Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεομάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεομάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

΄Ενας χθεσινός Άγιος, ο νεομάρτυς Μιχαήλ ο Βουρλιώτης ετών 18. Un neomartira di ieri; San Michele da Vourla (Asia Minore) +16.4.1772


ΕΡΩΤ. Έχουν Άγιο προστάτη οι σερβιτόροι ή οι καφετζήδες;
ΑΠΑΝΤ. Θα μπορούσαν να διαλέξουν τον άγιο Νεομάρτυρα από την Ιωνία, τον δεκαοκτάχρονο μαρτυρήσαντα Μιχαήλ από τα Βουρλά!


Αντιγράφουμε το κείμενο από μια προπέρσινη αποστολή μηνύματος του π. Τιμόθεου Ηλιάκη (από το …Φέισμπουκ http://www.facebook.com/l/287b2;).

Νεομάρτυρας Μιχαήλ απο τα Βουρλά

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΜΙΧΑΗΛ είχε καταγωγή τα Βουρλά της Μ. Ασίας. Εργαζόταν σαν βοηθός καφετζή στην Σμύρνη. Σε ηλικία 18 ετών παρασύρθηκε απο εναν Αγαρηνό και άλλαξε την πίστη του. Ήταν τότε Σάββατο της Α΄ Εβδομάδος των Νηστειών. Όταν όμως ήλθε η Αγία του Χριστού Ανάσταση και ο Μιχαήλ ακουγε τους συνομηλίκους του και τους άλλους Χριστιανούς να εορτάζουν και να ψάλλουν τον νικητήριο παιάνα της Εκκλησίας «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ», ήλθε εις εαυτόν και συνέψαλε και αυτός γιορταζοντας την Θεια Ανάσταση.
Την επομένη, Κυριακή του Αγίου Πάσχα, παρουσιάσθηκε στον κριτή και του ζήτησε μια απάντηση σε ενα ερώτημα, που, όπως είπε, τον απασχολεί.
Ρώτησε λοιπόν ο Άγιος «Οταν ενας γελασθει και δωσει χρυσαφι και παρει μολυβι εινα νομιμο να δωσει πισω το μολυβι και να παρει πισω το χρυσαφι?»
Ασφαλώς του απάντησε ο κριτής, αυτό πρέπει να γίνει. «Τότε πάρε πίσω κι εσύ την ψεύτικη θρησκεία που μου έδωσες και επίστρεψε μου την αληθινή που σου έδωσα εγώ»!
Μετα απο αυτήν την ομολογία και ύστερα απο φρικτά βασανιστήρια, ο Άγιος οδηγήθηκε στον δήμιο και αποκεφαλίσθηκε στην Σμύρνη στις 16 Απριλίου 1772 σε ηλικία μόλις 18 ετών!
Το Τίμιο Λείψανό του το έριξαν στην θάλασσα, όμως το βρήκαν οι Χριστιανοί, το ανέσυραν και το έθαψαν με τιμές στον Ναό της Αγίας Φωτεινός.
Έτσι ο Αγιος Μιχαήλ κέρδισε τον Στέφανο του Μάρτυρα. Μακάρι με τις πρεσβείες του να έχουμε κι εμείς την ίδια παρρησία και να ομολογούμε παντού Χριστόν Αναστάντα εκ νεκρών!
ΑΜΗΝ


[ΣΣ: Η φωτογραφία στην αρχή είναι γενική, παρμένη απο το "Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον", όπου και περισσότερα για τους Νεομάρτυρες της Πίστεώς μας]

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Τιμή στον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο και στους Ήρωες-Νεομάρτυρες ποιμενάρχες της Ιωνικής Γενοκτονίας. Prelati Greco-ortodossi, Eroi e Neomartiri…

Metropolita Crisostomo di Smirne ed altri Prelati Greco-ortodossi, Eroi e Neomartiri durante il genocidio (ai danni) della grecita' della Ionia dai Turchi ( -1922).

Αναδημοσιεύουμε από το ομόδοξο ιστολόγιο «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ»:

Κατα την Κυριακή που προηγείται της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, η Εκκλησία μας τιμά κάθε χρόνο τη μνἠμη του Εθνομάρτυρος Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου. Την ίδια Κυριακή, τιμάται η μνήμη και των Μητροπολιτών Μοσχονησίων Αμβροσίου, Κυδωνιών Γρηγορίου, Ικονίου Προκοπίου και Ζήλων Ευθυμίου και των συν αυτοίς αναιρεθέντων κατά την Μικρασιατικήν Καταστροφήν, όπως αναφέρεται στα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ο Εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Τρίγλια της Προπονίδος το 1867 και σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Υπηρέτησε ως αρχιδιάκονος του μητροπολίτου Μυτιλήνης Κωνσταντίνου Βαλιάδη, ο οποίος το 1897 αναδείχθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης, ως Κωνσταντίνος ο Ε!. Χρήματισε πρωτοσύγκελλος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και το 1902 χειροτονήθηκε απο τον τότε Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ! μητροπολίτης Δράμας. Σε κείμενο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου, αναφερόμενο στο « Μαρτύριο του Αγίου Σμύρνης Χρυσοστόμου », διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «...Ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς του σταδιοδρομίας διεκήρυξε τήν ἀπόφασή του νά φθάσει καί μέχρι μαρτυρίου ὡς γνήσιος ποιμένας τοῦ λαοῦ. Γι’ αὐτό καί κατά τήν χειροτονίαν του ὡς νεαροῦ Μητροπολίτου Δρᾶμας θά πεῖ μεταξύ ἄλλων, προσφωνώντας τόν χειροτονοῦντα αὐτόν Ἀρχιερέα: «Καί ἡ μίτρα αὐτή, τήν ὁποίαν αἱ ἅγιαι χεῖρες σου ἐπιθέτουν ἐπί τῆς κεφαλῆς μου, ἄν ποτέ ἤθελε χάσει τήν λαμπηδόνα τῶν λίθων της, ἤθελε τότε μετατραπεῖ εἰς ἀκάνθινον στέφανον μάρτυρος Ἱεράρχου».
Τό εἶπε καί τό ἐννοοῦσε. Καθώς ἔβλεπε τίς δυσκολίες καί τά προβλήματα πού οἱ ὑπόδουλοι ἑλληνικοί πληθυσμοί εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν γιά νά ἐπιβιώσουν μέσα στήν ὀθωμανική αὐτοκρατορία κατατρεχόμενοι ἀπό τούς βουλγάρους στή Μακεδονία, καί ἀπό τούς Τούρκους στή Μικρασία.


Εἶναι σέ ὅλους γνωστά καί χιλιοειπωμένα τά σχετικά μέ τή Μικρασιατική Ἐκστρατεία καί Καταστροφή. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη ἐπιγραμματικά νά λεχθεῖ ὅτι στίς 13 Αὐγούστου 1922 ἄρχισε ἡ ἐπίθεση στό μέτωπο τοῦ Ἀφιόν Καραχισάρ, καί μετά διήμερη μάχη ἄρχισε ἡ ὑποχώρηση τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, πού πῆρε χαρακτῆρα πανικοῦ καί ἄτακτης φυγῆς. Χιλιάδες ξερριζωμένοι Ἕλληνες φθάνουν μέ κάθε μέσο ἀπό τά χωριά καί τίς πόλεις τῆς ἐνδοχώρας στή Σμύρνη γιά νά σωθοῦν ἀπό τή σφαγή. Ἀλλά καί ἐδῶ τά πράγματα δέν εἶναι καλύτερα. Ἀπό τό Μάϊο εἶχε ἀρχίσει δειλά-δειλά νά διαφαίνεται τό σχέδιο ἐγκατάλειψης ἀπό τό Στρατό μας τῆς Μ. Ἀσίας.
Ἄμεση εἶναι τότε ἡ ἀντίδραση τῶν κατωτέρων ἑλλήνων ἀξιωματικῶν πού ὑπογράφουν πρωτόκολλο τιμῆς νά μή τήν ἐγκαταλείψουν. Ἔτσι ἱδρύεται ἡ «Μικρασιατική Ἄμυνα» πού εἶχε σχεδιάσει καί ὑποστηρίξει ὁ Χρυσόστομος, βλέποντας νά ἐπέρχεται ἡ θύελλα τῆς ἥττας καί «τό βασίλειον γένος τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, νά κινδυνεύει νά παραδοθεῖ στά νύχια τοῦ ἀπολίτιστου ἐκδικητῆ. Ἐκκλησία καί προύχοντες Σμυρναῖοι προσφέρουν χρήματα γιά νά ἀγορασθοῦν, αὐτή τήν ἔσχατη ὥρα, ὅπλα πρός ἄμυνα, καί πρός συγκρότηση μικρασιατικοῦ στρατοῦ.
Ἡ Ἀθήνα ἀρνεῖται νά στείλει ὅπλα. Καί στίς 16.7.22 δημοσιεύει στήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τόν ν. 2870 πού τιμωρεῖ μέ αὐστηρές ποινές τούς «ἀλλοδαπούς πού ἐπιχειροῦν νά εἰσέλθουν στήν Ἑλλάδα». Καί βέβαια ὡς ἀλλοδαποί χαρακτηρίζονται καί οἱ Ἕλληνες τῆς Μ. Ἀσίας, πού δέν εἶχαν γίνει ἀκόμη Ἕλληνες ὑπήκοοι. Τώρα πιά τό ἐνδεχόμενο τοῦ λουτροῦ αἵματος, γίνεται βεβαιότης.
Στίς 21.8.22 ἡ κυβέρνηση ὑπογράφει τό διάταγμα τῆς ἀποστράτευσης. Τό μέτωπο καταρρέει. Ἡ τύχη τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἰωνίας ἔχει ἀποφασισθεῖ. Οἱ ἀρχές ἐγκαταλείπουν τή Σμύρνη. Ὁ λαός μένει, ἐνῶ στά ἐνδότερα ἔχουν ἤδη ἀρχίσει οἱ σφαγές.
Οἱ Ἴωνες πληρώνουν ἀκριβά τό γεγονός ὅτι ἄντεξαν πέντε αἰώνων σκλαβιά καί παρέμειναν Ἕλληνες καί Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι. Τά ξίφη τῶν Τσετῶν καί τῶν Τούρκων στρατιωτικῶν ἀλλά καί τοῦ ὄχλου ξεσποῦν μέ ἀγριότητα πάνω σέ κάθε τι τό ἑλληνικό. Καῖνε τίς πόλεις καί τά χωριά, διαπομπεύουν τούς ἕως χθές γείτονες καί φίλους των, βγάζουν τά ἀπωθημένα τους, προσπαθοῦν νά κερδίσουν διαρπάζοντες ὅ,τι δέν μπόρεσαν νά κερδίσουν μέ τά μυαλά καί τόν ἱδρῶτα τους, πυρπολοῦν τούς νέους Παρθενῶνες πού ποτέ δέν μπόρεσαν οἱ ἴδιοι νά κτίσουν. Καί ἐνῶ ὁ τρόμος ἀπό τίς δυσοίωνες φῆμες ἁπλώνεται πάνω ἀπό τήν ἄλλοτε κοσμοπολίτικη νύμφη τῆς Ἰωνίας, τή Σμύρνη, κι ἐνῶ οἱ πολιτικές ἀρχές τήν ἔχουν ἐγκαταλείψει, κι ἐνῶ τά καραβάνια τῶν προσφύγων ὅλο καί καταφθάνουν χωρίς προορισμό, τό ράσο τῆς Ἰωνίας μένει πιστό στή ματωμένη παράδοση τοῦ ἑλληνικοῦ ράσου. Ἱερεῖς καί δεσποτάδες θυσιάζονται ὡς νεομάρτυρες. Παραμένουν, ὡς τήν τελευταία στιγμή, οἱ καλοί ποιμένες ἑνός λαοῦ, πού ἐγκαταλείφθηκε ἀπ’ ὅλους, τήν κρίσιμη ὥρα.
Ὁ ἐκ Σμύρνης Μητροπολίτης Μοσχονησίων, Ἀμβρόσιος Πλειανθίδης, κατατεμαχίζεται φρικτά, μαζί μέ 9 ἱερεῖς του, τήν 15η Σεπτεμβρίου τοῦ 1922, σέ ἡλικία 50 ἐτῶν.
Ὁ 46χρονος Μυτιληνιός Μητροπολίτης Ζήλων, Εὐθύμιος Ἀγριτέλης, φυλακίζεται καί ξεψυχάει μέσα στή φυλακή του, μετά ἀπό σαράντα μία ὁλόκληρες μέρες καί νύχτες φρικτῶν βασανιστηρίων, δίψας καί ἀσιτίας. Καί (τί τραγική εἰρωνεία!) μόλις οἱ δήμιοί του τόν ἔθαψαν, πετώντας τον σ’ ἕναν λάκκο, στήν αὐλή τοῦ κολαστηρίου του, ἦρθε κι ἀπό τήν Ἄγκυρα ἡ ἀπόφαση πού τόν καταδίκαζε σέ θάνατο.
Ὁ ἐκ Μαγνησίας Μικρᾶς Ἀσίας 58χρονος Μητροπολίτης Κυδωνίων, Γρηγόριος Ὡρολογᾶς, τάφηκε ζωντανός τήν 3η Ὀκτωβρίου 1922, μαζί μέ τό πλῆθος κληρικῶν καί λαϊκῶν. Ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν δημίων του, τοῦρκος ὑπολοχαγός, ὁδηγώντας τον στόν θάνατο, εἶχε τό θράσος νά τόν περιπαίξει, λέγοντάς του: «Ἕλα σοῦ ἑτοίμασα ἕναν όντά, νά κατοικεῖς ὅλα τά χρόνια τῆς ζωῆς σου». Τραγικός καί ὁ θάνατος τοῦ Μητροπολίτη Ἰκονίου Προκοπίου, πού μαρτύρησε λίγο πρίν τή Μικρασιατική Καταστροφή, μετά ἀπό φρικτά καί ἀκατανόμαστα βασανιστήρια.

Φρικτότερος ὅλων ὑπῆρξε ὁ θάνατος τοῦ Μητροπολίτη Σμύρνης, τοῦ 55χρονου Χρυσόστομου Καλαφάτη, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ Μεσσίας τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ χαρισματικός ἐκεῖνος Εὐαγγελιστής τῆς Πίστης καί τῆς Λύτρωσης, Τήν ὥρα τῆς σφαγῆς, ὁ Χρυσόστομος ἀπαντᾶ ἀρνητικά στίς νουθεσίες τῶν συμμάχων, νά φύγει καί νά γλιτώσει. Ἡ ἁγία ἑλληνική ψυχή του, τόν παρωθεῖ νά παραμείνει, ὡς τό τέλος, κοντά στό λαό πού ἀγάπησε.
Σέ γράμμα του πρός τόν μετέπειτα καθηγητή τοῦ Πανεπιστημίου Λεων. Φιλιππίδη ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἔγραψε: «Διο ἐξωρίσθην καί πλειστάκις ὑπέμεινα τά πάνδεινα ὀνειρευόμενος ἑλληνικήν καί ἐλευθέραν τήν δούλην πατρίδα. Ἡ πραγματοποίησις τῶν ὀνείρων μέ εὗρε παρήλικα μέν, οὐχί δέ λευκότριχα. Καί ἰδού, ἐπί τῶν ἡμερῶν ἐμοῦ, τόν καυχώμενον ὅτι ὅπου πατῶ, ἐκεῖθεν ἀπελαύνεται ὁ Τοῦρκος, τό ὄνειρον, τό λαβόν σάρκα καί ὁστά ἐξαφανίζεται, διαλύεται, ἀποσυντίθεται. Καί ἰδού πρό τῶν πυλῶν τῆς Σμύρνης, τῆς ἑλληνικῆς, οἱ σφαγεῖς, Θεέ μου. Οἷον καί θέαμα καί ἄκουσμα. Ἐγώ νά ἐγκαταλείψω τήν Σμύρνην καί Μητρόπολίν μου; Ποτέ. Θά μέ κατεδίωκαν αἱ σκιαί τοῦ ἱεροῦ Πολυκάρπου, ὡς ἄνανδρον καί τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε΄ ὡς ἀνάξιον διάδοχόν του. Θνήσκων ἴσως ἐνισχύσω καί ἄλλους ἵνα μένουν πιστοί στό καθῆκον καί ποιμαίνωσι τό ποίμνιον ἐκτελοῦντες ὅσα κηρύττουν. Ἴσως, ἴσως τό αἷμα τό ὁποῖον θά χύσει ὁ σφαγεύς... συγκλονίσει τήν ἀνθρωπίνην συνείδησιν, ἴσως φωτίσει τόν νοῦν καί θερμάνει τήν καρδίαν τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς νά κατανοήσουν ὅτι ὁ συντριβόμενος Ἑλληνισμός εἶναι ἄξιος ζωῆς καί ἐλευθερίας».
Τό ἴδιο βράδυ ἐπεσκέφθη τόν Ἅγιον Χρυσόστομον ὁ Πρόξενος τῶν ΗΠΑ στή Σμύρνη Γ. Χόρτον καί τόν παρώτρυνε νά φύγει: «θά σᾶς συνοδεύσω ἐγώ μέχρι τό ἀμερικανικό ἀντιτορπιλλικό πού βρίσκεται στήν προκυμαία γιά νά ἐπιβιβασθῆτε ἀσφαλῶς» τοῦ εἶπε. Ὁ Χρυσόστομος ἠρνήθη. Τό ἴδιο ἔπραξαν καί ὁ γάλλος Πρόξενος καί ὁ καθολικός Ἀρχιεπίσκοπος. Σέ ὅλους ἀπήντησε πανομοιότυπα: «Παράδοσις τοῦ ἑλληνικοῦ Κλήρου ἀλλά καί τό καθῆκον τοῦ καλοῦ ποιμένος εἶναι νά παραμείνει μέ τό ποίμνιόν του».
Εἶναι 25 Αὐγούστου μέ τό παλαιό ἡμερολόγιο. Ὁ λαός δέν ἔχει ἄλλον προστάτην, εἰ μή μόνον τόν Θεόν καί τήν Ἐκκλησίαν. Ὅλοι αὐτή τήν ὥρα σπεύδουν στή Μητρόπολη, γεμίζουν τόν αὐλόγυρό της, τόν αὐλόγυρο τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς. Ὁ Χρυσόστομος κάνει ὅ,τι μπορεῖ γιά νά βοηθήσει. Τό Σάββατο ἐκεῖνο τό πρωΐ τελεῖ τή Θ. Λειτουργία στήν Ἁγία Φωτεινή. Εἶναι κάτωχρος ἀπό τήν ἀγρυπνία καί τή νηστεία. Ὅταν ὅμως βγαίνει στήν Ὡραία Πύλη, γονατίζει καί προσεύχεται. «Ἡ Θεία Πρόνοια –λέγει- δοκιμάζει τήν πίστιν μας καί τό θάρρος μας καί τήν ὑπομονήν μας τήν ὥραν αὐτήν. Ἀλλ’ ὁ Θεός δέν ἐγκαταλείπει τούς Χριστιανούς. Εἰς τάς τρικυμίας ἀναφαίνεται ὁ καλός ναυτικός καί εἰς τάς δοκιμασίας ὁ καλός Χριστιανός. Προσεύχεσθε καί θά παρέλθει τό ποτήριον τοῦτο. Θά ἴδωμεν πάλιν καλάς ἡμέρας καί θά εὐλογήσουμεν τόν Θεόν. Θαρρεῖτε ὡς ἐμπρέπει τούς καλούς χριστιανούς». Τά λόγια τοῦ Ποιμενάρχου παρηγοροῦν καί στηρίζουν τό λαό. Ἀλλά τά γεγονότα ἐπέρχονται ἀμείλικτα. Τήν ἴδια μέρα, ὁ ὁρκισμένος ἐχθρός του, ὁ στρατηγός Νουρεντίν Πασᾶς, ἄλλοτε σφαγέας τῆς Ἰωνίας, πού ἔχει εἰσέλθει στή Σμύρνη, ἐκδίδει προκήρυξη καλώντας Ἕλληνες καί Ἀρμενίους νά παραδώσουν τά ὅπλα. Στήν Ἁγ. Φωτεινή ὅμως ἐξελίσσονται ραγδαίως τά πράγματα. Τελειώνοντας ἡ θ. Λειτουργία καταφθάνει ἕνας ὑπαστυνόμος πού πληροφορεῖ τόν Χρυσόστομο ὅτι ὁ Φρούραρχος Σαλή Ζεκή βέης τόν ζητά στό Φρουραρχεῖο. Γαλήνιος ὁ Χρυσόστομος ἀποχαιρετᾶ τό πλῆθος, καί ἀναχωρεῖ μέ τόν κλητήρα του, Θωμᾶ Βούλτσο.
Ἀπό τήν κατάθεση τοῦ τελευταίου ἀπασπῶμε τίς πιό ἔγκυρες πληροφορίες. Ὁ φρούραρχος δέχτηκε τόν Χρυσόστομο, τοῦ προσέφερε βυσσινάδα καί τοῦ ὑπαγόρευσε μιά διαταγή. Μ’ ἕνα αὐτοκίνητο πού τούς παρεχώρησαν Ἀμερικανοί ἀξιωματικοί ἐπέστρεψαν στή Μητρόπολη. Ὁ Μητροπολίτης ἀντέγραψε καί κοινοποίησε στό λαό τή διαταγή τοῦ φρουράρχου: νά παραδοθοῦν τά ὅπλα καί ὅλοι νά μείνουν στά σπίτια τους. Στίς ὀκτώ τό βράδυ ἦλθε ὀ ἴδιος ἀστυνόμος μέ δύο ὁπλισμένους στρατιῶτες. Γιά τά παρακάτω ἀφήνουμε νά μιλήσει ὁ Θωμᾶς Βούλτσος πού ἔμεινε ἐπί μία 20ετία κοντά στόν Χρυσόστομο: «....Ἦλθαν νά πάρουν τό δεσπότη πῶς τον ζητᾶ ὁ νομάρχης, δέν εἶπαν τό ὄνομα, νά πάη στό διοικητήριο μέ τρεῖς δημογέροντες. Ἐπήραμε τόν Τσουρουκτζόγλου καί τόν Κλιμάνογλου καί ἐμπῆκαν οἱ τρεῖς καί οἱ ἀστυνομικοί στό αὐτοκίνητο, γιά μένα δέν εἶχε θέση καί μοὖπε ὁ δεσπότης νά περιμένω στή μητρόπολη. Στάς δέκα τό βράδυ ἕνας ἀπό τούς στρατιῶτες, πού ἦλθαν τό ἀπόγευμα,-ἔφερε μία κάρτα τοῦ δεσπότη γιά τόν ἀδελφό του Εὐγένιο. Τοῦ ἔγραφε: «Ἀγαπητέ ἀδελφέ, μᾶς ἐκράτησαν ἀπόψε ἐμέ ὡς πρόεδρον τῆς Μικρασιατικῆς ἀμύνης, τούς ἄλλους ὡς μέλη. Μήν ἀνησυχῆτε». Ὁ Εὐγένιος ἄρχισε νά κλαίη. Τό ἄλλο πρωΐ, Κυριακή, στάς 8 μέ στέλνει νά μάθω γιά τό δεσπότη. Εὐρήκα τό Ζαδέ τῆς τραπέζης. Πρίν μισή ὥρα συνάντησε τόν ὑπαστυνόμο πού εἶχε πάρει τό δεσπότη. Αὐτός τοῦ εἶπε πώς τό δεσπότη τόν χάλασαν, καθώς καί τούς δύο δημογέροντες. Ἔτσι ἔγιναν. Ὥς τήν Τετάρτη πού ἔφυγα δέν μπόρεσα νά μάθω τίποτα ἄλλο».

Ἡ μαρτυρία τοῦ G. Horton:
Ὅμως αὐτά πού δέν ἔμαθε ὁ πιστός Βούλτσος, γιά τίς τελευταῖες στιγμές τοῦ Χρυσοστόμου, τό μάθαμε ἀπό ἀλλοῦ, ἀπό μία ἀπροσδόκητη καί ἔγκυρη πηγή. Πρόκειται γιά τό βιβλίο τοῦ Ἀμερικανοῦ προξένου George Horton, «Ἡ κατάρα τῆς Ἀσίας». Ὁ Χόρτον ἔζησε ἀπό κοντά τό δράμα τῆς Σμύρνης, βοήθησε τόν πληθυσμό της καί τήν τραγούδησε στά ποίηματά του. Γράφει στίς σελ. 93-94 τοῦ βιβλίου του (ἑλληνική μετάφραση) τά ἀκόλουθα: «Ὅπως λέγουν (ὁ Νουρεντίν) εἶχε υἱοθετήσει τή μεσαιωνική ἰδέα νά παραδώσει τόν Μητροπολίτη στόν φανατικό ὄχλο, γιά νά τόν κάνει ὅ,τι ἤθελε. Δέν ὑπάρχουν ἐπαρκείς ἀποδείξεις τῆς ὀρθότητος αὐτῆς τῆς διαπιστώσεως, εἶναι ὅμως βέβαιο, ὅτι ὁ Μητροπολίτης θανατώθηκε ἀπ’ τόν ὄχλο. Ἐβιαιοπράγησαν ἐπάνω του, τοῦ ξερίζωσαν τή γενειάδα του, τόν ἐχτύπησαν μέ ρόπαλα καί μέ μαχαιριές, ὡσότου πέθανε καί ὕστερα τόν ἔσυραν σβαρνίζοντάς τον ἐπάνω στούς δρόμους. Τό μοναδικό του φταίξιμο ἦταν ὅτι ἦταν ἕνας Ἕλλην μέ μεγάλο πατριωτισμό καί εὐγλωττία πού ἐπιθυμοῦσε τήν πρόοδο τῆς φυλῆς του καί ἐργαζόταν γιά τό σκοπό αὐτό». Καί ὁ Χόρτον συμπληρώνει: «Πέθανε σάν μάρτυρας καί ἀξίζει νά τοῦ ἀπονεμηθοῦν ὕψιστες τιμές ἀπό τήν Ἑλληνική Ἐκκλησία καί τήν Ἑλληνική Κυβέρνηση...».

Ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος λοιπόν, πέθανε εὐλογώντας τούς βασανιστές καί δημίους του. Πέθανε μέ θάνατο μαρτυρικό ἐπειδή ἦταν ὁ Μητροπολίτης, ὁ χριστιανός, ὁ ρωμηός, ὁ ἕλληνας.
Ὁ Χόρτον θά πεῖ:
«Ὁ Χρυσόστομος πέθανε ὡς μάρτυς. Ὁ Πολύκαρπος, ὁ ἅγιος πολιοῦχος τῆς Σμύρνης ἐκάει ζωντανός εἰς τό ὑπερκείμενον τῆς Σμύρνης στάδιον. Ὁ τοῦρκος κυριαρχεῖ σήμερον εἰς τήν γῆν τῶν Ἑπτά Ἐκκλησιῶν καί κανείς δέν τοῦ ἀνθίσταται, ἀλλά ἡ τελευταία σκηνή τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἐξοντώσεως τῆς χριστιανοσύνης ἐδοξάσθη ἀπό τόν ἠρωϊκόν θάνατον τοῦ τελευταίου Μητροπολίτου τῆς Σμύρνης».

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Γιορτάζει ο Άγιος Μάρκος: Ένας νεομάρτυρας 210 χρόνια πρίν. Πού να ‘ξερε… San Marco da Salonicco; Un neomartire greco, 210 anni fa…

Βρήκαμε κάπου το συναξάρι του νεομάρτυρα Μάρκου, που σήμερα η Εκκλησία μας καλεί να εορτάζουμε την μνήμη του:
.
.


Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΚΟΣ 5 Ιουνιου

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΜΑΡΚΟΣ καταγόταν απο την Θεσσαλονίκη, αλλά ζούσε στην Σμύρνη. Ως πραματευτής δούλευε στο Κουσάντασι (Ν.Εφεσο), στη Χίο και στις γύρω περιοχές τους.
Ήταν έγγαμος. Εγκαταστάθηκε τελικά με την οικογένειά του στην Έφεσο. Εκεί, δυστυχώς, έμπλεξε με μια γυναίκα Χριστιανή, την Μαρία, και μαζί της απατούσε την νόμιμη γυναίκα του. Τον κατέδωσαν όμως στον αγά, και μια νύχτα τον συνέλαβαν επ’ αυτοφώρω. Το πρωι, στο δικαστήριο, εξώμοσαν και οι δυο. Ο μεν Μάρκος, αφού περιετμήθη, υιοθετήθηκε απο τον αγά, η δε Μαρία μπήκε στο χαρέμι του για λίγο καιρό, γιατί μετά την άφησε ελεύθερη.
Ο Μάρκος, σαν γιος του αγά, εξωτερικά συμπεριφερόταν σκληρά στους Χριστιανούς, ωστόσο ο έλεγχος της συνειδήσεώς του δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Έτσι πήγε σ’ έναν Πνευματικό και με δάκρυα εξομολογήθηκε το μεγάλο του λάθος - στον ίδιο Πνευματικό πήγαινε και η Μαρία. Και οι δυο ήθελαν να φύγουν απο την Έφεσο, κάτι που τελικά κατάφεραν με την βοήθεια του Πνευματικού τους και ενός γιατρού. Αρχικά πήγαν στην Σμύρνη, αλλά επειδή ο αγάς της Εφέσου αντελήφθη οτι τον εξαπάτησαν (του είχαν πει πως η Μαρία είναι βαριά άρρωστη), και είχε ζητήσει να τους βρουν και να τους φέρουν μπροστά του, με ενα καράβι που βρήκαν έφυγαν για την Τεργέστη και απο εκεί για την Βενετία. Εκεί αφού χρίσθηκαν με το Άγιο Μύρο, επανεντάχτηκαν στην Εκκλησία και ζούσαν ζωή Χριστιανική με μετάνοια και συντριβή. Αργότερα επειδή δεν μπορούσε ο Άγιος να ησυχάσει απο τον πόθο του μαρτυρίου που είχε φουντώσει μέσα του και μετά απο πολλές περιπλανήσεις, πήγε πάλι στην Έφεσο με σκοπό να ομολογήσει εκεί τον Χριστό επειδή εκεί τον ειχε αρνηθεί. Ο Πνευματικός του όμως τον εμπόδισε να κάνει κάτι τέτοιο, επειδή οι Τούρκοι ήταν εξαγριωμένοι εξαιτίας του μαρτυρίου του Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου (5 Απριλιου). Γι’ αυτό έφυγε για την Χιο, όπου ύστερα απο έντονη πνευματική προετοιμασία, παρουσιάστηκε στον αγά και ομολόγησε την επιστροφή του στην πατρώα του Χριστιανική Πίστη, μάλιστα έβγαλε απο το στήθος του εναν Τίμιο Σταυρό, τον φίλησε, πέταξε κάτω το σαρίκι του και φόρεσε ένα αγιορείτικο σκουφί. Τον έκλεισαν στην φυλακή και του έβαλαν τα πόδια στο τουμπουρι (τιμωρητικό ξύλο). Ο Άγιος είχε τόση κατάνυξη που έψαλλε συνεχώς ύμνους και είχε μάλιστα πολύ μελωδική φωνή. Αυτό εξόργισε τους Τούρκους και του έσπασαν τα δόντια ώστε να γεμίσει το στόμα του αίμα για να μη ψάλλει. Ο αγάς αποφάσισε να τον φέρει ξανά στο δικαστήριο και τον ρώτησε αν επιμένει στην απόφασή του. Ο Άγιος σταθερά τον έλεγξε και τον προέτρεψε μάλιστα να γίνει και εκείνος Χριστιανός! Μετά απο αυτό καταδικάσθηκε στον δια ξίφους θάνατο, γεγονός που του έδωσε μεγάλη χαρά και άρχισε μόνος του να τρέχει προς τον τόπο του μαρτυρίου, εκεί γονάτισε, έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού και είπε δυνατά στον δήμιο «Έλα χτύπα για του Χριστού την πίστη την Αγία». Ύστερα απο δυο προσπάθειες του δήμιου ο Άγιος παρέδωσε το Πνεύμα στα χέρια του Θεού κερδίζοντας τον αμαράντινο της δόξης στέφανο. Χριστιανοί της Χίου παρέλαβαν το Τίμιο Σώμα του και το ενταφίασαν με τιμές.
Ήταν 5 Ιουνίου του 1801!


...

20 χρόνια πριν την Επανάστασι!
Σήμερα οι απογονοί του - αν είχε προλάβη να κάνη όσο ήταν εξωμότης- θα ήταν Τούρκοι πολίτες, χαμένοι κάπου ανάμεσα στα εκατομμύρια των ελληνικού DNA εξισλαμισμένων και σε ικανό βαθμό εξευρωπαϊσμένων Τούρκων. Πού να ξερε, όμως, πως και εδώ στην ελεύθερη ορθόδοξη Ελλάδα, 210 ενιαυτούς
μετά το ένδοξο μαρτύριό του θα είχε είχαμε γεμίση γενίτσαρους. Εθνικά και θρησκευτικά…

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ π. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ στο paideia-gr

«Ως Χριστιανός Ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλήσίας, ορκίζομαι εις το όνομα του παντοδυνάμου Θεού, εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της Αγίας Τριάδος, να διαμείνω πιστός εις την θρησκείαν μου και εις την πατρίδα μου…».
Από τον «Ορκο» των Ιερολοχιτών

«Τόσον ιερόν και Θείον δώρον είναι η Πατρίς, αγαπητοί, ώστε ένα των μεγίστων σημείων τής, κατά των ανθρώπων, δικαίας οργής του Θεού γίνεται, πολλάκις, η στέρησις της Πατρίδος. Ειδωλολάτρουν οι Ιουδαίοι; Ποίαν ποινήν τούς έστειλεν ο Θεός; Την στέρησιν της Πατρίδος. Μετενόουν διά τα αμαρτήματά των; Τί τούς αντήμοιβεν ο Θεός; Την απόλαυσιν της Πατρίδος. Πατρίδα, λοιπόν! Ούτε φυσικώτερον, ούτε γλυκύτερον άλλο παρά τούτο το όνομα ήθελεν ευρεθή να εικονίση την αιώνιον μακαριότητα… Και αν, λοιπόν, η Πατρίς είναι τόσο σεβάσμιον, τόσον πολύτιμον, τόσον αγαπητόν εις τον Θεόν, φανερόν ότι ο Χριστιανός, ο οποίος αγαπά μάλιστα τον Θεόν και τον πλησίον, χρέος έχει να αγαπά την ιδίαν αυτού πατρίδα».
Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων


Με την ευκαιρία του εφετινού εορτασμού της εθνικής μας επετείου μας θέλαμε να παρουσιάσουμε κάποιο ενδιαφέρον θέμα στο παρόν Ιστολόγιο. Σχεδιάζαμε μάλιστα να προβάλουμε την σημαντική μορφή του Κωνσταντίνου Οικονόμου των εξ Οικονόμων, του μεγάλου εκείνου Έλληνα Διδάχου του 19ου αι. (1780-1857), με περιληπτική παρουσίασι του περιεχομένου κάποιου από τους μνημειώδεις, αλλά ξεχασμένους –πύρινους- εθνικοθρησκευτικούς λόγους του. Λόγω ελλείψεως χρόνου, δυστυχώς, το αναβάλλουμε επ’ αόριστον.
Αντ’ αυτού όμως σκεφτήκαμε να αναδημοσιεύσουμε ένα πολύ σημαντικό κείμενο που είδαμε προ 2-3 ημερών να δημοσιεύεται στο εν πολλοίς ομοϊδεάτικο paideia-gr.blogspot.com και το …ζηλέψαμε. Ένα άρθρο του σύγχρονου Κωνσταντίνου Οικονόμου, του παπα-Γιώργη του Μεταλληνού (κοινό εις αμφότερους και το στοιχείον της σοφίας και του εγγάμου κληρικού), με τίτλο
«Το Ράσο Στην Επανάσταση Του '21» , το οποίο και σας παρουσιάζουμε ολόκληρο*.

Του πρωτοπρεσβύτερου Γεώργιου Μεταλληνού

Αμφισβητήσεις και επακριβώσεις
Ένα από τα φοβερότερα ανοσιουργήματα στο χώρο της Ιστορίας-αυτόχρημα αναιρετικό της ιστορικής επιστήμης- είναι η ιδεολογική ερμηνεία και χρήση των ιστορικών δεδομένων. Τότε ο Ιστορικός δεν κάνει επιστήμη (απροκατάληπτη δηλαδή και ελεύθερη έρευνα), αλλά πολιτική. Ένα δε από τα ιστορικά γεγονότα, πρωταρχικής για τον Ελληνισμό σημασίας, που δεινοπαθεί ιδιαίτερα από την ιδεολογικοποιημένη ιστορία, είναι το 1821, ή Μεγάλη Επανάσταση του Ελληνικού Γένους/Εθνους και ο αληθινός χαρακτήρας της.
Το '21 σηματοδοτεί την αρχή του Ελληνικού Κράτους και γι' αυτό όλες οι ιδεολογίες ζητούν να το παρουσιάσουν ως δικό τους, να σφετερισθούν τη δόξα του.
Μια ομάδα ερευνητών προσεγγίζουν το '21 με ένα πνεύμα...αμφισβητήσεως και διάθεση απορριπτική για κοινωνικές ομάδες, που καταλέγονται στους συντελεστές του. Γι' αυτούς το '21 είναι «σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ.2,34) και ζητούν την απομύθευσή του, στα πλαίσια του γνωστού αιτήματος «να ξαναγραφεί η ιστορία». Διατυπώθηκαν μάλιστα θέσεις, που επαναλαμβάνονται αυτούσιες από τους συνεχιστές τους, ιδιαίτερα στο χώρο της παιδείας και της ανεύθυνης (υπάρχει και τέτοια) δημοσιογραφίας. Κυρίως πολεμείται η θέση του «ανωτέρου» (λεγομένου) Κλήρου(1) στον Αγώνα και αμφισβητείται γενικότερα ο ρόλος του Ράσου σ' αυτόν. Επισημαίνονται προδοσίες, χαρακτηρίζονται προδότες, ελέγχονται συμπεριφορές, αμφισβητείται η προσφορά. Τα «επιχειρήματα» όμως περιορίζονται συνήθως σε ωραιολογίες και ανέρειστες γενικεύσεις ή γλωσσικά πυροτεχνήματα χωρίς τεκμηρίωση. Η ιδεολογικοποιημένη αυτή «ιστορική ερμηνεία» αναπαράγεται, συνεχώς, και παρασύρει τους αδύνατους και ανίκανους να επιχειρήσουν αυτοδιαπιστώσεις. Ιδιαίτερα δε στο χώρο της παιδείας το θύμα παρόμοιων ιδεολογημάτων είναι η Νεολαία, που οδηγείται στην αμφισβήτηση και την άρνηση, πριν ακόμη γνωρίσει την ιστορική αλήθεια.
Ανταποκρινόμενος στην παράκληση των οργανωτών αυτής της πανηγυρικής συνάξεως, θα προσπαθήσω να απαντήσω στα ερωτήματα:
Ποια η συμβολή του Κλήρου στον Αγώνα;
Ωφέλησε ή έβλαψε το Γένος;
Ποια ή συμμετοχή του γενικότερα στην ανάσταση του Γένους;
Στάθηκε στο πλευρό του ή αδιαφόρησε;
Μπορούμε να μιλούμε για αντίδραση ή αδιαφορία;
Θα προσεγγίσουμε τα ερωτήματα αυτά μέσα από τις ιστορικές μαρτυρίες, ελέγχοντας τη στάση του Κλήρου κατά την πορεία προς τον Αγώνα και κατά τη διεξαγωγή του.
Σκοπός μας δεν είναι μια (ανώφελη και προκλητική) απολογητική υπέρ του Κλήρου -τότε θα ίσχυε το αρχαίο: «το τας ιδίας ευεργεσίας υπομιμνήσκειν τινί ίδιον τω υβρίζειν»- αλλά η αντικειμενική, κατά το δυνατόν, ερμηνεία.

1. Το δίλημμα «συνύπαρξη ή αντίσταση» και η δυναμική του (2).

Μετά την άλωση (1453) το Γένος ολόκληρο διχάσθηκε στη στάση του απέναντι στον κατακτητή. Δύο τάσεις διαμορφώθηκαν:
1. ο συμβιβασμός με τη νέα κατάσταση, κινούμενος ανάμεσα στη μοιρολατρία και την ελπίδα αποκαταστάσεως, ή
2. η δυναμική αντίσταση με κάθε δυνατό μέσο.

Την πρώτη τάση εκπροσωπούσαν οι αντιδυτικοί ή ανθενωτικοί, ενώ τη δεύτερη οι ενωτικοί και φιλοδυτικοί. H διάσταση ενωτικών-ανθενωτικών προϋπήρχε φυσικά της αλώσεως, διότι οι δύο παρατάξεις διαμορφώθηκαν αμέσως μετά το τελικό σχίσμα Ανατολής-Δύσεως (1054). Η αντιλατινική - αντιφραγκική πλευρά ήταν η πολυπληθέστερη και ισχυρότερη, διότι την συντηρούσε η μόνιμη-απόδειξη το 1204 - φραγκική επιβουλή απέναντι στην Ορθόδοξη-Ρωμαίικη Ανατολή. Στους φιλοδυτικούς καταλέγονταν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί. Οι πρώτοι, διότι ταυτίζονταν στις θεωρητικές αναζητήσεις τους με τους δυτικούς διανοουμένους (ενδοκοσμική εσχατολογία), ενώ οι δεύτεροι και δια λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία βοήθειας). Με την αλληλοπεριχώρηση θεολογίας και πολιτικής, βασικό γνώρισμα της Ρωμανίας ("Βυζαντίου"), ή σύγκρουση των δύο παρατάξεων δεν έμεινε στο θεωρητικό επίπεδο, αλλ' επηρέασε όλο το φάσμα της ζωής.
Συνείδηση των ανθενωτικών ήταν, ότι την Ορθόδοξη- Ρωμαίικη ταυτότητα (που για το Γένος ήταν και εθνική) δεν την απειλούσαν τόσο οι Οθωμανοί, όσο οι Φράγκοι. Η πίστη, όχι ως θρησκευτική ιδεολογία, αλλ' ως θεραπευτική της υπάρξεως και μέθοδος θεώσεως - σωτηρίας, θα έχει πάντοτε στην ησυχαστική παράδοση και τα επηρεαζόμενα απ' αυτήν πλατειά λαϊκά στρώματα πρωταρχική σημασία. Αυτή τη συνείδηση κωδικοποιεί και επαναδιατυπώνει τον 18ο αιώνα ο μεγάλος απόστολος του δούλου Γένους, ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός: «Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον, μέσαθεν από την Κόκκινην Μηλιάν και του το εχάρισε; Ηξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και (=ενώ) ο Τούρκος δέν μας βλάπτει. Ασπρα (=χρήματα) δώσ' του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και διά να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου, και τον έχει o Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη..."(3).
O άγιος Κοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους δυτικόφρονες - ενωτικούς, χωρίς μάλιστα να μπορεί να κατηγορηθεί ως εχθρός του Λαού ή σκοταδιστής. Μόνο όσοι έχουν εμπειρία της ησυχαστικής παραδόσεως, που διασώζεται στις λαϊκές πρακτικές, μπορούν να κατανοήσουν τη δυναμική της πίστεως μέχρι τον 19ο αιώνα(4).
Αντίθετα οι φιλενωτικοί ήσαν πάντα πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της πίστεως (δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που προσχώρησαν στον παπισμό), διότι τα κριτήριά τους ήταν προπάντων ενδοκοσμικά και καιρικά. Οι δεύτεροι έριχναν το βάρος στην εξωτερική ελευθερία.
Παρ' όλα αυτά, πρέπει να λεχθεί, ότι μολονότι η πρώτη τάση διέσωσε την ταυτότητα του Γένους, η δεύτερη το κράτησε σε μόνιμο επαναστατικό βρασμό. Η αντίθεσή τους, χωρίς να γίνεται από τότε αισθητό, λειτούργησε ως σύνθεση. Βέβαια, κατά τον γνωστό ιστορικό Στήβεν Ράνσιμαν, οι ανθενωτικοί δικαιώθηκαν, διότι μ' αυτούς «διατηρήθηκε η ακεραιότητα της Εκκλησίας και με αυτήν και η ακεραιότητα του Ελληνικού λαού» (5).
Η πολιτική της συνυπάρξεως εκφραζόταν ως πολιτική κατευνασμού του κατακτητή και περιορισμένης συνεργασίας και την εγκαινίασε, κατ' ανάγκην, ο πρώτος Γενάρχης, οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (1454). Η στάση αυτή στόχευε στην περίσωση των δυνάμεων, που είχαν μείνει στο Γένος. Βέβαια, από το φρόνημα των προσώπων εξηρτάτο η φύση και η έκταση που θά έπαιρνε αυτή η «συνεργασία».
Η στάση αυτή όμως δικαιωνόταν ιστορικά, διότι είχε εφαρμοσθεί ήδη από την αραβοκρατία (7ος αι.), άρα υπήρχε μακρά πείρα, και θεμελιωνόταν θεολογικά στο γνωστό παύλειο χωρίο της Προς Ρωμαίους (13,1: «Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. Ου γαρ έστι εξουσία, ειμή από Θεού...»), σε συνδυασμό βέβαια με το επίσης αποστολικο: «πειθαρχείν δεί Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πραξ. 5, 29). Η υπακοή στα τυραννικά καθεστώτα, όχι στους τυράννους, έχει όρια («εν οις εντολή του Θεού μη εμποδίζηται», κατά τον Μ. Βασίλειο, P.G. 31, 860) και δεν νοείται ορθόδοξα ως «ταύτιση», αλλά ως μέτρο καιρικό, όταν δεν υπάρχει άλλη (χριστιανικά δικαιωμένη) επιλογή.
Βέβαια, στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο λόγος εδώ αφορά στο Ράσο στο σύνολό του και όχι σε κάποια προσωπική επιλογή. Η Εκκλησία, σε κάθε εποχή, έχει την αποστολή της Μάνας. Να προφυλάσσει και να σώζει το ποίμνιό της. Κάθε δυναμική στάση, που θα οδηγούσε σε αποτυχία και καταστροφή, θα καταλογιζόταν πάντα εναντίον της,(6).
Η ανοχή και διαλλακτικότητα του Κλήρου δεν μπορεί να ερμηνεύεται συλλογικά ως ένοχος συμβιβασμός και εθελοδουλία, παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες διακριβώνεται εσωτερική ταύτιση με τον κατακτητή. Αλλά τέτοιες περιπτώσεις ελεγχόμενης διαγωγής Κληρικών, υπήρξαν σπανιότατες. Τα εκκλησιαστικά κείμενα, ιδιαίτερα δε τα Πατριαρχικά, έχουν πάντα ανάγκη αποκρυπτογραφήσεως. Διότι σκοπός τους ήταν να παραπλανήσουν την Πύλη. Το Πατριαρχείο ως Εθναρχία, έπρεπε να φαίνεται πάντα άψογο απέναντι στην Πύλη, ανεξάρτητα από τις πραγματικές του διαθέσεις. Οι συχνές θανατικές εκτελέσεις Πατριαρχών και Μητροπολιτών αποδεικνύουν, πόσο μικρή ήταν η εμπιστοσύνη τής Πύλης απέναντί τους και, συνεπώς, την ορθότητα της θέσεως αυτής.
Η πολιτική όμως της συνυπάρξεως είχε και μια δυναμική διάσταση. Την πίστη στη δυνατότητα βαθμιαίας υποκαταστάσεως των Οθωμανών στη διακυβέρνηση του Κράτους και τη δημιουργία ενός «Οθωμανικού Κράτους του Ελληνικού ΄Εθνους». Κατά την άποψη αυτή η ανάσταση του Ρωμαίικου (της Ρωμανίας/ «Βυζαντίου») θα ερχόταν χωρίς επανάσταση, αλλά με τη βαθμιαία διάβρωση του κράτους και την αθόρυβη μεταλλαγή του. Η επανάσταση των Νεοτούρκων (1908 ) και η επικράτηση του εθνικιστικού φανατισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποσκοπούσε ακριβώς στην επίσχεση των Ρωμηών (και των Αρμενίων) στη συνεχώς αυξανόμενη συμμετοχή τους στον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό δικαιώνει τη φαναριώτικη πολιτική. Η πολιτική αυτή της πρόσκαιρης «συνεργασίας» μπόρεσε να βελτιώσει τη θέση του υπόδουλου Γένους, με την ανάπτυξη της αυτοδιοικήσεως στις κοινότητες και την ανάδειξη στελεχών μιας ελληνικής πολιτικής ηγεσίας.
Πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη, ότι «η Εκκλησία εδραίωσε όλη της την επιρροή, ώστε να αποθαρρύνει τις εξεγέρσεις των Ορθοδόξων κατά της κυβέρνησης του Σουλτάνου» (6α). Μολονότι η διάθεση του συγγραφέα είναι θετική απέναντι στην Ορθόδοξη Εθναρχία, η τοποθέτηση αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Ο εκκλησιαστικός χώρος, σε όλο του το φάσμα, δεν έχει να δείξει μόνο εκπροσώπους της πολιτικής της περιορισμένης συνεργασίας, αλλά και στην πλευρά της δυναμικής αντιστάσεως. Αυτό είναι ενδεικτικό της ελευθερίας στο σώμα της Εκκλησίας, σε θέματα επιλογών τακτικής. Τον 16ο και 17ο αιώνα Πατριάρχες και Μητροπολίτες έλαβαν απροκάλυπτα μέρος σε εξεγέρσεις. Και δεν επρόκειτο μόνο για φιλοδυτικούς, παρασυρόμενους από τη δυτική προπαγάνδα, αφού και ένας ησυχαστής αγιορείτης, ο άγιος Μάξιμος ο «Γραικός» (l6ος αί.), επιδίωξε να υποκινήσει τους Ρώσους εναντίον των Τούρκων.
Διαπίστωση αδιάψευστη της έρευνας είναι, ότι δεν υπάρχει εξέγερση του υποδούλου Γένους, στην οποία δεν έπαιξαν ενεργό ρόλο Κληρικοί και Μοναχοί. Μια περιδιάβαση στην πολύτομη (και πολύτιμη) «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» του καθηγητού Αποστ. Βακαλόπουλου επιβεβαιώνει τη θέση αυτή. Και δεν ήσαν λίγα τα επαναστατικά κινήματα του δούλου Γένους(7). Περισσότερες από 70 είναι, κατά τον υπολογισμό μας, οι εξεγέρσεις και τα επαναστατικά κινήματα σ' όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ανάλογες κινήσεις σε βενετοκρατούμενες περιοχές. Και σ' όλα πρωτοστατούν Κληρικοί κάθε βαθμού και Μοναχοί. Το Ράσο γίνεται ένα είδος επαναστατικού λαβάρου και σημαίας. Βέβαια, τα αποτυχημένα αυτά επαναστατικά κινήματα επιτρέπουν και κάποιες άλλες σημαντικές διαπιστώσεις:
α) Το Γένος δεν συμβιβάσθηκε ποτέ με την κατάσταση της δουλείας και δεν έπαυσε να πιστεύει στη δυνατότητα αποκαταστάσεώς του.
β) Οι επανειλημμένες αποτυχίες των επαναστατικών αυτών κινημάτων δικαιολογούν, αλλά και ερμηνεύουν συνάμα, τους δισταγμούς των Ηγετών του Γένους το 1821, όταν μάλιστα το φόβο της νέας τραγικής αποτυχίας τον ενίσχυε η καταθλιπτική παρουσία της «Ιεράς Συμμαχίας» (από το 1815).
γ) Αποδεικνύεται τελείως αβάσιμο το επιχείρημα, ότι ο Διαφωτισμός και ιδίως η Γαλλική Επανάσταση (1789) γέννησαν το '21(8 ), όταν το Γένος δεν παύει στιγμή να βρίσκεται σε επαναστατικό βρασμό. Η Γαλλική Επανάσταση ήταν φυσικό να επιταχύνει τους ρυθμούς και να ενθαρρύνει την αστική τάξη, όχι όμως και να προκαλέσει τον Αγώνα του '21, ο οποίος δεν είναι παρά ένας σταθμός στη μακραίωνη φιλελεύθερη πορεία του Γένους μας.

Η μεγάλη ανθενωτική-ησυχαστική παράταξη, στην οποία ανήκαν κατά κανόνα και οι Πατριάρχες και Μητροπολίτες, το εθναρχικό δηλαδή σώμα, έχει να επιδείξει και μια σημαντικότερη ακόμη αντίσταση, ανταποκρινόμενη μάλιστα απόλυτα στο πνεύμα της ορθοδόξου παραδόσεως. Είναι οι Νεομάρτυρες. Αυτοί προέβαλαν τη συνεπέστερη για την Ορθοδοξία και αποτελεσματικότερη για το Γένος αντίσταση, χωρίς μάλιστα Θυσίες άλλων, παρά μόνο του εαυτού τους(9). Διότι, μη ξεχνάμε, το πρόβλημα της εκχύσεως του αίματος των άλλων, ακόμη και σε περίπτωση «νόμιμης» άμυνας ή απελευθερωτικής εξεγέρσεως, στην ησυχαστική (αυθεντική δηλαδή) ορθόδοξη συνείδηση δεν βρίσκει εύκολα λύση.
Οι Νεομάρτυρες ξαναζωντάνεψαν την αρχαία χριστιανική παράδοση τού μαρτυρίου. Η ομολογία τους αποσκοπούσε στην έμπρακτη απόρριψη του κατακτητή και την άμεση επιβεβαίωση της υπεροχής της δικής τους πίστεως, που περιέκλειε συνάμα και τον εθνισμό τους. Σ' όλη τη μακρά δουλεία, απέναντι στους εξωμότες (εξισλαμισθέντες) ή και τους κρυπτοχριστιανούς, πού αληθινά ή όχι κατέφασκαν την ιδεολογία του κατακτητή, στέκονταν οι δημόσιοι καταφρονητές της, οι Νεομάρτυρες, μόνιμη παρηγοριά και στήριγμα της συνειδήσεως των υποδούλων αδελφών τους. Οι Νεομάρτυρες ενσαρκώνουν μάλιστα πληρέστερα από τους Εθνομάρτυρες την ελληνορθόδοξη παράδοση, διότι διακρίνονται όχι μόνο για ηρωισμό, αλλά για την αγιότητα-πνευματικότητα, πού αποδεικνυόταν με τα θαύματα, που συνόδευαν το μαρτύριό τους. Κίνητρο τους δεν ήταν το μίσος, εναντίον των κατακτητών, αλλά η αγάπη για τον Χριστό και τους ανθρώπους, ακόμη και τους διώκτες τους.
Σε τελευταία όμως ανάλυση οι στρατιές των Νεομαρτύρων αποδεικνύουν τη συμμετοχή και του Ράσου στην αντίστασή τους, όπως και την ενότητα του Γένους εναντίον του Τυράννου. Οι Νεομάρτυρες προετοιμάζονταν για την ομολογία τους από τους Πνευματικούς-Γέροντες (ανάμεσά τους και Επίσκοποι). Οι βίοι και τα μαρτύρια των Νεομαρτύρων κυκλοφορούνταν και διαβάζονταν, είτε μεμονωμένα από τους πιστούς, είτε στις μνήμες τους ως συναξάρια. Και μόνο η καθιέρωση της τιμής της μνήμης των Νεομαρτύρων, αμέσως μετά τη θυσία τους, βεβαιώνει τη, σιωπηρή έστω (για ευνόητους λόγους), κατάφαση από μέρους του Εθναρχικού Κέντρου (του Οικουμενικού Πατριαρχείου) της θυσίας τους και αναγνώριση της σημασίας της για τη συνέχεια του Γένους.

Σ' αυτήν όμως τη συνάφεια θα ήθελα να δηλώσω, ότι ακλόνητη πεποίθησή μου, θεμελιουμένη στη μελέτη τόσο της τάσεως για περιορισμένη συνεργασία με τον κατακτητή, όσο και εκείνης για αντίσταση, είναι η σύγκλιση τελικά, και των δύο προς ένα κοινό στόχο: την αποκατάσταση του Γένους. Η διαφορά εντοπιζόταν στον τρόπο θεωρήσεως του αιτήματος και στα χρησιμοποιούμενα μέσα, όχι όμως στη στοχοθεσία. Δεν είναι η μόνη περίπτωση παρόμοιων «διχασμών» του Γένους.
Η περίπτωση των Νεομαρτύρων όμως δείχνει πέρα από τα παραπάνω και τη σημασία των Μοναστηριών στους αγώνες για την ανάσταση του Γένους. Ο καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος, ονομάζει αδίστακτα τα Μοναστήρια «προμαχώνες μπροστά στα κύματα του Μουσουλμανισμού»(10). Δεν ήσαν, πράγματι, μόνο κέντρα παιδείας («κρυφά» σχολεία), καταφυγής και προστασίας των Ραγιάδων. Δεν ήσαν μόνο πνευματικές κολυμβήθρες για τον συνεχή αναβαπτισμό του Γένους στην παράδοσή του» (11). Ήσαν και αντιστασιακά-επαναστατικά κέντρα σε σημείο, που να μην υπάρχει εξέγερση ως το '21, στην οποία δεν πρωτοστατούν κάποιο ή κάποια Μοναστήρια, ως επίκεντρα της επαναστατικής δραστηριότητας, αλλά και χώροι, από τους οποίους ξεπηδούσαν επαναστάτες-πολεμιστές. Οι Μοναχοί μας, ποτέ δεν θεώρησαν αντίθετο προς τον πνευματικό τους αγώνα, τον αγώνα για την εθνική ελευθερία και τη θυσία τους γι' αυτήν.

Αυτή τη στάση των Μοναστηριών στον Αγώνα ομολογεί και προσδιορίζει με το δικό του μοναδικό τρόπο ο Στρατηγός Μακρυγιάννης: «Τ' άγια τα μοναστήρια, οπού 'τρωγαν ψωμί oι δυστυχισμένοι [...] από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες• δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ' αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου, και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι 'περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνον με μένα σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήνα»(12).
Ο Μακρυγιάννης επικαλείται την προσωπική του εμπειρία, για να κατοχυρώσει τη συμμετοχή των Μοναστηριών στο μακρό αγώνα της ανεξαρτησίας. Με αφετηρία την καθαρά ορθόδοξη-ρωμαίικη συνείδησή του, νομίζω, ότι δεν τον παρερμηνεύουμε, αν την αναφορά του στο δυτικό μοναχισμό την ερμηνεύσουμε με βάση την εθνική προσφορά των Μοναχών μας. Η φράση «δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί» για μας σημαίνει: δεν είχαν καμιά σχέση με τα δυτικά-μοναχικά τάγματα, που βρίσκονταν στην εξουσία του «τυράννου» (Πάπα ή Φράγκου Αυτοκράτορα). ΄Ήταν στην υπηρεσία-διακονία του Γένους, στο οποίο και ανήκαν. Πόσοι όμως παρόντες σ' αυτόν εδώ το χώρο δεν έχετε τις προσωπικές σας εμπειρίες για τον εθνικό ρόλο των Μοναστηριών και των Μοναχών μας -ακόμη και των Μοναζουσών-στους νεώτερους αγώνες του ΄Έθνους, όπως η αντίσταση 1941-44; Είναι μια προσφορά αδιάκοπη, ταπεινή και αθόρυβη, αληθινά μαρτυρική. Προσφορά πάνω απ' όλα αφατρίαστη και ακομμάτιστη, αληθινά εθνική. Τα Ελληνικά Μοναστήρια δεν συνδέθηκαν μόνο με τις εξεγέρσεις των χρόνων της δουλείας, αλλά από αυτά ξεπήδησαν και μεγάλες μορφές του '21(13), φωτεινοί Ηγέτες και φλογεροί Επαναστάτες.

2. Το Ράσο στην Επανάσταση του '21
Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του '21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστασή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλεια της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι καί Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, μέ μιά κοινή ορμή, για την ελευθερίαν νά ζώσωμεν σπαθί».
Μετά το κίνημα του Αλ. Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος-οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας(14). Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους, θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνικοτήτων -καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ.το 1922) το Ελληνικό Έθνος.
Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελληνικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμιοσύνης. ΄Έτσι ο αγώνας του '21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ' ουσία «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαίικης Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των «Βυζαντινών»(15).
Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου -και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου- στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών(16). Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ' όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν. «Πλησίον εις τον Ιερέα -έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης- ήταν ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι»(17). Ο ιστορικός του l9ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας».(18 ).

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «...Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν»(19). Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.α.(20)
Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ' όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ' όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός) κ.ά.(21).
Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «ΔΕΛΤΙΟΝ» της Ο.Λ.Μ.Ε.(22), για. να διαπιστώσει πώς αυτούσιες οι ιδεολογικές αυτές ερμηνείες για το '21 περνούν στο χώρο της παιδείας.
Το τραγικά απελπιστικό όμως είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί, έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο τού Γ.Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαϊκισμού» (π. χ. Λεων. Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την επανάσταση του '21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα» (23). Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λεων. Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη-Μπιμπίκου κ.ά. (24).
Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του '21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μια με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει όμως τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνατότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας.

Ένα από τα επισημότερα θύματα της παρατεινόμενης αυτής ιδεολογικής αδιαλλαξίας είναι ο Μέγας Οικουμενικός Πατριάρχης του Αγώνα, Άγιος Γρηγόριος Ε'(25). Η ερμηνεία της στάσης του στον Αγώνα απαιτεί επαρκή γνώση της εποχής (ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά, διπλωματικά) και τη χρήση ορθών κριτηρίων, συγχρόνων δηλαδή και όχι σημερινών (ιστορικός αναχρονισμός). Ο σοφός εκείνος Γενάρχης, πώς ήταν δυνατό να παραβλέψει τους αρνητικούς παράγοντες, που απειλούσαν κάθε επαναστατική σκέψη (Ιερά Συμμαχία, Τσάρος, προηγούμενες οικτρές αποτυχίες, π. χ. 1790); Γιατί να απαιτεί κανείς λιγότερη σύνεση από εκείνη τον Κοραή και του Καποδίστρια, που ήσαν τελείως αρνητικοί στα σχέδια εξεγέρσεως; Και όμως, σε καμία παρακωλυτική ή αποτρεπτική ενέργεια δεν προέβη, η δε αλληλογραφία του είναι σαφώς θετική και φανερώνει την εσωτερική συμμετοχή του στα σχέδια της Φιλικής(26). Θα ερωτήσει, βέβαια, κανείς: και ο περιβόητος αφορισμός του κινήματος Υψηλάντου-Σούτσου; Δεν είναι σαφής αντίδραση του Γρηγορίου; Έτσι, άλλωστε, ερμηνεύεται ως σήμερα από την αρνητική κριτική. Μπορεί όμως να «ερμηνευθεί» ο αφορισμός χωρίς να ληφθεί υπόψη το κλίμα, μέσα στο οποίο έγινε; Και ποιο ήταν το κλίμα αυτό; -΄Έκρηξη της οργής του Σουλτάνου (απόλυτου κυρίου πάνω σε κάθε υπήκοο)- Άμεσος κίνδυνος γενικής σφαγής των Ρωμιών (ομολογία εκθέσεων των Ξένων της Κων/πόλεως(27). Απερίγραπτες θηριωδίες, πού προοιώνιζαν τη συνέχεια-Παύση από τον Σουλτάνο δύο Μ. Βεζίρηδων, με την κατηγορία της επιεικούς στάσεως έναντι των Ρωμηών -Απαγχονισμός του Σεϊχουλισλάμη (Θρησκευτικού αρχηγού), κατηγορουμένου για απείθεια (δεν εξέδωσε φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμηών(28 ) Εκτελέσεις Φαναριωτών (Μουζούρηδων και Μητροπολιτών) κ.λπ.(29).

Ποιος μπορεί μετά από όλα αυτά να αρνηθεί, ότι ο αφορισμός ήταν πράξη ανάγκης και «στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου»; (Νικοπόλεως Μελέτιος). Αυτή ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου από τον αφορισμό, Αλ. Υψηλάντη: «Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου» (30).
Μόνο, λοιπόν, μετά από την γνώση όλων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί σωστά και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμηοσύνης εκτελέσθηκε ως «προδότης» του Σουλτάνου και όχι των Ρωμηών (31). Και εύλογα, αφού τυπικά ήταν ο δεύτερος μετά τον Σουλτάνο αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο αφορισμός δεν είχε καμιά αρνητική απήχηση στον Εθνικό Αγώνα, αφού ήταν γνωστή η προέλευσή του, το «σχοινί του Πατριάρχη» ανέπτυξε μιαν ευεργετική δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο Έθνος.

Η ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία δεν αφήνει όμως άθικτους και τους άλλους Αρχιερείς. Θέλοντας να μειώσουν τη διακεκριμένη συμμετοχή αρχιερέων, όπως λ.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ή ο Σαλώνων Ησαϊας, μιλούν για «εκατοντάδες αρχιερέων» (Σκαρίμπας), η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων (δήθεν) απέσχε και υπονόμευσε τον Αγώνα(32). Έχουν όμως έτσι τα πράγματα; Οι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου δεν ξεπερνούσαν τους 200, στις 171 συνολικά επαρχίες του. Ο αριθμός δε αυτός περιλαμβάνει και τους Αρχιερείς των άλλων ρωμαίικων Πατριαρχείων, που ήταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας(33). Ο Σπ. Τρικούπης, Θ. Φαρμακίδης κ.α,. δέχονται τον αριθμό 180, οι δε τιτουλάριοι Αρχιερείς δεν υπερέβαιναν τους 20(34). Ποια ήταν, λοιπόν, η συμμετοχή αυτών των Αρχιερέων στη Φιλική Εταιρεία(35).

Παρά τον αστικό χαρακτήρα της Φιλικής, οι πρωτεργάτες της δεν είχαν δυτική αντιφεουδαρχική συνείδηση, διότι στην «καθ' ημάς Ανατολήν» δεν υπήρχε φεουδαρχία φραγκικού τύπου (φυσική αριστοκρατία). Γι' αυτό ενώ στη Δύση ο Κλήρος, και μάλιστα οι Επίσκοποι, εθεωρούντο προέκταση της τάξεως των Ευγενών, η Φιλική στράφηκε εδώ στον Κλήρο και μάλιστα στις κεφαλές του. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Κορδάτος: «Οι Φιλικοί [...] επεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικόν εις την ωργανωμένην επανάστασιν και δι' αυτό προσηλύτισαν και μερικούς Φαναριώτας και ανωτέρους Κληρικούς»(36). Το επίθετο («μερικούς») απορρέει από το ιδεολογικό πρίσμα του Κορδάτου και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα πράγματα.
Από το 1818 μυήθησαν στην Φ. Ε. όλοι σχεδόν oι αρχιερείς της Πελοποννήσου(37), κάτι που αναγκάζεται να το παραδεχθεί ο αγαθότερος Σκαρίμπας: «Η Φ. Ε. [...] στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδόν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντός τούς δεσποτάδες»(38 ). Η αλήθεια είναι, ότι ως Ρωμιοί οι ηγέτες της Φιλικής γνώριζαν την επιρροή των Αρχιερέων στο λαό. Μέσα στα έτη 1918-21 όλοι σχεδόν οι Αρχιερείς έγιναν μέλη της Φιλικής. Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμό απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρίς όμως να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολή αρνήσεως ή για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας. Οι περισσότεροι ιστορικοί δέχονται, ότι οι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλική στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της λόγω του υψηλού κύρους τους στον Λαό(39). Αν οι Αρχιερείς εξ άλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους το έργο της Φιλικής, πολλά πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μια αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοί 9,5%, Αγρότες 6% και Πρόκριτοι 11,7%(40).
Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε', Κύριλλος ΣΤ') και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν ή έπεσαν σε μάχες. Κατά τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ οι κληρικοί-θύματα του Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.000(41).
Υπάρχει όμως και το «εξ αντιθέτου» επιχείρημα. Η μαρτυρία των Τούρκων Ιστορικών για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του '21(42). Έτσι, ο Μώραλη Μελίκ Μπέη δέχεται ότι «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν oι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, οι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως οι μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον κλήρο, δηλαδή οι πραγματικοί ηγέται του Εθνους» (43). Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει: «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων»(44).

Δια να κλείσουμε το θέμα αυτό, θα προσθέσουμε, ότι ενίοτε τον 19ο αιώνα εγείρονταν αντιδράσεις όχι για την μη συμμετοχή των Κληρικών μας στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά αντίθετα για τη συμμετοχή τους σ' αυτόν. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγηρου και ησυχαστή Κοσμά Φλαμιάτου (1786- 1852)(45). Κατά τον Φλαμιάτο η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε τον Αγώνα του '21. Με την εμπλοκή του Κλήρου σ' αυτόν επεδίωξε «ίνα διεγείρη την παγκόσμιον, ει δυνατόν, περιφρόνησιν, μίσος, αποστροφήν και συνωμοσίαν κατά του Κλήρου, τόσον την εκ των Αρχών, όσον και την εκ του λαού. Δι' αυτόν τον σκοπόν προς τοις άλλοις εκίνησεν εμμέσως εις τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας και εισήχθησαν εν αυτω ο Οικουμενικός Πατριάρχης, πολλοί Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής, και εφάνησαν τινες εξ αυτών οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν...»(46).
Δεν θα ασχοληθούμε με την ορθότητα ή όχι των κρίσεων του Φλαμιάτου, που έχει το δικό του πρίσμα θεωρήσεως.
Το σκανδαλιστικό για ησυχαστές σαν τον Φλαμιάτο είναι η συμμετοχή του Κλήρου στις πολεμικές επιχειρήσεις («οπλοφορία») και σε μια συνωμοτική Εταιρεία, όπως η Φιλική. Την τελευταία θεωρεί κατευθυνόμενη «εμμέσως» από την Αγγλία. Μάλλον, συνεπώς, αυτό προσκρούει στη συνείδησή του, ότι δηλαδή η Επανάσταση εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Δύσεως. Σ' αυτό ακριβώς, πιστεύουμε, έγκειται η αντίθεσή του. Ότι ο Κλήρος της Ελλάδος, εν αγνοία του, εξυπηρέτησε σκοπούς αλλότριους και όχι τα όνειρα της Ρωμιοσύνης. Ο Φλαμιάτος γράφει στη δεκαετία του 1840, όταν πολλά πια έχουν αποσαφηνισθεί. Σημαντικό όμως είναι, ότι θεωρεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σ' αντίθεση με τους σημερινούς επικριτές του. Για τους παραδοσιακούς ορθοδόξους όμως αυτό ήταν το σκάνδαλο και όχι το αντίθετο. Ο Γενάρχης της Ρωμηοσύνης να υποθάλπει κινήσεις, που στρέφονταν εναντίον της. Γι' αυτό μιλήσαμε παραπάνω για «θυσία» και «αυθυπέρβαση» του Ράσου. Η εθναρχική πολιτική εγκαταλείφθηκε για χάρη της ελευθερίας της Ελλάδος(47). Η Ρωμαίικη Εθναρχία θυσιάστηκε, εκούσια, για την ελευθερία της Ελλάδος. Ο Όθωνας στα 1833 θα πάρει για τους Έλληνες, πολιτικά και εκκλησιαστικά, τη θέση του Εθνάρχη Οικουμενικού Πατριάρχη. Η αγανάκτηση του Φλαμιάτου εστιάζεται, ακριβώς, στην αντίθετη κατεύθυνση από τις αιτιάσεις των επικριτών του Κλήρου. Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την εθνική αποκατάστασή της.

Συμπερασματικά:
Η συμμετοχή του Ράσου στους εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. Κύρια αποστολή του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο «Πνευματικόν Ιατρείον» της Εκκλησίας για την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται ως ένας συμβατικός θεσμός, κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικό και εθνικό βίο, με σκοπό να σώζει απλώς την ιστορική διάσταση.
Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σ' όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες. Γιατί; Διότι τούτο απορρέει από την πίστη της για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως, του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματική δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό και τους συνανθρώπους του, σε βαθμό γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας, έξω δηλαδή από κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (και ως εθνική-κοινωνική) έννοια καθαρά θεολογική- εκκλησιαστική(48 ).
Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικούς-απελευθερωτικούς αγώνες, διότι το έργο του και στην περίοδο της ειρήνης είναι απελευθερωτικό. Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηού, ως απελευθέρωση από τα δεσμά της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας(49).
Η εσωτερική δε δουλεία κατά κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως, η αναγκαστική υποταγή, αλλά η εσωτερική υποταγή και ταύτιση με τον κατακτητή, η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού.
Γι' αυτό και πιστεύουμε, ότι η σημαντικότερη προσφορά του Ράσου στο Έθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχή του Κλήρου στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, όσο η συμβολή του Ράσου στη συντήρηση του ελληνορθοδόξου φρονήματος του Γένους και της αγάπης του προς την ελευθερία. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει Εικοσιένα.

* Θεωρούμε χρήσιμο να παραπέμψουμε και στο άρθρο του π. Γ. Μεταλληνού «Απο Τη (Ρωμαιικη) Οικουμενη Στο (Ελλαδικο) Προτεκτορατο» (περ. ΡΕΣΑΛΤΟ , Τεύχος 16 )
** Για τις παραπομπές
δές την πρωτότυπη ανάρτησι στο paideia-gr, όπου και ενδιαφέροντα σχόλια.

Αξίζει, τέλος, να διαβάσετε και το σχετικό άρθρο του Πέτρου Α. Γεωργαντζή στο σημερινό Αντίβαρο με τίτλο: Αρχιερείς κατά την Επανάσταση του ‘21

Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

O ΆΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, Ο ΕΚ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (Αλέξανδρος ο Δερβίσης). Sant' Alessandro neomartire, il Derviscio

AΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΔΕΡΒΙΣΗΣ
SANT' ALESSANDRO NEOMARTIRE, IL DERVISCIO 

Σήμερα το εορτολόγιο της Εκκλησίας μας μεταξύ άλλων τιμά και την μνήμη ενός νεομάρτυρα, ονόματι Αλέξανδρος ο Δερβίσης! 
Ναι, καλά καταλάβατε, μωαμεθανός, ισλαμιστής και μάλιστα ΔΕΡΒΙΣΗΣ! Έλληνας που εξισλαμίστηκε στην Τουρκοκρατία, αλλά μετά, και ενώ είχε γίνη Δερβίσης, άρχισε να συμπεριφέρεται ως δια Χριστόν σαλός και στο τέλος, μια μέρα, οδηγήθηκε στο μαρτύριο. Ήταν 26 Μαΐου τού 1794…
Περένθεσι:  
ΚΑΙ ΜΕ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΛΕΨΑΜΕ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ. ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ!!

Μια ματιά, λοιπόν, στο Συναξάρι τού εκ Θεσσαλονίκης συνονόματου Αγίου επιβάλλεται.
Άλλωστε είναι και σχετικά σπάνιες οι περιπτώσεις αγιοποίησης αλλαξοπιστησάντων χριστιανών, « ΑΡΝΗΣΙΧΡΙΣΤΩΝ», που επανήλθαν στην Πίστι την Αγία.


Ο άγιος Αλέξανδρος καταγόταν από την περιοχή Λαοδηγήτρια της Θεσσαλονίκης. Σε νεαρή ηλικία οι γονείς του τον έστειλαν στη Σμύρνη, προσπαθώντας να τον προφυλάξουν από τις ακόλαστες προθέσεις κάποιου Τούρκου. Εκει ο νεαρός ρωμιός βρήκε δουλειά σ’ έναν Τούρκο πασά και κάποια στιγμή εξισλαμίζεται. Ύστερα, ο Αλέξανδρος εγκαταλείπει την Σμύρνη και αφού ταξίδεψε αρκετά, πηγαίνει στην Μέκκα προσκυνητής και δέχεται το σχήμα τού δερβίση εγγραφόμενος στο σχετικό Τάγμα. Κι ενώ άρχισε να κηρύττει την ισλαμική θρησκεία ως δερβίσης, κάτι συνέβη στην ψυχή του και ανένηψε. Έτσι νιώθοντας χριστιανός άρχισε να ζή ως δια Χριστόν σαλός και υπό το σχήμα πάντα τού Δερβίση, περιόδευσε για χρόνια σε υπόδουλες χώρες ελέγχοντας σκληρά την τουρκική τυραννική εξουσία.
« Όσες δε φορές του δόθηκε η ευκαιρία να εκδηλώσει την πίστη του στο Xριστό το έκανε εκτελώντας αγαθά έργα. Ευρισκόμενος στη Χίο, παρακολούθησε άφοβα σε Χριστιανική Εκκλησία τις ιερές ακολουθίες της Μ. Τεσσαρακοστής φορώντας ακόμη τα ρούχα του Δερβίση. Από τη Χίο μετέβη στη Σμύρνη και παρουσιάσθηκε στον κριτή της πόλης στον οποίο ομολόγησε με θάρρος ότι μετανόησε για την προηγούμενη μεταστροφή του και ότι θα επανερχόταν πλέον στο Χριστιανισμό. Μπροστά του δε έβγαλε και ποδοπάτησε τα ρούχα του Δερβίση. Τον έριξαν αμέσως στη φυλακή από την οποία τον έβγαλαν τρεις φορές προσπαθώντας με κολακείες και απειλές να κάμψουν το φρόνημά του και την πίστη του. Όμως ο Αλέξανδρος παρέμεινε ακατάβλητος και σταθερός στην απόφασή του να μαρτυρήσει για την πίστη του. Όταν δε προσήλθε στον τόπο της εκτέλεσης προσευχόταν γονατιστός και ατάραχος μπροστά στο πολυάριθμο και μανιασμένο πλήθος. Γεμάτος χαρά και θάρρος, υπέμεινε με καρτερία το μαρτυρικό του θάνατο δι` αποκεφαλισμού, στις 26 Μαΐου 1794, γενόμενος έτσι κι εκείνος κάτοικος της άνω Ιερουσαλήμ και μέτοχος της ουράνιας δόξας» (ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Συναξαριστής βλ. http://www.ecclesia.gr/greek/synaxaire/synaxari.asp?minas=5&id=267%231_bottom ).

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ. Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.
"Εν αθλήσει νομίμως Μάρτυς ηρίστευσας,
και τον σε τρώσαντα πρώην κατηγωνίσω εχθρόν,
και Μαρτύρων κοινωνός ώφθης Αλέξανδρε.
Όθεν ως άγιον βλαστόν, Θεσσαλονίκη τιμά σε ,
και πόθω ανακράζει σοι : μή διαλίπης πρεσβεύων,
ελεηθήναι τούς τιμώντας σε
".

Πιο πλήρες συναξάρι και αλλά και βιβλιογραφία βλ.: http://www.imth.gr/default.aspx?lang=el-GR&loc=1&&page=147&saintid=20