Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Festa Nazionale. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Festa Nazionale. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

ΔΙΑΚΟΣΙΕΤΗΡΙΔΑ: ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!! Με ένα αδημοσίευτο «Επιτύμβιο» επίγραμμα του Σελλενίδη (του 1981!). Auguri per la festa Nazionale del 25 marzo 1821 - bicentenario della Rivoluzione Nazionale con una poesia (epigramma) di Alex. Sellenidis.


Το δέος και το χρέος κάθε σημερινού Έλληνα μπροστά στο μεγαλείο του 21 είναι τεράστιο -αν όχι ασύλληπτο. Προσωπικά, και για τώρα, αυτό το ελάχιστο· σάν λουλουδάκι: Ένα αδημοσίευτο επίγραμμα γραμμένο 40 χρόνια πρίν! Κι αυτό μπορεί να είναι παλιό, αλλά παραμένει, όπως πιστεύω, ολόδροσο.  Ακόμα πιο ζωντανό πρέπει να είναι το ίδιο το σημερινό εορταζόμενο γεγονός και το μήνυμά του. Εμπρός για νέους αγώνες κάτω από τα λάβαρα του 21 !! Για άλλα, τουλάχιστον 200 χρόνια! Αυτά ας είναι με μεγαλύτερη εθνική αξιοπρέπεια και προκοπή!  

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Μου φτάνει που είδα

στο Φώς σου το φώς μου,

μικρή μου Ἑλλάδα, 

του σύμπαντος κόσμου

ανέσπερη ελπίδα

κι ακοίμητη δάδα!

 

Α. Σ.    (Αθήνα, 19.12. 1981 μ.Χ.)

 

 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ!

ΖΗΤΩ ΤΟ 1821 !!

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

«Μα Τότε Ήταν Το Εικοσιένα», ποίημα (πεζοτράγουδο) του Ι. Παναγάκου για την Εθνική Επέτειο 20ης Μαρτίου


ΜΑ ΤΟΤΕ ΗΤΑΝ ΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ

Σαν πλησιάζει ο καιρός στο τέλος του να ’ρτει
στην καταχνιά ξεχνιέμαι και γυρίζω λίγο πίσω.
Ένα λαγούμι στον χρόνο ανοίγω
και τους ορίζοντες της καρδιάς μου, την καρδιά της ψυχής μου
στο πρωτόφταστο την φέρνω σημείο του τώρα`
εκεί που πρωτόζησα ετούτες τις πληγές
τότε που πληγωμένη η ψυχή κατάβαθα
αλυχτούσε κι έκλαιγε τη μαύρη προσευχή της
στην αλλοτινή της πορεία
και που ο αντίλαλος ο παλιός, ο χρυσόφαντος της ιστορίας
εισάκουσε το πρόσταγμα το πανάρχαιο
και μοσχομύριστες αντισήκωσε τις καρδιές μας
ως στης Λαύρας το φλάμπουρο της Άγιας.
Μα τότε ήταν το εικοσιένα
κι ήταν ο Γέρος, ο αητός του Μοριά, κι ήταν κι ο Γιώργης Καραϊσκάκης
τ’ αρματολίκια κι η κλεφτουριά! Κι ήταν ακόμα ο Παπαφλέσσας
κι ο Αθανάσιος ήρως, ο Διάκος, και ο καλόγηρος ο Σαμουήλ
και οι Ελεύθεροι στο Μεσολόγγι, πολιορκημένοι εντός των τειχών
μα με ελεύθερη ψυχή και πνέμα όπως ο ήλιος κι η ξαστεριά!
Κι ήταν το Σούλι, τα Δερβενάκια, χορός στο Ζάλογγο, Κούγκι φωτιά!
Κι ήσαν κι ήσαν … οι Έλληνες ραγιάδες,
που ραγιάδες δε θέλαν νά ’ναι
κι ήταν κι ήταν το αστέρι το μισόσβηστο,
μα άσβεστη πόχει την φλόγα στην ψυχή!
Για το ξεπέταγμα! Για τον μεγάλο ξεσηκωμό!
Το αστέρι που τρεμόσβηστο φούντωνε για του Γένους το ξαναγέννημα!
Την ανάσταση των παλιών αιώνων.
Κι ήταν ακόμα τότε που πίναμε τον φόβο και τραγούδι τον εκάναμε στα χείλια
μα πιο πολύ στις καρδιές μας.
Δεν μας έπινε ο φόβος. Δεν μας έπιανε ο φόβος.
Μον’ κρασί τον κάναμε και μπόλι στις ψυχές μας
σαν τον Μιθριδάτη.
Κι έτσι πατήσαμε το δράκο εντός μας που ραγιάς - ραγιάς κοιμότουνε
πνεύμα και θέληση και χέρια ποντισμένα στην υπνονεφέλη του τίποτα,
ραγιάς ραγιά, πισθάγκωνα τον εαυτό του ψυχοδεμένο στο πουθενά καθήλωνε
και, ξάφνω, ραγιάς – ραγιάς κοιμήθηκε και ξύπνησε αληθινός ως ήταν,
ως γεννήθηκε, Έλλην,
ως για την ανθρωπιά του τον έταξε ο Θεός πλαστουργώντας τον
στους ανθρώπους.
Και τώρα, τώρα, ω, τώρα!
Ραγιάς –ραγιά, ραγιαδισμό διδάσκει
και γραικύλους στους αδαείς απιθώνει τους στοχασμούς του
λιγδώνοντας των περασμένων μεγαλείων την ανάμνηση.
Κι ο Μεγάλος Σουλτάνος κι οι Βεζίρηδες,
όλοι τους τυμβωρύχοι των μνημείων της ιστορίας,
της παλιάς και της μελλούμενης,
να δίνουν τον τόνο.
Κι απόξω, μακριάθε, κι από μέσα, εδώθε,
το Μέγα Διευθυντήριο να επιδαψιλεύει επαίνους!
Πρώτα μας βράβευαν για τον Συβαριτισμό μας
αυτόν που ραγιάδες μας έκανε…
Έπειτα μύδρους εναντίον του, για να μας διατηρήσουν ραγιάδες.
Και τώρα… να, τα ζήτω, να, τα μπράβο,
γιατί καταλάβαμε το λάθος μας
που Συβαρίτες μας έκανε
μα, πιο πολύ μας παινεύουν
γιατί δεχτήκαμε να επιστρέψουμε την περηφάνια μας
μαζί με ό,τι είχαμε ως Συβαρίτες!
Και να, τα επιπλέον εύγε και τα χειροκροτήματα
γιατί μάθαμε να λέμε κι ευχαριστώ
που δεχτήκανε την ψυχή μας να την διαφεντέψουν!
Μόνο, που δεν καταλάβαμε ότι η Σύβαρη έπεσε
γιατί δεν είχε μάθει, δεν είχε ακούσει, ποτέ της;
τί σημαίνει «μολών λαβέ»,
γιατί δεν είχε μάθει να λέει όχι στους βάρβαρους.
Στους βάρβαρους εκτός` στους βάρβαρους εντός.
Μα πιο πολύ δεν καταλάβαμε, εμείς,
πως κανείς έξωθεν δεν ημπορεί να μας βλάψει
αν δεν του ανοίξουν την Κερκόπορτα οι εντός, από μέσα.
Αχ, καρδιά μου!
Πόσο πιο πάνω θά ’σουνα,
και συ πατρίδα,
αν έθαβες στο χθες όλους εκείνους που πάντα ήσαν χθες.
Αν τους θήλιαζες στο ικρίωμα της ιστορίας
με την επιγραφή που ταιριάζει στους Εφιάλτες: "Προδότης".
Αλλά εσύ, ψυχή μου, πού είσαι;
Πού αλώθηκες ψυχή μου;
Ω, αναστήσου, μέρα χαράς πού ’ναι σήμερα,
μέρ’ Αναστάσιμη,
μέρα οπού η Θεοτόκος ευαγγελίζεται!
Να, ο Άγγελος, το μήνυμα που φέρνει το καλό!
Η Παναγιά παραστέκει σε.
Ψυχή μου ορθώσου, στον ουρανό σου!
Ο Κύριος μετά Σου!


Ιωάννης Παναγάκος

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Ένα πρόγραμμα σχολικού γιορτασμού για την Εθνική Εορτή της 25ης Μαρτίου. Un programma di festeggiamento della Festa Nazionale di 25 Marzo in scuola.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΟΡΤΗΣ
Σε ψηλό βουνό,
σε ριζιμιό χαράκι,
κάθεταν' αϊτός.

Βρεμένος, χιονισμένος
ο καημένος και παρακαλεί.
Και παρακαλεί
τον ήλιο ν' ανατείλει.

Ήλιε ανάτειλε-ήλιε ανάτειλε.

Ήλιε λάμψε και δώσε
για να λιώσουνε
χιόνια από τα φτερά μου
και τα κρούσταλλα
από τ' ακράνυχά μου.

Ήλιε ανάτειλε-ήλιε ανάτειλε!

Α. Εισαγωγή
1. Τραγούδι: Ν. Ξυλούρης. «Σε ψηλό βουνό» [σε παράλληλη απαγγελία των στίχων η μ/τρια Μαρία Βογιατζάκη]

Β.
2. Αντί πανηγυρικής ομιλίας για την 25η Μαρτίου: ένας δάσκαλος στα παιδιά ενός σχολείου στην Ελλάδα του σήμερα. [διαβάζει ο καθ. Αλέξανδρος Σοϊλεμέζης]

Γ. Μνήμες και λόγια των Ηρώων του Αγώνα
3. Στρατηγού Μακρυγιάννη: «»Δια χειρός» [μαθ. Α΄, Ανέστης Πασχαλίδης]
4. >> : «Ο Κόσμος μας έλεγε τρελούς [μαθ. Α΄, Χρήστος Δημητρίου] :
5. >> : «Τέτοια αρετή έχουν τέτοια φώτα μας δίνουν»« [μαθ. Α’ Λυκ. Αν. Πασχαλίδης]

6. Η ομιλία του Θ. Κολοκοτρώνη στην Πνύκα [καθ. Αλέξανδρος Σοϊλεμέζης]

Δ. Λογοτεχνική ανάπαυλα: 2 Ποιήματα , 2 Δημοτικά και 1 τραγούδι
7. Κ. Καρυωτάκη ( Ηρωική τριλογία): «Διάκος» [ μαθ. Α΄. Γιώργος Μαντασάς]
8. Δημοτικό: «Της Λένως Μπότσαρη» [μ/τρια Β΄, Βασιλική Αντωνίου]
9. Κ. Καρυωτάκη ( Ηρωική τριλογία) : «Κανάρης» [μαθ. Γιάννης Τζάθας]
10. Δημοτικό: «Της Δέσπως» [μ/τρια Α΄, Φωτεινή Μπούρου]
11. Τραγούδι «Άκρα του τάφου σιωπή» (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι Δ. Σολωμού) [τους στίχους διαβάζει ο μαθ. Α΄. Νίκος Μουρτζάκης]

Ε. Μια απάντηση στη λήθη και την αγνωμοσύνη
12. «Προγόνων Εξώδικος» (Φανταστικό έγγραφο-καταγγελία των Ηρώων σε σύγχρονους αγνώμονες διανοούμενους και πολιτικούς) [μαθ. Γ΄, Δημήτρης Κυριακός]

ΣΤ. Επίλογος
Και πάλι το αποσυμβολισμένο πια αλληγορικό ριζίτικο, σαν προσευχή για τον δικό μας «χειμώνα»…
[σύντομο σχόλιο ΑΛ. Σ.]
Τραγούδι: Μ. Λυδάκης: «Σε ψηλό βουνό»

Ζ. Εθνικός Ύμνος

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Αντί πανηγυρικής ομιλίας για την 25η Μαρτίου: ένας δάσκαλος στα παιδιά ενός σχολείου στην Ελλάδα του σήμερα.

Αυτά τα λόγια απηύθυνε πέρυσι ή πρόπερσι ένας φιλόλογος (στο 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών - αποσπασμένος ή ωρομίσθιος καθηγητής απ’ ό,τι φαίνεται) στους μαθητές του, για την επέτειο της 25ης Μαρτίου):


«Σκέφτηκα να σου µιλήσω για τον Καραϊσκάκη, αλλά το µυαλό σου θα
πάει ...στο γήπεδο. Σκέφτηκα να σου µιλήσω για το 21, αλλά ο νους σου θα πάει ...στην Ορίτζιναλ. Συλλογίστηκα πολύ, για να καταλήξω αν αξίζει να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο µακρινό, τόσο ξένο. Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα τι να
λένε σε σένα, σε εσένα που ßιάζεσαι να φύγεις, να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο.
Θα σου µιλήσω λοιπόν προσωπικά. Εγώ, ο δάσκαλος, που δούλεψα ένα χρόνο σε αυτό το σχολείο και σε 15 µέρες φεύγω για αλλού, σε σένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία ή και περισσότερα χρόνια θα µιλήσω σταράτα. Για να σου εκφράσω δύο σκέψεις µου. Οι µαθητές που συνάντησα µέσα στις τάξεις, οι µαθητές που δίδαξα φέτος στη συντριπτική τους πλειονότητα µε σεßάστηκαν, αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του µαθήµατος. Πολλοί όµως από τους υπόλοιπους µαθητές δε µε σεßάστηκαν, µε προσέßαλαν κατ’ επανάληψη. Με έργα, µε λόγια, µε ύßρεις, δείχνοντας ένα χαρακτήρα και ένα ήθος που µε σόκαρε, που µε έßαλε σε µελαγχολικές σκέψεις. Αυτό το φαινόµενο αποδεικνύει πως κάτι σάπιο υπάρχει σε αυτό το σχολείο, πως εκτός του γνωστικού ελλείµµατος, το συγκεκριµένο σχολείο χωλαίνει δραµατικά και στο ηθικοπλαστικό του έργο, στη διαµόρφωση δηλαδή των µαθητικών ψυχών και πνευµάτων. Και η ευθύνη για αυτή την αποτυχία είναι ευθύνη αποκλειστικά δική µας, των δασκάλων σας και των γονιών σας.
Δεν έχουµε κατορθώσει να σας δείξουµε πως χωρίς αρχές η ζωή σας αύριο θα είναι µια κόλαση, πως χωρίς όνειρα και στόχους θα χρειαστείτε υποκατάστατα, θα καταφύγετε πιθανόν σε επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν, θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας, θα σας γεµίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση, θα σας γεράσουν πρόωρα.
Αν όµως θέλετε µια συµßουλή από ένα δάσκαλο, σκεφτείτε το παράδειγµα του Μακρυγιάννη, που έφτασε αγράµµατος µέχρι τα 50 σχεδόν, για να καταλάßει τότε πως η µόρφωση, η καλλιέργεια, ήταν το όπλο που έλειπε από την προσωπική του θήκη. Και κάθισε µε πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο και έµαθε πέντε κολλυßογράµµατα, για να µας πει την ιστορία του ßίου του, το παραµύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωµιών. Αυτό το παράδειγµα είναι για σένα το πιο κατάλληλο και µπορείς 30 χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη να ακολουθήσεις το δρόµο που εκείνος έδειξε, το µονοπάτι της καλλιέργειας, το δρόµο της παιδείας, τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.
Δεν είστε σε τίποτα λιγότερο ικανοί από τον µπάσταρδο γιο της καλογριάς, τον Αρßανίτη Γιώργη Καραϊσκάκη. Ήταν κι αυτός αθυρόστοµος σαν κι εσάς, αλλά είχε αυτό που από τα αλßανικά µάθαµε σαν µπέσα, ήταν πάνω απ’ όλα µπεσαλής. Αυτό θα ‘θελα να έχετε κι εσείς: υπευθυνότητα, µπέσα, τσίπα. Να αναλαµßάνετε τις ευθύνες σας, να απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συµφέρον, να µισείτε το ψέµα και την ευθυνοφοßία.
Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του ήταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταµατελόπουλου, του Νικηταρά. Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης, συνέßαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του κι έπειτα φυλακίστηκε, για να χαθεί σ’ ένα στενοσόκακο του Πειραιά, σχεδόν τυφλωµένος, πάμπτωχος και εγκαταλειµµένος από όλους, δε ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα. Κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν να απαιτήσει από την Κυßέρνηση µια πλούσια σύνταξη, απαντούσε πως η πατρίδα τον αµείßει πολύ καλά, λέγοντας ψέµατα, για να µην προσßάλει την πατρίδα.
Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγµα του Νικηταρά. Αλλά νοµίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα, μπορείτε να ακολουθήσετε το δρόµο της αξιοπρέπειας, να προσπαθήσετε τίµια και µε αγωνιστικότητα για εσάς και για το µέλλον της οικογένειας που αύριο θα κάνετε.
Ξέρω, καταλαßαίνω, αντιλαµßάνοµαι πως σας προτείνω µια διαδροµή ζωής δύσκολη και απαιτητική. Όταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόµος των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών, της εποχής στην οποία µεγαλώνετε. Όµως, κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της, περιµένει από αυτούς να σηκώσουν ψηλά και µε επιτυχία τη σηµαία του αγώνα και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους, σε καλύτερες µέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες. Κι όταν ßλέπω την εποχή µας να µαραζώνει χωµένη στην αλλοτρίωση, να ξεψυχά από την τηλεοπτική ανία, να µουχλιάζει από το κυνήγι της ευκολίας, μόνο σε εσάς ελπίζω, στην ειλικρινή σας διάθεση να αγωνιστείτε, να αντισταθείτε, να πολεµήσετε, να νικήσετε.
Μη µας απογοητεύσετε».




Ν. ΞΥΛΟΥΡΗΣ: Σε ψηλό βουνό
Σύνδεσμος

Σε ψηλό βουνό
ΑΕΤΟΣ - ΧΙΟΝΙ - ΗΛΙΟΣ
Το ριζίτικο προσφέρεται για εύκολο αποσυμβολισμό...

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ. Δύο πατριωτικά κείμενα (Χολέβα, Νατσιού) αντί για Πανηγυρικούς. Για «Τα ΟΧΙ του Ελληνισμού» και τα λογοκριμένα συναξάρια των Ηρώων.

Όχι ένα, αλλά δύο επετειακά κείμενα για την Εθνική Εορτή φιλοξενούμε σήμερα.
Το ένα υπο τον τίτλο «Τα ΟΧΙ του Ελληνισμού» το είδαμε στο ιστολόγιο του Συνδέσμου Επιστημόνων Πειραιώς και είναι του φίλου μας Κωνσταντίνου Χολέβα, ενώ το δεύτερο υπογράφεται από τον μαχόμενο στα χριστιανικά-πατριωτικά μετερίζια εκπαιδευτικό της πρωτοβάθμιας, Δημήτρη Νατσιό. Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιευμένο (προχθές) στο Αντίβαρο έχοντας τον κάπως αφοριστικό τίτλο «Ανδρείους μπορεί να βγάζει κάθε πατρίδα. Αγίους μόνο η Ελλάδα» μοιάζει να διαλέγεται και με ένα νιτσεϊκό απόφθεγμα, για το οποίο απόφθεγμα-αφορισμό έχουμε και εμείς (με ανάλογο ελληνικό-ρωμαίικο πνεύμα) αρθρογραφήση.

1.
Τα ΟΧΙ του Ελληνισμού

Κωνσταντίνος Χολέβας - Πολιτικός Επιστήμων

Τώρα που διερχόμαστε μία μείζονα κρίση, οικονομική, ηθική, πνευματική, ακριβώς τώρα καθίσταται ακόμη πιο επίκαιρο το μήνυμα από το ΟΧΙ του 1940. Το ΟΧΙ που βεβαίως είπε ο Κυβερνήτης Ιωάννης Μεταξάς εκφράζοντας την άποψη της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού μας. Ήταν ένα ΟΧΙ κατά της ξένης εισβολής και υπέρ της ελευθερίας και της εθνικής αξιοπρέπειας. Οι φράσεις του Μεταξά προς τον Ιταλό Πρέσβυ Γκράτσι ήταν: “Alors c’ est la guerre”, που σημαίνει στα γαλλικά: Λοιπόν, έχουμε πόλεμο. Και το ΟΧΙ αυτό επαναλήφθηκε χιλιάδες φορές από απλούς φαντάρους και αξιωματικούς, από κληρικούς και λαϊκούς, από επιστήμονες και ολιγογράμματους μαχητές. Από άνδρες και γυναίκες που αισθάνθηκαν ότι προσεβλήθη η Παναγία κατά τον τορπιλλισμό της ΕΛΛΗΣ από ιταλικό υποβρύχιο στις 15 Αυγούστου 1940. Ο πόλεμος έγινε με υψηλά ιδανικά. Την Ορθόδοξη Πίστη και την Πατρίδα. Είχε ο απλός Έλληνας ισχυρούς προστάτες. Την Παναγία και την διαχρονική συνέχεια του Ελληνισμού. Τους ήρωες και τους μάρτυρες του Γένους.
Έγραψε σχετικά ο σπουδαίος λόγιος και δημοσιογράφος Σπύρος Μελάς: «Από αυτό το καμπαναριό της Μεγαλόχαρης αντιλάλησε ως τα πέρατα του Ελληνισμού η καμπάνα του εθνικού συναγερμού, όταν ο Ιταλός, αφήνοντας τον ακήρυχτο πόλεμο, ήρθε στις φανερές εχθροπραξἰες. Ο σεπτός ναός της παρθένου στάθηκε το ψυχικό στρατηγείο του έθνους. Μία θεία κόρη στρατηγεύει πάντα στους μεγάλους πολέμους των Ελλήνων. Η Αθηνά παράστεκε τους ήρωες στην Ιλιάδα. Τα στρατεύματα και ατ καράβια μας, στο αγώνα τούτο της λευτεριάς, η Μεγαλόχαρη της Τήνου...».
Ο Εμμανουέλε Γκράτσι, ο Ιταλός Πρέσβυς που επέδωσε στο Ιωάννη Μεταξά το επαίσχυντο τελεσίγραφο τα ξημερώματα της 28.10.1940, παραδέχεται ότι:
«Το έγκλημα της Τήνου είχε γι’ αποτέλεσμα, να μην πω έκαμε το θαύμα, να δημιουργηθεί σ’ όλην την Ελλάδα μια απόλυτη ενότητα ψυχών. Μοναρχικοί και Βενιζελικοί, οπαδοί και αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου, πείστηκαν πως έναν μόνο αδυσώπητο εχθρό είχε η Ελλάδα: Την Ιταλία. Και πως αν δεν γινόταν να αποφευχθεί μιά σύγκρουση με την Ιταλία, θα ήταν προτιμότερο ν’ αντιμετωπισθεί ο εχθρός με ανδρισμό, παρά να υποχωρήσει το ελληνικό έθνος μπροστά σ’ έναν εχθρό, που δεν δίσταζε να μεταχειρίζεται τέτοια μέσα...».
Δεν μπορούσε να ήταν διαφορετική η απάντηση των Ελλήνων στην εισβολή του Μουσσολίνι. Ο Ελληνισμός καταγράφηκε με χρυσά γράμματα στις δέλτους της παγκόσμιας ιστορίας κυρίως με τα ΟΧΙ του. Η αντίσταση των Πανελλήνων κατά της Περσικής εισβολής το 490-479 π.Χ. έσωσε την Ευρώπη από την ασιατική βαρβαρότητα . Σήμερα εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο διδάσκονται με θαυμασμό το ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ του Λεωνίδα και το Ίτε παίδες Ελλήνων, που διέσωσε ο Αισχύλος. Το ΟΧΙ του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου το 1453 διέσωσε την τιμή και την υπερηφάνεια των Ελλήνων και κράτησε άσβεστη τη φλόγα της Μεγάλης Ιδέας. Είχε προηγηθεί, λίγα χρόνια πριν, το ΟΧΙ του Μάρκου Ευγενικού, Επισκόπου Εφέσου, προς τον Πάπα, ο οποίος ζητούσε την πλήρη υποδούλωση της Ορθοδοξίας στη Λατινική Δύση. Ο αείμνηστος Βρετανός Βυζαντινολόγος Σερ Στήβεν Ράνσιμαν παραδέχεται ότι αυτό το ΟΧΙ διαφύλαξε την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και όταν η Εκκλησία επιβιώνει, τότε επιβιώνει και ο Ελληνισμός. Το ΟΧΙ των Σουλιωτών και Σουλιωτισσών προς τον Αλή Πασά αποτέλεσε τον πρόλογο του 1821. Το ΟΧΙ του Παπαφλέσσα θαυμάσθηκε ακόμη και από τον σκληρό αντίπαλό του, τον Αιγύπτιο Ιμπραήμ. ΤΟ ΟΧΙ των Μεσολογγιτών και η συγκινητική Έξοδός τους παρακίνησαν διαδηλώσεις φοιτητών στην Αγγλία και στη Γαλλία και θυελλώδεις συζητήσεις υπέρ του ελληνικού Αγώνα στα ευρωπαϊκά Κοινοβούλια.
ΤΟ ΟΧΙ κατά των Γερμανών Ναζί στο Ρούπελ θαυμάσθηκε ακόμη και από τον Χίτλερ και από τους αλαζόνες στρατηγούς του. Το ΟΧΙ κατά των βρετανών αποικιοκρατών που δήλωσαν οι Έλληνες Κύπριοι το 1955-59 ταπείνωσε μία ολόκληρη αυτοκρατορία και αναπτέρωσε το ηθικό του απανταχού Ελληνισμού. Τα μεγάλα συλλαλητήρια των Ελλήνων το 1992-94 εμπόδισαν τους ενδοτικούς να παραχωρήσουν το όνομα και τον πολιτισμό της Μακεδονίας στο θνησιγενές κρατίδιο των Σκοπίων. Το ΟΧΙ αυτό ελήφθη σοβαρά υπ’όψιν από φίλους και εταίρους, όπως δήλωσε προ ετών στην Αθήνα ο υπεύθυνος της Ευρ. Ενώσεως για τα Βαλκάνια, Ντέϊβιντ Όουεν. Οι Κύπριοι αδελφοί μας ξαναείπαν το ΟΧΙ τους στο κρίσιμο δημοψήφισμα του 2004. Έσωσαν το νησί τους από το σχέδιο Ανάν που θα έφερνε πλήρη Τουρκοκρατία στον βορρά και μερική τουρκοκρατία στον νότο.
Και τα ΟΧΙ πρέπει να έχουν συνέχεια. Τώρα που υπό την πίεση των οικονομικών μας προβλημάτων καλούμεθα να δηλώσουμε πλήρη υποταγή σε ξένες αποφάσεις και να παραχωρήσουμε σε επικίνδυνο βαθμό την εθνική μας κυριαρχία.
Την 28η Οκτωβρίου 1940 ο μεγάλος ποιητής μας Κωστής Παλαμάς πρότεινε να μεθύσουν όλοι οι Έλληνες από το αθάνατο κρασί του 1821. Η πίστη στον Θεό και στην Παναγία, η συνείδηση της ιστορικής συνέχειας, η αίσθηση του χρέους απέναντι στην πατρίδα, στους προγόνους και στους επιγόνους, αυτά ήσαν πρωτίστως τα ιδανικά που ενέπνευσαν την εποποιία των βορειοηπειρωτικών βουνών. Για να μπορέσουμε σήμερα να επιβιώσουμε ως έθνος και ως αξιοπρεπείς Έλληνες είναι απαραίτητο να αναβαπτισθούμε στις σταθερές αρχές και αξίες της Ορθοδοξίας και της Ελληνικής Ιστορίας. Για να συνεχίσουμε τα ΟΧΙ του Ελληνισμού!

Πηγή


2.
Ανδρείους μπορεί να βγάζει κάθε πατρίδα. Αγίους μόνο η Ελλάδα

Δημήτρης Νατσιός

«Ο λαός μας έφτασε στην κορυφή της Αθανασίας, γιατί έφτασε στην άκρη της Θυσίας»
Βασίλης Ρώτας, ποιητής

Οι Μεγάλες Ημέρες του Γένους μας. Η εθνική επέτειος του ʼ40.
Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα, όχι μόνο να κλαις, αλλά, κυρίως, να καμαρώνεις. Λίγο να σηκωθούμε, μας έπνιξαν οι αναθυμιάσεις... το Μνημόνιο, η Τρόικα, ο Βενιζέλος, η Βάσω, η Άννα πτώματα άταφα, χαμένα πράγματα, καντιποτένιοι άνθρωποι. Στρεφόμαστε, γυρίζουμε προς την ιστορία, όχι σαν φυγάδες από το παρόν, μα για να αντικρίσουμε νηφαλιότερα το επερχόμενο μέλλον και να παρηγορηθούμε λίγο. Ιδίως τώρα που θόλωσε ο νους μας και μας βρήκε το κακό, το «πισωγύρισμα» στην ιστορία, (η καημένη η γλωσσα μας, τι τράβηξε από τους γλωσσοκόπανους της δήθεν «δημοτικιάς»), η μελέτη, λοιπόν, της ιστορίας φρονηματίζει, «διά το μηδεμίαν ετοιμοτέραν είναι τοις ανθρώποις διόρθωσιν της των προγεγενημένων πράξεων επιστήμης» κατά τον Πολύβιο. Οι πράξεις, τα κατορθώματα των περασμένων, δι-ορθώνουν τους απογόνους και όχι τα «ασκιά γιομάτ’ αγέρα», τα λόγια τα κούφια.

Το βλέπω μες στην τάξη. Ενθουσιάζονται τα παιδιά και αποτυπώνεται στην μνήμη τους ανεξίτηλα η διήγηση μιας ιστορίας, στην οποία δεσπόζει ένα ωραίο και σπουδαίο πρόσωπο. Συναρπάζονται με αυθόρμητες, ζωντανές, αψιμυθίωτες αφηγήσεις. Πανηγύρι στην τάξη γίνεται όταν φέρνεις μπροστά τους ιστορίες χαρούμενες, «πεποικιλμένες» με ηρωισμό και θυσία. Φέτος έχω χαρά μεγάλη, γιατί δεν έφτασαν ακόμη στην μικρή, ακριτική μας πόλη, τα βιβλία που η αβελτηρία (το σωστό αβελτερία εκ του α +βέλτερος) και η ευήθεια του ΥΠΠΔΒΜ (υπουργού «ποδοβολητό») στέρησε από τους Ελληνόπαιδες.

Δύο μήνες τώρα διδάσκω φωτοτυπώνοντας κείμενα έξοχα των κορυφαίων της λογοτεχνίας μας, πάλαι τε και επ’ εσχάτων. Από τον Αίσωπο και τον άγιο Χρυσόστομο, έως τον Ελύτη. (Ομιλώ γιά τα γλωσσικά εγχειρίδια).

Και πώς αλλιώς; Να είσαι, τώρα δασκάλα γ΄ δημοτικού, να ανοίγεις το βιβλίο γλώσσας της τάξης (α’ τεύχος, σελίδα 79) και να διαβάζεις, ενώπιον των μαθητών σου, το αφιερωματικό κείμενο γιά το έπος του ‘40.

Αντί όμως γιά μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών, των ηρώων που κρατούσαν όρθιοι τα διάσελα της Ιστορίας, «κείται» ένα κακόμοιρο, καταθλιπτικό κείμενο μιάς δεκάχρονης εβραιοπούλας από την Θεσσαλονίκη, της Ροζίνας. Γράφει στο ημερολόγιό της: «Τη Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 δεν πήγαμε σχολείο. Είχε κηρυχτεί ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Αναστατωμένα ήμασταν εμείς τα παιδιά. Οι Ιταλοί βομβάρδισαν τη Θεσσαλονίκη. Στο μαγαζί του πατέρα μου γίνηκαν πολλές καταστροφές». Αυτό, τίποτε άλλο.

Η γ’ τάξη δημοτικού, χιλιάδες Ελληνόπουλα, τέτοιες ηττοπαθείς γελοιότητες διδάσκονται γιά το ηρωϊκό ‘40. Και στην Ε΄ που διδάσκω φέτος (α’ τεύχος, σελ. 74) το επίκαιρο κείμενο τιτλοφορείται ως εξής : «Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο» και υπότιτλο «και εμείς πήγαμε στο υπόγειο». Την 28η Οκτωβρίου 1940, όταν δόνησε την πατρίδα μας η είδηση της επιστράτευσης, υπήρχε έστω κι ένας Έλληνας που κρύφτηκε ορνιθοειδώς στο υπόγειό του; Ήταν πανηγύρι εκείνη η μέρα, μέθυσε ο λαός μας με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα, πού το βρήκαν τα δείλαια ανθρωπάκια του διαβίου το υπόγειο; Επιλογές αντάξιες μιας Δραγώνα, μιας Ρεπούση και της «υψηλοτάτης» διαβιοϋπουργού (χρυσοστόλιστο τίποτε μεγαλαυχίας .... και τίποτε άλλο).

Είναι γεγονός-παρενθέτω μία σκέψη- πως τα ασπόνδυλα προοδευτικά μαλάκια, ως θα έλεγε ο Ζουράρις, νιώθουν δυσφορία, μιάν «εσωτερική» ενόχληση και αδιαθεσία, όταν αναφέρονται στα πανηγύρια του Γένους και της Πίστης. Πουλημένες ψυχές, χωρίς ιθαγένεια τόπου, Γραικύλοι αληθινοί, δεν πιάνουν το νόημα της γιορτής, μετρούν τις χαμένες εργατώρες ή την «καθυστέρηση στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας».

Θυμάμαι εκείνο το σπιθαμιαίου (πνευματικού) αναστήματος «πολιτικό ζώον», (αριστοτελικός ο όρος), ο Σημίτης, να πολιορκείται από δημοσιογραφικά μικρόφωνα, έξω από μία εκκλησία, ανήμερα των Θεοφανείων. (Τι μαρτύριο γιά κάτι τέτοιους ο εκκλησιασμός!). Τι δήλωσε ο... αθεόφοβος. «Τα Θεοφάνεια σηματοδοτούν την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας». Έτσι ακριβώς. Γι’ αυτό καταντήσαμε ζήτουλες της Οικουμένης...

Ας αφήσουμε όμως τα υποκείμενα και ας πιάσουμε τα κείμενα. Επεισόδια από εκείνες τις γιορτινές ημέρες του πολέμου. Να ξεθολώσει ο νους μας λίγο, να ξαποστάσουμε ακουμπώντας στις αετοράχες της Πίνδου και στα ψηλώματα της Βορείου Ηπείρου.

Το 1960 ομιλητής, κατά την εορτάσιμο ημέρα, στην Ακαδημία Αθηνών είναι ο Στρατής Μυριβήλης. Αντιγράφω: «Είχε οργανωθεί, κατά τη διάρκεια του αγώνος, υπηρεσία μεταγγίσεως αίματος απ’ τον Ερυθρό Σταυρό της Ελλάδος. Είχα ένα φίλο γιατρό σ’ αυτή την υπηρεσία και πήγαινα κάπου-κάπου να τον δω και να τα πούμε. Ο κόσμος έκαμε κάθε μέρα ουρά γιά να δώσει το αίμα του για τους τραυματίες μας. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά που περίμεναν τη σειρά τους.

Μία μέρα, λοιπόν, ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός, είδε μέσα στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται και ένα γεροντάκι.
- Εσύ, παππούλη, του είπε ενοχλημένος, τι θέλεις εδώ;

Ο γέρος απάντησε δειλά:
- Ήρθα κι εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα.
Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιο ζωηρή.
- Μη με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γερός, το αίμα μου είναι καθαρό, και ακόμα ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιους.
Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω. Χαλάλι της πατρίδας. Όμως μου είπαν πως οι δύο, πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θά ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους, γιατί δεν θα έχουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κι εγώ το δικό μου. Άιντε, πήγαινε γέρο μου, μου είπε κι ας είναι γιά την ψυχή των παιδιών μας. Κι εγώ σηκώθηκα και ήρθα».

Αυτά δεν είναι ιστορίες. Είναι Συναξάρια. Εδώ δεν έχουμε ένα συμβάν ηρωισμού. Ανέβηκαν ψηλότερα ο γέρος και η χαροκαμένη γερόντισσα, η γυναίκα του. Τρία παιδιά χαλαλίζουν γιά την πατρίδα. Αγόγγυστα, χωρίς να τα βάζει με τον Θεό, με το κράτος, με τον πόλεμο ο λεβεντόγερος, προσέρχεται να δώσει, να αδειάσει το βασανισμένο, το πικραμένο του κορμί κι από το λιγοστό, δικό του αίμα. Το κοινότοπον «μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος» εδώ το κατανοούμε.

Έφτασε πολύ ψηλά στην κλίμακα ο γεροέλληνας. Στην κορυφή της. Στο «ου λογίζεται το κακόν». Στο «πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει». Δεν έχουμε εδώ τον κανόνα της αρετής που μας παρέδωσε η αρχαία Ελλάδα. Δεν είναι μόνο η αρετή της ανδρείας. Είναι η αγάπη και «αύτη απόγνωσιν αναιρεί» (Κλίμαξ, Ιωάννου Σιναϊτου). «Ανδρείους μπορεί να βγάζει κάθε πατρίδα. Αγίους όμως μόνο η Ελλάδα».

Πηγή