Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Giannaras. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Giannaras. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2024

Για τον “δύσκολο αποχαιρετισμό”: Η τελευταία συνέντευξι του Γιανναρά και 3 + 1 βίντεο απο το You Tube… Per il "difficile addio": l'ultima intervista di Yannaras e 3+1 video da You Tube...

 Σήμερα το πρωί 11.00 η ώρα στην Αγία Ειρήνη στην Αθήνα η εξόδιος ακολουθία. Ο χαρακτηρισμός στον τίτλο είναι δανεικός (του φίλου Θ. Παντούλα)... 

Κατα τα άλλα, δημοσιογραφικών αναδημοσιεύσεων συνέχεια με δύο ωραία βίντεο ένα του Κωνσταντίνου Μπογδάνου και ένα άλλο πιο σύντομο του Σάββα Καλεντερίδη. Κατακλείδα της ανάρτησης η τελευταία συνέντευξι του αειμνήστου Δασκάλου μας (Ιούλιος 2024, στον Δημήτρη Δανίκα - για το “Πρώτο Θέμα”). Στο σημερινό post όμως προτάσσεται (για λόγους προφανώς συναισθηματικούς-συγκινησιακούς), η βιντεοσκοπημένη παρουσίασι ενός βιβλίου του στην Χαλκίδα, εννέα χρόνια πρίν... 


ΣΤΗΝ ΧΑΛΚΙΔΑ, ΕΝΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ... 

Χρήστος Γιανναράς: Finis Graeciae  

 

ΒΙΝΤΕΟ 1 

Χρήστος Γιανναράς: Γιατί ήταν σπουδαίος -Αφιέρωμα στον μεγάλο εκλιπόντα δάσκαλο  

ΒΙΝΤΕΟ 2 

Ο Σάββας Καλεντερίδης αποχαιρετά τον Χρήστο Γιανναρά 21 

 Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ (;) ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙ 

  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ: Το 1993, μου έλεγε ο φίλος μου Αρης Μπίκος, είχατε πάει στην Οξφόρδη και μιλάγατε για τη συνέχεια του Ελληνισμού. Και κάποιος φοιτητής είπε: «Ποια συνέχεια; Βίαζαν τις γυναίκες οι μαύροι, οι Τούρκοι, οι πάντες». Κι εσείς απαντήσατε: «Εγώ δεν ήρθα να κάνω μάθημα Ζωολογίας». Υπάρχει συνέχεια του Ελληνισμού λοιπόν; 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ: Κοιτάξτε, σαφώς δεν υπάρχει. Εχει τελειώσει. Αλλά στην Ιστορία δεν ξέρουμε ποτέ τι τελειώνει και πώς. Από τη στάχτη βγαίνει φωτιά και από το χώμα μάρμαρο. Θέλω να πω ότι η Ιστορία έχει εκπλήξεις. Αυτή είναι η ελπίδα μας. Και είναι η ελπίδα μας όχι γιατί περιμένουμε το ξαφνικό ή το περίεργο ή το ιδιαίτερο, αλλά διότι αυτό που ήταν η Ελλάδα, ο Ελληνισμός, για την ανθρώπινη Ιστορία δεν μπορεί να χαθεί. Εχει ανάγκη η ανθρωπότητα για να είναι ανθρωπότητα τους Προσωκρατικούς μεγάλους φιλοσόφους μας και μετά τη χριστιανική εκδοχή που οικοδόμησε ο Ελληνισμός. Δηλαδή ο Ελληνισμός στα ερωτήματά του τα υπαρξιακά βρήκε απάντηση στη θεϊκή επαγγελία. 

Δ.Δ.: Μα, ο Χριστιανισμός στην αρχή δεν ήταν εναντίον της αρχαιότητας; 

Χ.Γ.: Καθόλου, ποτέ. 

Δ.Δ.: Η Υπατία, φερ’ ειπείν, στην Αλεξάνδρεια. 

Χ.Γ.: Ατομικές περιπτώσεις οι οποίες δεν επηρεάζουν την ιστορική πορεία. Η συνέχεια της ελληνικής αρχαιότητας είναι ο Χριστιανισμός. Τα μεγάλα χριστιανικά ονόματα είναι μια δυνατότητα απόδειξης άμεση. Διαβάστε τον Μάξιμο τον Ομολογητή, διαβάστε τον Γρηγόριο Παλαμά, διαβάστε τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο. Βλέπετε ότι είναι η ίδια η προβληματική και η εκφραστική της Αρχαίας Ελλάδας, μόνο που τώρα έχει πρόταση ενεργή. 

Δ.Δ.: Ποια είναι αυτή; 

Χ.Γ.: Η απάντηση ή η έννοια; 

Δ.Δ.: Η έννοια. 

Χ.Γ.: Η έννοια είναι τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέμα. Αλήθεια δεν είναι μια τεκμηριωμένη άποψη. «Η Ιστορία έχει πάντα τη δυναμική της. Ο μακαρίτης ο Τρίτσης, σοφό παιδί, είχε πει: στη μεταβιομηχανική εποχή ή θα μπούμε με τα αρχαία ελληνικά ή δεν θα μπούμε ποτέ. Οταν λες κάτι τέτοιο, ή έχεις πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα ή δεν ξέρεις τι λες. Ο Τρίτσης ήξερε τι έλεγε» 

Σκηνή 2η «Πάντες ομοδοξούσι και έκαστος επιμαρτυρεί» 

 Δ.Δ.: Η επιστήμη λέει ότι πρέπει να τεκμηριώνουμε την αλήθεια. Η επιστήμη λέει ότι αυτό που βρίσκουμε πρέπει να αποδεικνύεται. 

Χ.Γ.: Είναι μια λιγάκι απλοποιημένη άποψη. Τη θεωρία της σχετικότητας, λίγο αν τη μελετήσετε, θα κατανοήσετε ποια ήταν η πρόταση η οποία ανέτρεψε ριζικά την πορεία της Δυτικής Ευρώπης και του κόσμου. Η αλήθεια είναι η μη λήθη, δηλαδή η μη απόκρυψη, δηλαδή η εμφάνεια, η φανέρωση. Το «εις φως έρχεσθαι». Αυτό ήρθε στους αντίποδες του cogito, δηλαδή του νεότερου βαρβαρικού πολιτισμού που άρχισε στη Δυτική Ευρώπη με τους Ούνους. Σεβαστή η εξέλιξή τους, αλλά καμία σχέση με την Αρχαία Ελλάδα. 

Δ.Δ.: Αυτοί ισχυρίζονται ότι έχουν σχέση με την αρχαία Ελλάδα. 

Χ.Γ.: Καμία. Αν δείτε τους σοβαρούς μελετητές, τα μεγάλα ονόματα, ο Χάιζενμπεργκ, φερ' ειπείν, κατάλαβε αμέσως τι θα πει αρχαία Ελλάδα. Η αλήθεια είναι εκείνη η γνώση που μεταδίδεται ως εμπειρική βεβαιότητα και όχι ως συλλογιστική απόδειξη. Ολοι έχουμε την εμπειρία ότι το τριαντάφυλλο μυρίζει ωραία. Αυτή η εμπειρία, η κοινή εμπειρία, βεβαιώνει το αληθές. Κάνει τη γνώση να είναι μη λήθη, αλήθεια. 

 Δ.Δ.: Το «μη λήθη» σημαίνει ότι δεν ξεχνώ, επίσης. 

Χ.Γ.: Ναι. Η λήθη ως ξεχασιά είναι πολύ νεότερη ερμηνεία.

 Δ.Δ.: Εσείς πώς την ερμηνεύετε; 

Χ.Γ.: Η αλήθεια, επαναλαμβάνω, είναι η φανέρωση, η μη λήθη. Για τους Ελληνες η βάση της γνώσης είναι η άμεση σχέση, η όραση, η αφή, η ακοή - ως άμεση σχέση ή και κοινωνούμενη σχέση. Γιατί αν εσείς μου πείτε ότι αυτό το ποτήρι μπροστά μας τώρα έχει ζεστό νερό, εγώ θα σας πω ότι ψεύδεστε. Διότι όποιος το δοκιμάσει, ο ένας μετά τον άλλο θα βεβαιώσει ότι το νερό είναι κρύο. «Πάντες ομοδοξούσι και έκαστος επιμαρτυρεί» που έλεγε και ο Ηράκλειτος. Ολοι έχουν ομού την δόξαν και έκαστος επιμαρτυρεί, δηλαδή ο καθένας λέει «ναι, κι εγώ το λέω». Τότε κάτι αληθεύει. Δηλαδή η αλήθεια είναι ένα γεγονός γνώσης. 

 Δ.Δ.: Αν το πάρουμε αυτό και το φέρουμε στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα, τότε σημαίνει ότι η πλειοψηφία έχει δίκιο. Οτι όσοι ψηφίζουν το πρώτο κόμμα έχουν δίκιο, ενώ οι άλλοι ψεύδονται. 

Χ.Γ.: Αυτό δεν είναι αλήθεια, αυτό είναι διανοητική επιλογή. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Δύσης, του δυτικού πολιτισμού, που σήμερα είναι παγκόσμιος, είναι η «adaequatio rei et intellectus», δηλαδή η σύμπτωση έννοιας και νοουμένου. Εχω την έννοια του βάζου, βλέπω αυτό εδώ και όταν αυτό συμπίπτει με την έννοια που έχω στο μυαλό μου, τότε αληθεύει. Εντελώς μηχανιστική λειτουργία. Ενώ για τον Ελληνα αληθές είναι αυτό που είπα πριν, η μη λήθη, η φανέρωση, το «εις φως έρχεσθαι». «Συγγνώμη, να πω σε παρένθεση τους στίχους του Γκάτσου. “Στα κακοτράχαλα τα βουνά / με το σουραύλι και το ζουρνά / πάνω στην πέτρα την αγιασμένη / χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι”. Είχα γράψει σε επιφυλλίδα ότι αν είχα τη δυνατότητα, θα το έκανα εθνικό ύμνο των Ελλήνων» 

Σκηνή 3η «Ο Βενιζέλος, το παραπαίδι της Δύσης» 

 Δ.Δ.: Σύμφωνα με τις αντιλήψεις σας, υπάρχει μια σύγκρουση ανάμεσα στον δυτικό πολιτισμό και στην Ελλάδα. 

Χ.Γ.: Και στην Αρχαία Ελλάδα; Ριζική. 

 Δ.Δ.: Και στη σημερινή Ελλάδα. Ή όχι; 

Χ.Γ.: Η σημερινή Ελλάδα είναι ένα καλαμπούρι. Δεν είναι ούτε Ευρώπη, ούτε Αρχαία Ελλάδα, αλλά μια τρίτη υποανάπτυκτη κατάσταση, όπου επιμένουμε να έχουν προτεραιότητα η κατανάλωση, τα λεφτά που βγάζουμε, το πώς θα μιμηθούμε, πώς θα αντιγράψουμε. Δεν βλέπετε τώρα αυτή η καταστροφή που γίνεται στις μέρες μας; Ολη αυτή η περιοχή της Αττικής, το Φάληρο, η Γλυφάδα, η παραθαλάσσια Αττική, αυτός ο παράδεισος των θεών. Και το κάνουν τώρα μπίζνες. Και θα χτίσουν πολυώροφους ουρανοξύστες. Κι όλο αυτό το θεωρούμε πρόοδο, ενώ είναι ο αφανισμός μας. Γιατί εδώ δεν θα μείνει ούτε πεντάρα. Ολο αυτό θα παραδοθεί στο διεθνές κεφάλαιο. Είναι τραγική η κατάστασή μας και δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε. Βλέπετε, τα κόμματα είναι αντιγραφή των κομμάτων της Δύσης. Καπιταλισμός, σοσιαλισμός, με βάση τη ρύθμιση της διαχείρισης του χρήματος. Αυτά δεν έχουν καμία σχέση με Ελλάδα και ελληνική παράδοση. Ακόμα και στην Τουρκοκρατία επιβίωνε ο Ελληνισμός. Ελεγε ο Σβορώνος ο μακαρίτης, ο οποίος ήταν αριστερός αλλά τίμιος αριστερός: υποκείμενο φορολογικής υποχρέωσης τέσσερις αιώνες κάτω από την Τουρκοκρατία δεν ήταν το άτομο· ήταν η κοινότητα. Η διαφορά είναι κολοσσιαία. Δεν ήσασταν εσείς, ο κύριος τάδε, κι εγώ, ο κύριος δείνα, αλλά ήταν η κοινότητα. Που σημαίνει ότι το τι θα πληρώναμε φόρο το συνεννοούμασταν στη συνέλευση της κοινότητας. Εσείς είχατε περισσότερο σιτάρι, εγώ είχα λίγο, θα πληρώνατε φέτος περισσότερο φόρο, εγώ λιγότερο φόρο. Αυτό που προείχε ήταν η σχέση. Γι’ αυτό λέω ότι η Ελλάδα έχει μεθοδικά καταστραφεί. 

 Δ.Δ.: Εχει μεταλλαχθεί. 

Χ.Γ.: Μεθοδικά. Η Δύση το επιδίωξε και το πέτυχε. Μην ξεχνάτε ότι τα πρώτα κόμματα που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση ήταν το Γαλλικό, το Αγγλικό και το Γερμανικό. 

 Δ.Δ.: Το ρωσόφιλο, το αγγλόφιλο και το γαλλόφιλο. 

Χ.Γ.: Ακριβώς. Πρακτορεύανε. Και όσες προσπάθειες έγιναν, ο Ιων Δραγούμης ας πούμε... 

 Δ.Δ.: Ο Βενιζέλος; 

Χ.Γ.: Ο Βενιζέλος ήταν τυπικά Δυτικός. Ο Βενιζέλος ήταν τσιράκι της Δύσης. Το παραπαίδι που είχε η Δύση για να κάνει τις δουλειές της εδώ. Η καταστροφή που συντελέστηκε είναι δραματική και δεν έχει νόημα να κλαιγόμαστε διότι είδατε, ζήσαμε κι εμείς πράγματα. Εγώ τουλάχιστον, κι εσείς φαντάζομαι, ζήσαμε την καταστροφή της γλώσσας, το μονοτονικό. Οι Γάλλοι μέχρι σήμερα συνεχίζουν να βάζουνε accent circonflexe και accent aigu. Σε εμάς ήρθε ένας ασήμαντος, ένας Βερυβάκης, υπουργός του Ανδρέα Παπανδρέου, και μέσα σε μια νύχτα με 15 υπογραφές όλες-όλες από τους 300 της Βουλής, πέρασε το νομοσχέδιο του μονοτονικού ως επίσημης γλώσσας του τόπου. Αυτοκτονία. Βγάλαμε το περίστροφο και πυροβολήσαμε. Και ούτε η Ακαδημία Αθηνών αντέδρασε, ούτε τα πανεπιστήμια, ούτε κανείς. Γιατί δουλέψανε μεθοδικά αυτοί με το επιχείρημα του χρήσιμου. Για τον Ελληνα πολίτη «το ζητείν πανταχού το χρήσιμον ήκιστα αρμόζει τοις μεγαλοψύχοις και ελευθερίοις» - το να ζητάς παντού τη χρησιμότητα ελάχιστα αρμόζει στους μεγαλόψυχους και στους ελευθέριους ανθρώπους. Το να είσαι πολίτης είναι ευθύνη και χαρά. Δεν είναι ούτε συμφέρον, ούτε κέρδος, ούτε τα μέτρα με τα οποία μετράει η Ευρώπη την αλήθεια. Αλλά δεν ξέρω αν έχει νόημα που τα λέμε και τα συζητάμε. 

Σκηνή 4η «Η Τ.Ν. δεν είναι φάρμακο» 

Δ.Δ.: Δεν έχετε καμία ελπίδα; 

Χ.Γ.: Κοιτάξτε, στην Ιστορία δεν μπορείς να πεις ότι κάτι είναι ανέλπιδο, γιατί η Ιστορία έχει πάντα εκπλήξεις. Με τα δεδομένα που έχουμε σήμερα, δηλαδή με τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις ακαδημίες, όλα που είναι αντιγραφή της Δύσης, μίμηση, πιθηκισμός, αισθάνεσαι ότι δεν υπάρχει περιθώριο. Αλλά κανείς δεν ξέρει. Η Ιστορία έχει πάντα τη δυναμική της. Ο μακαρίτης ο Τρίτσης, σοφό παιδί, είχε πει: στη μεταβιομηχανική εποχή ή θα μπούμε με τα αρχαία ελληνικά ή δεν θα μπούμε ποτέ. Οταν λες κάτι τέτοιο, ή έχεις πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα ή δεν ξέρεις τι λες. Ο Τρίτσης ήξερε τι έλεγε. 

Δ.Δ.: Μα θα μπούμε εμείς στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης με τα αρχαία ελληνικά; Αυτό που λέτε είναι φοβερό. Θα μπούμε στα ρομπότ με τα αρχαία ελληνικά; 

Χ.Γ.: Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι το τέλος της ανθρωπότητας. Η Νοημοσύνη θα γίνει ένα χρηστικό εργαλείο, θα μπορούμε με νοήματα να συνεννοούμαστε, δεν ξέρω πώς. Είναι παιδαριώδη πράγματα. 

Δ.Δ.: Δηλαδή η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα μας βοηθήσει πάρα πολύ; Δεν θα έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο να συλλογιζόμαστε, να διαβάζουμε; 

Χ.Γ.: Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι φάρμακο. Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι εργαλείο το οποίο σε απαλλάσσει από το ύψιστο και το πιο ιδανικό λειτούργημα της νόησης που είναι το συλλογίζεσθαι. Η πάλη για την αλήθεια, αυτό που κοινωνείται. Σας λέω εγώ ότι αυτό είναι ένα κομμάτι ψωμί και είναι ωραίο. Εσείς θα το επαληθεύσετε, όχι με κάποιο άλλο κριτήριο, αλλά αφού το φάτε. 

 Δ.Δ.: Ετσι δημιουργείται μια σχέση. 

Χ.Γ.: Ακριβώς. Η αμεσότητα της σχέσης. Την οποία αγνοεί και καταλύει η Τεχνητή Νοημοσύνη. Η οποία είναι σαν μια γραφομηχανή, ό,τι της λες, το λέει. Δεν γεννάει. Ο Τσαρούχης δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι Τεχνητή Νοημοσύνη. 

 Δ.Δ.: Μα λένε ότι σε λίγο, μετά την Τεχνητή Νοημοσύνη, θα φτάσουμε σε ένα επίπεδο όπου τα ρομπότ, τα ανδροειδή, θα λειτουργούν. 

Χ.Γ.: Αυτά είναι για τις λαϊκές φυλλάδες που πουλάνε εντυπωσιασμό. Πουθενά στη Γη δεν θα βρείτε κάποιον σοβαρό μελετητή, στοχαστή, να σας πει τέτοιες κουβέντες. Αυτά είναι φτηνιάρικα πράγματα της αγοράς, τα οποία πουλάνε. 

Σκηνή 5η «Ο Δαρβίνος είναι καλαμπούρι» 

 Δ.Δ.: Είχατε γράψει ένα βιβλίο φοβερό, «Η ελευθερία του ήθους». Τι εννοείτε ακριβώς; 

Χ.Γ.: Θα πω πάλι μια αντίθεση. Για τον δυτικό πολιτισμό, ελευθερία είναι η ανεμπόδιστη επιλογή. Μου γουστάρει να πιω απ' αυτό το ποτήρι, δεν μου γουστάρει. Αυτό το λένε ελευθερία. Αυτό για τον Ελληνα είναι αδιανόητο. 

 Δ.Δ.: Γιατί; 

Χ.Γ.: Διότι είναι η αποθέωση του Εγώ. Η αποθέωση της ακοινωνησίας. Είστε ένα Εγώ και είμαι ένα Εγώ που υπερασπίζομαι μόνο τη θέση μου. Αντίθετα, για την Αρχαία Ελλάδα, για τον Ελληνισμό, η αλήθεια πραγματώνεται όταν «πάντες ομοδοξούσι και έκαστος επιμαρτυρεί». Δηλαδή η αλήθεια δεν είναι μια διακήρυξη που τη δεχόμαστε όλοι ως σωστή. Η αλήθεια είναι η εμπειρική μετοχή στο αληθές, δηλαδή στην κοινωνία των σχέσεων. Η μετάβαση από την αρχαία ελληνική αντίληψη για τη γνώση στη νεότερη πέρασε από τον Χριστιανισμό. Το καινούριο που έφερε ο Χριστιανισμός στον κόσμο, που η ελληνική φιλοσοφία δεν το είχε πει -το είχε πλησιάσει, αλλά δεν το είχε πει- ήταν ότι η αιτιώδης αρχή του υπαρκτού, δηλαδή η πηγή της ύπαρξης, δεν είναι ένας Θεός, που δεν μπορούμε καν να το περιγράψουμε.

 Δ.Δ.: Δεν είναι ο Δαρβίνος; 

Χ.Γ.: Ο Δαρβίνος είναι καλαμπούρι. 

Δ.Δ.: Η καταγωγή των ειδών; 

Χ.Γ.: Ναι, αφελές πράγμα. Σήμερα, αν πας να πεις για Δαρβίνο στις Θετικές Επιστήμες, θα χαμογελάσουν. Αυτό που κόμισε ο Χριστιανισμός και άρπαξαν οι Ελληνες αμέσως, είναι ότι έδωσε οντολογικό περιεχόμενο στην ελευθερία. 

 Δ.Δ.: Τι σημαίνει αυτό; 

Χ.Γ.: Οντολογικό θα πει ότι δεν είναι η ελευθερία μια δυνατότητα επιλογών - διαλέγω αυτό και όχι εκείνο. Ελευθερία είναι να μην είσαι υποταγμένος σε καμία ανάγκη.

 Δ.Δ.: Μα δεν έχεις ανάγκη να φας; Δεν έχεις ανάγκη να κοιμηθείς; 

Χ.Γ.: Ακριβώς. Ο σκοπός του ανθρώπου είναι η αθανασία, δηλαδή να κοινωνείται η ύπαρξη, να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Αυτό που η Εκκλησία είπε «αγαπάτε αλλήλους». Εμείς το έχουμε κάνει τώρα κι αυτό προσκοπικό: να είσαι καλό παιδί, να δίνεις καμιά ελεημοσύνη... Δεν εννοεί αυτό. Είναι η ελευθερία από κάθε προτεραιότητα του Εγώ. Η χαρά της κοινωνίας». 

Δ.Δ.: Δηλαδή το Εμείς πάνω από το Εγώ. Αυτό είναι και κομμουνιστικό, μαρξιστικό. 

Χ.Γ.: Σε τελείως άλλη κατεύθυνση. 

Δ.Δ.: Εχετε ασχοληθεί με τον Μαρξ. 

Χ.Γ.: Κοιτάξτε, ο Μαρξ ήταν ένα τυπικό παιδί της Δύσης. Επομένως σκεφτόταν με τη ratio, με τον συλλογισμό. Και υπολόγιζε ότι αν ο καθένας έχει τα αναγκαία προς χρήσιν, δεν θα έχει ανάγκη να πολεμάει τον άλλον. Διαψεύστηκε παταγωδώς. Το βλέπετε, ο καθένας δεν αρκείται σ' αυτό που έχει. Τα θέλει όλα. 

Δ.Δ.: Αυτή η πλεονεξία, σταματάει πουθενά; 

Χ.Γ.: Οχι. Διότι ο ορισμός του ανθρώπου είναι η πάλη, το άθλημα να ελευθερωθεί από το Εγώ. Σκηνή 6η «Ο Καστοριάδης ήταν έκτακτη περίπτωση» 

 Δ.Δ.: Ολα αυτά τα χρόνια της έρευνας που έχετε κάνει, των βιβλίων που έχετε γράψει, των επαφών, των σχέσεων που είχατε, ποια θα λέγατε ότι είναι η εποχή εκείνη που σας συνεπήρε; 

Χ.Γ.: Οι δικές μου είναι, συμπτωματικά, αυτές τις οποίες πέρασα στη Γερμανία και στο Παρίσι. Κυρίως στο Παρίσι. Οπου γνώρισα τους Ρώσους της διασποράς. Που είχαν σχολή, θα τολμούσα να πω, που άφησε πίσω τον Ντοστογιέφσκι. Ο άνθρωπος της Δύσης που παλεύει και κατακτά την κληρονομιά που έχει από την ελληνική και εκκλησιαστική παράδοση, το Βυζάντιο. Εγώ την Εκκλησία τη γνώρισα στο Παρίσι, στους Ρώσους. Εκεί κατάλαβα για πρώτη φορά ότι η Ευχαριστία δεν είναι απλώς μια συγκέντρωση που κάνουμε για να πάρουμε ωφέλιμα συμπεράσματα. Είναι ένας άλλος τρόπος ύπαρξης. Το πέρασμα από το άτομο στην κοινότητα είναι ένα άθλημα. Και αυτό το άθλημα το λέμε Εκκλησία. Αλλά είναι το άθλημα το οποίο είναι χορηγός χαράς, χαίρεσαι τη ζωή σου, αγαπάς και αγαπιέσαι. 

Δ.Δ.: Εκεί γνωρίσατε τον Κορνήλιο Καστοριάδη; 

Χ.Γ.: Τον Καστοριάδη τον αγάπησα πολύ, τον θαύμασα πολύ. Ηταν έκτακτη περίπτωση. 

 Δ.Δ.: Τον Νίκο Πουλαντζά; 

Χ.Γ.: Τον Πουλαντζά τον γνώρισα από μακριά, δεν συνδέθηκα μαζί του. Κυρίως με παρέσυρε η φιλία με τον Καστοριάδη, γιατί αυτοί οι δύο δεν ήθελαν να βλέπονται. 

Δ.Δ.: Τον Κώστα Γαβρά; 

Χ.Γ.: Δεν τον γνώρισα προσωπικά. Ηταν εκεί ο Τσουκαλάς, ο Ράμφος... 

Δ.Δ.: Με τον Ράμφο επικοινωνείτε; 

Χ.Γ.: Τώρα πια έχει ατονήσει, αλλά επί χρόνια ήμασταν σε επικοινωνία - με όλους αυτούς. Είναι ένας άνθρωπος με εξαιρετικές ικανότητες σκέψης, έκφρασης. Πολύ μεγάλος διανοητής και συγγραφέας. Εχω κάποιες διαφωνίες και επιφυλάξεις σε επιμέρους. 

Δ.Δ.: Στα πολιτικά του ίσως. 

Χ.Γ.: Οχι τόσο στα πολιτικά όσο στα φιλοσοφικά. Επίλογος «Στα κακοτράχαλατα βουνά...» 

 Δ.Δ.: Ψηφίσατε στις εκλογές ή δεν πήγατε; 

Χ.Γ.: Πήγα. 

Δ.Δ.: Τι ψηφίσατε; Αν μπορείτε να μου το πείτε, αλλιώς δεν πειράζει, ξεχνάω την ερώτηση. 

Χ.Γ.: Δεν θέλω να σας πω. Ηταν η ψήφος μου ψήφος αηδίας, διαμαρτυρίας. Δεν με τιμά αυτό, αλλά δεν είχα άλλη λύση. 

 Δ.Δ.: Δηλαδή ψηφίσατε ένα κόμμα που δεν το πιστεύετε. 

Χ.Γ.: Ας μην το συζητήσουμε. 

 Δ.Δ.: Ο έρωτας στη ζωή σας έχει παίξει μεγάλο ρόλο; 

Χ.Γ.: Νομίζω πως ναι. 

 Δ.Δ.: Ποια ήταν η κορυφαία στιγμή της ζωής σας ερωτικά; Πού δώσατε τον εαυτό σας; 

Χ.Γ.: Δεν μπορώ να πως μία στιγμή. Ηταν περίοδοι που έζησα πραγματικά μια πληρότητα ζωής. Αλλά αυτά είναι χαρίσματα. Δίδονται, χαρίζονται. 

 Δ.Δ.: Χαρίζονται; Δεν τα διεκδικεί ο άλλος; 

Χ.Γ.: Το χάρισμα είναι η αμοιβαιότητα. Αγαπιούνται δύο άνθρωποι ξαφνικά ένας με τον άλλον χωρίς να το έχουν συνεννοηθεί, χωρίς να έχουν καν τολμήσει να το πουν ο ένας στον άλλον. Το θαύμα του έρωτα, είναι αυτή η έκπληξη όταν ανακαλύπτεις τον άλλον σε διαστάσεις που δεν μπορούσες να φανταστείς. 

Δ.Δ.: Ε, αυτό είναι κάτι αισιόδοξο. Επομένως υπάρχει μια αισιοδοξία στη ζωή μας, ο έρωτας. 

Χ.Γ.: Δεν υπάρχει μόνο στον έρωτα. Σε κάθε ανιδιοτελή σχέση. 

 Δ.Δ.: Μα, υπάρχει ανιδιοτέλεια σήμερα Πού; 

Χ.Γ.: Στην Τέχνη. 

...

{Δ.Δ. Φεύγοντας μου άνοιξε την πόρτα και ταυτόχρονα «άνοιξε» και μια χαραμάδα αισιοδοξίας και φωτός καταφεύγοντας σε στίχους του Νίκου Γκάτσου και του Διονύση Σαββόπουλου:}

Χ.Γ. «Συγγνώμη, να πω σε παρένθεση τους στίχους του Γκάτσου. 

“Στα κακοτράχαλα τα βουνά  

με το σουραύλι και το ζουρνά  

πάνω στην πέτρα την αγιασμένη  

χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι”. 

 Είχα γράψει σε επιφυλλίδα ότι αν είχα τη δυνατότητα, θα το έκανα εθνικό ύμνο των Ελλήνων. Μέσα σε τέσσερις πέντε στροφές είναι όλη η ιστορία του Ελληνισμού. Ενα απίστευτο πράγμα. Η ποίηση του Σεφέρη, η ποίηση του Ελύτη, τα δοκίμια του Λορεντζάτου, του Θεοτοκά, του Παπατσώνη. Στη ζωή μου μεγάλο δώρο ήταν η διανόηση η ελληνική σε δύσκολες, πάρα πολύ δύσκολες εποχές. Κατοχή, Εμφύλιος, δικτατορία. Και μέσα από αυτά ο Σαββόπουλος, η κορυφαία στιγμή του Ελληνισμού. Οχι κάποιας τέχνης ή κάποιας δεξιότητας. Ο Σαββόπουλος είπε με τα τραγούδια του πράγματα που όταν τα συλλαμβάνεις σε πιάνει ίλιγγος. “Σαν την ηχώ του Θεού στο βυθό του Εωσφόρου”. Απίθανος!». 

 

Βλ. Όλο το άρθρο στο “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ”

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

«Ελληνισμός με συνείδηση Σιγκαπούρης»: Το χθεσινό άρθρο του Χρήστου Γιανναρά στην Καθημερινή (Επιφυλλίδα-αναδημοσίευση). Grecità con coscienza di Singapore: articolo di Chr. Giannaras

Eλληνισμός με συνείδηση Σιγκαπούρης


Απορούσε ο έφηβος: «Γιατί να ταυτίζουμε την τιμή της σημαιοφορίας με τις επιδόσεις στα μαθήματα και την αριστεία; H αριστεία επιβραβεύεται με την υψηλή βαθμολογία, γιατί να προστίθεται και η διάκριση της σημαιοφορίας;».

Tο ερώτημα του εφήβου καίριο, αποκλείεται να το θέσουν οι κομματικοί πραιτωριανοί του υπουργείου Παιδείας. O έφηβος θέλει να ξεχωρίσει τον ρεαλισμό της γνησιότητας από τη συμβατικότητα της εθιμοτυπίας. Oι πραιτωριανοί λειτουργούν μόνο με κίνητρα εντυπωσιοθηρίας. Oποιο κόμμα κι αν κυβερνάει. Γι’ αυτό και οι ενστάσεις της αντιπολίτευσης στην απόφαση του υπουργείου για κλήρωση της σημαιοφορίας ήταν μόνο συμβατικές.
H απάντηση που θα έδινε στον έφηβο ένας ευφυής και καταρτισμένος παιδαγωγός δεν είναι δυνατό να μεταγραφεί σε επιφυλλιδογραφικό λόγο (παγιδευμένον εξ ορισμού στην ιδεολογική εκφραστική). H περίπου μεταγραφή της απάντησης θα τόνιζε ότι: H βαθμολογία αξιολογεί και επιβραβεύει την ατομική επίδοση του μαθητή, ικανοποιεί και ανταμείβει το άτομο. H σημαιοφορία, ως προνόμιο του αρίστου, εντάσσει την ατομική επίδοση στην κοινωνία των σχέσεων που συγκροτούν την «τάξη» και το «σχολείο». Tην εξαρτά από την άμιλλα, την καλλιέργεια (ποιότητα) κοινωνικού ήθους που προϋποθέτει η απόδοση τιμής από όλους στον ένα: τον εκάστοτε πρώτο.
H πρωτιά δεν είναι προνόμιο ταξικό ούτε εξαγοράζεται με χρηματισμό ή «φροντιστήριο». Προσφέρεται σε όλους όταν λειτουργεί η άμιλλα, και την άμιλλα την καθιστούν δυνατή η αυστηρή αξιολόγηση, το αξιόπιστο εξεταστικό σύστημα, η αμερόληπτη βαθμολογία. ΠAΣOK και N.Δ. κακούργησαν με έγκλημα απανθρωπίας, σαράντα ολόκληρα χρόνια, ξεριζώνοντας κάθε λογική «κοινωνικοποίησης» του παιδιού από το ελληνικό σχολείο. Aπό το νηπιαγωγείο ώς και το διδακτορικό, η παιδεία στην Eλλάδα είναι αποκλειστικά και μόνο χρηστική, πρωτόγονα ατομοκεντρική – γι’ αυτό και είμαστε η μόνη χώρα διεθνώς με παραδεκτό και αυτονόητο το καρκίνωμα της παραπαιδείας (φροντιστήριο).
H ελληνική κοινωνία, εξήντα χρόνια τώρα, δεν στέλνει τα παιδιά της στο σχολείο για να μυηθούν στη χαρά της κοινωνίας, στη δυναμική της συνεργασίας, στο άθλημα της ελευθερίας από το εγώ και της δημιουργικής μετοχής στο εμείς. Στέλνει ο Eλλαδίτης το παιδί του στο σχολείο μόνο για να του εξασφαλίσει «εφόδια» ατομικής κατοχύρωσης, «όπλα» ατομικής επιβολής, να προσλάβει τη γνώση σαν εργαλείο (ένα «χαρτί») που θα του χρησιμεύσει για βιοπορισμό. Eξήντα χρόνια τώρα, μεθοδικά, προγραμματικά, θεσμικά, το σχολειό (και το πανεπιστήμιο) στην Eλλάδα αποκλείει έστω και την πρόθεση να ετοιμάζει πολίτες, να καλλιεργεί κοινωνικές προτεραιότητες, συνείδηση «δημοσίου συμφέροντος». Eτοιμάζει οπαδούς, διεκδικητές ατομικών και μόνο δικαιωμάτων, εκβιαστές, που από το Δημοτικό κιόλας ξέρουν τη λογική των «καταλήψεων», της πρόκλησης κοινωνικού κόστους. Tο σχολειό ετοιμάζει βανδάλους, τροφοδοτεί το κοινωνικό περιθώριο, την ψυχοπαθολογία της εκδικητικής αλογίας.
Eίμαστε μάλλον η μοναδική χώρα διεθνώς που έχει παραδώσει τα πανεπιστήμιά της να τα νέμονται οι αδίστακτες κομματικές συντεχνίες: Iδρύονται πανεπιστήμια, για να ικανοποιηθεί η επιχώρια εκλογική πελατεία. Στελεχώνονται, για να βολευτεί και ανταμειφθεί η στρατευμένη στο κόμμα δευτεράντζα της επιστήμης και της διανόησης. Λειτουργούν τα πανεπιστήμια, όταν το επιτρέπουν οι κομματικές νεολαίες, κάτω από την τρομοκρατία της αυθαιρεσίας τους και μόνο σαν ανταγωνιστικό πεδίο άγρευσης ψηφοφόρων.
Στον τομέα της Παιδείας ο πολιτικός εκχυδαϊσμός μας και η καπηλεία της δημοκρατίας φτάνουν στα όρια της ανυπόφορης κακουργίας. Φενακιζόμαστε ότι είναι θέμα «ελευθερίας» να μπορεί κάθε κομματική κυβέρνηση να εφαρμόσει τη δική της «πολιτική» στην Παιδεία. Ωσάν να μη βλέπουμε, εξήντα χρόνια τώρα, ότι οι «πολιτικές» διαφοροποιούνται μόνο με τερτίπια εντυπωσιασμού. Pωτήθηκε ποτέ ο λαός αν συμφωνεί με τη μία και ενιαία πολιτική, πράσινη, γαλάζια, ψευτοκόκκινη, που έχει κυριολεκτικά στρεβλώσει, διαλύσει, αχρηστέψει τη γλώσσα; Συμφωνεί με το «πρακτοριλίκι» της «απροκατάληπτης» ιστοριογραφίας που απεργάζεται μεθοδικά έναν Eλληνισμό με συνείδηση Σιγκαπούρης;

Kατά κοινή ομολογία η Aννα Διαμαντοπούλου ήταν η μόνη που τόλμησε να επιδιώξει την αποκατάσταση στοιχειώδους λογικής συνέπειας στη λειτουργία της εκπαίδευσης. Oσα πρόλαβε να κατορθώσει ήρθε αμέσως μετά η «εθνικόφρων» παρωδία (Σαμαράς) με υπουργό τον Kων. Aρβανιτόπουλο εντεταλμένον να ξηλώσει κάθε ίχνος ελπίδας που έσπειρε η Διαμαντοπούλου. Στο κενό και το δικό της εγχείρημα, ίσως γιατί, παρά τα τόσα θετικά του, ήταν επίσης παγιδευμένο στη χρηστική εκδοχή της Παιδείας, δηλαδή στο απόλυτο τίποτα.

Είναι περισσότερο από φανερό: η λέξη Eλλάδα παραπέμπει πια μόνο σε ένα τυπικό κρατικό μόρφωμα, όχι σε πραγματικότητα κοινωνίας, συλλογικότητας που κοινωνεί ανάγκες, στόχους, ελπίδες. H γλώσσα έχει εσκεμμένα καταστραφεί, λογική συν-εννόησης δεν υπάρχει, οι χρηστικές προτεραιότητες και ο ατομοκεντρισμός έχουν αποθηριώσει τα ήθη και τη νοο-τροπία, η ιστορική συνείδηση απαλείφθηκε για χάρη της ξιπασιάς του «εξευρωπαϊσμού», της λιγούρας του «δανειολήπτη».

Όταν οι επαγγελματίες της εξουσίας, η δημοσιογραφία και η (κατά τη φιλοδοξία της) διανόηση δεν μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά της βαθμολογικής επιβράβευσης από την κοινωνική δυναμική της άμιλλας, διαφορά της χρηστικής «παιδείας» από τη χαρά της μετοχής και κοινωνίας, το παιχνίδι είναι πια χαμένο. 
Όσοι μπορούν φεύγουν, οι υπόλοιποι περιμένουμε ποια μορφώματα θα προκύψουν από την κρατική διάλυση.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

"Εγκλημα και (σίγουρη) ατιμωρησία". Άρθρο του Χ. Γιανναρά. (Αναδημοσίευσις). Delitto e non punizione; testo di Cristos Giannaras

Εγκλημα και (σίγουρη) ατιμωρησία 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 30 Ιουνίου 2014
 του Χρήστου Γιανναρά

Π​​άλι και πάλι: Κάποιοι πολίτες να συνεχίζουμε την αντίσταση στον παραλογισμό. Στον παραλογισμό που επιμένει να υποκαθιστά, εξουσιαστικά και θεσμικά, την πολιτική. 

Δεν μας ενδιαφέρει, ούτε κατ’ ελάχιστο, αν η σημερινή, εκτρωματική από γεννησιμιού της κυβέρνηση εκλιπαρήσει ή όχι, πετύχει ή όχι, «εκπτώσεις» στις υποχρεώσεις που ανέλαβε με τα «Μνημόνια». Μας αφήνουν παγερά αδιάφορους οι επαγγελίες της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι, αν αυτή γίνει ποτέ κυβέρνηση, θα επαναδιαπραγματευθεί τα «Μνημόνια» και το χρέος. Δεν μας αγγίζουν (θα ήμασταν ηλίθιοι) οι καθημερινές και ακατάσχετες, πρόστυχες κενολογίες της κυβερνητικής προπαγάνδας για τους διεθνείς επαίνους που δεχόμαστε και βεβαιώνουν την «αρχή ανάκαμψης» της οικονομίας μας, την ετοιμότητα επενδυτών από όλο τον κόσμο να φέρουν τα χρήματά τους στο Ελλαδιστάν. Μας αηδιάζει, κυριολεκτικά, και το «νταηλίκι» κάποιων σπιθαμιαίων, που ενώ, όλα τα τελευταία χρόνια, υπέγραφαν πάντοτε αμαχητί «γην και ύδωρ», μόλις τους ξαναδόθηκε θώκος υπουργικός, ακκίζονται ότι διαφέρουν και παζαρεύουν μείωση απολύσεων. 

Είμαστε λίγοι ίσως, αλλά θέλουμε να παραμείνουμε πολίτες, με σκέψη και κρίση, αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια. Το παζάρι ανάμεσα στους δανειστές μας, που απαιτούν πλεονεκτήματα δουλοκτησίας, και στο φαυλεπίφαυλο πολιτικό μας σύστημα που προσπαθεί (ακόμα σήμερα) να περισώσει το πελατειακό του κράτος, δεν μας αφορά. Η στοιχειώδης λογική λέει ότι για να ξαναλειτουργήσουν το κράτος και η οικονομία, να ξαναζωντανέψει η χώρα, χρειάζεται χρήμα στο δημόσιο ταμείο, κοινωνικό χρήμα, όχι ψευτοδάνεια. Το χρήμα υπήρχε και το καταλήστεψαν λωποδύτες με ονοματεπώνυμο και διεύθυνση. Οι καταγγελίες έχουν τεκμηριωθεί με μελέτες, έχουν εκπροσωπηθεί από τους εγκυρότερους των πολιτικών αναλυτών και δημοσιογράφων, είναι δημοσιευμένο, προσιτό σε όλους το πληροφοριακό υλικό. Αλλά, αν έχουμε φτάσει στην τέλεια διάλυση κράτους και κοινωνίας, είναι γιατί πρώτη αλώθηκε και εξουδετερώθηκε, χρόνια τώρα, η Δικαστική Εξουσία, Δεν μπορεί πια στην Ελλάδα να λειτουργήσει νέμεση, μοιάζει λειτουργικά αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη. 

Γι’ αυτό και η προπαγανδιζόμενη «αισιοδοξία» για το οικονομικό μας μέλλον είναι μόνο απάτη, αδιάντροπη. Αν δεν δημευθούν περιουσίες, δεν επιστρέψουν τα κλοπιμαία στο δημόσιο ταμείο, αν δεν υπάρξει καινούργιο νομικό πλαίσιο προστασίας του κοινωνικού χρήματος και τιμωρίας της κλοπής του, είναι λογικά αδύνατο να επαναλειτουργήσει η οικονομία στην Ελλάδα. 

 Με ενδεικτικές αναφορές και παραδειγματικές εικόνες: Είναι λογικά και πρακτικά αδύνατο να λειτουργήσουν παραγωγικές και ανταλλακτικές σχέσεις σε μια συλλογικότητα που αρνείται να προστατεύσει το «δημόσιο αγαθό», τα «κοινά», από την κτηνώδη ατομοκεντρική απληστία. Αδύνατη η οργανωμένη (πολιτική) συνύπαρξη, όταν δεν έχει καταστεί σε όλους αδιανόητη (ως έννοια) και ασυγχώρητη εσαεί (ως πράξη) η καταπάτηση (ιδιοποίηση) δημόσιας γης, η «αυθαίρετη» δόμηση, ο σφετερισμός κοινωνικής περιουσίας για την απόκτηση ατομικού περιουσιακού κεκτημένου. Ενα κράτος που παζαρεύει συμβιβασμούς με την «αυθαιρεσία», νομιμοποιεί αυτονόητα κάθε λωποδυσία κοινωνικού χρήματος, σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου. 

Είναι λογικά αδιανόητο και πρακτικά αδύνατο να λειτουργήσει κράτος, όταν οι διαχειριστές των «κοινών» ξέρουν (και η κοινή γνώμη το έχει αποδεχτεί) ότι κατεξοχήν οι δικές τους αυθαιρεσίες, οποιεσδήποτε, θα μείνουν οπωσδήποτε ατιμώρητες: Μπορούν να κλέβουν τα ασφαλιστικά ταμεία, όπου αποταμιεύεται ο μόχθος ζωής των πολιτών, για να ενισχύσουν το «πελατειακό» τους κράτος, ή να φορτώνουν στους φορολογούμενους πολίτες τη μισθοδοσία άπειρου πλήθους αργόσχολων υπαλλήλων του Δημοσίου ή να καταφεύγουν σε εξωφρενικό υπερδανεισμό του κράτους – μπορούν οτιδήποτε, οποιοδήποτε κοινωνικό έγκλημα, με την απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν θα λογοδοτήσουν ποτέ στους φυσικούς δικαστές κάθε πολίτη, δεν θα τιμωρηθούν ποτέ. 

 Είναι αδύνατο να λειτουργήσει οργανωμένη συλλογικότητα, «κράτος» που διαχειρίζεται τα δημόσια οικονομικά και νομοθετεί τη διάκριση του δίκαιου από το άδικο στις ιδιωτικές συναλλαγές, αδύνατο να υπάρξει τέτοιο «κράτος νόμου», όταν οι διαχειριστές της εξουσίας απαλλάσσουν αυθαίρετα κάποιους ιδιώτες ή κάποιες συντεχνίες από τα χρέη τους προς το δημόσιο ταμείο. Χρόνια τώρα οι πολιτικοί στην Ελλάδα, καταργώντας κάθε λογική και κάθε εντιμότητα, διαγράφουν τα χρέη προς το κράτος και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς του κράτους των ίδιων των κομμάτων τους, αλλά και των «υποστηρικτών» που διαθέτουν τα κόμματά τους στον κόσμο του χρήματος και στον υπόκοσμο. Χαρίζουν χρέη τεράστια, αμύθητα, τηλεοπτικών καναλιών, ποδοσφαιρικών εταιρειών, καταπατητών δημόσιας γης, τάχα και «εφημερίδων» (βραχύβιων εντύπων κρετινικής κομματικής προπαγάνδας), πολυποίκιλων «φορέων» δημιουργημένων με την ανοχή ή και την έμπνευση των κομμάτων, μόνο για να πετύχουν τη λωποδυσία του κοινωνικού χρήματος. 

Τα πρόσωπα που συγκροτούν ό,τι ακόμα αποκαλούμε κατ’ ευφημισμόν «πολιτικό σύστημα» στην Ελλάδα, είναι μάλλον αδύνατο να αντιληφθούν με ποια βαθύτατη απαξίωση τους αντιμετωπίζουμε οι πολίτες, πόσο ανυπόληπτοι είναι στα μάτια μας. Ολοι. Και δεν είναι άδικη η γενίκευση. Σίγουρα, δεν συνέργησαν όλοι στην κλοπή ή στην εξωφρενική διασπάθηση του κοινωνικού πλούτου, δεν διεπλάκησαν όλοι με τον υπόκοσμο. Ομως όλοι, όλοι χωρίς εξαίρεση, αποσιωπούν το συντελεσμένο έγκλημα της ασύδοτης λωποδυσίας, δεν λένε λέξη για δήμευση του κλοπιμαίου πλούτου, χειροκροτούν και μεγαλύνουν, ακόμα σήμερα, τους αυτουργούς της καταστροφής και του εφιάλτη μας, τους ανέχονται σε θέσεις ηγετικές, παραβλέπουν τα τεχνάσματα φυγοδικίας τους. 

Και δεν φτάνει που αποσιωπούν τα καίρια και ουσιώδη, το έγκλημα και την ατιμωρησία του (τα άδεια δημόσια ταμεία και το απίστευτο πλήθος των νεότευκτων Κροίσων) οι επαγγελματίες της εξουσίας επιμένουν και να μας θεωρούν ηλίθιους: Πιστεύουν ότι μπορούμε να μιλάμε όλοι με εντελώς άδειες από περιεχόμενο λέξεις (:«κεντροαριστερά», «ριζοσπαστική αριστερά», «λαϊκή δεξιά», «προοδευτικό μέτωπο»), έτσι ώστε η ευθύνη μας ως πολιτών να βαυκαλίζεται και να φενακίζεται με το «πάθος» της ποδοσφαιρολαγνικής εκφραστικής.


Πηγή

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Τι θα σήμαινε «αλλαγή γηπέδου»: Η χθεσινή επιφυλλίδα του Χρήστου Γιανναρά (Αναδημοσίευσι). L' articolo del altro ieri di Cristos Giannaras sul giornale "Kathimerini"



Του Χρήστου Γιανναρά

Τι θα σήμαινε «αλλαγή γηπέδου»

Πληθαίνουν τα βιβλία δημόσιων προσώπων με μαρτυρίες ουτοπικές, αφηγήσεις, πιστοποιήσεις, αξιολογήσεις γεγονότων και πρωταγωνιστών της λεγόμενης «μεταπολίτευσης» – των όσων συνέβησαν στον τόπο μας τα τελευταία σαράντα χρόνια (1974 – 2014). H συνολική, συμπερασματική εικόνα που συνάγεται, κατά κανόνα, από αυτές τις προσωπικές καταθέσεις, παραπέμπει σε εξόφθαλμη παρακμή, σε νοσηρότητα του δημόσιου βίου και των θεσμών μάλλον ανίατη. Mοιάζει να έχουν χαθεί τα αντανακλαστικά ζωντανού οργανισμού, οι δυνατότητες συλλογικής αυτοάμυνας, οι αντιδράσεις και λειτουργίες ανάσχεσης κινδύνων ή απειλών.
Στις προσωπικές μαρτυρίες καταδείχνεται ψηλαφητή και ακαταγώνιστη η δυναμική της ελεύθερης πτώσης: H αποσύνθεση της δημόσιας διοίκησης με την καθολική επιβολή του πελατειακού κράτους, το αλαλούμ πειραματισμών, ιδεοληψίας και «προοδευτικής» στενοκεφαλιάς που διέλυσε την παιδεία, η αχαλίνωτη αυθαιρεσία του συνδικαλισμού: αμόκ αυτοκαταστροφής. Mικρότητες απίστευτης ευτέλειας των διαχειριστών της εξουσίας, βουλιμική απληστία κάθε κομματικής κουζίνας (κατά κυριολεξία παρακράτους της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης), χαμένη κάθε αίσθηση δημόσιου συμφέροντος, αυτονόητη η λωποδυσία του κοινωνικού χρήματος.
H φυγοπονία κανόνας, η αναξιοκρατία καθεστώς, η απαιδευσία και η εξηλιθίωση ενδημικές. Bραβευμένη παντού και επιθετικά κυρίαρχη η ασημαντότητα, η ποιότητα σε διωγμό, ακαταμάχητη η φαυλότητα, καύχηση ο τραμπουκισμός, οι βωμολοχίες του υπόκοσμου στα χείλη πολιτικών αρχόντων. Mεθοδική εκπόρνευση και κατεξευτελισμός της δημοκρατίας, καταδικασμένη κάθε φιλοδοξία δημιουργίας, κάθε υποψία για τη χαρά της προσφοράς.
H κρίσιμη εκλογική μάζα, αυτή που ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις, άσκεφτη, ασυλλόγιστη, μωρόπιστη, με μοναδική χαρά ζωής την καταναλωτική ετοιμότητα, είναι αδύνατο να διακρίνει ποιος την εμπαίζει, ποιος σε βάρος της εγκληματεί. Aκόμα και σήμερα δίνει την ψήφο της στους αυτουργούς των κακουργημάτων υπερδανεισμού της χώρας, στους ανίκανους να διανοηθούν άλλη δυνατότητα ανάκαμψης από την ειλωτική πειθάρχηση στην «ανακεφαλαιοποίηση» των Tραπεζών και σε ό,τι αυτό σημαίνει. Ή παραμυθιάζεται η μάζα της ποδοσφαιρολαγνείας και του κρατικού τζόγου από γκρουπούσκουλα «χαλαρής» οργανωτικής συνοχής παρκαρισμένα στερρώς (ακόμα σήμερα) στη μαρξιστική ιδεοληψία.
Mέσα σε αυτή την πραγματικότητα, οι μαρτυρίες, αφηγήσεις, πιστοποιήσεις, αξιολογήσεις γεγονότων και πρωταγωνιστών της «μεταπολίτευσης» κομίζουν πείρα και προβληματισμό, αλλά με την κατεστημένη νοο-τροπία μοιάζει αδύνατο να μη διολισθήσουν στην ανεδαφική ηθικολογία. Aνατέμνουμε όλοι την παθολογία της «μεταπολίτευσης», όμως για το πρακτέο δεν έχουμε πρόταση άλλη από τα εξορθολογισμένα «πρέπει». «Πρέπει» να γίνουν φίλεργοι, αδέκαστοι, παραγωγικοί οι δημόσιοι υπάλληλοι, «πρέπει» να σχεδιαστεί εξ υπαρχής η παιδεία, «πρέπει» το Σύνταγμα να εξασφαλίζει δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων – αναρίθμητα τα «πρέπει» της κοινής λογικής και του στοιχειώδους αυτοσεβασμού. Aλλά ποιος, με ποιο πολιτικό πρόγραμμα και ποια κοινωνική στήριξη θα κάνει πράξη αυτά τα «πρέπει»;
Περιθωριακή μάλλον, ίσως και δύσπεπτη η πρόταση που, χρόνια τώρα, ψελλίζεται σε αυτές εδώ τις επιφυλλιδογραφικές απόπειρες: Kοινωνική μεταβολή και, κατά συνέπεια, πολιτικός μετασχηματισμός θα προκύψει μόνο από μια ρεαλιστική απάντηση (αρθρωμένη σε κυβερνητικό πρόγραμμα) στο πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: Γιατί ο εφοριακός να μη «λαδωθεί», γιατί ο πολεοδόμος να μην εκβιάσει, γιατί ο γιατρός να αρνηθεί το «φακελάκι», γιατί ο εργολήπτης και ο προμηθευτής να μην καταχραστούν το κοινωνικό χρήμα, γιατί ο μπακάλης ή ο βενζινάς να μη νοθεύσουν την πραμάτειά τους, γιατί ο υπουργός να μη χρηματιστεί, γιατί ο βουλευτής να μην ακυρώσει τη συνείδησή του;
Γιατί; Eπειδή «πρέπει»; Eπειδή είναι χρηστικές (κοινά ωφέλιμες) οι κανονιστικές αρχές συμπεριφοράς; Eπειδή το επιτάσσει το «κοινωνικό συμβόλαιο», το λέει η Hθική ή το διδάσκουν οι πρόσκοποι; Aστεία πράγματα. Oταν έχεις τη δυνατότητα, μία φορά, στη μία και μοναδική ζωή σου, «να κάνεις ένα δώρο στον εαυτό σου», να λωποδυτήσεις πεντακόσια (χωρίς πλαφόν ανδρεϊκό) εκατομμύρια από τον κρατικό κορβανά, ο μόνος ρεαλιστικός λόγος για να μην το κάνεις είναι ένας και μόνος: H άρνησή σου να σου χαρίζει χαρά μεγαλύτερη από όση θα σου έδιναν τα πεντακόσια εκατομμύρια.
Eίναι αρχή, βεβαιωμένη από την πανανθρώπινη εμπειρία: «Eρως έρωτι διακρούεται»: Eνας έρωτας, και κατά προέκταση κάθε σφοδρή ή ζωτική επιθυμία, εξουδετερώνεται μόνο από άλλον, συναρπαστικότερο έρωτα. Aδιαφορείς για τον πλούτο, την καταναλωτική μονομανία, την ακόρεστη δίψα για δύναμη, μόνο αν γευθείς κάποια χαρά ζωής υπέρτερη: Iσως το «καθαρό πρόσωπο» απέναντι στους συντοπίτες και τους φίλους σου. Iσως «τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών, τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε». Iσως το πάθος για την καλλιέργεια, τη γλώσσα, την ποιότητα.
Mια πολιτική πρόταση με ρεαλιστικές ελπίδες ανάσχεσης της σημερινής κατρακύλας στο χάος και στην ντροπή, θα ήταν εφικτή μόνο αν κόμιζε συνεπή άρνηση να «παίξει» στο γήπεδο του σημερινού πολιτικού συστήματος. Tο τι θα σήμαινε έμπρακτα μια τέτοια άρνηση, δεν μεταφράζεται εύκολα σε καταναλώσιμες συνταγές, μόνο με εικόνες μπορεί να υποδηλωθεί η «άλλη» λογική, η αλλαγή γηπέδου: 
Mε συνειδητή τη δεδομένη οικονομική καταστροφή, πρώτη πολιτική επιδίωξη να αποκτήσει η χώρα τα καλύτερα κλασικά λύκεια της Eυρώπης, τις καλύτερες πανεπιστημιακές σχολές θεωρητικών μαθηματικών. H συνολική αποτυχία ξεπερνιέται, όταν κάπου αριστεύεις, όταν ξαναγεννηθεί αυτοπεποίθηση. 
Eίμαστε στο ναδίρ της αποβιομηχάνισης, σε απελπιστική πτώση της παραγωγικότητας; Ξεκινάμε διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας από το Δημοτικό, αναβαθμίζουμε προκλητικά το μάθημα της μουσικής στα σχολειά. Tέτοιου είδους ενεργήματα δείχνουν τι σημαίνει: αρνούμαι να παίξω στο γήπεδο της παρακμής.
 Πρώτιστη έγνοια: ο σχεδιασμός κατάργησης της αλλοτριωτικής μαζοποίησης που φέρει τα ιερά ονόματα «Kαποδίστριας» και «Kαλλικράτης» – επιστροφή στη μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, χάρη στην οποία επιβίωσε ο Eλληνισμός χιλιάδες χρόνια. Kεφαλαιώδης προτεραιότητα, η συνεπής αποκέντρωση παραγωγικών μονάδων, υπουργείων και διοικητικών κέντρων. H ανασύνταξη εξ υπαρχής του εκπαιδευτικού συστήματος και του θεσμού κοινωνικού ελέγχου της ραδιοτηλεόρασης (EΣP). Kατάργηση κάθε κρατικής ανάμειξης στον επαγγελματικό αθλητισμό. Mιλάμε πάντοτε για ενδείξεις και εικόνες «αλλαγής γηπέδου» στην πολιτική.
Mιλάμε για το ανέφικτο. Που είναι πάντοτε ο γονιμότερος στόχος της ελπίδας.

Πρώτη δημοσίευσι: Η Καθημερινή, 18 Μαΐου 2014

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Η 29 Μαΐου 1453 νεοελληνική αφετηρία; Από το βιβλίο «Ὀρθοδοξία καὶ Δύση στὴ Νεώτερη Ἑλλάδα» του Χρήστου Γιανναρά. Dal libro di Cr. Giannaras "Ortodosia ed Occidente nella Grecia Moderna"


Χρῆστος Γιανναρᾶς: 
Ὀρθοδοξία καὶ Δύση στὴ Νεώτερη Ἑλλάδα*

Σπουδάζουμε τὴν ἱστορία τοῦ «νεώτερου» Ἑλληνισμοῦ μὲ ἀφετηρία, συνήθως, τὴν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης (1453). Ἦταν ἡ τελικὴ πράξη στὴν κατάρρευση τοῦ «βυζαντινοῦ» -ὅπως λεμὲ σήμερα- Ἑλληνισμοῦ, τὸ τέλος τῶν «μέσων» καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν «νεώτερων» χρόνων τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας. 

Ἀπὸ τὴν σκοπιά, ὡστόσο, τῆς ἐξέλιξης τοῦ πολιτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων, ὁρόσημο ἢ ἀφετηρία τῶν «νεώτερων» χρόνων δὲν εἶναι τὸ 1453. Εἶναι μᾶλλον τὸ 1354: ἡ χρόνια ποὺ ὁ Δημήτριος Κυδωνης, μὲ προτροπὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Κατακουζηνου, μεταφράζει στὰ ἑλληνικὰ τὴ Summa Theologiae τοῦ Θωμὰ τοῦ Ἀκινατη. Ἐκστασιασμένος ὁ Κυδωνης ἀπὸ τὸ καινούργιο «φῶς» ποὺ ἔρχεται «ἐξ ἑσπερίας», ἀναλαμβάνει νὰ τὸ μεταδώσει στοὺς συμπατριῶτες του Ἕλληνες.

Τὸ γεγονὸς ὁριοθετεῖ μιὰ καινούργια ἐποχὴ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, μιὰ νέα ἱστορικὴ περίοδο. Περίοδο ὅπου τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Ἑλλήνων μετατίθεται προοδευτικὰ ἀπὸ τὴ δική τους παράδοση καὶ τὸν δικό τους πολιτισμὸ σὲ κάποιο ἄλλο πρότυπο καὶ ὅραμα βίου.

Σίγουρα ὁ Ἑλληνισμὸς ἦταν πάντοτε ἕνα σταυροδρόμι πολιτισμῶν, ἀντιλήψεων καὶ ἰδεῶν, ἐπιστήμης καὶ φιλοσοφίας. Ἀπὸ τὰ ἀρχαιότατα κιόλας χρόνια οἱ Ἕλληνες ἐνδιαφέρονται μὲ πάθος γιὰ ἀλλότριες παραδόσεις, προσλαμβάνουν στοιχεῖα ἀπὸ ξένους πολιτισμούς. Ὅμως τὸ βασικὸ γνώρισμα τῶν Ἑλλήνων ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἱκανότητά τους νὰ ἀφομοιώνουν τὶς προσλήψεις καὶ τὰ δάνεια. Κάθε ξένο στοιχεῖο νὰ γίνεται ἀφορμὴ ἐμπλουτισμοῦ καὶ ἀνανέωσης τῆς ἑλληνικῆς αὐτοσυνειδησίας. Στὴν περίοδο ποὺ ἐγκαινιάζεται μὲ τὶς μεταφράσεις τοῦ Κυδώνη, αὐτὴ ἡ ἀφομοιωτικὴ ἱκανότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ μοιάζει ὑποτονικὴ ἢ ὁλότελα χαμένη. Τὰ δάνεια καὶ οἱ προσλήψεις δὲν ὑποτάσσονται πιὰ στὸν ἑλληνικὸ τρόπο τοῦ βίου, στὴν ἑλληνικὴ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ τοῦ βίου. Ἀντίθετα, ὑποτάσσουν οἱ προσλήψεις καὶ ἀμβλύνουν προοδευτικὰ τὴν πολιτιστικὴ αὐτοσυνειδησία τῶν Ἑλλήνων, ἀλλοτριώνουν τὴν ἑλληνικὴ ταυτότητα. Εἴτε ὑποταγμένοι στὶς βαρβαρικὲς ὀρδὲς τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, τετρακόσια ὁλόκληρα χρόνια, εἴτε συγκροτημένοι σὲ κράτος μὲ συμβατικὰ γεωγραφικὰ σύνορα, μετὰ τὸ 1827, οἱ Ἕλληνενς ζοῦν πιὰ μὲ τὸ βλέμμα καὶ τὸ πνεῦμα τους στραμμένα στὰ «φῶτα» τῆς Δύσης.

Ὅσο κι ἂν λογαριάσει κανεὶς τὶς ἀντιστάσεις τοῦ λαϊκοῦ σώματος σὲ αὐτὴ τὴν προοδευτικὴ ἀλλοτρίωση, ἢ καὶ τὶς ἐπώνυμες ἀντιδράσεις κάποιων ἐλάχιστων λόγιων, τὸ στοιχεῖο ποὺ τελικὰ κυριαρχεῖ εἶναι ἡ αὐξανόμενη ἄγνοια τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὴν πολιτιστική τους παράδοση, οἱ παραποιημένες ἀντιλήψεις, συχνὰ ἡ ἀδιαφορία καὶ ἡ περιφρόνηση γιὰ τὴν ἑλληνικότητα. Αὐτὸ ποὺ κυριαρχεῖ εἶναι ὁ θαυμασμὸς γιὰ τὸν πολιτισμὸ ποὺ διαμορφώνεται στὴ Δύση καὶ ποὺ μονοπωλεῖ στὶς συνειδήσεις τὴν ἔννοια τῆς προόδου. Ἀκόμα καὶ τὴν ὅποια πληροφόρηση γιὰ τὴν πολιτιστική τους κληρονομιὰ τὴν ἀντλοῦν πιὰ οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς μελετητὲς -τοὺς «οὐμανιστὲς» καὶ ἀρχαιολάτρες τῆς Εὐρώπης- ἀνυποψίαστοι γιὰ τυχὸν παρανοήσεις ἢ καὶ ἐσκεμμένες διαστρεβλώσεις.

Ὅμως ἐδῶ θὰ χρειαστεῖ μία πρώτη παρένθεση: ἕνα ἐρώτημα ποὺ δημιουργεῖ τὸ ὁρόσημο τοῦ 1354.
Εἶναι ἄραγε θεμιτὸ νὰ μιλᾶμε γιὰ Ἑλληνισμὸ καὶ γιὰ ἑλληνικὸ πολιτισμὸ στὸν 14ο αἰώνα; Ἦταν λοιπὸν Ἕλληνες οἱ «Βυζαντινοί», οἱ κάτοικοι τῆς ἀνατολικῆς καὶ πολυεθνικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας;

Ὁ τρόπος ποὺ σπουδάζουμε σήμερα τὴν Ἱστορία προϋποθέτει -σχεδὸν αὐτονόητα- κάποιες σχηματοποιήσεις: ἴσως ἀναπόφευκτες προκειμένου νὰ τιθασεύσουμε τὸ ἱστορικὸ ὑλικό. Διαιροῦμε σχηματικὰ τὸν ἱστορικὸ χρόνο σὲ περιόδους καὶ διαστέλλουμε, ἐπίσης σχηματικά, τοὺς πολιτισμοὺς ἢ τὶς ἐθνότητες. Καὶ ἡ λογικὴ τῶν ἱστορικῶν μας σχηματοποιήσεων, πολὺ συχνά, πειθαρχεῖ σὲ κριτήρια ποὺ ἔχουμε σήμερα γιὰ τὸν «πολιτισμὸ» ἢ τὴν «ἐθνότητα» -καὶ ποὺ δὲν εἶναι ὁπωσδήποτε τὰ κριτήρια καὶ οἱ ἀντιλήψεις τῆς ἐποχῆς ποὺ ἐξετάζουμε.

Ἔτσι καὶ στὸ σύγχρονο ἑλληνικὸ κράτος, γιὰ πολλὲς δεκαετίες, οἱ Ἕλληνες διδάσκονταν στὰ σχολεῖα τὴν ἱστορία τους χωρισμένη σὲ τρεῖς μεγάλες καὶ μᾶλλον σχηματικὲς περιόδους: Τὴν περίοδο τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας -ἀπὸ τὴν πρωτοελλαδικὴ καὶ πρωτομινωικὴ ἐποχὴ (2900 π.Χ.) ὣς τὴν κατάκτηση τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους (146 π.Χ.) ἢ ὣς τὸ κλείσιμο τῶν τελευταίων φιλοσοφικῶν σχολῶν τῆς Ἀθήνας (529 μ.Χ.). Τὴν περίοδο τῆς «βυζαντινῆς» ἢ μεσσαιωνικῆς Ἑλλάδας -ἀπὸ τὴν ἵδρυση τῆς Κωνσταντινούπολης (325 μ.Χ.) ὣς καὶ τὴν πτώση της (1453). Καὶ τὴν περίοδο τῆς νεώτερης Ἑλλάδας -ἀπὸ τὸ 1453 ὣς σήμερα.

Αὐτὴ ἡ ἐκπαιδευτικὰ παγιωμένη διαίρεση τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας ἀπηχοῦσε μιὰν ἀντίληψη διαχρονικῆς ἑνότητας τοῦ Ἑλληνισμοῦ -καὶ μάλιστα μὲ βάση τὴν ἐθνοφυλετικὴ ὁμοιογένεια. Ἑνὸς Ἑλληνισμοῦ φυλετικὰ ἑνιαίου μέσα στὴ διαδρομὴ τῶν γενεῶν: μὲ συνεχὴ βιολογικὴ διαδοχὴ ἀπὸ τὰ ἀρχαιότατα χρόνια ὣς σήμερα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν πολὺ ἔγκαιρα, στὸν 19ο αἰώνα, κάποιος ἀσήμαντος γερμανὸς ἱστορικός, ὁ Φαλλμεράυερ, ἀμφισβήτησε τὴν ἀπευθείας καταγωγὴ τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους, ἡ ταραχὴ ποὺ προκλήθηκε στὸ ἑλλαδικὸ κρατίδιο ἦταν ἀποκαλυπτικὴ μιᾶς βαθύτερης σύγχυσης. Οἱ Νεοέλληνες δὲν ἤξεραν πῶς νὰ ὁρίσουν τὴν ἑλληνικότητά τους. Καὶ τὸ μεγαλύτερο σκάνδαλο ἦταν ἡ βυζαντινὴ ἢ μεσαιωνικὴ περίοδος τῆς ἱστορίας τους: Μὲ ποιὸ κριτήριο νὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς Ἕλληνες οἱ κάτοικοι αὐτῆς τῆς πανσπερμίας τῶν φύλων ποὺ συγκροτοῦσαν τὴν Ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία -μιὰν αὐτοκρατορία ὡστόσο μὲ κυρίαρχη γλῶσσα τὴν ἑλληνική, μὲ φιλοσοφία καὶ τέχνη ποὺ συνέχιζε ὀργανικὰ καὶ ἀνέπλαθε δημιουργικὰ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ κληρονομιά. Σίγουρα οἱ βυζαντινοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας -κάποιοι μὲ σπουδὲς στὴν Ἀθήνα- συνέχιζαν τὸν προβληματισμὸ καὶ τὸν λόγο τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Ἀριστοτέλη, τῆς Στοᾶς καὶ τῶν Νεοπλατωνικῶν, ὅμως παράλληλα ἔγραφαν λόγους «κατὰ Ἑλλήνων», ἀφοῦ στὴν ἐποχή τους ἡ λέξη Ἕλληνας σήμαινε ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο εἰδωλολάτρης. Ἀλλὰ καὶ ὁ σύνολος πληθυσμὸς πρέπει νὰ γνώριζε ἀρκετὰ καλὰ τὰ κείμενα τῶν εἰδωλολατρῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ ἐπὶ χίλια περίπου χρόνια ἀλφαβητάρι γιὰ τὴν ἐκμάθηση ἀνάγνωσης καὶ γραφῆς ἦταν ὁ Ὅμηρος.

Τὸ δυσεπίλυτο πρόβλημα ὁρισμοῦ τῆς ἑλληνικότητας διαιωνίζεται στὸ νεοελληνικὸ κρατίδιο ὣς σήμερα. Ὑπάρχουν πάντα κάποιοι «προοδευτικοὶ» διανοούμενοι, ποὺ θεωροῦν ὑποτιμητικὴ κάθε ἐπιμειξία τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἀμφισβητοῦν πεισματικὰ τὴν ἑλληνικότητα τῆς «Βυζαντινῆς» Αὐτοκρατορίας. Ὅπως ὑπάρχουν καὶ κάποιοι χριστιανοὶ διανοούμενοι, μὲ ἰδεολογικὰ ἐπεξεργασμένη πίστη, ποὺ προτιμᾶνε τὸ ὄνομα τοῦ «Ρωμιοῦ» καὶ τῆς Ρωμιοσύνης στὴ θέση τοῦ Ἕλληνα καὶ τῆς ἑλληνικότητας. Ὑπῆρξε καὶ νεοέλληνας Πρωθυπουργὸς καὶ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, ποὺ δὲν δίσταζε νὰ μιλάει γιὰ τὶς πολλαπλὲς ὑποδουλώσεις ποὺ γνώρισαν οἱ Ἕλληνες: πρῶτα στοὺς Ρωμαίους, ὕστερα στοὺς Βυζαντινοὺς καὶ μετὰ στοὺς Τούρκους!…

Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ προσεγγίσουμε τὴ σχέση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὴ Δύση στὰ νεώτερα χρόνια, χωρὶς νὰ διατυπώσουμε καταρχὴν μία πρόταση ἐξόδου ἀπὸ τὴν πελώρια αὐτὴ σύγχυση -πρόταση κάποιου ὁρισμοῦ τῆς ἑλληνικότητας. Ἡ πρόταση εἶναι νὰ δοῦμε τὴν Ἑλλάδα ὄχι καταρχὴν ὡς ΤΟΠΟ, ἀλλὰ καταρχὴν ὡς ΤΡΟΠΟ τοῦ βίου. 
Δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει κανεὶς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπέκτησε γεωγραφικὰ σύνορα γιὰ πρώτη φόρα στὸν 19ο αἰώνα -μόλις πρὶν ἀπὸ ἑκατὸν ἑξήντα χρόνια. Καὶ ὅτι αὐτὰ τὰ σύνορα- τοῦ συμβατικοῦ ἑλλαδικοῦ κρατιδίου ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση ἐνάντια στοὺς Τούρκους- ἄφηναν ἀπ᾿ ἔξω τὰ τρία τέταρτα τῶν ἑλληνόφωνων πληθυσμῶν τῆς τότε Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.

Ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα δὲν εἶχε ἑνιαία κρατικὴ ὑπόσταση, οὔτε καὶ σύνορα. Ἦταν τὸ σύνολο τῶν «ἑλληνίδων πόλεων» -ἀνεξάρτητες πόλεις- κράτη-, ποὺ ἁπλωνόταν ἀπὸ τὴν Μακεδονία ὣς τὴν Κρήτη καὶ ἀπὸ τὴν Ἰωνία ὣς τὴν Σικελία, τὴν κάτω καὶ κεντρικὴ Ἰταλία. Οἱ πόλεις αὐτὲς ἀναγνωρίζονταν ὡς «ἑλληνίδες» ὄχι μόνο γιὰ τὴν κοινή τους ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν κοινὸ τρόπο τοῦ βίου, δηλαδὴ τὸν κοινὸ πολιτισμό τους. (Ἡ κοινὴ ἑλληνικὴ συνείδηση γίνεται χαρακτηριστικὰ ἔκδηλη στὶς περιπτώσεις τῶν κοινῶν ἑορτῶν καὶ ἀγώνων (στὴν Ὀλυμπία, στὴν Νεμέα, στὸν Ἰσθμὸ τῆς Κορίνθου καὶ στοὺς Δελφούς, ὅπου μόνο Ἕλληνες μποροῦσαν νὰ συμμετάσχουν, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πόλη καταγωγῆς τους. Θὰ ἀπαιτοῦσε μιὰ ἐκτενῆ ἀνάπτυξη τὸ περιεχόμενο τῆς λέξης ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ἀλλὰ καὶ μόνο ἡ ταύτιση μὲ τὸν ΤΡΟΠΟ τοῦ βίου μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας καταρχὴν ὁρισμός.

Στὸν 4ο π.Χ. αἰώνα ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἑνώνει κάτω ἀπὸ τὴ στρατιωτική του ἰσχὺ τὶς περισσότερες ἑλληνίδες πόλεις, προκειμένου νὰ ἐπιχειρήσει μιὰ μεγαλεπίβολη ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Περσων. Κατατροπώνει τοὺς Πέρσες, ἀλλὰ συνεχίζει τὴν ἐκστρατεία του ὣς τὴν Βακτριανὴ καὶ τὶς Ἰνδίες. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἀλέξανδρος ἀντιλαμβάνεται τὴν κατάκτηση αὐτῶν τῶν ἀπέραντων περιοχῶν -ἀπὸ τὶς νότιες ἀκτὲς τῆς Κασπιας ὣς τὴν Παλαιστίνη, Βαβυλώνα, Αἴγυπτο καὶ ὣς τὸν Ἰνδικὸ ὠκεανὸ- εἶναι νὰ ἱδρύει παντοῦ καινούργιες ἑλληνίδες πόλεις, ποὺ μεταφέρουν τὸν ἑλληνικὸ ΤΡΟΠΟ τοῦ βίου σὲ κάθε γωνιὰ τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου. Ἔτσι γεννιέται ὁ «μέγας κόσμος» τῆς ἑλληνικῆς οἰκουμένης -ἕνα ἐκπληκτικὸ φαινόμενο πολιτισμικῆς ἔκρηξης ποὺ δὲν ἔχει τὸ ὅμοιο στὴν Ἱστορία.

Ὅταν ἀργότερα ἡ Ρώμη, ἀκολουθώντας τὸ ὅραμα τοῦ Ἀλεξάνδρου, θὰ ἑνοποιήσει μὲ τὶς δικές της κατακτήσεις καὶ κάτω ἀπὸ τὸ δικό της διοικητικὸ σύστημα ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἐξελληνισμένων ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο περιοχῶν, τὸ κοινὸ καὶ συνεκτικὸ στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας της θὰ παραμείνει ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός. Συνειδητοποιοῦμε ὄχι μόνο τὴν ἔκταση, ἀλλὰ καὶ τὸ βάθος ἢ τὴν ποιότητα ἐξελληνισμοῦ τῆς ρωμαϊκῆς «οἰκουμένης», ὅταν διαβάζουμε τὰ ἑλληνικὰ κείμενα ἑνὸς φανατικὰ συντηρητικοῦ Ἑβραίου: τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Οἱ Ἑβραῖοι ἦταν λαὸς ποὺ ἀντιστάθηκε σθεναρὰ καὶ μὲ αἱματηρὸ τίμημα στὸν ἐξελληνισμό του, καὶ ὁ Παῦλος ἀνῆκε στὴν πιὸ συντηρητικὴ κοινωνικὴ ὁμάδα τῶν Ἑβραίων, στοὺς Φαρισαίους. Κι ὅμως ὁ ἐθνοφυλετικὸς συντηρητισμός του δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ χειρίζεται τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὶς ἑλληνικὲς φιλοσοφικὲς ἔννοιες, ἀλλὰ καὶ κάποιους ἕλληνες συγγραφεῖς, μὲ μίαν εὐχέρεια ποὺ δύσκολα θὰ τὴν συναγωνιζόταν ὁποιοσδήποτε Ἀλεξανδρινὸς ἡ καὶ Ἀθηναῖος τῆς ἐποχῆς του.

Ἀπὸ τὸν 2ο κιόλας π.Χ. αἰώνα, ἡ ἴδια λατινικὴ ἀριστοκρατία τῆς Ρώμης προτιμάει στὶς κοινωνικὲς συναναστροφὲς τὴ χρήση τῆς ἐλληνικῆς γλώσσας, καὶ ὅταν τὸν 1ο μ.Χ. αἰώνα ὁ Παῦλος καὶ πάλι γράφει τὴν ἐπιστολή του πρὸς Ρωμαίους, δὲν διανοεῖται νὰ χρησιμοποιήσει τὰ λατινικά. Δυόμισι αἰῶνες ἀργότερα, ἡ πολιτικὴ καὶ στρατιωτικὴ ἰδιοφυΐα τοῦ Διοκλητιανοῦ θὰ διακρίνει ὅτι τὸ κέντρο τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων ἔχει ὁριστικὰ μετατεθεῖ στὴν ἑλληνικὴ Ἀνατολή, γι᾿ αὐτὸ καὶ θὰ περάσει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς βασιλείας του στὴν Νικομήδεια. Ἔτσι ἔχει προετοιμασθεῖ καὶ τὸ τολμηρὸ ἐγχείρημα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου νὰ μεταθέσει τὸ κέντρο τῆς αὐτοκρατορίας σὲ μιὰ καινούργια ἑλληνικὴ πρωτεύουσα, τὴ Νέα Ρώμη, ποὺ ὁ λαὸς θὰ τὴν ἀποκαλέσει Κωνσταντινούπολη.

Μὲ κέντρο πιὰ τὴν Νέα Ρώμη ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία θὰ διανύσει μιὰ θαυμαστὴ σὲ κάθε φάση της ἱστορικὴ διαδρομὴ ὁλόκληρης χιλιετηρίδας. Σίγουρα, ἡ πολιτισμική της ταυτότητα δὲν εἶναι οὔτε ἀμιγῶς ρωμαϊκή, οὔτε ἀμιγῶς ἑλληνική. Εἶναι τὸ χριστιανικὸ στοιχεῖο ποὺ πρωτεύει, καὶ μάλιστα ἡ ἐμμονὴ καὶ πιστότητα στὴν ὀρθόδοξη πρωτοχριστιανικὴ παράδοση. Μὲ ἄξονα βίου τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ νοηματοδότηση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, τοῦ κόσμου καὶ τῆς Ἱστορίας, ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία θὰ ἀναχωνεύσει ὀργανικὰ καὶ δημιουργικὰ τὴ ρωμαϊκὴ παράδοση τοῦ δικαίου καὶ τῆς διοίκησης, καὶ παράλληλα τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ τέχνη. Μετὰ τὸν 6ο αἰώνα θὰ εἶναι καὶ ἐπίσημα μιὰ ἑλληνόφωνη αὐτοκρατορία, καὶ μετὰ τὸν 10ο αἰώνα θὰ υἱοθετήσει καὶ τοὺς ὅρους Ἕλληνας καὶ ἑλληνικός, φορτισμένους πιὰ μὲ ἀξιολογικὸ περιεχόμενο, γιὰ νὰ ἀντιπαρατάξει τὴ δική της πολιτισμικὴ ταυτότητα στὸν καινούργιο πολιτισμὸ ποὺ γεννιέται στὴν κατακτημένη ἀπὸ βάρβαρα φύλα καὶ φυλὲς Δύση.

Αὐτοὶ οἱ καινούργιοι κάτοικοι τῆς δυτικῆς καὶ κεντρικῆς Εὐρώπης, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἔχουν ὑποτάξει καὶ ἐξουθενώσει τοὺς λατινόφωνους Ρωμαίους, φιλοδοξοῦν νὰ σφετερισθοῦν, μὲ τὴ λογική της γεωγραφικῆς ὁριοθέτησης, τὸν τίτλο καὶ τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀρνοῦνται τὸ ὄνομα τοῦ Ρωμαίου στοὺς πολίτες τῆς ἀνατολικῆς καὶ ἐξελληνισμένης αὐτοκρατορίας. Τοὺς ἀποκαλοῦν χλευαστικὰ «Γραικούς», καὶ ἀπὸ τὸν 17ο αἰώνα ἡ ἱστοριογραφία τους θὰ ἐπινοήσει τὸ πρωτοφανὲς ὄνομα Βυζάντιο καὶ «Βυζαντινός». Βέβαια τὸ Βυζάντιο ὑπῆρξε ἱστορικά: ἦταν ἡ πολίχνη στὶς ἀκτὲς τοῦ Βοσπόρου -ἀρχαία ἑλληνικὴ ἀποικία- ποὺ στὴν θέση της ὁ Κωνσταντῖνος ἔχτισε τὴ Νέα Ρώμη. Ἀλλὰ εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ἀνάκληση τοῦ παλαιοῦ τοπωνυμίου ἐνδιέφερε τοὺς Δυτικοὺς μόνο γιὰ νὰ ὑποκατασταθεῖ τὸ ὄνομα τῆς Νέας Ρώμης. Γιὰ τοὺς ἐλληνόφωνους Ρωμαίους, ἀκόμα ὣς τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, τὸ ὄνομα «Βυζαντινὸς» θὰ ἦταν μᾶλλον ἀκατανόητο -θὰ ἠχοῦσε τόσο παράλογα, ὡς ἂν ἀποκαλοῦσε κάποιος τὸν σημερινὸ κάτοικο τῆς Ἑλλάδας «Πλακιώτη» (ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς παλιᾶς συνοικίας ποὺ γύρω χτίστηκε ἡ καινούργια πόλη τῶν Ἀθηνῶν). Κι ὅμως τὸ αὐθαίρετο ἐπινόημα τῶν Δυτικῶν κυριάρχησε τελικά, καὶ εἶναι σήμερα καθιερωμένο στὴν κοινὴ συνείδηση καὶ στὴν ἱστορικὴ ἐπιστήμη.

Στὸ μεταξύ, στὸν 2ο π.Χ. αἰώνα ὡς τὸν 19ο, ἡ γεωγραφικὴ περιοχὴ ὅπου ἄνθισαν οἱ ἀρχαῖες ἑλληνίδες πόλεις, γνώρισε διαδοχικὰ περίπου δεκαεπτὰ ἐπιδρομὲς βάρβαρων φυλῶν καὶ φύλων. Ἀπὸ τὶς παραδουνάβιες περιοχὲς ὣς τὴν Κρήτη, καὶ ἀπὸ τὴν νότια Ἰταλία ὣς τὰ βάθη τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τὸν Πόντο, οἱ ἑλληνόφωνοι πληθυσμοὶ δοκιμάστηκαν σκληρὰ ἐπὶ αἰῶνες ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀλλεπάλληλα κύματα τῶν κατακτήσεων, ποὺ σήμαιναν, κάθε φορά, κάποιες ἐπιμειξίες μὲ τοὺς γηγενεῖς Ἕλληνες. Ἔτσι, ὁποιοσδήποτε ἰσχυρισμὸς γιὰ φυλετικὴ ὁμοιογένεια καὶ «καθαρότητα αἵματος» τῶν νεώτερων Ἑλλήνων θὰ εἶχε ἐρείσματα μᾶλλον περιορισμένα ἢ συγκεχυμένα, καὶ σὲ μεγάλο ποσοστὸ θὰ ἦταν μόνο ρομαντικὴ αὐθαιρεσία. Ἀλλὰ τὸ ἱστορικὸ παράδοξο εἶναι αὐτὸ ποὺ μὲ τὴν ποιητική του γλῶσσα διαπίστωνε ὁ στρατηγὸς Μακρυγιαννης στὸν 19ο αἰώνα: «ὅτι ἀρχὴ καὶ τέλος, παλαιόθεν καὶ ὣς τώρα, ὅλα τὰ θεριὰ πολεμοῦν νὰ μᾶς φᾶνε τοὺς Ἕλληνες καὶ δὲν μποροῦνε· τρῶνε ἀπὸ μᾶς καὶ μένει καὶ μαγιά.» Αὐτὴ ἡ «μαγιὰ» τῶν ἑλληνίδων πόλεων καὶ ἀργότερα τῶν κοινοτήτων, μέσα ἀπὸ τὶς κατακτήσεις καὶ ἐπιμειξίες, ἔσωζε τελικὰ τὴν ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα: τὴ γλῶσσα, τὴ νοοτροπία, τὴν ἑλληνικὴ νοηματοδότηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς -ἀπὸ κάποια ἐποχὴ καὶ μετὰ ἑνωμένα ὅλα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὀρθοδοξία. 

Βέβαια μιὰ τέτοια «μαγιὰ» δυναμικῆς καὶ ἀδιάκοπα ἀνανεούμενης ἑλληνικότητας δὲν ἀνιχνεύεται μὲ ἀναφορὰ σὲ γενεαλογικὰ δέντρα -στὴ συνεχῆ ἱστορικὴ διαδοχὴ οἰκογενειῶν καὶ ὀνομάτων. Ἀνιχνεύεται στὴ λαϊκὴ ποίηση, στὸ λαϊκὸ ἦθος, στὸν τρόπο ποὺ ἔχτιζαν καὶ εἰκονογραφοῦσαν τὶς ἐκκλησίες ὣς τὴν πιὸ ἀπομακρυσμένη ἑλληνικὴ κοινότητα, ἀνιχνεύεται στὴ μουσική, στὶς λαϊκὲς φορεσιές, στὰ προικοσύμφωνα καὶ στὰ συνεταιρικὰ συμβόλαια. Κυρίως στοὺς αἰῶνες τῆς Τουρκοκρατίας, ἦταν ἡ ΠΡΑΞΗ τῆς ζωῆς, ἔκφραση τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστης (ὄχι ἰδεολογικὰ ἢ φυλετικὰ κριτήρια), ποὺ ξεχώριζαν Ἦταν ἡ νηστεία, ἡ γιορτή, ὁ χορὸς στὸ πανηγύρι, τὸ ἀναμμένο καντήλι στὸ οἰκογενειακὸ εἰκονοστάσι, τὸ ζύμωμα τοῦ πρόσφορου, ὁ ἁγιασμὸς κάθε μήνα. 
τὸν ὀρθόδοξο Ἕλληνα ἀπὸ τὸν ἀλλόθρησκο Τοῦρκο ἡ τὸν ἑτερόδοξο «Φράγκο»:

Ἔτσι, ὅταν τὸν δεύτερο χρόνο τῆς ἐξέγερσής τους ἐνάντια στὴν τουρκικὴ τυραννία (1822) οἱ Ἕλληνες συγκροτοῦν τὴν πρώτη καὶ ἰδρυτική τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους Ἐθνικὴ Συνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου, δὲν ἔχουν ἄλλο τρόπο νὰ ὁρίσουν τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνα, παρὰ μόνο καταφεύγοντας στὴν θρησκευτική του πίστη. Στὸ τμῆμα Β’ τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐπιδαύρου διαβάζουμε: «Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικράτειας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες.»

Εἶναι μᾶλλον ἡ πιὸ ἀπερίφραστη δικαίωση τῆς πρότασης νὰ ὁρίζουμε τὴν Ἑλλάδα ὄχι καταρχὴν ὡς ΤΟΠΟ, ἀλλὰ καταρχὴν ὡς ΤΡΟΠΟ βίου. 

 (Στὶς βασικὲς θέσεις αὐτοῦ του κεφαλαίου συγκλίνουν συμπερασματικὲς μαρτυρίες ἀπὸ διαφοροποιημένες θεωρητικὲς προοπτικές.
Πρβλ. ἐνδεικτικά:

Κ.Θ. Δημαρᾶς: «Ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται ἀνάμεσα σὲ δύο μεγάλους πολιτισμικοὺς ὄγκους, ποὺ ξεχωρίζουν πάντα, ὅσο κι ἂν οἱ τροπὲς τῆς ἱστορίας τυχαίνει νὰ προκαλέσουν μετατοπίσεις. Ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση σμίγουν ἐπάνω στὰ ἑλληνικὰ ἐδάφη, ποὺ γίνονται ἔτσι ἕνα σταυροδρόμι ὅπου ἀδιάκοπα συγκρούονται δύο πρωταρχικὲς μορφὲς πολιτισμοῦ. Προγεφύρωμα καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου πολιτισμοῦ στὶς ἀντίθετες διευθύνσεις τους, ὁ ἑλληνικὸς χῶρος δοκιμάσθηκε πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὴν κατάκτηση. Ὅμως ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τὸ δράμα τῆς φυλῆς μας, εἶναι καὶ μία ἀπὸ τὶς δόξες της ἀπὸ τὴν ἄποψη τὴν πολιτισμική: ὁ ἑλληνισμὸς δέχθηκε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν πλούσιες καὶ ποικίλες ἐπιδράσεις, ποὺ προκάλεσαν τὴν ἰδιοτυπία του. Ἡ θέση του ἀνάμεσα σὲ πολιτισμοὺς ποὺ τὸν ἐπηρεάζουν, τοῦ ἐπέτρεψε ἀνέκαθεν νὰ ἐκμεταλλευθεῖ τὶς ἰδιότητές του, νὰ ἀσκήσει τὴν ἀφομοιωτική του δύναμη. Ἐξ ἄλλου ἡ γεωγραφικὴ θέση τοῦ ἑλληνισμοῦ δὲν εἶναι ἀπίθανο νὰ ἐπέφερε κι ἕνα ἄλλο σταθερὸ χαρακτηριστικό τῆς φυλῆς. Θυμίζω τὴν παρατήρηση τοῦ Ἀριστότελη: οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης τοῦ φαίνονται δραστήριοι, ἀλλὰ χωρὶς ὀξύτητα τοῦ νοῦ· οἱ Ἀσιάτες τὸ ἀντίθετο. Κι ὁ Ἀριστοτέλης, ἔτσι, καταλήγει νὰ θεωρεῖ ὅτι οἱ Ἕλληνες, ζώντας σ᾿ ἕνα κλίμα ποὺ μετέχει καὶ ἀπὸ τὴν Ἀσία καὶ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη, συνδυάζουν καὶ τῶν δύο ὁμάδων τὰ προτερήματα. Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός, λοιπόν, ἐκφράζεται μέσα στὴν ἀδιάκοπη ἀνανέωση τὴν ὁποία προκαλοῦν οἱ ἐπαφὲς μὲ τοὺς ξένους πολιτισμούς, καὶ στὴν ἀδιάκοπη ἀκτινοβολία ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἰδιοτυπίας του καὶ τῶν ἐπαφῶν του… Οἱ λαοί, ὅπως κάθε ὀργανισμός, ἀφομοιώνουν ὅσο εἶναι ζωντανοί, καὶ ἀφομοιώνουν τόσο περισσότερο καὶ τόσο καλύτερα ὅσο πιὸ ζωντανοὶ εἶναι. Ἡ ἐλάττωση τῆς ἀφομοίωσης ἐκφράζει βιολογικὴ πτώση τοῦ ὀργανισμοῦ· μόνο οἱ νεκροὶ ὀργανισμοὶ παύουν νὰ ἀφομοιώνουν… Ἐκεῖνο ποὺ προέχει εἶναι ἡ ἱκανότητα γιὰ πραγματικὴ ἀφομοίωση, γιὰ δημιουργία δηλαδὴ νέου στοιχείου, ἰδιότυπου, ἀπὸ τὸ ξένο.» (Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Ἀθήνα 1968, Πρόλογος, σελ. ιγ-ιδ.)

Νίκος Σβορῶνος: «Θεωρῶ τὴν πολιτισμικὴ συνέχεια τοῦ ἑλληνισμοῦ ὡς ἕνα δυναμικὸ φαινόμενο μὲ διαφορετικὲς φάσεις. Δὲν πιστεύω βέβαια στὴ φυλετικὴ συνέχεια. Δὲν κάνω ζωολογία, κάνω ἱστορία. Δὲν ξέρω τὶ εἶναι ἀνθρωπολογικὰ ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ ἡ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἡ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος. Εἶναι ἀνακατεμένα, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλους τοὺς ἱστορικοὺς λαοὺς τοῦ κόσμου. Γιὰ τὸ ὅτι ὑπάρχει, ὅμως, ἀπὸ παλιά, πολὺ παλιά, ἕνας ἑλληνικὸς λαὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς ἑνότητάς του καὶ τῆς διαφορᾶς ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς, καὶ ἔχει συνείδηση τῆς ἰδιαιτερότητάς του καὶ τῆς πολιτισμικῆς του συνέχειας, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία… Καὶ ἐδῶ μπορῶ νὰ ἐπαναλάβω, σύντομα καὶ ἁπλουστευτικά, ὁρισμένες προτάσεις ποὺ ἔχω διατυπώσει: Τὴν ὕπαρξη -ἕως τὴν ἐπικράτηση τῆς ρωμαϊκῆς ἰδέας, ὕστερα ἀπὸ τὴν κατάκτηση τῆς Ρώμης καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ- ἑνὸς ἑλληνικοῦ λαοῦ, φυλετικὰ ἀνάμεικτου, ὅπως ὅλοι οἱ ἱστορικοὶ λαοί, μὲ κοινὰ πολιτισμικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ μὲ συνείδηση τῆς ἑνότητάς του καὶ τῆς συνέχειάς του. Τὴ βαθμιαία ἀπομακρυνσή του ἀπὸ τὸ συνειδησιακὸ περιεχόμενο τῆς ἑλληνικότητας, μὲ τὴν ἐπικράτηση δύο πλατύτερων ἰδεῶν, τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τῆς ρωμαϊκότητας, ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἰδεολογία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἰδεολογία συνεκτικὴ τοῦ βυζαντινοῦ κράτους -πρᾶγμα ποὺ δὲν ἀποκλείει τὴν ὕπαρξη, συγχρόνως, καὶ μιᾶς ἰδιαίτερης συνείδησης τῆς ἰδιαιτερότητας σὲ κάθε λαό, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀποτέλεσαν τὸ πολυεθνικὸ αὐτὸ πολιτικὸ καὶ πολιτισμικὸ συγκρότημα. Τέλος, τὴ σταδιακὴ πολιτισμικὴ ἐπανασύνδεση τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου τῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἰδέα καὶ τὸ παλιὸ ἑλληνικό του παρελθόν, ὅπως κατὰ τὸν 11ο αἰώνα, καὶ τὴν κατάκτηση μιᾶς καθαρὰ ἑλληνικῆς συνείδησης, ποὺ συντελεῖται κατὰ τὰ τελευταία χρόνια τοῦ Βυζαντίου, καὶ καταλήγει μὲ τὴν διαμόρφωση τοῦ νέου ἑλληνικοῦ ἔθνους, μέσα στὴν Τουρκοκρατία, καὶ τὴν διακήρυξη τῆς βούλησής του νὰ δημιουργήσει ἀνεξάρτητο ἑλληνικὸ κράτος μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση… Ὁ ἑλληνισμὸς βρέθηκε σὲ τέτοιες ἀντικειμενικὲς καταστάσεις, ὥστε νὰ εἶναι ἀπὸ τοὺς λίγους λαοὺς οἱ ὁποῖοι ἀπόκτησαν ἐθνικὴ συνείδηση ἀκριβῶς μέσα σὲ εὐρύτερα σύνολα καὶ σὲ ἀντιπαράθεση μὲ αὐτά. Κυρίως σὰν κατακτημένος λαός. Καὶ τὸ ὅτι διατήρησε τὴ γλώσσα του, τὴν ἐθνική του συνείδηση, γιὰ μένα τοῦτο εἶναι ἀντιστασιακὸ φαινόμενοΔὲν θεωρῶ ἀντίσταση ἁπλῶς καὶ μόνο νὰ πάρεις τὰ ὄπλα καὶ νὰ ἀνέβεις στὰ βουνά. Αὐτὸ εἶναι εὔκολο πρᾶγμα, σχετικὰ εὔκολο. Τὸ πρόβλημα εἶναι νὰ μείνεις αὐτὸ ποὺ εἶσαι, καὶ αὐτὸ βέβαια συνδυάζεται μὲ τὴν πολιτισμικὴ συνέχεια τοῦ ἑλληνισμοῦ. Μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν κατακτήθηκε ὁ ἑλληνικὸς λαός, εἴτε ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους ἀρχικὰ εἴτε ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Τούρκους, εἶχε ἐθνικὴ ἑνότητα καὶ συνείδηση τῆς ἑνότητας αὐτῆς. Ὑπῆρχε μιὰ λαϊκὴ ἑνότητα μὲ τὴ γλῶσσα, μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, καὶ εἶχε συνείδηση τῆς ταυτότητάς του αὐτῆς, ἡ ὁποία τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἀντισταθεῖ στὴν ἀπορρόφηση ἀπὸ ἄλλους λαούς, οἱ ὁποῖοι ἦταν οἱ κατακτητές του». (Συνέντευξη στὸ περιοδικὸ «Σύγχρονα Θέματα», τεῦχος 35-37, Δεκέμβριος 1988.)

Ε.Π. Παπανοῦτσος: «Ἀφαιρέσαμε ἀπὸ τὴν παιδεία τοῦ Ἔθνους τὸ στοιχεῖο ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ὁ καλύτερος ἄξονάς της καὶ ποὺ δικαιολογημένα πρέπει νὰ εἶναι τὸ καμάρι μας: τὴν ἰδέα τῆς ἀκατάλυτης διάρκειας, τῆς ἀδιάσπαστης συνέχειας ποὺ παρουσιάζει αὐτὸς ὁ μικρὸς καὶ βασανισμένος λαὸς στὴ μακρὰ καὶ γεμάτη ἀπὸ ὡραῖες σελίδες πνευματική του ἱστορία. Καὶ ἀλήθεια ἀναμφισβήτητη καὶ χρέος ἐθνικὸ ἀπὸ τὰ πρῶτα εἶναι νὰ τονίζουμε στὶς γενεὲς ποὺ ἔρχονται, γιὰ νὰ πάρουν τὴ θέση τους μέσα στὸν ἐθνικὸ στίβο, ὅτι ποτὲ δὲν ἔπαψε αὐτὴ ἡ φυλὴ νὰ ὑπάρχει καὶ νὰ ἐκδηλώνεται πνευματικὰ μὲ πρόσωπα καὶ ἔργα ἀξιόλογα. Ὅτι σὲ ὅλες τὶς φάσεις τοῦ ἱστορικοῦ βίου της τραγούδησε, ἐρεύνησε καὶ στοχάστηκε, ἔγραψε καὶ φιλοσόφησε, ζωγράφισε ἔπλασε κ᾿ ἔχτισε, δηλαδὴ ἔζησε καὶ πνευματικὰ καταξίωσε τὴ ζωή της, ὅπως ζοῦν καὶ πνευματικὰ καταξιώνουν τὴ ζωή τους οἱ λαοὶ ποὺ ἔχουν καὶ δημιουργοῦν παράδοση… Τὸ ἄμεσο ἐθνικὸ παρελθὸν στὴν πνευματική μας ἱστορία διαγράφεται μὲ μιὰ φοβερὴ γιὰ τὶς συνέπειές της μονοκοντυλιά. Ἀφήνοντας τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα διασκελίζουμε βιαστικὰ καὶ μὲ συγκατάβαση δέκα αἰῶνες βυζαντινῆς ἱστορίας καὶ ἀποστρέφοντας τὸ πρόσωπο μὲ συναίσθημα πικρίας ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς Φραγκοκρατίας καὶ τῆς Τουρκοκρατίας, προσπαθοῦμε νὰ ξαναβροῦμε τὸν μετὰ τὸ Εἰκοσιένα ἐλεύθερο ἑαυτό μας μέσα ἀπὸ τὴν ἰταλική, τὴν ἀγγλική, τὴ γαλλικὴ καὶ τὴ γερμανικὴ Ἐπιστήμη καὶ Φιλοσοφία τῶν τετρακοσίων τελευταίων ἐτῶν. Νὰ ξανακολλήσομε στὴν Εὐρώπη γίνεται ἡ ἔγνοια μας καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀνακουφίσουμε τὸν πληγωμένο μας ἐθνικὸ ἐγωισμὸ μὲ τὴν προσπάθεια νὰ ἀποδείξομε, ὅτι οἱ προχωρημένοι στὸν πολιτισμὸ Εὐρωπαῖοι ὀφείλουν τὰ φῶτα τους στοὺς ἀρχαίους μας προγόνους. Πῶς δημιουργήθηκε, καὶ ἰδίως πῶς διαδόθηκε καὶ ἔπιασε αὐτὸς ὁ μῦθος; πῶς ἡ ἐλεύθερη μετὰ τὴν ἐθνικὴ ἀποκατάσταση πατρίδα ἔπεσε σ᾿ αὐτὴ τὴ θανάσιμη πλάνη καὶ ἔκανε τὴν ἀσύγγνωστη ἀδικία νὰ σκίσει μὲ τὰ ἴδια της τὰ χέρια τόσες ἑκατοντάδες λαμπρῶν σελίδων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀκρωτηριάσει τὴν πνευματική της ἱστορία; Ἕνα πάντως εἶναι βέβαιο: ὅτι τὸ κακὸ ἔγινε, ὅτι ἡ πλάνη ἐξακολουθεῖ σὲ πολλοὺς νὰ ὑπάρχει.» (Νεοελληνικὴ Φιλοσοφία, Ἀθῆναι, Βασικὴ Βιβλιοθήκη τόμος 35, Εἰσαγωγή, σελ. 7 καὶ 8.)

 Ζήσιμος Λορεντζάτος: «Συνεχίζουμε τὸ ὄνομα ἑνὸς ἄνισου τόπου, ποὺ ὑπάρχει πολὺ περισσότερο στὸ χρόνο παρὰ στὸ χῶρο, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ μοῖρα μας δὲν καταλαβαίνει τὴ μοῖρα τῶν λαῶν τοῦ χώρου, ἀλλὰ κλώθεται ὁλοένα τριγύρω στὸ ἄλυτο πρόβλημα τῶν δύο διαστάσεων. Εἴμαστε οἱ μνηστῆρες τοῦ χρόνου καὶ οἱ καταδικασμένοι τοῦ χώρου. Σήμερα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ θὰ πρέπει νὰ συλλογιστοῦμε μήπως μέσα στὴν ἐποχὴ ποὺ μπαίνουμε δὲν μᾶς ἀπομένει ἄλλο ἐμπόρευμα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐπίδοσή μας… Ἡ δική μας ὀρθόδοξη παράδοση τῆς Ἀνατολῆς -ἄμεσα ἢ ἔμμεσα- ἔδωσε στὴ Δύση ὅ,τι βαθύτερο ἀκριβῶς ἔχει νὰ παρουσιάσει ἐκείνη πνευματικά. Καὶ ὅταν λέμε δική μας δὲν ἐννοοῦμε πὼς ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες δώσαμε στοὺς ἄλλους τίποτα ἢ πὼς ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἀνήκει σὲ μᾶς, εἶναι ἐθνικὴ ἢ φυλετική, ἀλλὰ πὼς ἐμεῖς ἀνήκουμε σὲ αὐτὴ κατὰ τὸ ποσοστὸ ποὺ γινόμαστε ἐμεῖς, λαὸς ἅγιος Χριστοῦ, καθὼς ἔγραφε ὁ Φώτιος ἀπὸ τὴν ἐξορία (Ἐπιστολὴ 126), καὶ μόνο κατὰ τὸ ποσοστὸ αὐτό, ὅσο τὴν ἔχουμε ἢ τὴν ἀκολουθάμε, μποροῦμε τὴν ὀρθόδοξη παράδοση νὰ τὴ λέμε δική μας· ποτὲ ἐθνικὰ ἢ φυλετικά.» (Μελέτες, Ἀθήνα, ἐκδ. «Γαλαξίας», 1967, σελ. 17 καὶ 160.)

 * Απόσπασμα (το πρῶτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου από το Αντίβαρο, όπου και περισσότερα)