναδική γυναίκα “κατεπόθη“ από έναν άγγελο» και για τον Ιησού, «μια μεγάλη κοσμοχαλασιά (που) μας πλησίασε όλους τον έναν στον άλλο κοντά»...

Μετάφρασι: Α.Σ.

(Συνεχίζεται)

Angels

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Για τα εγκώμια της Μ. Παρασκευής. Τραγουδιστές που ψάλλουν και ένα ποίημα του Βάρναλη. Inni del Venerdi΄ santo; cantanti greci che cantano gli Encomi

Για τα λαοφίλητα εγκώμια της Μ. Παρασκευής λίγα λόγια και δυό τρία βιντεοτράγουδα.
Inni del Venerdi΄ santo; cantanti greci che cantano gli Encomii
(+ una poesia di Varnalis)


Το ότι τα Εγκώμια της Μ. Παρασκευής είναι ένα βαθύ και γνήσιο βίωμα για τις γενιές διαχρονικά των ρωμιών ανα την ελληνορθόδοξη οικουμένη, είναι ένα γεγονός που φαίνεται αυταπόδεικτα από εκατοντάδες πλευρές. Φτάνει να κάνη κανείς μια έρευνα στχετικά με την απήχησι που έχουν τα τροπάρια αυτά στην Νεοελληνική μας λογοτεχνική (ποιητική πρωτίστως, αλλά και πεζογραφική) παράδοσι. Από τον Ελύτη μέχρι τον Μυριβήλη η νεοελληνική ποίησι απηχεί όχι μόνο επιδράσεις από την εκκλησιαστική μας (ή αλλιώς και βυζαντινή) πνευματική-θρησκευτική παράδοσι, μέσα από το θαυμαστό πολιτιστικό φαινόμενο της υμνογραφίας, αλλά και απ’ ευθείας από τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος και μάλιστα τα Εγκώμια της Μ. Παρασκευής.
Λογικό, αφού ο ελληνικός λαός ταυτιζόμενος με την θρησκευτική του παράδοσι και ζώντας με βαθειά συγκίνησι τα δρώμενα της Μεγάλης Εβδομάδος με το πέρασμα από τον θάνατο (με την βεβαιότητά του) στην Ανάστασι (με το σωτηριώδες της Θαύμα των θαυμάτων) έχει αγαπήση ιδιαίτερα κάποια έτσι κι αλλιώς αριστουργηματικά υμνογραφικά κομμάτια, σαν αυτά τα τροπάρια και τους ύμνους της Μ. Παρασκευής.
Δίπλα στην κυρίαρχη μορφή του Εσταυρωμένου Σωτήρα και το ασύλληπτο όσο και συγκλονιστικό πάθος Του, είναι καταλυτική για τον συναισθηματισμό του λαού μας η παρουσία της Θεοτόκου Παναγίας. Η μορφή και το πάθος της Μάνας δεν συγκινεί λιγότερο τον αιώνιο Έλληνα που κρύβεται (ακόμα και με τις καταβολές της Δήμητρας ή του Άδωνι) στην καρδιά του καθενός μας.
Η Παναγία ως μία μάνα που κλαίει και θρηνεί το Μονογενή της με συντριβή, αλλά εν σιωπή και καρτερία μέσα στο χρυσό φώς της πίστης στην ορθόδοξη εικονογραφία, στην υμνογραφία της ημέρας παρουσιάζεται να αναρωτιέται σπαρακτικά φωνάζοντας μέσα από τον μητρικό της πολύδακρυ θρήνο: «πώς να σε κηδεύσω, Γιέ μου;» και να θρηνωδεί γοερώς (μάλιστα κάποιες στιγμές δεν φαίνεται καθαρά η παρηγοριά της Ελπίδας) : «αλίμονο, φώς του κόσμου, αλίμονο φώς δικό μου…», «ώ χαρά μου, πώς ν΄ αντέξω την τριήμερη ταφή σου; Σπαράζουν τώρα τα μητρικά μου σπλάχνα». Στην ίδια πρώτη στάσι των Εγκωμίων, η Θεόνυμφος Παρθένος αναζητά (κραυγάζουσα) «νερό και πηγές δακρύων» για να κλάψη τον αγαπημένο της Υιό, ενώ ως Μητέρα του Θεού μας, καλεί όλη την φύσι (βουνά και μακρυνά δάση) και των ανθρώπων όλο το πλήθος να κλάψουν όλοι και όλα μαζί της.
Στην δεύτερη στάσι πάλι παρουσιάζεται η Σεμνή Μητέρα να αναφωνεί: «Χωρίς πόνο μόνη από τις γυναίκες Σε γέννησα, / αφόρητες ωδίνες σαν να γεννάω τώρα υποφέρω» , κι αλλού «Άσχημα πληγώθηκα, Λόγε, τα σπλάχνα μου σπαράζουν, / βλέποντας, αλίμονο, την άδικη σφαγή Σου». Κι όταν Τον είδε στον Σταυρό να τον σηκώνουν, ένα φαρμακωμένο βέλος την καρδιά της τρυπάει: «Εσένα τον γλυκασμό του σύμπαντος η Μάνα, σαν είδε / ξίδι και χολή αντί για το μάννα να σου δίνουν / με δάκρυα έβρεχε πικρά τα μάγουλά της»...
Αλλά η κορύφωσι έρχεται στην τρίτη στάσι των εγκωμίων. Εκεί όπου η Πάναγνη, σαν μια οποιαδήποτε μητέρα («μητροπρεπώς») θρηνεί:
«Ώ γλυκιά μου άνοιξι, γλυκύτατο παιδί μου, / πού πήγε κι έδυσε η ομορφιά σου;»
Σαν μια οποιαδήποτε νεαρή γυναίκα, «Κόρη», χύνει καυτά δάκρυα και με έναν πόνο-σφάχτη στα σπλάχνα ανακράζει:
«΄Ω, φώς των οφθαλμών μου, γλυκύτατο παιδί μου, πώς μπαίνεις μές στον τάφο;»

Για νά ‘ρθη η απάντησι (πάντα κατά τον υμνωδό) από τον οικτίρμονα Σωτήρα προς την Μητέρα Του: «Τον Αδάμ και Εύαν ελευθερώσαι, Μήτερ, μη θρήνει, ταύτα πάσχω»!
.................................................

Από την άλλη, είναι γνωστό πως κάποιοι λαϊκοί μας τραγουδιστές αρέσκονται (κι όχι μόνο για λόγους εμπορικότητας) να ψάλλουν, ενώ και ψάλτες κατηγορούνται (όχι πάντα κακεντρεχώς) από ομοτέχνους τους πως …τραγουδάνε!
Να υπογραμμίσουμε μόνο την αναγνωρισμένη κοινή βάσι επάνω στην οποία στηρίζεται η εθνική μουσική μας παράδοσι. Αρχαία ελληνική μουσική, βυζαντινή μουσική και δημοτικό (στην αρχή) ή λαϊκό (αργότερα) τραγούδι έχουν κοινό παρονομαστή και διαπνέονται από την ίδια μουσική αντίληψι. Όπως και η γλώσσα έτσι και η μουσική του λαού μας διακρίνεται από μια αδιάσπαστη συνέχεια!
Κλείνουμε την ανάρμοστη και με την σοβαρότητα της ημέρας πολυλογία μας, με μερικά αναπάντεχα δείγματα ψαλτικής δεινότητας δημοφιλών λαϊκών τραγουδιστών μας και ένα μελοποιημένο ποίημα ενός μεγάλου νεοέλληνα ποιητή. Στα δύο πρώτα βίντεο με τα ψαλσίματα των Εγκωμίων, διαλέξαμε κάτι λιγώτερο γνωστό από τις αντίστοιχες περιπτώσεις δημοφιλέστατων στον ελληνισμό της γενιάς μας τραγουδιστών (λ.χ. : τον Πέτρο Γαϊτάνο η την Γλυκερία): τον Ξυλούρη παρέα με τον Μητσιά και τον Βασ. Παπακωνσταντίνου με την Ελένη Βιτάλη.
Στο τελευταίο βίντεο ακούμε τον αγαπημένο βάρδο του ιστολογίου Νίκο Ξυλούρη να ερμηνεύει σε μουσική Λουκά Θάνου το ποίημα του Κ. Βάρναλη Οι πόνοι της Παναγίας:

1.Nikos Xylouris, Manolis Mitsias - I zoi en tafo (1977)


2.Βασίλης Παπακωνσταντίνου και Ελένη Βιτάλη ψέλνουν εγκώμια


3. ΞΥΛΟΥΡΗΣ - ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Κ.Βάρναλη)


Ανάστηθι...!


ΥΓ Να μην ξεχάσουμε και το πλήρες ποιητικό κείμενο του Κώστα Βάρναλη:

Οι πόνοι της Παναγιάς

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα 'χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή και από κακό καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ’ υστέρα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι...

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μη την πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
- Ω! πώς βελαζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσιο...-
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Αντίο στην Ιταλίδα ποιήτρια Άλντα ΜΕΡΙΝΙ (+ 1 εύγλωττο σχόλιο για την θρησκευτικότητά της ). Un addio alla poetessa italiana Alda Merini (+ commento)

Un addio alla poetessa italiana Alda Merini (un commento e una testimonianza sulla sua spiritualita’)
Έγινε εχθές το πρωί η κηδεία της ιταλίδας ποιήτριας Άλνα Μερίνι δημοσία δαπάνη στην μητρόπολη της αγαπημένης της πόλης (το περίφημο Duomo του Μιλάνου).
Τα ειδησεογραφικά δελτία (π.χ. ANSA - ROMA, 4 NOV, το προηγούμενο, αλλά επίσης εδώ , πληρέστερα, και εδώ) έδωσαν με συνήθη λακωνικό τρόπο την είδησι:


«Τελευταίο αντίο του Μιλάνου στην ποιήτρια Άλντα Μερίνι, που πέθανε την Κυριακή σε ηλικία 78 ετών, επ’ ευκαιρία της επίσημης κηδείας στην Μητρόπολι. Την άφιξι της σωρού, που ήταν σκεπασμένη με κίτρινα άνθη, την υποδέχθηκε ένα παρατεταμένο χειροκρότημα εκατοντάδων ανθρώπων που ήσαν παρόντες στην επικήδεια ακολουθία την οποία ετέλεσε ο επίσκοπος Μιλάνου Franco Giulio Brambilla (…)»

Ανάμεσα στις δηλώσεις των εκπροσώπων του ιταλικού πολιτικού κόσμου (κάποιοι –ελάχιστοι πάντως- παρευρέθηκαν και στην κηδεία της) ξεχωρίζουμε το μήνυμα στους οικείους της μακαρίτισσας του ίδιου του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας, Giorgio Napolitano, που κάνοντας λόγο για μεγάλη απώλεια της ιταλικής κουλτούρας γράφει:
«Χάθηκε μια εμπνευσμένη και γνήσια ποιητική φωνή», καθώς και την δήλωσι του Προέδρου της Βουλής Fini: «…μια από τις τελευταίες μεγάλες λυρικές φωνές της σύγχρονης ιταλικής ποίησης, ικανή να περιγράφει και να αφηγείται, μέσα από εικόνες πρωτότυπες και από ένα στυλ λόγιο και εκλεπτυσμένο, την πονεμένη ιστορία της περιθωριοποίησης και της ανθρώπινης μοναχικότητας».

ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΡΙΝΙ
Όταν είχα πρωτογνωρίση την ποίησι της Alda Merini, πρόσεξα κάποια στιγμή την άποψι ενός σχολιαστή σχετικά με την θρησκευτικότητά της: «Cattolicamente atea». Ήτοι, «καθολικώς (ή και ‘χριστιανικά’) άθεη».
Το παρακάτω κείμενο-προσωπική μαρτυρία όμως, που τo βρήκαμε σε κάποια σχετική με την ποιήτρια σελίδα του “Facebook”, ελάχιστες ώρες μετά την αναγγελία του θανάτου της (πρακτικά κατά την πολύωρη νυκτερινή εκείνη αναζήτησί μας –εν είδει νοερής ξαγρύπνιας στην μνήμη της), μάλλον υποχρεώνει σε οριστική αναθεώρησι τις σχετικές απόψεις.

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ:
« Περι την 10.30 σήμερα το πρωί, Κυριακή 1η Νοεμβρίου 2009, των Αγίων Πάντων, ο π. Gianluigi Pasquale, του τάγματος των Καπουτσίνων, Διευθυντής του Θεολογικού Ιδρύματος παράρτημα «Λαυρεντιανόν» της Βενετίας και Καθηγητής Θεολογίας στο Παπικό Πανεπιστήμιο του Λατερανού στη Ρώμη, έδωσε την τελευταία πνευματική παρηγορία, μέσω της προσευχής και των μυστηρίων, στην Άλντα Μερίνι, η οποία τον είχε «καλέση» στο Μιλάνο σήμερα ακριβώς, με σκοπό να του εμπιστευθή την ¨Προλόγησι¨ προσεχούς βιβλίου της σχετικά με τον Πατέρα Πίο που πρόκειται να εκδοθή. Ίσως η Άλντα Μερίνι είχε διαισθανθή ότι σήμερα θα ήταν το τελευταίο της ηλιοβασίλεμα. Αλλά, βέβαια, αυτό δεν θα μπορούσε να το φαντασθή ο π. Gianluigi.
Όταν έφτασε από την Βενετία στο Μιλάνο πολύ ενωρίς το πρωί ο π. Gianluigi συνοδεύτηκε στο Νοσοκομείο «Άγιος Παύλος» από τον εκδότη Giuliano Grittini. Εκεί βρήκε και έναν έτερο εκδότη, τον Giuseppe Angelillo D’Ambrosio, άλλο μεγάλο φίλο της Άλντας, ο οποίος, παρόλα τα 5 παιδιά του, είχε περάση ολόκληρη την προηγούμενη νύκτα ξενυχτώντας με την φημισμένη ποιήτρια για να μην την αφήση μόνη.
Αδύνατον να περιγραφή με λόγια η συνάντησι του Καπουτσίνου μοναχού πατρός Gianluigi και της Άλντας, οι οποίοι , προηγουμένως, δεν γνωριζόντουσαν, παρα μόνο διαμέσου των βιβλίων τους. Η Άλντα δέχθηκε, κατόπιν αιτήματός της, μία ευλογία με επίθεσι των χειρών και με χειροθεσία επι της κεφαλής της, ενώ εξέφρασε την επιθυμία να φωτογραφηθή (ως τελευταία φωτογραφία της ζωής της) με το πορτρέτο του Πατρός Πίου, τον οποίο ιδιαιτέρως εσέβετο. Αυτές οι τελευταίες φωτογραφίες είναι τώρα στην κατοχή του κ. Giuliano Grittini. Αφού έψαλλε ένα “Ave Maria” μαζί με τον Giuliano, τον Giuseppe και τον π.. Gianluigi μέσα στο δωμάτιο του Νοσοκομείου, η Άλντα, ως τελευταία πράξι της, θέλησε να σφίξη στην παλάμη της ένα λείψανο του Στιγματοφόρου από το Γκάργκανο, (Stigmatizzato del Gargano), κάπως τσαλακωμένο αλλά γνήσιο, που το είχε στην κατοχή της από κοριτσάκι. Ύστερα είπε μερικές κουβέντες, ιδιωτικά μόνο στον π. Gianluigi. Αυτός στην συνέχεια ανέφερε πως η Άλντα αναφώνησε «Ά, ναι!» ακούγοντας το όνομα του Πατρός Πίου, τον οποίο ο π. Gianluigi είχε αναφέρη για να εξηγήση την άφιξί του στο Νοσοκομείο. Βεβαιότατα η Αλντα μίλησε στον π. Gianluigi με εκείνα τα πράσινα και διαπεραστικά της μάτια, περισσότερο από ό,τι με τα λόγια, όπως ο ίδιος ο π. Gianluigi ανεγνώρισε δηλώνοντας πως «αισθάνθηκε να τον διαπερνά στην ψυχή εκείνο το βλέμμα».
Η Άλντα και σε αυτήν την τελευταία μέρα της επίγειας ζωής της, έβαψε (μέσω τρίτου) κόκκινα τα νύχια της. Στο κομοδίνο είχε ακόμα ένα πακέτο τσιγάρα ‘Λίντο’. Μα παραμένει μυστήριο πώς κατάφερε να «καλέση» έναν μοναχό της ίδιας αδελφότητας με εκείνη του Πατρός Πίου, έναν Καπουτσίνο, στο Μιλάνο. Ούτε ο υποφαινόμενος το γνωρίζει. Ίσως θα γίνη γνωστό στο μέλλον, γιατί το το πνεύμα της Άλντα Μερίνι δεν μπορεί να πεθάνη, όπως και το πνεύμα όλων όσων εμπιστεύονται τον Θεό. Κατά μείζονα λόγο τα ποιήματά της, τώρα αιώνια κληρονομιά της ανθρωπότητας.
Σ’ ευχαριστούμε, Άλντα: Μίλησες για Σένα και για τον Θεό ακόμα και με τα μάτια».

IL TESTO - TESTIMONIANZA
Verso le ore 10:30 di stamane domenica 1° Novembre 2009, Solennità di Ognissanti, P. Gianluigi Pasquale, Cappuccino, Preside dello Studio Teologico affiliato “Laurentianum” di Venezia e Professore di Teologia presso la Pontificia Università Lateranense in Roma, ha dato l’ultimo conforto spirituale, attraverso la preghi...era cristiana e i sacramenti, ad Alda Merini, che lo aveva “chiamato” a Milano proprio oggi, per affidargli la “Prefazione” a un suo prossimo libro di poesie su Padre Pio previsto in uscita. Forse Alda Merini aveva intuito che sarebbe stato oggi il suo ultimo tramonto. Ma, certo, non se lo poteva immaginare P. Gianluigi. Arrivato da Venezia a Milano molto presto al mattino, P. Gianluigi è stato accompagnato all’Ospedale “San Paolo” dall’Editore Giuliano Grittini, dove ha trovato anche un altro Editore, Giuseppe Angelillo D’Ambrosio, altro grande amico di Alda, che, nonostante i suoi cinque figli, aveva trascorso l’intera notte precedente in veglia con la famosa poetessa, per non lasciarla sola. Impossibile descrivere a parole l’incontro tra il frate Cappuccino P. Gianluigi e Alda, che, prima, non si erano mai conosciuti, se non attraverso i rispettivi libri. Alda ha ricevuto, su richiesta, una benedizione con l’imposizione e delle mani sulla testa, mentre ha desiderato fare l’ultima foto della sua vita con un quadro di Padre Pio, al quale era molto devota. Queste ultime foto sono in possesso ora del Sign. Giuliano Grittini. Recitata un’“Ave Maria” assieme a Giuliano, Giuseppe e P. Gianluigi nella cameretta dell’ospedale, Alda, come suo ultimo gesto, ha voluto stringere nel palmo della propria mano una reliquia dello Stigmatizzato del Gargano, molto sgualcita, ma autentica, che possedeva fin da fanciulla. Pio ha detto alcune parole, privatamente, soltanto a P. Gianluigi. Il quale, poi, ha riferito che Alda aveva esclamato “Ah, sì” sentendo il nome di Padre Pio, che P. Gianluigi aveva menzionato per spiegare il suo arrivo all’ospedale. Certamente, Alda ha parlato con quei suoi occhi verdi e penetranti a P. Gianluigi, piuttosto che a parole, come P. Gianluigi stesso ha riconosciuto, affermando di essersi “sentito penetrare nell’anima da quello sguardo”.Alda, anche in questo ultimo suo giorno di vita terrena, si era fatta mettere lo smalto rosso alle unghie. Nel comodino aveva ancora un pacchetto di sigarette “Lido”. Ma rimane il mistero di come sia riuscita a “chiamare” un confratello di Padre Pio, un Cappuccino, a Milano. Nemmeno l’interessato lo sa. Forse lo si capirà nel futuro perché lo spirito di Alda Merini, non può morire, come quello di nessun altro che si affida a Dio: Tanto meno le sue poesie, ora patrimonio dell’umanità per sempre. Grazie Alda: Tu hai parlato di Te e di Dio anche con gli occhi.

Το Ιστολόγιό μας αποθέτει νοερά ένα κίτρινο λουλούδι στην μνήμη της...



Click Aqui - Recados Para Orkut