Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

"ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ..." Ευχές και ποίημα Ι. Παναγάκου. "Felice Anno Νuovo...": auguri di Buon Capodanno e poesia di G. Panagakos

Όπως συνηθίζει ανελλιπώς, έτσι κι εφέτος ο καλός συναγωνιστής (εν πολλοίς) και φίλος τού ιστολογίου, Ιωάννης Παναγάκος, μας έστειλε τις γιορταστικές ευχές του:
«για Υγεία, Αγάπη και Οικογενειακή Ευτυχία, (…) Πρόοδο και Δημιουργία (…), με την Ευλογία και το Έλεος του Θεού και υπό τη Σκέπη της Παναγιάς!».
Μάλιστα τις προσωπικές του αυτές ευχές εν όψει του Νέου Σωτηρίου Έτους 2017 τις συνόδευσε εχθές και με ένα του ποίημα. Το δημοσιεύουμε ευχαρίστως.
Και ευχαριστώντας τον αντευχόμεθα εις αυτόν, υμάς και αλλήλους, δεκαπεντασυλλαβικώς :

«Σωτήριον το δεκαεπτά, Καλό κι Ευλογημένο» 
Νέος Παλαμήδης (= Α.Σ)


Καλή χρονιά κι ανέφελη να έχουμε εφέτος
και να μην είναι ανώφελη καμιά γιορτή μες στο έτος!
Καλή Χρονιά κάθε καλό αυτή η χρονιά να έχει·
με ανθούς σοφίας στο μυαλό και μόνο φως να βρέχει!
Καλή χρονιά κι αμόλυντη στη φύση στις ψυχές μας
με πρόοδο πνευματική με ειρήνη στις καρδιές μας!
Καλή Χρονιά κι λεύτερη ναν' η χρονιά αυτή,
χωρίς αφέντες, και δοτούς, μα η ζήση ναν' γιορτή!
Καλή Χρονιά, κι η Ελλάδα μας να βρει τα βήματά της
να ξαναγίνει ο Έλληνας, του κόσμου ο στυλοβάτης!
Καλή Χρονιά, κι η Λευτεριά να ανοίξει τα πανιά της
να ξαναλάμψει η αρχοντιά και πάλι τη γενιά της!
Το νέο έτος λεύτερο και άγιο να είναι
κι εσύ λαέ ξεκόλλα πια και τ' όνειδός σου πλύνε!
Καλή Χρονιά κι Ανέφελη νάν'  η χρονιά αυτή·
κι ο κόσμος να χαμογελά μ' αγάπη κι αρετή!!

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΑΚΟΣ


 

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Άβαξ Και Πεσσοί: Το Σεμινάριο για το Σχολικό Σκάκι στην Χαλκίδα: Μέρα 2η. Un seminario istruttivo sugli Scacchi Scolastici a Calcide: Giorno 2. An educational and experiential Seminar for School Chess in Chalkis (Day 2, 2 December2014).

Δεύτερη μέρα της διεξαγωγής του Σεμιναρίου για το Σχολικό Σκάκι, χθές Τρίτη 2 Δεκεμβρίου απόγευμα, στην Εστία Γνώσης της Χαλκίδας, με νέο καλεσμένο ομιλητή, αλλά και με εναρκτήρια συνάντησι των εγγεγραμμένων για το καθ’ εαυτό βιωματικό μέρος του Προγράμματος.

Ο πολυτάλαντος προσκεκλημένος (Μέλος της Επιτροπής Σχολικού Σκακιού της Ε.Σ.Σ.Ν.Α., δάσκαλος σκακιού, προπονητής, συγγραφέας και βραβευμένος λογοτέχνης) μίλησε με θέμα «Σκάκι και Παιδί». Μεγάλο μέρος της ομιλίας του κ. Ιωάννη Παναγάκου κάλυπτε η εμπεριστατωμένη του έρευνα γύρω από το φαινόμενο της θετικής συμβολής του Σκακιού στην από κάθε πλευρά πρόοδο των παιδιών.

Ήταν χαρακτηρικό στοιχείο της εισηγήσεώς του πως δεν περιορίστηκε στην απαρίθμησι/παράθεσι των πορισμάτων δεκάδων διεθνών σχετικών μελετών, αλλά συμπεριέλαβε και βιωματικό υλικό από την πλούσια πείρα του.

Πριν τον αποχαιρετισμό του και την έναρξι του β΄ μέρους της συνάντησης, ο κ. Παναγάκος αιφνιδίασε ευχάριστα τον υπεύθυνο συντονιστή κ. Σοϊλεμέζη, προσφέροντάς του, τιμής ένεκεν, τους 2 τόμους, του γνωστού στην εγχώρια προπονητική βιβλιογραφία έργου του: «Η μάχη στα άσπρα και μαύρα τεράγωνα».
Στην σχετική αφιέρωσι είναι μεταξύ άλλων γραμμένο: «Στον Πνευματικό δημιουργό και αγαπητό φίλο, Αλέξανδρο Σοϊλεμέζη (…) στον άνθρωπο που χάρη σ’ αυτόν ο Παλαμήδης και το πνεύμα του δεν χάθηκαν μα ζούν και σήμερα! Με αγάπη, Ιωάννης Παναγάκος»!

Το υπόλοιπο της συνάντησης έκλεισε με τους επιμορφουμένους να εγκαινιάζουν υπο την καθοδήγησι του υπογράφοντος την προγραμματισμένη θεματική ενότητα «Μαθαίνω Να Παίζω, Παίζω Και Διδάσκω».

Πριν από αυτό –και εκτός προγράμματος!- ο υποφαινόμενος συντονιστής φρόντισε να συμβάλη στον έτι περεταίρω προβληματισμό των παρισταμένων προβάλλοντάς τους (και επεξηγώντας/μεταφράζοντας) το παρακάτω βίντεο από το Διαδίκτυo, βίντεο που αφορά την εφαρμογή Ειδικού Προγράμματος για το Σχολικό Σκάκι στην γειτονική Ιταλία:
Από Το Σχολείο Στον Σκακιστικό Σύλλογο 
Project: Η Κατάρτισι 
[15 Κύκλοι Μαθημάτων
700 Διδάσκοντες…]

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

«Το Ραντεβού Του Κανέλλου» φιλοζωικό ποίημα του Ι. Παναγάκου. “L’ appuntamento di un cane”: poesia di G. Panagakos

Όπως πληροφορηθήκαμε. εχθές Σάββατο 11/10/14 επρόκειτο να γίνη απονομή των βραβείων του 4ου Διεθνούς Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Ζωοφιλίας του Φιλοζωικού Συλλόγου Φθιώτιδας και των εκδόσεων "Οιωνός". 
Ένας από τους εκλεκτούς φίλους του ιστολογίου, λογοτέχνης και σκακιστής, ο Ιωάννης Παναγάκος συμμετέσχε στον διαγωνισμό και βραβεύθηκε. Αναδημοσιεύουμε με χαρά το ποίημα με το οποίο διακρίθηκε και τον συγχαίρουμε!


........................................................................ 



ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΟΥ ΚΑΝΕΛΛΟΥ

Ένα σκυλί καθότανε έξω απ’ το Κέντρο Υγείας,
Κανέλλο τον ελέγανε και ρούπι δεν κουνούσε.
Ολημερίς κι ολονυχτίς, με ζέστη ή με κρύο,
σαν κάποιον να περίμενε, κάτι να λαχταρούσε…
Τον κύρη του περίμενε, κι αυτόν ελαχταρούσε`
μα εκείνος δεν φαινότανε. Πάνε πολλές ημέρες
που μπήκε μέσα άρρωστος, μα γιατρειά δεν βρήκε`
κι απόθανε` κι ο σκύλος του ακόμα περιμένει…
Χρόνια και χρόνια κι αν περνούν, τί κι άλλα τόσ’ αν έρθουν!
Χρυσίζει ο ήλιος την αυγή, ροδίζει το βραδάκι,
φυσάει Νοτιάς, λυσσάει Βοριάς, μα κείνον δεν τον μέλλει`
προσμένει και δεν νοιάζεται για ζέστη, πόνο ή πείνα.
Δε στέργει στην απόλαυση, σ’ ό,τι καλό του τάζουν…
Σαν νά ’ν’ λουλούδι που ανθεί στων ουρανών την πόλη!
Τί κι αν τον διώχνουν το πρωί, τί κι αν τους δρόμους κλείνουν,
πάλι εκεί ξαναγυρνά, εις το στερνό αντίο,
στην πόρτα αυτή που έκλεισε το τελευταίο βλέμμα`
σ’ αυτήν τα μάτια του αγρυπνούν, ψάχνουν και δεν κοιμούνται
κι αναζητούν, φεγγοβολούν, φεγγίζουν, καθρεφτίζουν
αιώνια πίστη, δόσιμο και άδολη αγάπη.
Δώδεκα χρόνια πέρασαν, δώδεκα χρόνια πάνε…
Και ο Κανέλλος γέρασε και ο Κανέλλος πάει`
πιστός στον φίλο αφέντη του, πιστός μέχρι το τέλος.
Αχ, νά ’ταν έτσι οι άνθρωποι, να παίρναν απ’ τον σκύλο,
πίστη να είχαν στην ψυχή κι αγάπη στην καρδιά τους!
Σαν τον Κανέλλο, ως ο Τζακ, ο Ντικ ή κι ο Αζόρ μας!
Κι απ’ την ουράνια μέθεξη, του πνεύματος την πόλη,
να μπολιαζόταν ο άνθρωπος μ’ αυτή τη φλόγα αγάπης
που είν’ σπουδαία, ως χαραυγή, μεγάλη, ως Γαλαξίας,
πλάτεμα, πού ’ναι της στοργής, και της Λαμπρής, λαμπάδα
και είναι ιδέα προσφοράς, αλτρουισμού, θυσίας,
μια ιδέα-πνεύμα, έννοια-φως, που ο κύων μέσα του έχει!

 Ιωάννης Παναγάκος


(ΣΣ: Πρόκειται για αληθινή ιστορία η οποία διαδραματίστηκε στην πόλη Κάντιθ της Ισπανίας, τις δεκαετίες του 1980 και 1990)

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

«Το ΌΧΙ σου να πεις»: ένα ακόμα ποίημα του Ι. Παναγάκου. “Il tuo "no!", va detto”; una poesia patriotica di Ioannis Panagakos


ΤΟ ΟΧΙ ΣΟΥ ΝΑ ΠΕΙΣ
... κι αν έρθει ώρα να χαθώ στου ήλιου τ’ ανηφόρι, δεν με πειράζει και μου αρκεί, να δω τον ήλιο να χαράζει!

Κλαίω για σε, πικρά, πατρίδα αγαπημένη·
για τα ωραία, τα μεγάλα που περάσαν
που τίποτα στο τώρα πια δεν απομένει
-οι φίλοι σου τα έργα σου, πώς τα ξεχάσαν –
και τώρα σε λαβύρινθο καλά κλεισμένη
χωρίς τους μίτους σου που σου τους υφαρπάσαν,
μια ευκαιρία έχεις, μόνο, μην ξεχάσεις:
το Όχι σου να πεις, ολόρθη· δε θα χάσεις.
  
Ιωάννης Παναγάκος

Άνχης (ΠΖ) ε.α. – Σ.Σ.Ε./1971
Δάσκαλος Σκακιού – Λογοτέχνης
Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

«Μα Τότε Ήταν Το Εικοσιένα», ποίημα (πεζοτράγουδο) του Ι. Παναγάκου για την Εθνική Επέτειο 20ης Μαρτίου


ΜΑ ΤΟΤΕ ΗΤΑΝ ΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ

Σαν πλησιάζει ο καιρός στο τέλος του να ’ρτει
στην καταχνιά ξεχνιέμαι και γυρίζω λίγο πίσω.
Ένα λαγούμι στον χρόνο ανοίγω
και τους ορίζοντες της καρδιάς μου, την καρδιά της ψυχής μου
στο πρωτόφταστο την φέρνω σημείο του τώρα`
εκεί που πρωτόζησα ετούτες τις πληγές
τότε που πληγωμένη η ψυχή κατάβαθα
αλυχτούσε κι έκλαιγε τη μαύρη προσευχή της
στην αλλοτινή της πορεία
και που ο αντίλαλος ο παλιός, ο χρυσόφαντος της ιστορίας
εισάκουσε το πρόσταγμα το πανάρχαιο
και μοσχομύριστες αντισήκωσε τις καρδιές μας
ως στης Λαύρας το φλάμπουρο της Άγιας.
Μα τότε ήταν το εικοσιένα
κι ήταν ο Γέρος, ο αητός του Μοριά, κι ήταν κι ο Γιώργης Καραϊσκάκης
τ’ αρματολίκια κι η κλεφτουριά! Κι ήταν ακόμα ο Παπαφλέσσας
κι ο Αθανάσιος ήρως, ο Διάκος, και ο καλόγηρος ο Σαμουήλ
και οι Ελεύθεροι στο Μεσολόγγι, πολιορκημένοι εντός των τειχών
μα με ελεύθερη ψυχή και πνέμα όπως ο ήλιος κι η ξαστεριά!
Κι ήταν το Σούλι, τα Δερβενάκια, χορός στο Ζάλογγο, Κούγκι φωτιά!
Κι ήσαν κι ήσαν … οι Έλληνες ραγιάδες,
που ραγιάδες δε θέλαν νά ’ναι
κι ήταν κι ήταν το αστέρι το μισόσβηστο,
μα άσβεστη πόχει την φλόγα στην ψυχή!
Για το ξεπέταγμα! Για τον μεγάλο ξεσηκωμό!
Το αστέρι που τρεμόσβηστο φούντωνε για του Γένους το ξαναγέννημα!
Την ανάσταση των παλιών αιώνων.
Κι ήταν ακόμα τότε που πίναμε τον φόβο και τραγούδι τον εκάναμε στα χείλια
μα πιο πολύ στις καρδιές μας.
Δεν μας έπινε ο φόβος. Δεν μας έπιανε ο φόβος.
Μον’ κρασί τον κάναμε και μπόλι στις ψυχές μας
σαν τον Μιθριδάτη.
Κι έτσι πατήσαμε το δράκο εντός μας που ραγιάς - ραγιάς κοιμότουνε
πνεύμα και θέληση και χέρια ποντισμένα στην υπνονεφέλη του τίποτα,
ραγιάς ραγιά, πισθάγκωνα τον εαυτό του ψυχοδεμένο στο πουθενά καθήλωνε
και, ξάφνω, ραγιάς – ραγιάς κοιμήθηκε και ξύπνησε αληθινός ως ήταν,
ως γεννήθηκε, Έλλην,
ως για την ανθρωπιά του τον έταξε ο Θεός πλαστουργώντας τον
στους ανθρώπους.
Και τώρα, τώρα, ω, τώρα!
Ραγιάς –ραγιά, ραγιαδισμό διδάσκει
και γραικύλους στους αδαείς απιθώνει τους στοχασμούς του
λιγδώνοντας των περασμένων μεγαλείων την ανάμνηση.
Κι ο Μεγάλος Σουλτάνος κι οι Βεζίρηδες,
όλοι τους τυμβωρύχοι των μνημείων της ιστορίας,
της παλιάς και της μελλούμενης,
να δίνουν τον τόνο.
Κι απόξω, μακριάθε, κι από μέσα, εδώθε,
το Μέγα Διευθυντήριο να επιδαψιλεύει επαίνους!
Πρώτα μας βράβευαν για τον Συβαριτισμό μας
αυτόν που ραγιάδες μας έκανε…
Έπειτα μύδρους εναντίον του, για να μας διατηρήσουν ραγιάδες.
Και τώρα… να, τα ζήτω, να, τα μπράβο,
γιατί καταλάβαμε το λάθος μας
που Συβαρίτες μας έκανε
μα, πιο πολύ μας παινεύουν
γιατί δεχτήκαμε να επιστρέψουμε την περηφάνια μας
μαζί με ό,τι είχαμε ως Συβαρίτες!
Και να, τα επιπλέον εύγε και τα χειροκροτήματα
γιατί μάθαμε να λέμε κι ευχαριστώ
που δεχτήκανε την ψυχή μας να την διαφεντέψουν!
Μόνο, που δεν καταλάβαμε ότι η Σύβαρη έπεσε
γιατί δεν είχε μάθει, δεν είχε ακούσει, ποτέ της;
τί σημαίνει «μολών λαβέ»,
γιατί δεν είχε μάθει να λέει όχι στους βάρβαρους.
Στους βάρβαρους εκτός` στους βάρβαρους εντός.
Μα πιο πολύ δεν καταλάβαμε, εμείς,
πως κανείς έξωθεν δεν ημπορεί να μας βλάψει
αν δεν του ανοίξουν την Κερκόπορτα οι εντός, από μέσα.
Αχ, καρδιά μου!
Πόσο πιο πάνω θά ’σουνα,
και συ πατρίδα,
αν έθαβες στο χθες όλους εκείνους που πάντα ήσαν χθες.
Αν τους θήλιαζες στο ικρίωμα της ιστορίας
με την επιγραφή που ταιριάζει στους Εφιάλτες: "Προδότης".
Αλλά εσύ, ψυχή μου, πού είσαι;
Πού αλώθηκες ψυχή μου;
Ω, αναστήσου, μέρα χαράς πού ’ναι σήμερα,
μέρ’ Αναστάσιμη,
μέρα οπού η Θεοτόκος ευαγγελίζεται!
Να, ο Άγγελος, το μήνυμα που φέρνει το καλό!
Η Παναγιά παραστέκει σε.
Ψυχή μου ορθώσου, στον ουρανό σου!
Ο Κύριος μετά Σου!


Ιωάννης Παναγάκος

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

«Σαλαμίνος Ιεράς Ναυμαχίας» επέτειος: Ποίημα Ι. Παναγάκου. Alla ricorrenza della battaglia navale a Salamis: una poesia

ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ ΙΕΡΑ ΝΑΥΜΑΧΙΑ
Στενά Σαλαμίνας
28 ή 29 Σεπτεμβρίου 480 π.Χ.







Ω, αοίδιμη ναυμαχία!
Μνήμη αιωνία ουσίας ανόθευτης,
ευδώρων στενών Σαλαμίνας.
Ξεκίνημα της ιστορίας της ναυτικής, πασιφαές.
Στου κόσμου τα πλάτη ο πρώτος ακήρατος χρόνος.
Του κόσμου η μέγιστη νίκη·
η πιο τρανή, του φωτός του ελεύθερου·
στα ξύλινα τείχη…
Κι απ’ της ελιάς κλωνάρι, της ιερής,
τρυφερός βλαστός στης νίκης το δρόμο,
να φέγγει τον οιωνό τον άσβεστο,
στου Κυχρέα τα στενά ειμαρμένη·
της ανδρείας, του φωτός ειμαρμένη·
της ανδρείας, του κοινού των Ελλήνων.

Των Ελλήνων, ω, δαιμόνιε νου,
που τη νίκη με τέχνασμα,
εκάλεσες, στων στενών τα νερά,
του Θεμιστοκλή που κρυφίως το μήνυμα έστειλε,
το απατηλό, με τον Σίκινο, ίσα, στον Ξέρξη:
Σαν του ήλιου το φως θα πάψει τα νερά να φλογίζει,
και το σκοτάδι ξεχυθεί πλημμύρα στον ουρανό,
οι Έλληνες θα τρέξουν φευγιό μεγάλο και κρυφό,
απ’ τα στενά, πριν έρθουν οι Πέρσες,
αλαφιασμένοι να έβγουν·
να γλυτώσουν απ’ του Ξέρξη το χέρι το δοξασμένο.
Κι ως επείσθη σ’ αυτό ο βασιλιάς,
τα καράβια με τρεις, τις γραμμές τους,
να σαλπάρουνε διέταξε·
στα στενά να προλάβουν να έμπουν
κι αιφνιδίως στων Ελλήνων να επιπέσουν το στόλο.

Μα σαν στο άρμα του ανήλθε ο ήλιος,
και ξύπνησε φωτόλουστη η μέρα στα γαλανά νερά,
του Μαραθώνα η μνήμη και των Θερμοπυλών,
ζωντανή στις καρδιές και στο νου των Ελλήνων
που με θάρρος τον εχθρό επροσμέναν,
εις στα στόματα όλων, με ψυχή, υψηχώντας, αντήχησε:
"Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, ελευθερούτε πατρίδ',
ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας,
θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων
νυν υπέρ πάντων αγών".
Και ευθύς, οι εμβολισμοί ξεκινήσαν,
φωτοπλημμύριστοι,
πρώτα των Αθηναίων
επί του σκότους του μαύρου του Φοινικικού·
κι ακολούθησαν κι όλοι οι άλλοι:
Αιγινήτες, Κορίνθιοι, Μεγαρείς·
Λακεδαιμόνιοι, Σικυώνιοι, Επιδαύριοι·
Αβρακιώτες, Ερετριείς, Τροιζήνιοι·
και Νάξιοι, Ερμίονες, Λευκάδιοι·
Κείοι, Στυρείς, Κυθνίοι·
κι απ’ τη Μεγάλη Ελλάδα, μαζί κι οι Κροτωνιάτες!
Έλλην Λόγος, απ’ τη μια·
χλιδή Περσική, απ’ την άλλη, βαρβαρότητα και τυραννία.
Και δεν τους έσκιαζαν οι παφλασμοί του τρόμου,
απ’ το άπειρο πλήθος των σκαφών του εχθρού!
Οι παφλασμοί του τρόμου που το αίμα παγώνει!
Δεν τους έσκιαζαν, γιατί ήσαν γενναίοι!
Έσπαζαν, οι παφλασμοί του τρόμου,
στα βροντερά και γενναία τους στήθη με ιαχή –
"Ίτε παίδες"!
Τον παιάνα της αρετής που πηγή κι ηλιαχτίδα,
σε τούτη τη γη, ξεπηδά κι αναβλύζει αιώνια!
Με ψυχή λιονταρίσια, και ορμή αετού,
για το μέλλον του γένους κρατήσαν, φωτεινούς ουρανούς.
Μ’ ανυπέρβλητο θάρρος και τόλμη,
ως το γλαυκοπόρφυρο δείλι να ’ρθει,
τα κουπιά τους, χτυπούσαν ελαύνοντας,
και, με χάλκινα ακρόπρωρα,
τα εχθρικά τα σκαριά εμβολίζαν
κι ακροστόλια σπάζοντας,
και του εχθρού τα κουπιά,
και συντρίβοντας κι όλα του τ’ άρμενα.

Και το γέρας το λαμπρό, το δορίκτητο,
ως τους άξιζε δρέψαν,
κι ήπιαν, ω, το κροντήρι της νίκης!
Μαραθώνα, τη δόξα σου ορθή κι υψιμέδουσα,
Θερμοπύλες, το δικό σας καλλίανθο κλέος,
δικαιώσαν, λαμπρύναν και στέργιωσαν!
Ναι, με τρόπο που δεν επιτρέπει σε κανέναν σε τούτη τη γη,
στο εξής να υστερεί, και πιο κάτω να στέκει,
απ’ το ένδοξο φως που στη χώρα του Αίαντα φέγγει!

Τώρα ξέρουμε…
Δεν πολεμάν θνητοί σε Σαλαμίνες·
ούτε απλοί στρατιώτες το δόρυ τους μπορούν να εξακοντίσουν!
Μόν’ ποιητές, φιλόσοφοι και μαχητές φωτός·
και σκαπανείς του πνεύματος, Ημίθεοι και ήρωες·
γυμνασμένα κορμιά, με επιδέξια χέρια
και μια φλόγα να καίει την καρδιά: η αντρεία!
Κι αν, να μάθεις ζητάς,
ταξιδιώτη στο σκαρί "ιστορία",
Σαλαμίνα, ιδού, τι σημαίνει!
Πράξη Θεία, που λέγεται Ποίηση,
Σαλαμίνα, ω, πνεύμα, σημαίνει,
κι ενατένιση, διαρκής αναζήτηση:
του αιώνιου, του φωτός, του απόλυτου·
της αλήθειας αστέρι, σ’ ουρανό και στη γη.
Να ποιήσεις το φως το απόλυτο,
στη ζωή και με πράξεις,
Σαλαμίνα, επιπλέον, σημαίνει!

Μα, οι ροές της ιστορίας μελωδούν,
Μαραθώνων, Σαλαμίνων, Πλαταιών,
την ύψιστη νίκη, ως πνεύματος άθλο,
μόνο, αν, Θερμοπύλες, φωτισμένη τολμά η ψυχή!
Και να! Οι καπνοί της Αθήνας που όλη φλεγόταν,
τις ψυχές καταπίναν, τις ψυχές των Ελλήνων
που απλοί θεατές, απ’ τα μέρη του Αίαντα,
των Περσών τις δηώσεις στου Θησέα τη χώρα,
και τις βέβηλες πράξεις στα ιερά της Ακρόπολης,
με το φόβο πελώριο, ανθρώπινο φόβο,
στις ψυχές να πλανάται, μοναχά εκοιτούσαν,
κι αναμέναν να ’ρθει κι η δικιά τους σειρά.
Γιατί, ποιός, θα τό ’χε υπογράψει και εγγύηση,
ποιός, θα μπορούσε να δώσει,
πως ο Ξέρξης εκεί θα ηττηθεί;
Κανείς, παρά μόνο, της ψυχής το μελάνι!
Γι’ αυτό, κι οι Σαλαμίνες,
Θερμοπύλες διπλές κι αν είναι!
Για της ψυχής το θάρρος, το αστείρευτο,
σαν τολμά Θερμοπύλες·
και για της νίκης της γοργοφτέρουγης
το καλόηχο εύδοξο άκουσμα,
που αυτάγγελτη, γίνετ’ αυτάγγελμα,
σαν κεραυνοί αρετής κυβερνούν της καρδιάς την πυξίδα!

Και να, που πνεύμα φωτός τούτη η νίκη κάρπισε·
όχι, στου Αχιλλέα, μόνο, τη χώρα,
μα κι ακόμα πιο πέρα κι ακόμα πιο πάνω·
στην Ευρώπη που ανέμενε το φως να δεχτεί·
μα θα τό ’χανε, φευ, των Ελλήνων το ελεύθερο εκείνο το φως,
αν εκείνη η μάχη χανόταν.
Και πώς θα ερχόταν γλυκύς ο καιρός,
το φως το υπέρλαμπρο να θρέψει το φέγγος του,
πατέρας του πνεύματος, μαζί και μητέρα,
σ’ αυτόν τον πλανήτη, σε όλη τη γη!
Των απόγονων, όμως, του Ιάσονα
και των κουρσευτών της Τροίας, η νίκη,
ν’ ανθίσει, επέτρεψε, σε ετούτο το πνεύμα φωτός,
στων αιώνων το γήινο πλάτεμα.

Κι από τότε, αιώνια ο χρόνος φλοισβίζει,
πως διπλό, είν’ το χρέος!
Διπλό του κόσμου ετούτου του Ελληνικού,
χρυσόδιπλο και του κόσμου ολάκερου.
Γιατί εδώ ’ταν που το πνεύμα ανέτρεψε
και για πάντα εκρήμνισε , την πορεία του σκότους.
Κι έγινε στίχος, μαζί και τραγούδι,
ο παλιός προαιώνιος όρκος - χρησμός:
"…την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω,
πλείω δε και αρείω όσης αν παραδέξωμαι…"

Μα, ω, ουράνια Θεία δίκη
που το μόχθο της ύψιστης αρετής επιβραβεύεις,
με καταξίωση και με τιμής αιώνιο κότινο, ναι!
Γιατί δεν αστράφτεις, υψιβρεμέτες, τους κεραυνούς σου,
οδηγός να γίνεις του σήμερα, ναι!
Που λησμονεί το λαμπρό παρελθόν του,
κι αμνημόνως περί άλλων τυρβάζει!
Δεν φωτίζεις, γιατί, ξανά με το φως, αυτό,
το ανέσπερο, του Έλληνα φως,
αυτό που δε σβήνει, μα, κάπου κοιμάται,
το φως της ευθύνης, το φως της τιμής
που ανέτειλε εδώ, μα εδώ είναι; ποιος ξέρει,
ψηλά να φωτίζει και νου και καρδιές;

Ω, άκορη Θέμις, πριν δίκην δικάσεις,
"για δες" κατά κει που φτερόκοπο στέκει
πολυμόχθως κι αείποτε, των Σαλαμινομάχων,
τιμής κι αρετής και ήθους το σθένος.
Δείξ’ την ευγνωμοσύνη σου, μαζί μου κι εσύ,
για χάρη και μόνο, και μόν’ προς τιμήν του,
σ’ αυτό, το υπέρτατο, τ’ απόλυτο φως,
που η τιμή κι η αρετή και το ήθος ορίζουν!

Κι εσείς, ω, Σαλαμινομάχοι, ω, Ημίθεοι!
Και συ, επικράτεια του Κυχρέα,
στολίδι του Σαρωνικού κι αγλάισμα των αιώνων,
ω, Σαλαμίνα!
Που σας πρέπει μνημείο παγκόσμιο,
εδώ να στηθεί, στον Πανίερο Δήμο του κόσμου!
Μνημείο μνήμης και τιμής, στους νεκρούς –
Υπόσχεση τόλμης κι αρετής, σ’ αυτούς που θα έρθουν·
λευτεριάς παρακαταθήκη ιερή,
να φωτίζει απ’ την Κυνόσουρα τους αιώνες!

Ω, Σαλαμινομάχοι! Ω, Σαλαμίνα! Αγαλλιάστε!
Κοντά είναι η ώρα, που ο παλμός της περήφανης νίκης,
θα σαλπίσει ξανά, μες στο σκότος ελπίδα,
να σταλάξει το φως μέσα εκεί στις ψυχές,
κι ο δαυλός σας, να δείξει το δρόμο.
Και πυρφόρες σαν θά ’ναι και πάλι οι καρδιές,
ν’ αναστήσουν τη μνήμη του χρέους·
νά ’ν’ ολόρτη, στο χρόνο, εδώ:
Μέγα Τέμενος, λαμπρό των Ελλήνων
και για σένα, ω, ανθρωπότη!
Τώρα, δέστε! Να εδώ που η Μάνα,
η Αιγαιοπελαγίτισσα Μάνα,
σαλπίζει τον όρθρο των καιρών!
Για σένα Ελλάδα, για σε Οικουμένη!
Σηκώστε τ’ άρμπουρα, σηκώστε τα!
Σηκώστε τ’ άρμπουρα και τις καρδιές!
Άιντε παιδιά, να σηκώσουμε την Ελλάδα!
Η σάλπιγγα σήμανε. Για νέες Σαλαμίνες!
Ίτε, ω, του Πνεύματος Πόθοι!
Ίτε, ω, παίδες Ελλήνων!!


Ιωάννης Παναγάκος

Άνχης (ΠΖ) ε.α. – Σ.Σ.Ε./1971
Δάσκαλος Σκακιού – Λογοτέχνης
Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

"Έπος Λευτεριάς": Ένα πατριωτικό ποίημα του Ιωάννη Παναγάκου για την Εθνική μας Εορτή της 28ης Οκτωβρίου. Poesia di Ioannis Panagakos sul 28.10.1940

Για μια ακόμα φορά εκφράζουμε τις ευχαριστίες μας στον φίλο Γιάννη Παναγάκο που μας εμπιστεύθηκε προς δημοσίευσι μία ποιητική σύνθεσί του.
Ταυτόχρονα, με την ευκαιρία της αυριανής Εθνικής μας Επετείου ευχόμαστε σε όλους τους εορτάζοντες Έλληνες ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΕΙΡΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ!


ΕΠΟΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ


Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, τρεις η ώρα το πρωί·
οι στιγμές των ρολογιώνε καρφωμένες στο σκοτάδι·
κι’ ως να άνοιξαν οι πύλες, απ’ τους φύλακες του Άδη,
σαν ο Γκράτσι πήγε νά ’βρει των Ελλήνων την ψυχή.

Κι’ ως να εδάκρυσε η μέρα ξημερώνοντας βουβή,
σαν ο ίσκιος της τραβούσε κατά κει που λάμπει ο ήλιος
ενδοξότατος, τρανός, απ’ τ’ αθάνατο το σφρίγος
που, στου Έλληνα – φωτός, φωτοανεξάντλητη ροή -

δόξης στέφανο ηλιόπρεπα φορεί στην κεφαλή,
και μετέωρη εστάθη, μόνο λίγο, πριν χαράξει,
των Ελλήνων την περφάνεια, για να δει και να θαυμάσει:
θαλερή, χρυσανταυγίζουσα, ξανά, φεγγοβολή.

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη. Και η ελπίδα ζει ξανά·
θαρρετή, ζωντανεμένη, στην Ευρώπη μία κόχη
που η άμοιρη εθαμβώθη, απ’ την άρνηση με τ’ ΟΧΙ,
απ’ τα χείλη που ειπώθη του Ιωάννη Μεταξά.

Χρόνια πριν, ο νέος "Καίσαρ" στη Μεσόγειο αλυχτά,
στα νερά της τη θωριά του - την κυνός - ολογεμάτος,
με όνου χάρη καθρεφτίζει, μοναχός κι’ όλο φευγάτος,
τους λαούς της φοβερίζει, με την αίγλη του μεθά.

Μα δειλός μέσα στο θράσος, σα μιλά με τους Ρωμιούς,
περί άλλων σαν τυρβάζει, ωσάν Νέρωνας ομοιάζει,
κι’ αν τους τάζει πετραχήλια και λαγούς και οργιάζει,
προσπαθεί να τους κοιμίσει, μην τους εύρει ξυπνητούς.

Κι’ έτσι άνανδρος πως είναι, στου Αυγούστου τα μισά,
εις της Τήνου το λιμάνι, στα κρυφά και με υπουλία,
ωσάν κλέφτης κι’ ίδιος ψεύτης - μια βαριά ιεροσυλία -
στη γιορτή της Παναγίας, του σαράντα τη χρονιά,

κει που σύσσωμο το Έθνος την Παρθένο του υμνεί,
κι’ απαράλλαχτα όπως πάντα την ψυχή του αναπέμπει,
ο Μπενίτο Μουσολίνι, μοχθηρός, σαν γύπας φέγγει,
ύπουλα, δειλά κι’ ανοίκεια, μ’ ούτε καν λίγη ντροπή,

τον τορπιλισμό της Έλλης βρήκε πράξη "ηρωική",
με συνέπεια στο ψεύδος και στο όνειδος που πλέει
ως φελλός μέσα σ’ αυτό - δυσωδία αποπνέει -
να διαπράξει ως φόρο μίσους, στην Ελληνική ψυχή.

Γιατί ο άλλος "Αυτοκράτωρ", απ’ τα μέρη του βορρά,
χωρίς Ντούτσε να ρωτήσει, κάνοντάς τον να σιωπήσει,
πήρε φόρα, και το άρμα του σαν κένταυρος τροχίζει,
και τις χώρες της Ευρώπης καταπίνει στη σειρά.

Κι’ ως ο νέος Καίσαρ είδε την Ευρώπη να λυγά,
και του εφάνηκε πως χάνει τη μεγάλη ευκαιρία
πίτα έτοιμη να χάψει, ξαφνικά, με μαεστρία,
στα καλά του, πήρε θάρρος, και τον πόλεμο αρχινά.

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη. Πριν να ’ρθεί το πρωινό,
με το Γκράτσι πρεσβευτή, και θαρρώντας το παιχνίδι,
στην Ελλάδα πως θα μπει και πως έχει φτάσει ήδη,
τελεσίγραφο πολέμου στέλνει στον πρωθυπουργό.

Μα η απάντηση εγνωσμένη: Ένα ΟΧΙ βροντερό -
Ένα ΟΧΙ σαν αγέρας που ελεύθερος σφυρίζει
και που, όταν χρειαστεί, ως θεόρατος μουγκρίζει -
σαν το σάλπισμα της μοίρας των Ελλήνων, το ιερό.

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, στων συνόρων τη γραμμή,
στης Ηπείρου τις κορφές κι’ ως της Πίνδου μας τα όρη,
με βροχή κατακλυσμιαία, παγωνιά και ξεροβόρι,
μας εκάλεσε η μοίρα για σκλαβιά ή για τιμή.

Μες στην ίδια εκειά τη νύχτα ξανακούστηκε δια μιας,
ως οι άνθινες σταγόνες που μετέωρες στεκόνταν -
ιστορίας υποψία - ωσάν χείμαρρος γεννιόνταν,
το “αέρα” των Ελλήνων - Φύγε ξένε, δεν περνάς.

ΟΧΙ ανέκραξαν και πάλι, ΟΧΙ στον κατακτητή -
το ελεύθερο το πνεύμα των Ελλήνων κι’ αν ’ποστάσει,
ζωντανεύει θεριεμένο, όταν πρόκειται να δράσει -
ΟΧΙ στη σιγή του ανέμου, δεν μας πάει τέτοια ντροπή.

Και με μια πνοή το Έθνος, σε μια ’νάταση υψηλή,
Θερμοπύλες, Μαραθώνες, λευτεριά για σε διψώντας,
και το Κούγκι και το Σούλι, τα Ψαρά με σε τιμώντας,
εστεφάνωσε και πάλι την Ελληνική ψυχή.

Την ψυχή του εικοσιένα, την ψυχή της κλεφτουριάς -
την ψυχή της Αλαμάνας, που και πάλι στέκει ολόρθη,
την ψυχή του Βαλτετσίου, που σε μια στιγμή αψηλώθη -
που δεν άντεξε ποτέ της το ζυγό, ζυγό σκλαβιάς.

Ως η θάλασσα που αφρίζει σαν κτυπά σ’ ακροβραχιά,
απ’ το Ιόνιο στο Καλπάκι, κι’ από κει έως τις Πρέσπες,
στη Γραμπάλα με τη λόγχη, χαλασμός μέσα σε σφαίρες,
ξεχυθήκαν οι λεβέντες, της Ελλάδος γης παιδιά.

Μες στη φλόγα του πολέμου, των Ελλήνων οι βλαστοί,
τί κι’ αν λίγα μέσα είχαν μπρος στη σέσουλα του ολέθρου,
τι’ κι’ αν λίγοι ήσαν - είχαν την τιμή ιερού πολέμου -
για τη νίκη ξεκινήσαν, με μια θέληση σκληρή.

Στης Ηπείρου εκεί το βλέμμα που αετίσιο αιμορραγεί,
Ηπειρώτισσες μανάδες, αδελφές μαζί και κόρες,
με προμήθειες στον ώμο, στην ψυχή ως Μυρμιδόνες,
στην ομίχλη, στην αντάρα, στο λυγμό πνιγμοσιγή,

μα καθρέφτισμα η ματιά τους, φλόγας ήλιου ιερής,
τα εφόδια ρυμουλκούνε στην πυροβοή της μάχης,
και κουράγιο, παρηγόρια, στο αντιφέγγισμα της λάμψης,
στο στρατιώτη τα προσφέρουν, φυλαχτό της άγιας γης.

Απ’ το αίμα, το μπαρούτι, τις φωνές, τους στεναγμούς,
κι’ απ’ τους "Fanti della morte", τους στρατιώτες του θανάτου
που δεν έμεινε κανείς τους στη Γραμπάλα κι’ ως κει κάτου,
εραγίσανε κι’ οι πέτρες μες στους τάφους τους υγρούς.

Εσαλέψαν μες στ’ ανέμου την αντάρα τη βαριά,
ωσάν έκρηξη ηφαιστείου που πολλά χρόνια κοιμάται,
μα όταν έλθει ο καιρός του αφυπνίζεται, βρυχάται,
τα ποτάμια, η γη, τα όρη, κι’ απορήσανε κι’ αυτά.

Η ψυχή του αντρειωμένου, η περήφανη ψυχή,
απ’ τους Άγιους Σαράντα, κι’ από κει ως το Τεπελένι,
στη Χιμάρα, Κορυτσά, στ’ Αργυρόκαστρου τα μέρη,
λευτεριά και δόξα σπέρνει μες στης μάχης την ορμή.

Εις της Πίνδου τις χαράδρες, τις κορφές, τις ρεματιές,
απ’ το Σμόλιγκα στο Γράμμο, μ’ ούτε ανάπαψη λιγάκι,
κι’ ως τη Φούρκα που ματώνει απ’ το στήθος του Δαβάκη,
φεγγοβόλησαν μ’ ανδρεία και αστράψαν οι ματιές..

Και καθώς του Ντούτσε η αίγλη θρυμματίστηκε με μιας
και το γόητρό του ετρώθη στα βουνά της Σαμαρίνας,
ο στρατός του "μέγα" Φύρερ, της σεπτής Μακεδονίας
εναντίον και της Θράκης, ξιφουλκίζει μονομιάς.

Και θα είχε ίδιο τέλος, ως ο άλλος μολευτής,
θα πλανιόταν αιωνίως στα οχυρά και στα λαγκάδια,
ωσάν μόλεμα που χάσκει, σαν κορμιά που μένουν άδεια,
αν δε λύγιζαν οι Σέρβοι προς βορρά της Γευγελής.

Μα και πάλι η πλάση όλη αφουγκράζεται, γρικά,
ξεπετιέται, αναθαρρεύει, τη ματιά πετά στα ύψη,
κει που Πάνθεο ηρώων της Ελλάδος κλειούν στα χείλη
τις μολπές ελευθερίας στη γραμμή του Μεταξά.

Και η δόξα, αν και μόνη, στις υπόγειες στοές,
εις του Ρούπελ τα λιοντάρια και στου Λίσσε την περφάνεια,
στου Περιθωριού τη λάμψη, και στου Εχίνου τα διαμάντια,
αποκαμωμένη ζώνει τις σεπτές τις κεφαλές.

Μα και η Λεβεντογέννα, η κορφή του ουρανού,
φυλακάτορας του Νότου και φρουρά της Μεσογείου,
παλικαροσύνης θρέμμα κι’ αρχοντιά ζωής δια βίου,
αστραπτοβογκά με τόλμη που δε βάζεις κατά νου.

Κι’ η Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη, ξεδιπλώνεται, πετά,
κι’ αν για λίγο τρεμοπαίζει, αντιστέκεται και γέρνει
παρ’ ευθύς μόνο μπροστά, και ξανά το άρμα σέρνει,
εις τον Όλυμπο ανεβαίνει και τη δόξα χαιρετά.

Κι’ απ’ τις Πίνδου τα φαράγγια, τις ψηλές βουνοτραχιές,
τώρα πια σε κάθε ράχη και σε κάθε μια ραχούλα,
στα Ελληνόπουλα που θέλουν λευτεριά - μην είναι δούλα -
ξαναζήσανε και πάλι και χτυπήσαν οι καρδιές.

Οι καρδιές που μόνο αίμα, αίμα αγνό Ελληνικό,
ποταμό πνοής ενδόξου, κι’ από στήθη ρωμαλέα
που δε σκιάχτηκαν στα σχέδια του εχθρού τ’ αβυσσαλέα,
είχαν να προσφέρουν τάμα στο βωμό τον ιερό.

Τάμα ανδρείας και θυσίας για τιμή και λευτεριά,
στους αιώνες νάν’ μνημείο αρετής, υψίστου επαίνου
εις τον Έλληνα, Ηρώον θαυμασμού μαζί και αίνου,
τάμα με αίμα ζυμωμένο, κι’ από κόκαλα ιερά.

Και θα μένει εκεί για πάντα, σαν ο χρόνος θα περνά,
στ’ ουρανού τ’ απέραντα ύψη, ορθρινό μεστό του κλέους
των Ελλήνων που σ’ αυτούς προσβλέπουν, πλέον, μετά δέους,
τ’ όνομά τους μες στη σκέψη, να θυμίζει λευτεριά.

Λευτεριά! Είναι μια λέξη, λέξη μόνο Ελληνική -
που αμάλαγα κραδαίνει τη ρομφαία, ως θεία δίκη,
δίχως μίσος, μόν’ με πάθος, για ιερή δικαιοσύνη -
Εδωπέρα εγεννήθη και αιώνια θε να ζει!

Λευτεριά! Είναι μια λέξη, λέξη μόνο Ελληνική.
Εδώπέρα εγεννήθη και αιώνια Ναι! Θα ζει!

Ιωάννης Παναγάκος

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Ένα ποίημα για την μαύρη επέτειο της 20ης Ιουλίου 1974: “Άλκιμο Έλυτρο” του Ι. Παναγάκου. Poesia di Ioannis Panagakos dedicata a Cipro (20 luglio '74)

Poesia di Ioannis Panagakos dedicata a Cipro e alla donna greca.

Δυό ακόμα δικά του ποιήματα μας έστειλε ο φίλος Ιωάννης Παναγάκος με θέμα την Κύπρο. Τον ευχαριστούμε και επ’ ευκαιρία της σημερινής επετείου δημοσιεύουμε το πρώτο. Ο παρακάτω διαφωτιστικός πρόλογος είναι του ίδιου του συγγραφέα.

Αγαπητέ αναγνώστη,
Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ μου μια μικρή εισαγωγή στο ποίημά μου «Άλκιμο Έλυτρο» που ακολουθεί, προκειμένου να γίνει κατανοητή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δύο πραγματικών γεγονότων που περιγράφονται σ’ αυτό, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα αναφέρονται, το μεν ένα, σε ένα πραγματικό περιστατικό που έχει σχέση και με την ιστορία της Κύπρου, το δε άλλο, σε ένα οικογενειακό μου θέμα:
Τον Σεπτέμβριο του 1974 τοποθετήθηκα από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, ως μόνιμος Υπολοχαγός που ήμουν, στην Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛ.ΔΥ.Κ.) όπου ανάλαβα καθήκοντα Διμοιρίτη, στην πρώτη γραμμή έναντι των Τούρκων.
Εκεί, παρόλο ότι είχαν τελειώσει, επισήμως, οι εχθροπραξίες, έζησα την πολεμική ατμόσφαιρα, κάποτε, μάλιστα, πολύ έντονα, όπως όταν το βράδυ της 8ης Φεβρουαρίου 1975 περιμέναμε την επίθεση των Τούρκων, που είχαν αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη του αεροδρομίου της Λευκωσίας· ενέργεια που, τελικά, δεν έλαβε χώρα, αφού οι Τούρκοι διαπίστωσαν ότι τους αναμέναμε καλά προετοιμασμένοι, γεγονός που δεν τους έδινε κανένα περιθώριο επιτυχίας.
Τη νύχτα εκείνη, αλλά και πολλές άλλες πριν και μετά, ένεκα αυτού του περιστατικού ή άλλων παραπλήσιων, όταν όλη η ΕΛ.ΔΥ.Κ. ξενυχτούσε στο χαράκωμα με το χέρι στη σκανδάλη, η γυναίκα μου, Ελένη, η οποία με είχε ακολουθήσει στην Κύπρο, παρ’ όλους τους κινδύνους που εγκυμονούσε αυτή η απόφαση, έγκυος μάλιστα ούσα, στο πρώτο μας παιδί, τα βράδια στο σπίτι, διακόσια μέτρα πίσω απ’ την πρώτη γραμμή, μόνη της, λαγοκοιμόταν ντυμένη κανονικά, σε μια πολυθρόνα, με το γιο μας στην κοιλιά κι ένα τουφέκι αγκαλιά, και με την απόφαση να πουλήσει ακριβά τη ζωή της και την ύπαρξη που έφερε στα σπλάχνα της, αν τυχόν ο εχθρός έσπαγε τη γραμμή αμύνης.
Ευτυχώς, δεν συνέβη το μοιραίο` μοιραίο για την προσωπική και οικογενειακή μας ζωή, γιατί, κατά τ’ άλλα, εκείνες οι μέρες άφησαν την Κύπρο μας και την Ελλάδα μισερή! Πάντως, αυτό είναι το γεγονός που περιγράφεται στο ποίημα και, ύστερα απ’ όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, ελπίζω να έχει γίνει κατανοητό και να δώσει κάποια πνευματική απόλαυση στον αναγνώστη που θα έχει το μεράκι να το διαβάσει.


Σαν υστερόγραφο, για να γίνει κατανοητό, ακόμα, ένα σημείο του ποιήματος, θα ήθελα να προσθέσω, σχετικά με τη γυναίκα μου, ότι η φράση που περιέχεται κάπου μέσα σ’ αυτό: «Μα εσύ, πικραμένη κι’ αδικημένη απ’ τους ουρανούς,/ Με το οιδαλέο σου στο βολβό μελάνωμα/ Της απόγνωσης να σπαράζει τις οιμωγές», αναφέρεται στο μελάνωμα χοριοειδούς (χοριοειδής: ο μεσαίος χιτώνας του ματιού) το οποίο την επισκέφτηκε εδώ και λίγα χρόνια και, κατά του οποίου, δίνει με θάρρος, χαμόγελο και αξιοπρέπεια έναν άλλον αγώνα.
Σ’ αυτή τη γυναίκα και, μέσα από αυτήν, στην Ελληνίδα γυναίκα, σύντροφο, μάνα, αδελφή, κόρη, στην υπόσταση αυτήν που γύρω της περιστρέφεται, ζει, κινείται, παίρνει δύναμη και δρα και προοδεύει και μεγαλουργεί η Ελληνική Οικογένεια και Παιδεία, σ’ αυτήν και στην Κύπρο αφιερώνω το ποίημά μου «Άλκιμο Έλυτρο» («άλκιμο»: που έχει δύναμη και σφρίγος, «έλυτρο»: προστατευτικό περίβλημα).



“Άλκιμο Έλυτρο”

(Αφιερωμένο στην Ελληνίδα μάνα – γυναίκα – σύντροφο – αδελφή – κόρη)

Σε είδα να λαγγεύεις τη μοίρα μου
Σε εύκοσμους πύργους βαθυσκαφούς ίριδας,
Την ώρα που ο ήλιος έπινε των καημών τις ανάσες.
Σε άκουσα να τη σμιλεύεις
Με τις κορφάδες των ονείρων σου
Στη χρυσή παλίρροια των σταχυών του Αλωνάρη,
Μ’ ένα παιδιάστικο μαγιάτικο χαμόγελο στα χείλη.
Ένιωσα τον αθέρα της γλαυκής σου σκέψης
Να τη μετουσιώνει σε άυλη ολκή προς το στερέωμα,
Αργυρόλευκη αύρα χιονοσκέπαστων κυμάτων.
Καθορώ τον αρραβώνα μου στο σώμα σου
Μέθεξη ουράνιας στόχασης,
Συνειρμό ακτίνων ζωής,
Εκ πηγής μη αλωμένης, φωτός αιωνίου.
Ατενίζω την αγάπη μας
Βαρκούλα αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ν’ αρμενίζει στο πέλαο.
Σε πέλαο γαλήνης και φωτός.
Μα και σε πέλαο οδύνης και σπαραγμού.
Με πελώριους Ποσειδώνες πανέτοιμους
Να πιούν και να συντρίψουν
Καρυδότσουφλο το φεγγάρι μας.
Με Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες και Κίρκες και Σειρήνες
Να βάφουν μ’ άσχημα όνειρα τις νύχτες μας.
Και μ’ ένα Αίολο
να μαστιγώνει αδυσώπητα το πεπρωμένο μας.
Μα στο πέλαο τώρα βασιλεύει η γαλήνη.
Το διαλαλούν, από φως μεθυσμένοι,
Στον αφρό του ορίζοντα, οι γλάροι:
Πως, σαν πίστη Θεογέννητη …
Πως, όταν αγώνας αταλάντευτος
Μαζί τα δυο, τραφούν με ζωοφόρο αγάπη,
Ο Ίδιος ο Θεός τη νίκη τους τη στεφανώνει
Με το χρυσό της ελπίδας κότινο.
Ελπίδα καταξίωσης λαμπηδόνας για το αύριο.
Νίκης βεβαιότητα για το σήμερα, το αναστάσιμο.
Αγάπης εγγύηση, άφθαρτης, στο διηνεκές.
Τώρα…
Ω! Πώς με θωπεύει τώρα
Τρεχούμενου βάλσαμου μαρμαρυγή, η φωνή σου!
Τα φύλλα της καρδιάς μου, ω!
Πώς, εξ ουρανού θροΐζει, κελαρυστή μελωδία
Η αύρα του γέλιου σου!
Φωτοχυσία Αιγαίου το πρόσωπό σου
Σαν η χαρά το δονεί ευφρόσυνα
Στην ουράνια προσφορά της Γυναίκας – Συντρόφου…
Στη θεοφόρο θυσία, στο ολοκαύτωμα της ΜΑΝΑΣ!...
Κι’ άλλοτε πάλι,
Πώς σκοτεινιάζει τρέμοντας ο ουρανός
Σαν το παράπονο της ματιάς σου της λαβωμένης
Την ψυχή μου τρυπά!...
Μα εσύ, πικραμένη κι’ αδικημένη απ’ τους ουρανούς,
Με το οιδαλέο σου στο βολβό μελάνωμα
Της απόγνωσης να σπαράζει τις οιμωγές!
Ω, εσύ! Πόσο ψηλά, σε Ολύμπιο κάλλος στέκεις!
Καταυγάζεις τον πόνο με πυρφόρο αγάπη!
Δεν επιστρέφεις χολή.
Μα ό,τι καλό πήρες, εκείνο επιστρέφεις!
Με χέρι σταθερό, δημιουργού,
Με ψυχής ποιητικής ευαισθησία·
Αυγάζεις στην ελπίδα τους βλαστούς σου,
ως μάνα.
Δημιουργείς, ως σύζυγος, χώρο
Ο σύντροφός σου να υψωθεί.
Το μονοπάτι ωθείς μπροστά,
μη κοιτάζοντας πίσω,
Παρά, μόνο, ελπίδα, για να πάρεις.
Κι’ έτσι προχωράς,
Πυργώνοντας ψηλά ό,τι δικό σου.
Θυμάμαι… κάποτε στην Κύπρο…
Την Κύπρο των ονείρων μας πού ’γιναν στεναγμός
Ήταν αμέσως μετά την εισβολή
Την εισβολή των εβδομηκοστών τέταρτων ντροπών
του εικοστού αιώνα
Κι’ ήσουν έγκυος στο πρώτο μας παιδί…
Σε ώρες δύσκολες, τρεμουλιαστές…
Κι’ ήσουν εκεί… Διακόσια μέτρα θάνατο
Απ’ την πρώτη γραμμή… σε κείνο το φιλόξενο σπίτι
Εκεί κοντά στα αχτιδορροούντα χαρακώματα
του υπέρ πάντων αγώνα.
Ενώ μπορούσες, αν ήθελες…
Ω! Πώς είναι δυνατό να αλλάξει η φορά των πραγμάτων!
Το λίκνο του ήλιου να πάψει νά ’ναι η ανατολή!
Αν πρόκρινες να επιλέξεις την ασφάλεια, απ’ την ιστορία…
Θά ’σουν μίλια μακριά, στη Θεόκτιστη Αθήνα…
στο σπίτι σου!
Ακολούθησες, όμως, εικοσάχρονη, σχεδόν ακόμα, κόρη
Το πεπρωμένο σου.
Της Ελληνίδας – μάνας ή συντρόφου - την ειμαρμένη.
Με ψυχή Μακεδόνισσας εκ γενετής
Με πνεύμα Σπαρτιάτισσας από κληρονομιά,
Ακολούθησες!
Κι’ είχες, αντί για λύτρωσης ύπνο, τα βράδια,
Σαν στο χαράκωμα ο άντρας σου αγρυπνούσε,
Του τρόμου την αγωνία συντροφιά.
Ψευτοκοιμόσουν με το γιο μας στην κοιλιά
Κι’ ένα τουφέκι αγκαλιά.
Με μια λάμψη μαύρη, ατσάλινης απόφασης στα μάτια
Την Ελληνόπρεπη ζωή σου ακριβά να πουλήσεις,
Πριν της κόψεις η ίδια το νήμα,
Πριν της πάρεις εσύ την πνοή,
Ω! Θαλασσόπνιχτο λυπητερό βουητό!
Αν τύχαινε να μας αιφνιδιάσει ο εχθρός.
Μισοκοιμόσουν με τον φόβο του Αττίλα συντροφιά.
Μα είχες προσκέφαλο
Ένα κλαρί Ελλάδας στην καρδιά ριζωμένο!
Κι’ ένα Πυρσό λευτεριάς
Να σελαγίζει τα πέλαα της ψυχής σου!
Κι’ ήσουν η ίδια…
Όπως σε θυμούνται οι φυλλωσιές της ιστορίας,
Στους αιώνες των αιώνων
Ήσουν η ίδια!!
Όχι μόνο στο κλέος της δόξας,
Στο «ταν ή επί τας» της αρχαίας Σπαρτιάτισσας,
Κι’ ούτε μόνο στου σαράντα,
Στο ματωμένο της Ηπειρωτοπούλας αγώνα.
Αλλά και όπως θα σε θυμούνται να θυσιάζεσαι,
ΑΘΑΝΑΤΗ,
Στην Έξοδο,
στους Καταρράκτες,
στο Γκρεμό,
Στην Έξοδο, στους Καταρράκτες, στο Γκρεμό
Της λευτεριάς και της αξιοπρέπειας:
Ελληνίδα του Μεσολογγιού!
Μητέρα της Νάουσας!
Κόρη του Ζάλογγου!
Ω! Εσύ! Άλκιμο Έλυτρο Ελληνικής Εστίας Αθάνατο!
Δίνε μου δύναμη και φως για να σε προστατεύω!


Ιωάννης Παναγάκος

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

«Χριστός Ανέστη»: ένα ελληνορθόδοξο και επίκαιρο ποίημα του Γ. Παναγάκου. “Cristo Risorto”; una poesia di G. Panagakos

Δεν είναι πολλές μέρες που ο φίλος, και σε πολλά ομοϊδεάτης Γιάννης Παναγάκος, μας έχει στείλη το παρακάτω ποίημά του.
Ευκαιρία, το ποίημα αυτό που τιτλοφορείται «Χριστός Ανέστη», (παρ’ όλο που είναι πολυθεματικό), με την αποψινή λήξι (όπως είθισται με το πρό της Αναλήψεως σαραντάμερο) του κατά παράδοσι αναστάσιμου χαιρετισμού, να το δημοσιεύσουμε σήμερα στο Ιστολόγιο:




ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Ένα εξωκκλήσι ταπεινό, στην άκρια εκεί του δάσους,
φέρνει τη σκέψη στα παλιά, στα παιδικά τα χρόνια,
τότε, που ερχόμουν στη Λαμπρή, με μια λευκή λαμπάδα,
με φίλους και με συγγενείς, και με θερμή την πίστη,
ν’ ακούσουμε τη λειτουργιά, να κάμνουμ’ το σταυρό μας,
να περιμένουμ’ τον παπά, να πει «Χριστός Ανέστη»,
για να τσουγκρίσουμε τ’ αυγά, να ευχηθούμε σ’ ούλους,
και της αγάπης το φιλί να δώσουμε , να πάρμε!

Φτάνω κοντά κι’ ανασκιρτώ, ανασκιρτώ και σειέμαι,
κι’ ως μπαίνω μέσα, προσκυνώ Τη Του Θεού Σοφία·
και τον Προστάτη των αγρών, της έμορφης της πλάσης,
ψάχνω για να προσευχηθώ - θέλω να φχαριστήσω,
για της αγάπης τους καρπούς, για του κεφιού το νέκταρ!
Στον Άγιο Τρύφωνα εμπροστά, στέκω και προσευχιέμαι,
που έχει η χάρη του γιορτή, την πρώτη του Φλεβάρη,
και τον νογάμε, των αγρών, Προστάτη Φύλακά τους·
μα… ξέρω, μέσα μου βαθιά, ξέρω και συλλογιέμαι
της Δήμητρας την προσφορά, του Διόνυσου το μύθο·
και όταν βγαίνω στην αυλή και τον κισσό αντικρίζω,
να ’χει τους τοίχους αγκαλιά, με τις καρδιές των φύλλων,
κι’ ως θεϊκή, μια ευωδιά, τριγύρω από την πόρτα,
που την κυκλώνει απαλά το μέγα Άγιο Κλήμα,
μού ’ρχεται μέσα στην ψυχή, και γλυκοαναγαλιάζω·
και μού ’ρχεται οπτασιασμός, ο Διόνυσος μπροστά μου,
το θύρσο να κρατεί ψηλά, τ’ αμπέλια να ευλογάει,
να λευτερώνει την ψυχή, μέσα στη μέθη του οίνου·
μα… από την ονειροπολιά, με ξύπνησε η καμπάνα,
που, κάθε μια Σαρακοστή και στων Παθών τις μέρες,
πένθιμα κλαίει και μηνά και τον καιρό ετοιμάζει,
για τη μεγάλη αλλαγή, για τη μεγάλη μέρα,
έπειτα απ’ την καταστροφή, έπειτα από τον πόνο,
κι’ από τα χιόνια της καρδιάς, το πάγωμα της φύσης,
κι’ από του Άδη το βυθό, το βάρος του θανάτου,
έπειτα απ’ όλα τα κακά κι’ από το μαύρο χάρο,
’ρχέται η μεγάλη αλλαγή, ’ρχέται η μεγάλη μέρα,
που η φύση θε να αναστηθεί, η φύση θ’ ανατείλει,
και θά ’ρθει η άνοιξη ξανά, θά ’ρθει το καλοκαίρι,
κι’ οι ανθρώποι θα λευτερωθούν, θ’ αναστηθεί η ψυχή τους,
κι’ αν θέλουν, θα λευτερωθούν, κι’ απ’ το αμάρτημά τους,
ν’ αρχίσουνε νέα ζωή, όπως η πλάση ούλη,
γιατί, ανέστη ο Χριστός, το θάνατο πατήσας.

Όπως κι’ εσύ θ’ αναστηθείς, Πατρίδα πονεμένη,
αν λογαριάσεις, πως «ευ ζήν», δεν είν’ «καλά περνάω»,
μα, μόνο, «αξιοπρεπώς και εν τιμή διάγω»·
κι’ αν, την Ανάσταση, ξανά, τη νιώσεις ευκαιρία,
το νέο «Όχι», σου να πεις, στους «βάρβαρους», εντός σου,
ν’ αναστηθεί σου η καρδιά, να γιάνει το κορμί σου,
τι έχει τραύματα πολλά, απ’ τα δικά σου χέρια,
που... τα ευλογάνε οι τρανοί, σαν σε κακό σε βάνουν,
και τα ματάκια σ’ τα υγρά, τα’ ιστοροχρυσωμένα,
τα βγάνεις πάλι μοναχή, μονάχη τ’ απαρνιέσαι!

Μ’ αν λογαριάσεις, πως «ευ ζήν», είναι «τιμή και χρέος»,
και θυμηθείς τη δόξα σου, κι’ αστράψει η αρχοντιά σου,
και θυμηθείς, τί ’ναι για σε, τί ’ν’ για τον κόσμο η Ελλάδα,
κι’ «Ελλάδα», αν νιώσεις στην ψυχή, Ελλάδα - τ’ όνειρό σου -
ξανά, στο φως σου θα ενδυθείς, με φως θα διαλαλήσεις,
Ανέστη εκ τάφου ο Χριστός, μαζί κι η Ελλάδα Ανέστη!
Ανέστη, Ανέστη ο Χριστός, Χριστός και Πλάση Ανέστη!
Χριστός Ανέστη, αληθώς! ω φως! η Ελλάδα έστη!!

Ιωάννης Παναγάκος

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2008

«ΤΟ ΦΙΝΑΛΕ»: ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΑΚΙ, ΤΟΥ Γ. ΠΑΝΑΓΑΚΟΥ.“Il Finale”: Una poesia sugli scacchi di Ioannis Panagakos

Τον Γιάννη Παναγάκο τον ήξερα ως συγγραφέα – προπονητή στο Σκάκι μέσα από την σχετική βιβλιογραφία. Ιδιαίτερα εκτιμούσα το βιβλίο του "Σκάκι - Η Μάχη στα Άσπρα και Μαύρα Τετράγωνα» (την Α΄ έκδοσι), το οποίο χρησιμοποιούσα μεταξύ άλλων ελληνικών και κυρίως ξένων βοηθημάτων για τα μαθήματα στον Σύλλογό μας. Η τελευταία όμως προ ημερών προσωπική γνωριμία μαζί του μου απεκάλυψε και μια άλλη απρόσμενη πλευρά τής προσωπικότητας και των ενδιαφερόντων του. Την λογοτεχνική – ποιητική! Με σεμνότητα κάποια στιγμή μου αποκάλυψε ότι πρόκειται να εκδώση μια ποιητική συλλογή. Στην αυξανόμενη φιλολογική μου περιέργεια για την καλλιτεχνική του πλευρά, (ασχολείται, όπως μου δήλωσε, και με την μουσική σύνθεσι σε δεκάδες δικά του τραγούδια), ανταποκρίθηκε εμπιστευόμενός μου το τελικό κείμενο της προέκδοσης των ποιημάτων του. Από αυτό το σύνολο των ποιητικών συνθέσεων ανέγνωσα πρόχειρα –αλλά με ζωηρό ενδιαφέρον και όχι χωρίς συγκίνησι- ένα ικανό δείγμα που μου ενίσχυσε την εντύπωσι πως στην θεματολογία των συνθέσεών του συνυπάρχουν ο ποιητικός λυρισμός με την προσωπική ευαισθησία. Η προσοχή μου έπεσε από την πρώτη στιγμή σε 2-3 κομμάτια . Μεταξύ αυτών, τον θαυμασμό μου έκλεψε ένα ποίημα κάπου στο τέλος της συλλογής του, με θέμα – πώς θα μπορούσε να λείψη!- το σκάκι, με τίτλο «Το Φινάλε».
Αυτό το ποίημα (που τελικά δεν είναι ανέκδοτο καθώς συμπεριλαμβάνεται στην επανέκδοσι του γνωστού σκακιστικού, δίτομου τώρα πια, έργου του, αλλά δεν το είχα υπ’ όψιν μου), μετά από δική μου παράκλησι, μας έστειλε ο πολυτάλαντος φίλος για το Ιστολόγιο και το περιοδικό (τα τελευταία 2 τεύχη του οποίου και με μεγάλη χαρά παρέλαβε).
Με ξεχωριστή τιμή και χαρά σάς το παρουσιάζουμε!


* Αναδημοσίευση με την άδεια του συγγραφέα και ποιητή Ιωάννη Παναγάκου, από το βιβλίο "Σκάκι - Η Μάχη στα Άσπρα και Μαύρα Τετράγωνα - 1ος τόμος: Θεωρία, Η τεχνική – η τακτική - η στρατηγική – τα βασικά φινάλε", Β΄ Έκδοση, (Αθήνα) 2007, σελ. 276.