Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Απριλίου 2021

«Το γέλιο μές στην νύκτα»: νωπό και βραδιάτικο αφήγημα του Σελλενίδη. “La risata molto dopo il tramonto” : racconto di Sellenidis. « Lachen lange nach Sonnenuntergang»; Erzählung von Alex. Sellenides

 


ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΜΕΣ THN NYKTA

Όταν χθες αργά πολύ μετά τα μεσάνυχτα βρήκα από το διαδίκτυο και διάβασα μερικά κείμενα σαν καταγραφές ημερολογίου κάποιων Ιταλών πολιτών που έστειλαν υπο μορφήν διαγωνισμού την εμπειρία τους στην επιτροπή της δημοτικής βιβλιοθήκης της Πάντοβας, δεν φανταζόμουνα ότι τώρα, ούτε ένα 24ωρο μετά, θα μου δινόταν ένα κίνητρο να καταγράψω και εγώ κάτι από αυτά τα πρωτοφανή βιώματα που όλοι μας συσσωρεύουμε μέσα μας την αχαρτογράφητη αυτή εποχή της πανδημίας.

Μου συνέβη πριν από λίγο στο κέντρο της Χαλκίδας; Ή μήπως το περιστατικό είναι αποκύημα της φαντασίας μου; Άλλωστε, τί κι άν δέν το εξετάζουνε και δέν το ομολογούνε οι συστημικοί αρμόδιοι μικροβιολόγοι; Η φαρμακοεξάρτησι και η χρήσι ποικίλων αγχολυτικών ουσιών είναι ευθέως ανάλογες με το το ιϊκό φορτίο που κατα προτίμησι οιωνοσκοπούνε. Εν πάση περιπτώσει καταγράφω το αίσθημα/εντύπωσί μου εν θερμώ. Μήν το ξεχάσω!

 

Για μία ακόμα φορά είχα φύγει από το σπίτι της μητέρας μου με καθυστέρησι. Από τότε που είχε ισχύσει το μέτρο απαγόρευσης κυκλοφορίας στις 9:00, δεν θυμάμαι ποτέ να έφυγα στην ώρα μου. Να έκλεισα την πόρτα πίσω μου ανταλλάσσοντας την απλή και πολυσήμαντη ευχή της καληνύχτας με την ηλικιωμένη μάνα, έστω ένα δευτερόλεπτο πριν το ισχύον κατα την τελευταία φάσι νόμιμο όριο. Στην αρχή έφευγα ακριβώς στις 9 της λήξης. Άλλωστε το δικό μου διαμέρισμα από το δικό της δεν απέχει παραπάνω από μισό μίλι. Κατά περίεργο τρόπο από τότε κάθε βράδυ στην τακτική επίσκεψι καθυστερούσα το καληνύχτισμα όλο και λίγο περισσότερο. Όλο και λίγο περισσότερο κάθε φορά ρισκάροντας. Έτσι, μετά την πρώτη βδομάδα έφευγα κατά τις 9:05΄σταθερά. Μετά τον πρώτο μήνα έφευγα γύρω στις 9:10΄. Απόψε πάλι έσπασα το χθεσινό ρεκόρ των  9.17΄. Πράγματι, όταν ανέβασα τη μάσκα, κατεβαίνοντας τα σκαλιά κι ανοίγοντας την εξώπορτα να βγω στο δρόμο είδα το 9:18'  στο κινητό. (Το ρολόι το έχω απο αμνημονεύτου χρόνου καταργήσει.)

Άρχισα λοιπόν αμέσως το ένοχα γρήγορο βάδην προτιμώντας τους εσωτερικούς μικρούς δρόμους του κέντρου κατά την συνήθη οίκαδε επιστροφή. Δεν αποφάσιζα να επιχειρήσω το τροχάδην·  και όχι τόσο για το δίδυμο των μηνίσκων πού από δεκαετία έχουν κάνει κατάληψι  στα γόνατά μου -- κατά τρόπο δυσεξήγητο, τώρα στα 60+ μου τα οστεόφυτα μού επιτρέπουν εκτός από το βάδισμα και την πολυτέλεια τού να τρέξω αργό τζόκινγκ ασταμάτητα για …150, άντε 200 μέτρα! [Παρένθεσι: τί αξιολύπητη κατάντια για αυτόν τον ανθρώπινο οργανισμό που από τα 15 του μέχρι τα 17, εκτός από τα άλλα τα αθλοπαιδιάτικα που με μανία κυνηγούσε, ήταν, τρομάρα του, και εγγεγραμμένος αθλητής στον στίβο της ΑΕΚ:  μεσαίες αποστάσεις και ανώμαλος δρόμος... ]

Όχι επομένως για αυτό, αλλά γιατί όταν δοκιμάζω να τρέξω, έστω και τόσο λίγο, τώρα πια λαχανιάζω αμέσως και …τότε η μάσκα anti-Covid θα γινόταν ακόμα πιο ανυπόφορη!

Είχα φτάσει λοιπόν στα μισά της απόστασης. Αφήνοντας πίσω μου τα χρονίζοντα ερείπια του Ποντικώνα, (άλλη φορά ίσως γράψω κάτι για την παρακμή και την εγκατάλειψι της πάλαι ποτέ σφύζουσας Πλατείας, που την πρόλαβα να λειτουργεί γεμάτη ζωή, αλλά και την είδαμε κάποτε, μαζί με τον πρωτότοκο γιό μου αγκαλιά, σκαμμένη με κάτι σπασμένα μάρμαρα από παλιούς τάφους σε μια μεριά της και τους λόφους χώματα με κάποια κόκκαλα ανάμεσά τους ) και διασχίζοντας τον δρόμο βρέθηκα επάνω στην πλατεία της Αγοράς. Ναί, αυτήν, την μία από τις μεγαλύτερες της πόλης μας Πλατεία, που δύο φορές με την ιδιότητα του άμισθου μέλους στην Νομαρχιακή Επιτροπή Ονοματοθεσίας εμπόδισα να μετονομαστεί σε Πλατεία Εμπόρων- Μπαφέρου

Είχα αρχίσει να σκέφτομαι το καθιερωμένο εξ ανάγκης τελευταία jogging διαφυγής, (για να μειώσω τις πιθανότητες κακού συναπαντήματος με κάποιον περιπολούντα αστυνομικό), αλλά πάνω που ανήσυχος και βιαστικός διέσχιζα το κέντρο της πλατείας, δίστασα λίγο από την ξαφνική συνάντησί μου με μία πολυπληθή παρέα παιδιών. Θά ‘σαν καμμια 10ριά, όλα αγόρια 15χρονα ή 16χρονα, που πηγαίναν σ' αντίθετη κατεύθυνσι απο μένα, αμέριμνα, φωνασκώντας, αστεϊζόμενα, για να μην πώ και κάπως χωμένα μέσα στην ψευτομάγκικη βαρβατίλα, αυτήν των περισσότερων παιδιών της αρχόμενης εφηβείας.

Η αναπάντεχη διασταύρωσί μου με το τσούρμο δέν είχε αρχικά καμμιά ιδιαίτερη εξέλιξι. Φρόντισα να τα προσπεράσω με προσποιητά αδιάφορο ύφος, το κεφάλι κάτω, και συνειδητά αποφεύγοντας τα νεανικά βλέμματα, μήπως και τέτοια ώρα ανάμεσά τους πετύχαινα κάποιον μαθητή μου από το Λύκειο.

Ταυτόχρονα όμως η προσοχή μου ανακατευθύνθηκε! Το κεφάλι μου στράφηκε στην θορυβώδη αλλά ξεκάθαρα παιδιάστικη παρουσία που πλησίαζε διασχίζοντας σε χρόνο ντε-τέ τον απέναντι παράπλευρο δρόμο.

Αντελήφθηκα ότι ανέβηκε γρήγορα τα 3-4 σκαλιά της πλατείας και από ό,τι πρόλαβα να  δώ, έστω θαμπά μέσα στο όχι τόσο έντονο, όσο θα ήθελα, φως της πλατείας, επρόκειτο για έναν ασυνόδευτο πιτσιρικά γύρω στα 10, μελαχρινό, αδυνατούλη με πολύ κοντά μαλλιά  --μην σου πω με ξυρισμένο κεφάλι. Ερχόταν (κι αυτός ανέμελος από το προχωρημένο της ώρας) από τη μεριά της παραλίας, τρέχοντας πάνω σε ένα πατίνι -- δεν το καλοείδα· θα μπορούσε να είναι και skateboard. Πριν το φουριόζικο προσπέρασμά του που δικιολογημένα  ξάφνιασε το απορημένο βλέμμα μου, το αυτί μου είχε πιάσει κάτι από τη ρυθμική κραυγή του που σαν αυτοσχέδια παιδική μαντινάδα, για να μην πω σαν δίστιχο σύνθημα γηπέδου, επικάλυψε τον θόρυβο από το μικρό τροχοφόρο του και από την όλη ξαφνική παρουσία του.

Άκουσα παραξενεμένος εκείνο το περίεργο "Ία, ία" και στο δεύτερο ημιστίχιο την ρίμα: "Παναγία" !

Εν τω μεταξύ ο ατρόμητος πιτσιρικάς με το πατίνι του έφτασε και προσπέρασε το τσούρμο των 15άρηδων. Η ακοή μου εστίασε στο ρυθμικό του μονότονο ρεφραίν. Τώρα και οι ψευτόμαγκες άκουσαν καθαρά τον χουλιγκάνικο αλαλαγμό τού μικρού εποχούμενου: "Ία, ία, ία, γ... την Παναγία" ! Ανατρίχιασα στο άκουσμα της φρικτής ιαχής –σήμερα, την επαύριο του Ακαθίστου; -- και πρίν καλά καλά αποφασίσω άν θα κοντοσταθώ, άν θα γυρίσω να κοιτάξω έστω πίσω, άκουσα τα 15χρονα, δυο-τρία απο αυτά σίγουρα, να επαναλαμβάνουν στον ίδιο ρυθμό και έντασι μισο επιδεικτικά - μισο ενθουσιασμένα το βέβηλο σλόγκαν, και όλα μαζί αυθόρμητα, ανέμελα κι ανύποπτα να ξεσπάνε σε δυνατά γέλια.

Ο σαστισμένος νούς μου εισέπραξε αυτό ειδικά το γέλιο κάπως στραβά κι αλλόκοτα. Η σκέψι μου έκανε αυθαίρετα τον λεκτικό συνειρμό του ουσιαστικού με την επιλογή τού αποκρουστικού επιθέτου: "σαρδόνιο".  Το βλέμμα στιγμιαία θόλωσε, το λογικό μου ακαριαία πάγωσε από δυστοπική καχυποψία:

Σαν αλλοπαρμένη νεοελληνική κοινωνία έχουμε αρχίσει από καιρό να μασάμε το δηλητηριώδες εκείνο φυτό της Σαρδηνίας; Είναι κοντά η στιγμή που κάποιος άλλος Τάλως θα μας κάψει στον φρικτό εναγκαλισμό του; Είμαστε άραγε ήδη μεταμορφωμένοι βάτραχοι σε κατάστασι σιέστας μέσα στην κονφορμίστικη μα κωματώδη θαλπωρή μιας κατάλληλα υποδαυλισμένης χύτρας;

Όμως, τα πόδια μου, δέν ξέρω απο πού πήραν εντολή, ίσως να τα διάταξε ο ενστικτώδης φόβος, άρχισαν αυτόνομα, μηχανικά, σπασμωδικά το τελικό τροχάδην του γυρισμού μέσα στα σκοτεινά δρομάκια· στην <καλοστημένη;> ασφάλεια τού «μένουμε σπίτι»...

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ  ΣΕΛΛΕΝΙΔΗΣ

Χαλκίδα, 17.04.2021

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

"Δυσεύρετοι οι πολιτικοί στου Γλιτωμού το Χάζι": Δύο κέντρωνες με δεκαπεντασύλλαβους στίχους απο την ποίησι του Θ. Ντόρρου. Cogliendo 15sillabi nella raccolta “Stu Glitomu To Hasi” di Teodoros Dorros.

Δυσεύρετοι οι πολιτικοί στου Γλιτωμού το Χάζι:   Δύο δεκατετράστιχοι κέντρωνες με δεκαπεντασύλλαβους στίχους απο την ποίησι του Θ. Ντόρρου.
(ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ;)
 Το Ιστολόγιο για μια ακόμη φορά θα φιλοξενήση κάτι σχετικό με τον θεωρούμενο πρωτοπόρο ποιητή του νεοελληνικού μοντερνισμού, αλλά οπωσδήποτε ελάχιστα γνωστόν στο ευρύτερο κοινό, Θεόδωρο Ντόρρο. Δεν είναι δυσεξήγητο. Ο διαχειριστής του Νέου Παλαμήδη έχει …προηγούμενα με τον ιδιόρρυθμο και κάπως παράδοξο Ελληνοαμερικανό ποιητή. Το 1994 είχε λάβει μέρος, ως εισηγητής, στο Διεθνές Συμπόσιο για τον «ευρωπαϊκό και νεοελληνικό υπερρεαλισμό» που έγινε στην Aθήνα. Το θέμα που είχε αναπτύξει ήταν η περίπτωσι του Θ. Ντόρρου ή κάπως έτσι. Εν τούτοις, τα χειρόγραφα της μελέτης του τα έσκισε –ή τα καταχώνιασε κάπου και τα έχασε;-- μετά από την τραυματική εμπειρία που του επεφύλαξε η επι τόπου απαξιωτική κριτική του Πανεπιστημιακού Καθηγητή Ν.Β…
(ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΗ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΜΕ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΥΣ;)
Προϊόν λοιπόν ψυχολογικών απωθημένων, αλλά και υπερρεαλιστικού πειραματισμού --ή έστω παραφιλολογικής εκκεντρικότητας-- είναι τα δύο "δεκατετράστιχα", τα οποία δεν είναι άλλο, βέβαια, απο ποιητικά κολλάζ με ατόφιους στίχους απο την ποιητική συλλογή του Ντόρρου "Στου γλιτωμού το χάζι". Αλλά, προσοχή! Το επιλεχθέν υλικό για αυτούς τους δύο παράδοξους "κέντρωνες" είναι στίχοι δεκαεντασύλλαβοι. Και μάλιστα ιαμβικοί! Ό,τι παραδοσιακότερο, δηλαδή, θα μπορούσε κανείς να επιθυμήση. Εκεί λοιπόν παραπέμπει το δίσημον "πολιτικοί" του τίτλου.
Και μπορεί μεν ούτε το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα αυτής της συγκολλητικής μεθόδου απο τον υποφαινόμενο να μην αποδεικνύεται και ιδιαίτερα σπουδαίο, ούτε ενδεχομένως και οι 28 δεκαπεντασύλλαβοι να αξίζουν το παραδοσιακό όνομα "πολιτικοί" στο σύνολό τους (π.χ. δεν έχουν άπαντες την επιθυμητή τομή στην 8η συλλαβή), αλλά πάντως όλοι τους προέρχονται απο το ποιητικό σώμα της συλλογής αυτούσιοι ή όντας εγκιβωτισμένοι επι του ίδιου στίχου και ακέραιοι. Δεν τους κατασκεύασα εγώ εκ των υστέρων, αναδιατάσσοντας λ.χ. δύο ημιστίχια παρμένα απο διαδοχικούς στίχους, έναν οκτασύλλαβο και έναν επτασύλλαβο, απο τα ποιήματα της εν λόγω συλλογής.
(ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Ή ΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΟΣ ΣΤΙΧΟΣ;)
Μετα την παρούσα όχι απλώς χάριν παιδιάς παρουσίασι/έρευνα του υποφαινομένου, και απο όσα ακόμη θα έχουν την ευκαιρία –ελπίζω- οι επισκέπτες φίλοι του Νέου Παλαμήδη να διαπιστώσουν σε προσεχή ανάρτησί του σχετικά με το ίδιο ζήτημα, η άποψι πολλών εγκύρων κατά τα άλλα νεοελληνιστών/μελετητών περι «ελευθέρου στίχου» στον Ντόρρο καταρρίπτεται.


Ι
ΤΟ ΠΑΦΛΑΣΜΑ ΤΗΣ ΛΑΣΠΗΣ

Ξεχάστε τις αντίζωες του πίθηκου αξίες
εκείνες που θα ήταν επικίνδυνες μονάχες
- γιατι οι αληθινές δεν φανερώνονται σε κόσμο-
οι μυρουδιές, τα χρώματα, τα σχήματα κι ουσίες

που καρτερούν αμίλητες τον ερχομό του ήλιου:
το μόνο που κρατάει στη ζωή τέτοιους ανθρώπους
πού ‘χει η πάστα τους ξαναγινεί απ’ το χρήμα.
Η τελευταία μας αριστοκρατική φρεσκάδα

και μαρτυρούν επίσημα οι σκελετοί του πόνου.
Δεν ξέρει έπειτα ποτέ να θέλει τη ζωή του
(και σώθηκε απ’ το λάθος που την έσερνε στα ξένα)

το σώμα του, τα μέταλλα, τα μάτια τους, τα πιάτα,
κατάδικο σ’ ανήθικη συνέχεια κατάντιας.
Και ξαναρχίζει χτυπητό το πάφλασμα της λάσπης.


ΙΙ
ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΥ ΝΑ ΖΗΣΩ

Έτσι ξαλάφρωνα απ’ την επίσημη μιζέρια.

Σ’ ανοίγματα φωταδερά οι πρωινές ελπίδες.

Ποτέ δεν έτυχε να είμ’ εγώ σε κάποιο μέρος
--τον τελευταίο πυρετό της σάρκας θα δροσίζει.
Οι εκλεκτοί  του τραγουδιού ανοίγουν τα καινούρια
τα φίλτρα που κολλούν στα γινομένα τη ζωή μας,
βαλμένα στους ορίζοντες που κάνουμε μαζί της
και λίγο λίγο ανάβουνε στο φούντωμα του γέλιου:
(ακόμα ούτε όσοι σταματάνε τη βραδιά τους,
που ολωνώνε η ζωή βαραίνει την ψυχή μου)
δυνάμωσε και πέρασε αφήνοντας την πίκρα.

Κι εγώ θα πήγαινα να βρώ τον πιο καλό μου φίλο.
Θα πρόφταινα να δώ θαμπά στο μουσκεμένο φώς του…

Δε με χωρούν οι τόποι σας. Δεν ξέρω πού να ζήσω.





Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Για τα εγκώμια της Μ. Παρασκευής. Τραγουδιστές που ψάλλουν και ένα ποίημα του Βάρναλη. Inni del Venerdi΄ santo; cantanti greci che cantano gli Encomi

Για τα λαοφίλητα εγκώμια της Μ. Παρασκευής λίγα λόγια και δυό τρία βιντεοτράγουδα.
Inni del Venerdi΄ santo; cantanti greci che cantano gli Encomii
(+ una poesia di Varnalis)


Το ότι τα Εγκώμια της Μ. Παρασκευής είναι ένα βαθύ και γνήσιο βίωμα για τις γενιές διαχρονικά των ρωμιών ανα την ελληνορθόδοξη οικουμένη, είναι ένα γεγονός που φαίνεται αυταπόδεικτα από εκατοντάδες πλευρές. Φτάνει να κάνη κανείς μια έρευνα στχετικά με την απήχησι που έχουν τα τροπάρια αυτά στην Νεοελληνική μας λογοτεχνική (ποιητική πρωτίστως, αλλά και πεζογραφική) παράδοσι. Από τον Ελύτη μέχρι τον Μυριβήλη η νεοελληνική ποίησι απηχεί όχι μόνο επιδράσεις από την εκκλησιαστική μας (ή αλλιώς και βυζαντινή) πνευματική-θρησκευτική παράδοσι, μέσα από το θαυμαστό πολιτιστικό φαινόμενο της υμνογραφίας, αλλά και απ’ ευθείας από τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος και μάλιστα τα Εγκώμια της Μ. Παρασκευής.
Λογικό, αφού ο ελληνικός λαός ταυτιζόμενος με την θρησκευτική του παράδοσι και ζώντας με βαθειά συγκίνησι τα δρώμενα της Μεγάλης Εβδομάδος με το πέρασμα από τον θάνατο (με την βεβαιότητά του) στην Ανάστασι (με το σωτηριώδες της Θαύμα των θαυμάτων) έχει αγαπήση ιδιαίτερα κάποια έτσι κι αλλιώς αριστουργηματικά υμνογραφικά κομμάτια, σαν αυτά τα τροπάρια και τους ύμνους της Μ. Παρασκευής.
Δίπλα στην κυρίαρχη μορφή του Εσταυρωμένου Σωτήρα και το ασύλληπτο όσο και συγκλονιστικό πάθος Του, είναι καταλυτική για τον συναισθηματισμό του λαού μας η παρουσία της Θεοτόκου Παναγίας. Η μορφή και το πάθος της Μάνας δεν συγκινεί λιγότερο τον αιώνιο Έλληνα που κρύβεται (ακόμα και με τις καταβολές της Δήμητρας ή του Άδωνι) στην καρδιά του καθενός μας.
Η Παναγία ως μία μάνα που κλαίει και θρηνεί το Μονογενή της με συντριβή, αλλά εν σιωπή και καρτερία μέσα στο χρυσό φώς της πίστης στην ορθόδοξη εικονογραφία, στην υμνογραφία της ημέρας παρουσιάζεται να αναρωτιέται σπαρακτικά φωνάζοντας μέσα από τον μητρικό της πολύδακρυ θρήνο: «πώς να σε κηδεύσω, Γιέ μου;» και να θρηνωδεί γοερώς (μάλιστα κάποιες στιγμές δεν φαίνεται καθαρά η παρηγοριά της Ελπίδας) : «αλίμονο, φώς του κόσμου, αλίμονο φώς δικό μου…», «ώ χαρά μου, πώς ν΄ αντέξω την τριήμερη ταφή σου; Σπαράζουν τώρα τα μητρικά μου σπλάχνα». Στην ίδια πρώτη στάσι των Εγκωμίων, η Θεόνυμφος Παρθένος αναζητά (κραυγάζουσα) «νερό και πηγές δακρύων» για να κλάψη τον αγαπημένο της Υιό, ενώ ως Μητέρα του Θεού μας, καλεί όλη την φύσι (βουνά και μακρυνά δάση) και των ανθρώπων όλο το πλήθος να κλάψουν όλοι και όλα μαζί της.
Στην δεύτερη στάσι πάλι παρουσιάζεται η Σεμνή Μητέρα να αναφωνεί: «Χωρίς πόνο μόνη από τις γυναίκες Σε γέννησα, / αφόρητες ωδίνες σαν να γεννάω τώρα υποφέρω» , κι αλλού «Άσχημα πληγώθηκα, Λόγε, τα σπλάχνα μου σπαράζουν, / βλέποντας, αλίμονο, την άδικη σφαγή Σου». Κι όταν Τον είδε στον Σταυρό να τον σηκώνουν, ένα φαρμακωμένο βέλος την καρδιά της τρυπάει: «Εσένα τον γλυκασμό του σύμπαντος η Μάνα, σαν είδε / ξίδι και χολή αντί για το μάννα να σου δίνουν / με δάκρυα έβρεχε πικρά τα μάγουλά της»...
Αλλά η κορύφωσι έρχεται στην τρίτη στάσι των εγκωμίων. Εκεί όπου η Πάναγνη, σαν μια οποιαδήποτε μητέρα («μητροπρεπώς») θρηνεί:
«Ώ γλυκιά μου άνοιξι, γλυκύτατο παιδί μου, / πού πήγε κι έδυσε η ομορφιά σου;»
Σαν μια οποιαδήποτε νεαρή γυναίκα, «Κόρη», χύνει καυτά δάκρυα και με έναν πόνο-σφάχτη στα σπλάχνα ανακράζει:
«΄Ω, φώς των οφθαλμών μου, γλυκύτατο παιδί μου, πώς μπαίνεις μές στον τάφο;»

Για νά ‘ρθη η απάντησι (πάντα κατά τον υμνωδό) από τον οικτίρμονα Σωτήρα προς την Μητέρα Του: «Τον Αδάμ και Εύαν ελευθερώσαι, Μήτερ, μη θρήνει, ταύτα πάσχω»!
.................................................

Από την άλλη, είναι γνωστό πως κάποιοι λαϊκοί μας τραγουδιστές αρέσκονται (κι όχι μόνο για λόγους εμπορικότητας) να ψάλλουν, ενώ και ψάλτες κατηγορούνται (όχι πάντα κακεντρεχώς) από ομοτέχνους τους πως …τραγουδάνε!
Να υπογραμμίσουμε μόνο την αναγνωρισμένη κοινή βάσι επάνω στην οποία στηρίζεται η εθνική μουσική μας παράδοσι. Αρχαία ελληνική μουσική, βυζαντινή μουσική και δημοτικό (στην αρχή) ή λαϊκό (αργότερα) τραγούδι έχουν κοινό παρονομαστή και διαπνέονται από την ίδια μουσική αντίληψι. Όπως και η γλώσσα έτσι και η μουσική του λαού μας διακρίνεται από μια αδιάσπαστη συνέχεια!
Κλείνουμε την ανάρμοστη και με την σοβαρότητα της ημέρας πολυλογία μας, με μερικά αναπάντεχα δείγματα ψαλτικής δεινότητας δημοφιλών λαϊκών τραγουδιστών μας και ένα μελοποιημένο ποίημα ενός μεγάλου νεοέλληνα ποιητή. Στα δύο πρώτα βίντεο με τα ψαλσίματα των Εγκωμίων, διαλέξαμε κάτι λιγώτερο γνωστό από τις αντίστοιχες περιπτώσεις δημοφιλέστατων στον ελληνισμό της γενιάς μας τραγουδιστών (λ.χ. : τον Πέτρο Γαϊτάνο η την Γλυκερία): τον Ξυλούρη παρέα με τον Μητσιά και τον Βασ. Παπακωνσταντίνου με την Ελένη Βιτάλη.
Στο τελευταίο βίντεο ακούμε τον αγαπημένο βάρδο του ιστολογίου Νίκο Ξυλούρη να ερμηνεύει σε μουσική Λουκά Θάνου το ποίημα του Κ. Βάρναλη Οι πόνοι της Παναγίας:

1.Nikos Xylouris, Manolis Mitsias - I zoi en tafo (1977)


2.Βασίλης Παπακωνσταντίνου και Ελένη Βιτάλη ψέλνουν εγκώμια


3. ΞΥΛΟΥΡΗΣ - ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Κ.Βάρναλη)


Ανάστηθι...!


ΥΓ Να μην ξεχάσουμε και το πλήρες ποιητικό κείμενο του Κώστα Βάρναλη:

Οι πόνοι της Παναγιάς

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα 'χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή και από κακό καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ’ υστέρα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι...

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μη την πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
- Ω! πώς βελαζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσιο...-
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

ΔΡΕΠΟΝΤΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΙΑΣ ΕΝΔΟΧΩΡΑΣ. Cogliendo versi 15sillabi nei giardini dell' "Εntroterra" di Andreas Empirikos

Α΄. ΕΝΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΕΙΟ ΚΟΛΟΒΟ ΚΙ ΑΠΑΡΘΕΝΟ ΣΟΝΕΤΤΟ

ΕΝΑ ΔΕΚΑΤΡΙΑΣΤΙΧΟ ΣΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ

Κύμα υπερπηδήσεως των βράχων της εσπέρας
Αιθρίας που ποτέ δεν την ταράσσουν αλγηδόνες
Του κύματος που συνεχώς θωπεύει την φωλιά τους
- Άλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι’ άλλες φορώντας
Δελφίνια που αναδύονται κ’ εισδύουν μέσ’ στο κύμα

Κατηφορίζοντας σε χιονοσκεπή κοιλάδα
Ένα καράβι κάποτε περνά στην κάμαρά μας
Μέσα της συσσωρεύονται οι θρύλοι του τοπίου

- Της ίδιας άλικης ορμής που προωθεί τις ώσεις
Της γυναικός που στροβιλίζεται μέσ’ στο σαλόνι

Και μια ξανθή νεάνιδα που στέκει στο πλευρό μου
-Μελλοντικός εξηγητής της γλώσσας των νουφάρων
Παρά τις ικεσίες των πτωχών και τους ψιθύρους

(Στίχοι: Ανδρέας ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, Σύνθεσι "Κολλάζ": Αλέξανδρος ΣΕΛΛΕΝΙΔΗΣ)


ΣΗΜ. Ο πρώτος αυτός 13στιχος Κέντρων είναι αποτέλεσμα της φιλοπαίγμονος διαθέσεώς μου μετά από την όχι προ πολλού καιρού εξονυχιστική μελέτη των ποιημάτων της «Ενδοχώρας» από μετρικής πλευράς.
Αποτελείται από το σύνολο των 15σύλλαβων στίχων της συλλογής «Τα κάστρα του ανέμου» αυθαιρέτως και ουχί τυχαίως εστοιχισμένους.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

Ιταλικό ποίημα για το σκάκι, ενός Ρουμάνου λογοτέχνη στην Ιταλία. MIHAI MIRCEA BUTCOVAN: PARTITA A SCACCHI CON LO ZIO SAM; poesia

ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΙΟ ΣΑΜ: Ποίημα του Μπούτκοβαν
"A CHESS GAME WITH UNCLE SAM": A poem by M. M. Butcovan
Πρώτη (πανελλήνια) εμφάνισι/παρουσίασι για τον Ρουμάνο συγγραφέα Μιχάι Μίρτσεα Μπούτκοβαν (MIHAI MIRCEA BUTCOVAN) η σημερινή στο Ιστολόγιό μας.
Ο Μπούτκοβαν γεννημένος στην Οράντεα (Oradea, Transilvania ) το 1969, βρέθηκε στην Ιταλία (από το 1971) για ανώτερες και ανώτατες σπουδές (μη ολοκληρωθείσες – για λόγους καί οικονομικούς) μεταξύ Θεολογίας, Παιδαγωγικής και Κοινωνιολογίας, και μέχρι σήμερα εργάζεται στο Μιλάνο (ως επαγγελματίας παιδαγωγός στον χώρο των εξαρτημένων ατόμων και της υποδοχής μεταναστών ) και δραστηριοποιείται δημιουργικά στην λογοτεχνία (στον εκδοτικό χώρο μάλιστα των μεταναστών πεζογράφων στην ιταλική γλώσσα έχει βραβευθή). Σήμερα δημοσιεύουμε ένα ποίημα (+ μετάφρασι Α. Σελλενίδη) που από καιρό –χρόνια- έχουμε στο συρτάρι…

Μετά τον εμβληματικό τίτλο, « Παρίδα Σκάκι Με Τον Θείο Σάμ», ακολουθεί αφιερωματική πρότασι-υπότιτλος: «Στον Ελία, τον φιλόσοφο». Το δεκαπεντάστιχο ποίημα είναι γραμμένο στην Μόντσα το 1997.

[Εννοείται, ότι για αυτόν τον σαραντάχρονο ποιητή-συγγραφέα (Θεού θέλοντος, πάντα) θα επανέλθουμε]



PARTITA A SCACCHI CON LO ZIO SAM
Ad Elia, filosofo


Anch’io risiko
allora la giochiamo la partita
infinita
più fredda se sinceri
la guerra ai bianchi e neri

- sui sessantaquattro quadretti
continenti per appena due eserciti -

tu rosso oggi non ci sei
e vincono i bianchi i miei
o i neri tuoi
sia come vuoi
cambio colore
di quello che sono io:
il migliore.
Monza, 1997




ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΙΟ ΣΑΜ
Στον Ηλία, τον φιλόσοφο


Κι εγώ ρισκάρω
Λοιπόν να την παίξουμε την ατέλειωτη
Παρτίδα
Πιο ψυχρός εάν ειλικρινά
Ο πόλεμος σε μαύρα και λευκά

-επάνω στα εξήντα τέσσερα τετραγωνάκια
ήπειροι για όλους κι όλους δυό στρατούς--

Εσύ, κόκκινο, σήμερα δεν υπάρχεις
Και νικάνε τα λευκά τα δικά μου
Ή τα μαύρα δικά σου
Ας είναι όπως θέλεις
Αλλάζω χρώμα
Με εκείνο που εγώ είμαι:
Το καλύτερο!

(Μτφρ. Αλέξανδρος Σελλενίδης)

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Αλεξάνδρου ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, «Τα πεθαμένα κόλλυβα» (Διήγημα: «Άγια και Πεθαμένα». Β΄) Alexandros Papadiamantis, racconto: “I colivi morti” (Parte seconda)

Αλεξάνδρου ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, Διήγημα: «Άγια και Πεθαμένα». Μέρος Β΄
Alexandros Papadiamantis, racconto: “I colivi morti” (Parte seconda)*


(Συνέχεια από την ανάρτησι της 28ης Φεβρουαρίου, όπου το Α΄ μέρος)

......................................................................

«... Ήτο Παρασκευή της Α΄ εβδομάδος των Νηστειών, η προτεραία του Αγίου Θεοδώρου. Την πρωίαν εκείνην, εις την λειτουργίαν των Προηγιασμένων, προσεφέρετο αφθονία κολλύβων εις τους ναούς.
Τα προσφερόμενα κόλλυβα ήσαν όχι μόνον «πεθαμένα κόλλυβα», εις μνήμην των νεκρών, αλλά και εορτάσιμα κόλλυβα, προς τιμήν του Αγίου Θεοδώρου. Ψυχοσάββατον δέν είναι η ημέρα, αλλά μόνον Σάββατον σαρακοστιανόν, καθ’ όλα δε τα Σάββατα εν γένει γίνονται μνείαι των νεκρών μετά κολλύβων. Προσέτι, δεν είναι μνήμη «των Αγίων Θεοδώρων», αλλά μόνον του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, και όχι πάλιν η μνήμη αυτού, ήτις τελείται κατά την 17 Φεβρουαρίου, όπως η του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτου τη 8 του αυτού, αλλά μόνον «Ανάμνησις του διά κολλύβων γενομένου θαύματος παρά του Αγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος», ότε ο ασεβής τύραννος Ιουλιανός ο Παραβάτης ηθέλησε να μολύνη τους χριστιανούς, κατά την πρώτην εβδομάδα των Νηστειών, διά των ειδωλοθύτων {τα κρέατα που προσφέρονταν στους πιστούς μετά απο τις θυσίες }, εμφανισθείς δε ο Άγιος εις τον επίσκοπον παρήγγειλε να δώση κόλλυβα εις τους πιστούς να φάγουν, εξηγήσας άμα τί είναι τα κόλλυβα.
Εις τας μνήμας όλων των Αγίων προσφέρονται κόλλυβα τιμητικά, εορτάσιμα, εξαιρέτως δε κατά την εορτήν ταύτην του Αγίου Θεοδώρου, εις ανάμνησιν του θαύματος. Τα κόλλυβα δε ταύτα του Αγίου Θεοδώρου είχον και θαυματουργόν ιδιότητα διά τας κόρας του λαού.
Εάν είχε πίστιν εις τον Θεόν και ευλάβειαν εις τον Άγιον, ήρκει πάσα κόρη να λάβη μίαν δράκα εξ αυτών των αγίων κολλύβων και την νύκτα της Παρασκευής προς το Σάββατον να τα βάλη υποκάτω εις το προσκέφαλόν της, διά να ίδη καθ’ ύπνον ολοφάνερα τον μέλλοντα ευτυχή σύζυγόν της.
Εβασίζετο η δοξασία επί της παραδόσεως… Ο άγιος Μάρτυς Θεόδωρος εθεωρείτο ανέκαθεν ως ο ευρετής των απολωλότων και ο αποκαλυπτής των κρυφίων. Διηγούνται τα συναξάρια πώς είς άρχων είχε χάσει τον δούλον του, πώς προσήλθεν ικετεύων εις τον ναόν του Μάρτυρος, ο δε Άγιος συνέβη να λείπη την νύκτα εκείνην, διότι είχεν υπάγει, μεθ’ όλων των ταγμάτων των Αθλοφόρων, εις προϋπάντησιν της ψυχής του οσίου Ιωσήφ του υμνογράφου (ούτος είναι ο ποιητής του κατά τας ημέρας ταύτας ηχούντος εν τοις ναοίς «Χριστού βίβλον έμψυχον»), εξ ευγνωμοσύνης, διότι είχε τιμήσει δι’ ύμνων και εγκωμίων όλους τους Μάρτυρας∙ πώς την άλλην ημέραν επέστρεψεν ο Άγιος Θεόδωρος και αφού εξήγησε τον λόγον της απουσίας του και της βραδύτητος, απεκάλυψεν εις τον αιτούντα πού ευρίσκετο ο εξαφανισθείς δούλος.


Η θεια-Ζήσαινα είχεν υπάγει το πρωί εκείνο, σύνταχα, εις τον ναόν των Τριών Ιεραρχών. Μετά τον Όρθρον και τας Ώρας, ήρχισεν η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων. Εις την απόλυσιν εψάλη το τροπάριον και το κοντάκιον του αγίου Θεοδώρου και το «Τη πρεσβεία Κύριε», ο δε ιερεύς ελθών εις το προσκυνητάριον μετά θυμιατού ήρχισε να απαγγέλλη την ωραίαν και μεγαλοπρεπή ευχήν των εορτασίμων κολλύβων:
«Ο πάντα τελεσφορήσας τω λόγω σου, Κύριε, και κελεύσας τη γή παντοδαπούς εκφύειν καρπούς εις απόλαυσιν και τροφήν ημετέραν, ο τοις σπέρμασι τους Τρεις Παίδας και Δανιήλ των εν Βαβυλώνι αβροδιαίτων λαμπροτέρους αναδείξας, αυτός, πανάγαθε Βασιλεύ, και τα σπέρματα ταύτα συν τοις διαφόροις καρποίς ευλόγησον, και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας πιστούς δούλους σου αγίασον∙ ότι εις δόξαν σήν, Κύριε, και εις τιμήν και μνήμην του αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος, ταύτα προετέθησαν παρά των σών δούλων, και εις μνημόσυνον των εν ευσεβεία και πίστει τελειωθέντων».
Απήγγελλεν ακόμη ο παπα-Ζαχαρίας την ευχήν, και δεν είχεν αρχίσει ακόμη το «Μετά πνευμάτων δικαίων», διά να διαβασθούν και τα άλλα κόλλυβα, τα νεκρώσιμα, τα οποία ευρίσκοντο ολόγυρα, υπό την εικόνα του Χριστού, δεξιά, επί των βαθμίδων του τέμπλου, και τα ξυπόλυτα παιδιά του δρόμου, και τα αχτένιστα και άνιφτα φτωχοκόριτσα της ενορίας είχον συσπειρωθεί τριγύρω εις τας βαθμίδας, και εθορύβουν, και ησθάνοντο ακάθεκτον ορμήν ν’ αρπάσωσι κόλλυβα. Μίαν ζεμπίλαν αρκετά μεγάλην εκράτει εις την χείρα ο κυρ Προκόπης, ο επίτροπος, και την άλλην τεραστίαν ζεμπίλαν ο μπαρμπα-Δημητρός, πρώην επίτροπος, νύν νεωκόρος, όστις εφώναζε κι εχειρονόμει, προσπαθών να κατασιγάση το απειθάρχητον και αχαλίνωτον στίφος των παιδίων.
-Ήσυχα, βρε παιδιά, εψιθύριζε μαλακά ο κυρ Προκόπης. Όλοι θα πάρετε.
-Θα ησυχάσετε, βρε σεις, κλήρες {παλιόπαιδα}; έκραζεν ο μπαρμπα-Δημητρός. Θα σπάσετε τα ξένα πιάτα, κακό χρονάχετε! Μη χύνετε τα κόλλυβα κάτω, φωτιά να σας κάψη!… Ήσυχα… σταθήτε… δέ θα πάρει κανένας εδώ… Θα κάμετε τις πλάκες της εκκλησιάς σάν τα μούτρα σας… βρέ, πανούκλες! όξου! όξου!
-Όξου! έκραξε κι ο κυρ Προκόπης ο επίτροπος∙ όξου θα μοιρασθούν.
Ο μπαρμπα-Δημητρός έκυπτεν εν αγωνία, κι επάσχιζε ν’ αδειάση τα πιάτα δύο-δύο εις την ζεμπίλαν, και οι πανούκλες έπεφταν με τα μούτρα κι άρπαζαν με τες φούχτες των, κ’ εγέμιζαν τους κόλπους των υποκαμίσων των, προέχοντας ως πανιά τα οποία ο άνεμος φουσκώνει.
-Κακό μπουρίνι αυτό, μπαρμπα-Δημητρό, είπεν ο Γιάννης ο Ντάτσος, κύψας και αυτός ν’ αρπάση μίαν φούχταν κόλλυβα από την μεγάλην ζεμπίλαν.
-Μπουρίνι, καλά λές, Γιάννη, είπεν ο γερο-Δημητρός, συλλαβών την χείρα του Γιάννη και πιέζων αυτήν σφιχτά μέσα εις την ζεμπίλαν, διά ν’ αφήση τα κόλλυβα. Καλά το παρωμοίασες. Σαν τη βάρκα που θα πέση μέσα αέρας δυνατός και σαστίζει κανείς, τη σκότα να μαζέψη, το τιμόνι να μαντζαριστή {να χειριστή} ή το κουπί να δουλέψη.
Κ’ ενώ ηγωνίζετο ν’ αποκρούση την έφοδον του Γιάννη, από το άλλο μέρος τα παλιόπαιδα και τα φτωχοκόριτσα άρπαζαν ολόκληρα πιάτα κ’ εγέμιζαν τους κόλπους των ή τας ποδιάς των.
-Όξου! όξου! εφώναξε πάλιν ο κυρ Προκόπης, συλλαβών δύο μάγκας από το αυτί.
Ωφεληθείς από τον αντιπερισπασμόν, ο Αποστόλης ο Κακόμης, του ήρπασεν από την χείρα το δεύτερον ζεμπίλι, το μικρότερον, τάχα διά να τον ξελαφρώση.
-Εγώ τα μοιράζω, κυρ-Προκόπη, έκραξεν, εγώ∙ ησύχασε τουλόγου σου.


Τριγύρω εις το προσκυνητάρι, αφού ετελείωσεν η ευχή των κολλύβων των προς τιμήν του Αγίου, οι παπάδες έδωκαν από μίαν φούχταν κόλλυβα εις πολλές ενορίτισσες, οπού έκαμναν καρτέρι εκεί, θέλουσαι να λάβωσι κόλλυβα κατ’ απαίτησιν των θυγατέρων των ή των νεανίδων αδελφών των, όσαι επεθύμουν να ίδωσι την μοίραν των διά της θαυματουργού δυνάμεως των κολλύβων. Έτρεξαν εκεί και μάγκες και παλιοκόριτσα, αλλ’ ο παπα-Νικόλας, αφού έδωκεν ανά έν απλόχερον εις όσας επρόφτασαν και εκενώθη η μία σουπιέρα, έλαβε την άλλην σουπιέραν και την απεκόμισεν εις το ιερόν βήμα, με σκοπόν να στείλη κατ’ οίκους και εις άλλας ενορίτιδας.
Εν τω μεταξύ, η τεραστία ζεμπίλα, διά χειρών του μπαρμπα-Δημητρού, μετά πολλούς ωθισμούς και ελκυσμούς, έφθασεν αισίως έξω εις την υψηλήν πεζούλαν του νάρθηκος, όπου ο ορμαθός των παιδίων εκρεμάσθη τριγύρω εις την βράκαν του μπαρμπα-Δημητρού, ενώ η άλλη, η μικρή ζεμπίλα του Κακόμη, είχε ναυαγήσει εις τον μισόν δρόμον και διεσπάρησαν τα κόλλυβα εδώ κ’ εκεί εις τα μάρμαρα και εις το έδαφος της γης, κ’ έπεφταν με τα μούτρα τα παιδιά εν αλαλαγμώ και τα άρπαζαν. Μία πρώιμη κλώσσα με τα πουλάκια της και άλλαι παχείαι όρνιθες, ημίσεια δωδεκάς (όλαι αι όρνιθες της γειτονιάς ήσαν παχείαι, χάρις εις τα κόλλυβα), έτρεξαν κ’ έπεσαν εις τα κόλλυβα, έψαχναν, έφευγαν με φόβον και με αποκοτιάν, κ’ εγύριζαν, κ’ έτρωγαν με κλωγμούς και κικκαβισμούς δυσπίστους.
Και το σμήνος των παιδίων γύρω εις την βράκαν του Δημητρού εβόμβει κι έκαμνε φοβερόν θόρυβον, και δεν έπαυε ν’ ακούεται η κραυγή:
-Δώ μ’ κ’ εμένα μπάρμπα!
-Κ’ εμένα μπάρμπα!
-Τώρα πήρες εσύ!
-Εγώ δεν επήρα!
-Κ’ εγώ δεν επήρα!
Το παιδίον εδείκνυεν αφελώς τας χείρας του κενάς, πλην ο κόρφος εφούσκωνε∙ και το άλλο παιδίον, με το στόμα πλήρες, έκαμνεν όρκον ότι δεν επήρε.
Πολλοί άνδρες, εξελθόντες από τα μαγαζεία, πτωχαί γυναίκες, βαστούσαι νήπια εις τας ωλένας, ήλθον, κ’ έτεινον τας χείρας διά τα κόλλυβα.
Κ’ έλεγον:
-Θεός σχωρέσ’ ! Θεός σχωρέση!
-Δώ μ’ κ’ εμένα, μπάρμπα.
-Εγώ δεν επήρα!
-Μά το ναι και μά το ό;
-Μά το ψέμα π’ σε γελώ.
Το νέφος των παιδίων έβρεμεν ακόμη γύρω εις την ζεμπίλαν του μπαρμπα-Δημητρού, όταν εξήλθεν από τον ναόν η θεια-Ζήσαινα, διά να ζητήση και αυτή ολίγα κόλλυβα πεθαμένα, διά να σχωρέση. Εκείνα τα οποία της είχε δώσει, από τα κόλλυβα τα πανηγυρικά, ο παπα-Νικόλας, τα είχε δέσει καλά εις την μίαν άκρην της μεγάλης μανδήλας της. Είτα είχεν υπάγει προς το μέρος του τέμπλου, κ’ εκεί ευρέθη μία φίλη της κρατούσα έν πιάτον μισογεμάτον κόλλυβα. Της έδωκε κ’ εκείνη μίαν φούχταν.
Τα κόλλυβα ταύτα η θεια-Ζήσαινα τα εξέλαβεν επίσης ως άγια, όχι ως νεκρώσιμα, και ηθέλησε να τα δέση εις την ιδίαν άκρην της μανδήλας της, μαζί με τα άλλα. Τότε η γυνή της λέγει ότι ήσαν πεθαμένα τα κόλλυβα αυτά και δεν έπρεπε να βάλη μαζί άγια και πεθαμένα, διότι τότε εκείνη η κόρη, οπού θα τα έβαλλεν εις το προσκέφαλόν της, διά να ιδή την μοίραν της, θα έβλεπεν εις το όνειρόν της μόνον αποθαμένα πρόσωπα, αντί να ιδή τον πολυπόθητον μέλλοντα αρραβωνιαστικόν.
Η θεια-Ζήσαινα τα είχεν εκλάβει ως άγια, διότι ήσαν με αρτυμήν παρεσκευασμένα, δηλαδή με μείγμα μέλιτος και σεμιγδάλεως. Διότι μόνον τα εορτάσιμα κόλλυβα παρασκευάζονται κατά τον τρόπον τούτον. Τα νεκρώσιμα είναι καθαρόν βρασμένον σιτάρι, στολισμένα μόνον με ολίγους σταυρούς από σταφίδας, με κοφέτα ή με λοβιά από ρόδι, εις την επιφάνειαν. Κάποια όμως ξένη, λιμενάρχαινα ίσως ή ειρηνοδίκαινα, μή γνωρίζουσα το γνήσιον έθιμον του τόπου, είχε κατασκευάσει με τοιούτον άρτυμα τα νεκρώσιμα κόλλυβα, τα οποία είχε στείλει εις την εκκλησίαν. Και εκ των κολλύβων εκείνων της έδωκεν της θεια-Ζήσαινας η πτωχή γυνή, ήτις είχεν επιφορτισθή από την αρχόντισσαν ξένην το κουβάλημα της προσφοράς και των κολλύβων και την επιστροφήν του πιάτου και του προσοψίου εις την οικίαν.


Λοιπόν η Ζήσαινα τα έδεσε χωριστά, τα κόλλυβα ταύτα, εις άλλην άκρην της μανδήλας της, λέγουσα ότι θα εφίλευε τα πτωχά εγγονάκια της, και αυτή εξήλθεν εις τον πρόναον διά να λάβη και ολίγα άλλα απλά νεκρώσιμα κόλλυβα, διά να φάγη και να είπη Θε-σχωρές και αυτή. Όταν όμως έφθασεν εις την οικίαν της, και ηθέλησε να δώση τα άγια κόλλυβα εις την ανύπανδρον κόρην της, διά να ιδή την μοίραν της αύτη, είχε συγχύσει τους δύο κόμβους και δεν εγνώριζε πλέον ποίον κομπόδεμα περιείχε τα άγια και χαρμόσυνα κόλλυβα και ποίον τα πένθιμα και πεθαμένα. Διότι και τα δύο ήσαν παρεσκευασμένα με αρτυμήν.
Και μισήν ώραν ύστερον, όταν ήλθε προς την Σειραϊνώ (ήτις ήτο όχι απλώς γειτονοπούλα αλλ’ αρχοντοπούλα και προστάτις δι’ αυτήν), φέρουσα και δι’ αυτήν ολίγους κόκκους, αυθορμήτως, χωρίς να παρακληθή προς τούτο, αλλ’ απλώς διά να φανή υποχρεωτική, δεν ήτο πλέον βεβαία αν τα κόλλυβα τα οποία έδιδεν ήσαν πράγματι άγια ή ήσαν πεθαμένα.
Το Σειραϊνώ δεν είχε φροντίσει διά κόλλυβα. Δεν είχε την τόλμην των πολλών κορασίδων, διά να περιεργάζεται και να πολυπραγμονή εις τα τοιαύτα, πλήν, αφού αυθορμήτως της έφεραν κόλλυβα, τα εδέχθη και αυτή.
Δέν ήτο ικανή να κάμη εκείνο το οποίον ήκουεν ότι έκαμναν άλλαι ομήλικές της, και το οποίον πολύ ωμοίαζε με μάγια, ας είχε και ευλαβείας επίχρισμα. Να εξέλθη διά νυκτός εις την αυλήν, κρατούσα μαυρομάνικον μαχαίριον, ν’ αυλακώση δι’ αυτού την γην, να σπείρη τα κόλλυβα, και να περιέλθη τρείς γύρες ψιθυρίζουσα:
Άι μ’ Θόδωρε καλέ,
κι καλέ κι ταπεινέ,
απ’ την έρημο περνάς,
κι τις μοίρες χαιρετάς.
Αν βρής κ’ εμέ τη μοίρα μου, να μου την χαιρετίσης.
Αλλά θα εφήρμοζε την απλουστέραν μέθοδον. Θα έβαλλε τα κόλλυβα υποκάτω από το προσκέφαλόν της και ίσως έβλεπε κανέν όνειρον.
Είδεν όνειρα.


Πρόσωπα, προσωπάκια πολλά, χλωμά, μικρούτσικα, με σφαλιστά μάτια. Είδε κοράσια μικρά, αδελφάς της, εξαδέλφας της, θυγάτρια γειτονισσών, όλας αποθαμένας. Είδε στεφάνους από νεκρολούλουδα, στεφάνους παρθενικούς, με θυμιάματα και με ακτίνας. Και ένα στεφάνι, το στεφάνι το ιδικόν της, της έφευγεν από την κόμην την καστανήν και ανέβαινε προς τον ουρανόν, εν μέσω αίγλης και μαρμαρυγής και δόξης αφάτου.
Τα κόλλυβα, τα οποία της είχε δώσει η Ζήσαινα, μή ήσαν πεθαμένα;
Τέλος, είδε και έν πρόσωπον ζωντανόν∙ ένα νέον, περί του οποίου είχεν εκφρασθή άλλοτε ότι θα τον επροτίμα ως γαμβρόν ο πατήρ της.
Είδε το πρόσωπον τούτο, αλλ’ ωσάν εις ταξίδι και ως να ήσαν έτοιμοι προς χωρισμόν. Αυτή τάχα ήτον έτοιμη να φύγη, κ’ εκείνος έμενεν∙ έλεγεν ότι ήθελε μείνει δι’ ολίγον καιρόν. Και της έδιδε μαζί της ως εφόδιον έν μαραμμένον και φυλλορροούν γαρόφαλον από την ιδίαν γάστραν της. Και αυτή έγινε περίεργη να μετρήση τα μαραμμένα φύλλα του και τα εύρε σαράντα.


Τον Ιούνιον του επιόντος έτους ετελείτο ο γάμος της Σειραϊνώς μετά του νέου τον οποίον είχεν ιδεί εις τον ύπνον της.
Τον επόμενον Ιούλιον, μετά σαράντα ακριβώς ημέρας, η Σειραϊνώ, η λευκή και άχολος περιστερά, έφευγεν από τον κόσμον τούτον φθισική και μαραμμένη.
Τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου της είχαν αποκαλύψει διπλήν την μοίραν της. Είθε ο νυμφικός στέφανος, τον οποίον δεν επρόφθασε να χαρή, είθε ο στέφανος ο παρθενικός, τον οποίον της ηρνήθησαν επί της νεκρικής κλίνης οι άνθρωποι, να την στέφη διπλούς και αμάραντος εις τον άλλον κόσμον».


(1896)





{Το κείμενο ακολουθεί την κριτική έκδοσι του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου (βλ. προηγούμενη ανάρτησι) με ελάχιστη επέμβασι στην ορθογραφία του μεγίστου Διηγηματογράφου μας (την –θεωρούμενη από μάς περιττή- υπογεγραμμένη, και το πολυτονικό –το οποίο, όπως έχουμε δηλώση ναί μέν εκτιμούμε, αλλά δέν το υιοθετούμε, κρατώντας ως ΠΡΟΤΑΣΙ για την ΚΟΙΝΗ νεοελληνική μας γλώσσα μόνο τον ΦΥΣΙΚΟ ΤΟΝΟ της ελληνικής και την αδικημένη ΔΑΣΕΙΑ. Ως προς το τελευταίο, πάντως, δέν έχουμε ΑΚΟΜΗ επιλύση το πρόβλημα με το πληκτρολόγιο)}.


*Nota per gli amici Italiani:
“Colivi” (in Greco Κόλλυβα), sono una specie di dolce fato di grano bollito –anche con l’ aggiunta di altri semi- che si offre in piccole quantita’ in chiesa ortodossa, durante le commemorazioni dei defunti.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

SALVATORE QUASIMODO: 3+1 POESIE TRADOTTE IN GRECO MODERNO. ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΣΕ 3 + 1 ΠΟΙΗΜΑΤΑ TOY ΣΑΛΒΑΤΟΡΕ ΚΟΥΑΖΙΜΟΝΤΟ

SALVATORE QUASIMODO: 3+1 SUE POESIE TRADOTTE IN GRECO
Μικρή προσωπική ανθολόγηση –Απότισι τιμής στα 40χρονα του θανάτου του Μεγαλοελλαδίτη Ιταλού Νομπελίστα (1959):

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΣΕ 3 + 1 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΑΛΒΑΤΟΡΕ ΚΟΥΑΖΙΜΟΝΤΟ (1901-1968)



Non ho perduto nulla (Dare e avere, 1966)

Δεν έχω τίποτα χάσει

Είμαι ακόμα εδώ, ο ήλιος γυρίζει
στα νώτα όπως ένα γεράκι και η γή
επιστρέφει την φωνή μου στην δική σου.
Και ξαναρχίζει ο όχι αόρατος χρόνος
στο μάτι που ανακαλύπτει το φώς.
Δεν έχω τίποτα χάσει.
Χάνω ίσον πηγαίνω πιο πέρα
από ένα διάγραμμα ουράνιο
μακριά από κινήματα ονείρων, ένα ποτάμι
γεμάτο από φύλλα.


I soldati piangono di notte (Ancora dell' inferno, 1958)
Οι στρατιώτες κλαίνε νύκτα

Ούτε ο Σταυρός ούτε η παιδική ηλικία φτάνουνε,
το σφυροκόπημα του Γολγοθά και οι αγγελικές
αναμνήσεις, να συντρίψουν τον πόλεμο.
Οι στρατιώτες κλαίνε νύκτα
πριν πεθάνουν, είναι δυνατοί, πέφτουν
στα πόδια λέξεων που μάθανε
όντες υπο τα όπλα της ζωής.
Αριθμοί κληρωμένοι εραστές, στρατιώτες,
ανώνυμοι κοχλασμοί δακρύων.


.
.
.

Πέρα
από τις κυματιστές γραμμές των λόφων


Δεν σου διέφυγε η ζωή δια μέσου σολομωνικών
ή υβριδικών συμβόλων του ζωδιακού ή συλλαβών,
ή αριθμών διατεταγμένων να ανακαλύπτουν
τον κόσμο. Όμως υπήρξες δεσμώτης κατάδικος
να μετράς, με την άμμο και το αίμα,
τις σιωπές, αυτές τις φωνές του θανάτου,
πέρα από τις κυματιστές γραμμές των λόφων.


'
'
'

Ακούγεται ακόμα η θάλασσα

Ήδη εδώ και νύκτες ακούγεται ακόμα η θάλασσα,
ανάλαφρη, πάει και έρχεται, στην υγρή γλιστερή αμμουδιά.
Ηχώ μιας φωνής μές στο μυαλό κλεισμένης
που πάει στον χρόνο πίσω. Κι αυτό το παράπονο
το επίμονο των γλάρων: ίσως
για τα πουλιά των πύργων, που τα σπρώχνει
προς τα πεδινά ο Απρίλης . Ήδη
εσύ ήσουν κοντά μου με την φωνή εκείνη.
Κι εγώ επιθυμούσα να ’ρχότανε τώρα
και σε σένα η ηχώ από ’μένα μιας θύμησης, όπως
εκείνο εκεί το σκοτεινό μουρμούρισμα του φλοίσβου.

Traduzione: Alessandro Soilemesis

Τρίτη 10 Ιουνίου 2008

"ΤΟ ΟΜΑΔΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ": ΕΝΑ ΚΟΥΙΖ. "IL GIOCO A SQUADRE".QUIZ: DI CHI LETTERATO GRECO E' IL BRANO?

Επ’ ευκαιρία τής σημερινής αναμέτρησης της εθνικής ποδοσφαιρικής μας ομάδας στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα 2008 (ή χυδαϊστί-γκρεκυλιστί: "γιούρο¨) στην Αυστρία, προδημοσιεύουμε ένα κείμενο ενός μεγάλου Λογοτέχνη μας με θέμα το ομαδικό παιχνίδι και τα ομαδικά αθλήματα, υπο τύπον «Διαγωνισμού Γνώσεων».
QUIZ: A qual nostro grandissimo letterato appartiene il testo seguente dal titolo: "Il Giuoco in Gruppo"?
"ΚΟΥΙΖ:
Σε ποιόν, λοιπόν, μεγάλο νεοέλληνα λογοτέχνη ανήκει το ακόλουθο κείμενο;

ΤΟ ΟΜΑΔΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

"Στα ομαδικά αθλήματα μαθαίνεις να ’σαι έτοιμος, να συγκρατιέσαι, να περιμένεις
στην κατάλληλη στιγμή, να θυσιάζεις τις ατομικές χαρές ή προτιμήσεις για τα
συμφέροντα της ομάδας. Μαθαίνεις να προσαρμόζεις τις ιδιότητές σου στις ανάγκες του συνόλου, να εκμεταλλεύεσαι, όσο μπορείς, για τη νίκη τα ελαττώματα και τα προτερήματά σου. Με τη μέθοδο αυτή μονάχα μπορείς ν’ ασκηθείς για το μεγάλο
παιχνίδι, αργότερα, της δημόσιας ζωής.

Για να φτάσεις στο υψηλό αυτό κορύφωμα της άσκησης, πρέπει καλά να ξέρεις τον εαυτό σου, να ξέρεις τον διπλανό σου, να ξέρεις κι ολάκερη την ομάδα, όπου ανήκεις. Κι όχι μονάχα αυτό: να ξέρεις και την αντίπαλή σου ομάδα. Να μην την περιφρονάς, να τη σπουδάζεις με αμεροληψία και σέβας, να ξέρεις καλά τις αρετές και τις δυνάμεις της, για να οργανώσεις ανάλογα και σύ τις αρετές και τις δυνάμεις σου και να μην χάσεις το παιχνίδι.
Κι ακόμα τούτο το σημαντικότατο, που αποτελεί το πιο κρυφό, το πιο πανάρχαιο τέρμα του παιχνιδιού: να ξέρεις πως κι η αντίθετη ομάδα στο βάθος δεν είναι αντίμαχη, συνεργάζεται μαζί σου, γιατί χωρίς αυτή δε θα υπήρχε παιχνίδι.
Ό,τι αγνότατα ηθικό μπορεί να μας μάθει το παιχνίδι είναι τούτο: ο ανώτατος σκοπός του παιχνιδιού δεν είναι η νίκη, παρά πώς, από ποιους δρόμους, με ποια προπόνηση, με τί πειθαρχία, ακολουθώντας αυστηρά τους νόμους του παιχνιδιού, να μάχεσαι για τη νίκη.


(...) προσπαθούσα να βρω τους θεμελιακούς νόμους τής άσκησης. Βρήκα τέσσερις:
1. Να ασκείς το σώμα και την ψυχή ως άτομο, ανεξάρτητα από την ομάδα.
2. Ν’ ασκείς το σώμα και την ψυχή ως άτομο μέσα στην ομάδα τη δική σου.
3. Ν’ ασκείς το σώμα και την ψυχή αναφορικά με την αντίπαλη ομάδα.
4. Ν’ ασκείται ολάκερη η μια ομάδα αναφορικά με ολάκερη την άλλη ομάδα.


Η ζωή είναι παιχνίδι σαν το τένις, σαν το γκολφ. Δεν παίζεις μόνος σου, παίζεις με άλλους. Έχεις ευθύνη απέναντι σε όλους τους συντρόφους του, όλοι σου οι σύντροφοι έχουν ευθύνη απέναντί σου. Άτομο κι ομάδα είναι ένα. Το παιχνίδι έχει νόμους. Όποιος θέλει να παίζει, οφείλει να ξέρει τους νόμους αυτούς και να τους σέβεται. Αν δεν ξέρει τους νόμους ή αν δεν θέλει να τους σέβεται, δεν είναι άξιος να λάβει μέρος στο παιχνίδι. Μέσα στον κύκλο που χαράζουν οι νόμοι είναι απόλυτα λεύτερος. Κανένας, μήτε ο βασιλιάς, δεν έχει δικαίωμα να επέμβει. Μπορεί οι νόμοι αυτοί να είναι παλιωμένοι ή στραβοί ή αυθαίρετοι. Δεν έχει σημασία. Το σπουδαίο είναι, κι αυτό γυμνάζει την ψυχή του ανθρώπου, να τους υπακούς.
Δεν πρέπει να ντρέπεσαι πως νικήθηκες, πρέπει να ντρέπεσαι μονάχα όταν έπαιξες κακά και γι’ αυτό νικήθηκες ή – κι αυτό είναι το χειρότερο – πρέπει να ντρέπεσαι όταν νίκησες παίζοντας κακά ή άτιμα."


ΣΗΜ. Το κείμενο (στην πλήρη του μορφή) πρόκειται να δημοσιευθή οσωνούπω στο περιοδικό μας «Νέος Παλαμήδης».

Υπογράφοντας κάτω απο την υπογραμμισμένη-τονισμένη τελευταία παράγραφο του κειμένου τού κορυφαίου μας λογοτέχνη, ευχόμαστε στην Εθνική μας ποδοσφαιρική ομάδα ΝΙΚΗ με ΕΥ ΑΓΩΝΙΖΕΣΘΑΙ!

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

@ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ: ΚΕΙΜΕΝΟ Μ. ΓΚΑΝΑ UN TESTO DI Michalis GANAS

Ένα καταπληκτικό κείμενο του εξαίρετου ποιητού μας Μιχ. Γκανά (1994 Κρατικό Βραβείο Ποίησης) έφτασε στα χέρια μας από μια φίλη μας, την Νίκη, και - μετά από ένα πρώτο προβληματισμό σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα, άδειες κλπ - δεν μπορούμε να αντισταθούμε στην εσωτερική ανάγκη να το αναδημοσιεύσουμε. Για να μοιραστούμε την συγκίνησι…


Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;
Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν. ΄Ολα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της «πού τα ’μαθες αυτά μωρέ γυναίκα;»

Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, έτσι που κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια.
΄Ετσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.
Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και τα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.
Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ’πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.
Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει. Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά το ένα μέσα στο άλλο, «κοίτα, λέει, που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα» και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ’χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

"IMAGINE A GAME" ΠΟΙΗΜΑ (Μετάφρασι). UNA POESIA INGLESE TRADOTTA


Προ καιρού είχαμε, μεταξύ άλλου σχετικού υλικού, εντοπίση ένα στιχούργημα εις την αγγλική με θέμα το ΣΚΑΚΙ και είχαμε παρακαλέση την κ. Κωνσταντινίδου να μας το μεταφράση. Όπερ και έγινε. Ευκαιρία, λοιπόν σήμερα, στην γιορτή της να το αναρτήσουμε εδώ. Το ποιητικό περιεχόμενο του κειμένου, που πρωτοτύπως υπογράφεται από τινα KENNY M., είναι μάλλον ελάχιστο, αλλά το στιχούργημα έχει το ενδιαφέρον του.
*******************************
ΦΑΝΤΑΣΟΥ ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Φαντάσου ένα παιχνίδι τόσο ισχυρό
που να σε εκστασιάζει.

Φαντάσου ένα παιχνίδι τόσο δεσμευτικό
που να μην μπορείς ποτέ να τερματίσεις.

Φαντάσου ένα παιχνίδι που θα σε κάνει
να πηδάς από την χαρά της νίκης.

Φαντάσου ένα παιχνίδι που να χρειάζεται πραγματικά
κότσια να το παίξεις: το εγώ σου είναι στην κόψη.

Φαντάσου ένα παιχνίδι που να μπορείς ζωντανά
και μ’ οποιονδήποτε στον κόσμο να παίξεις.

Φαντάσου ένα παιχνίδι τόσο «πνευματικό»,
που οι ικανότεροι σ’ αυτό ν’ αποκαλούνται “masters”.

Φαντάσου ένα παιχνίδι τόσο ανοιχτό,
που ό,τι κάνει ο αντίπαλός σου να μπορείς να βλέπεις.

Φαντάσου ένα παιχνίδι τόσο λογικό,
που να μην εμπλέκεται η όποια τύχη.

Tο ωραίο; δεν χρειάζεται να εικάζεις ποιό είναι το παιχνίδι:
Του κόσμου το καλύτερο για δύο είν’ το ΣΚΑΚΙ - στό ’πα ήδη.


KENNY M.
(Μετάφραση: Ζωή ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ)