Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

Το «Εθνικιστικό Παραλήρημα» του ...Διαχειριστή! … (Titolo del post provvisorio...)

Σ.Σ. Ο τίτλος (όπως ελπίζω) θα εξηγηθή εν καιρώ!

...........................................................................


ΤΟ ΕΘΝΟΣ, ὅπως τό γνωρίζουμε σήμερα, ἀποτελεῖ παραδοσιακά τήν κορυφαία μορφή κοινωνικοῦ σχηματισμοῦ. Αἰῶνες πρίν ὁ Ἡρόδοτος περιέγραψε τίς ἀόρατες κλωστές πού τό δένουν: «τό ἑλληνικόν, ἐόν ὅμαιμόν τε καί ὁμόγλωσσον, καί θεῶν ἱδρύματά τε κοινά καί θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα».

Σέ ἀντίθεση μέ κράτη ὅπως οἱ Ἡνωμένες Πολιτεῖες πού αὐτοπροσδιορίζονται ἐσφαλμένα ὡς “one great nation”, ἡ Ἑλλάδα κατέχει τό προνόμιο τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Κι αὐτό, γιατί στηρίζεται στό ὅμαιμο, τό ὁμόγλωσσο, τό ὁμόδοξο καί τό ὁμότροπο τοῦ Ἡροδότου, δηλαδή σέ συστατικά πού σχημάτισαν τήν συμπαγῆ ἑλληνική ὀντότητα, ἡ ὁποία ἄντεξε ἐν πολλοῖς μέσα στόν χρόνο. Ἐάν ὑπῆρχε ἕνα ὑποθετικό ἐγχειρίδιο ὁδηγιῶν ἀποδόμησης ἑνός ἔθνους, αὐτό θά περιελάμβανε ὅλες τίς διαβρωτικές τακτικές πού κατά καιρούς ἔχουν ἐφαρμοστεῖ στήν περίπτωση τῆς Ἑλλάδας.Ἡ ὕποπτη προβληματική πού ἀναπτύχθηκε πάνω στήν ἔννοια τοῦ ἔθνους ἀποτέλεσε προπέτασμα σκοπιμοτήτων, προερχόμενων εἴτε ἀπό δῆθεν προοδευτικές, ἀριστερόστροφες δυνάμεις, εἴτε ἀπό ἀδίστακτους χρηματοοικονομικούς λακέδες.

Στό λεξικό τοῦ μέλλοντος, ὁ ὅρος «ἐθνομηδενισμός» θά καταγραφεῖ ὡς μιά ἑλληνική μέθοδος συστηματικῆς διάβρωσης, πού μετέρχεται στρεβλές ἤ δόλιες ἀντιλήψεις, μέ σκοπό νά ροκανίσει τά ἐθνικά θεμέλια.

Πρῶτο θῦμα τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ εἶναι φυσικά τό «ὅμαιμον», δηλαδή ἡ κοινή καταγωγή. Τήν ἴδια στιγμή οἱ ὑπέρμαχοι τῆς διάβρωσης καλωσορίζουν τίς μεταναστευτικές εἰσροές, ἐπικαλούμενοι θολά «ἀνθρωπιστικά» προσχήματα.

Ἄν σκεφτοῦμε ὅτι κατά τήν τετραετία 2015-2019 εἰσέρρευσαν στήν πατρίδα 1.200.000 μετανάστες, τήν ὥρα πού 500.000 Ἕλληνες ἐγκατέλειπαν τήν χώρα, καταλαβαίνουμε πόσο διευκολύνθηκε τό ἔργο τοῦ ἀφελληνισμοῦ. Δέν πρέπει βέβαια νά ξεχνᾶμε ὅτι τό δημογραφικό πρόβλημα τῆς Ἑλλάδας, πού καταγράφεται ὑπογεννητικότητα μέ δείκτη γονιμότητας στό 1,38 καί μέ γήρανση τοῦ πληθυσμοῦ κοντά στό 23%.

Πέρα ἀπό τό ὅμαιμο ὅμως, ἡ περιθωριακή «προοδευτική» προπαγάνδα ἐπιχειρεῖ συστηματικά νά ἀκουμπήσει καί τούς ἄλλους τρεῖς συνεκτικούς κρίκους τῆς ἐθνικῆς μας ὑπόστασης. Τό «ὁμόγλωσσο» βάλλεται μέσα ἀπό τήν ὁμογενοποιημένη κουλτούρα τῆς παγκοσμιοποίησης καί τήν φτωχοποίηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Τό «ὁμόδοξο», μέσα ἀπό τήν ἀντιμετώπιση τῆς ὀρθόδοξης πίστης ὡς γραφικότητα ἤ ὑποκρισία. Τό «ὁμότροπο», μέσα ἀπό τόν ὑποβιβασμό τῶν ἠθῶν, τοῦ πολιτισμοῦ καί τῶν παραδόσεων, πού ἀντιμετωπίζονται ὡς παρωχημένα.

Ἀπώτερος σκοπός τῆς διάβρωσης εἶναι ἡ ἐπικράτηση ἑνός θολοῦ, μίζερου τοπίου, ἑνός ἄχρωμου καμβᾶ ὅπου μέ εὐκολία θά ἐφαρμόζεται μιά μαζική κουλτούρα ἐπιβολῆς ὅλων ὅσα ὑπαγορεύονται ἀπό τά ἑκάστοτε κέντρα ἐξουσίας.

Ὡστόσο ἡ ἀπόπειρα ἅλωσης τῆς ἐθνικῆς μας συνείδησης μοιάζει πρακτικά μάταιη. Ὄχι μόνο γιατί τό DNA μας μετράει χιλιάδες χρόνια ζωῆς καί δημιουργίας πάνω στόν πλανήτη, ἀλλά καί ἐπειδή ἔχουμε τήν δύναμη νά ἀντιδράσουμε.

(...)

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

ΚΡΑΤΗ, ΕΘΝΗ, ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ στην αρχή του 20ου Αιώνα: Άρθρο Μάριου Κωστάκη στο Ελ. Κε. Δ. Α. Μέρος Γ΄

Το τρίτο και τελευταίο μέρος της ανάλυσης του Μάριου Κωστάκη, περί εθνών, κομματικών σχηματισμών και πολιτών. Όπως διαπιστώνετε, στο κείμενο αυτού του πολιτικού επιστήμονα γίνεται λόγος για νέα μοντέλα διακυβέρνησης, καινούργια πολιτειακά και πολιτικά σχήματα ενδεχομένως και μεταεθνικού χαρακτήρα. Αρκετά πράγματα πιστεύουμε πως εξηγούνται για την προϊούσα αποδόμησι του εθνικού χαρακτήρα του κράτους στην πατρίδα μας.


ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ
Οι κυριότερες μορφές συνομαδώσεων που κυριάρχησαν στην ιστορία ως βασικοί κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί, ειδικά τους δύο τελευταίους αιώνες, τα έθνη και τα κόμματα, παρουσιάζουν στοιχεία κόπωσης ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
Τα κόμματα αντιμετωπίζουν την προϊούσα συρρίκνωση του κοινού στο οποίο μπορούν να απευθύνονται. Οι άνθρωποι απομακρύνονται από την πολιτική τουλάχιστο με τη μορφή του κομματικού ανταγωνισμού στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Πρόκειται για γενικότερο κοινωνικό φαινόμενο που σχετίζεται με την αλλοτρίωση και την αποστασιοποίηση που δημιουργεί μια ολοένα και πιο πολύπλοκη κοινωνία η οποία έχει συνδέσει την χωρίς όρια οικονομική ανάπτυξη με τον ατομικισμό. Αναμενόμενο είναι οι συλλογικότητες να φθίνουν.
Στην προσπάθειά τους να απαντήσουν στην πρόκληση αυτή τα ίδια τα κόμματα έχουν μεταβληθεί: επιδιώκουν μέσα από την πολυσυλλεκτικότητα να ενσωματώσουν όσο το δυνατό περισσότερα αιτήματα, ανεξάρτητα από το πόσο ετερόκλητα είναι αυτά, με στόχο να αυξήσουν την πελατεία τους. Έχουν έτσι χάσει τη σημασία τους τα ιδεολογικά επιχειρήματα που προέβαλαν στο παρελθόν και που τα χρησιμοποιούσαν ως όπλα σε ένα πραγματικό, τότε, αγώνα αντιπαράθεσης. Το αποτέλεσμα είναι οι πολιτικές να συγχέονται μεταξύ τους και οι πολίτες να θεωρούν «όλους ίδιους» και να αποδοκιμάζεται η πολιτική ως μία δαπανηρή αλλά ανώφελη διαδικασία που δεν μπορεί να φέρει αλλαγές σε καμία κατεύθυνση.
Τα έθνη βρίσκονται επίσης σε κρίση. Εννοείται, βεβαίως εδώ, τα «δυτικά» έθνη, τα οποία από τη μια πλευρά έχουν ολοκληρωθεί ως εδαφικές και κρατικές οντότητες και απ’ την άλλη οι κοινωνίες τους
έχουν στραφεί μονομερώς προς την οικονομική προσπάθεια, η οποία επιδιώκει την παγκοσμιοποίηση, υπακούοντας τυφλά στα κελεύσματα της αγοράς και κάνει τα έθνη – κράτη να φαίνονται σαν απολιθώματα.
Η πραγματικότητα αυτή είναι πολύ διαφορετική για τον υπόλοιπο κόσμο. Ακόμη και στην Ευρώπη (έστω και «ανατολική», π.χ. Βοσνία) ζούμε μια αναβίωση του έθνους και του εθνικισμού.
Στις δυτικές κοινωνίες πάντως το κλίμα της γενικευμένης αμφισβήτησης, της απομυθοποίησης, του πλουραλισμού και της διαρκούς προβολής του κοσμοπολιτισμού έχει φθείρει την έννοια του έθνους και την απήχηση των εθνικισμών. Την πρωτοβουλία στον τομέα αυτό, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο έχει
μια ανορθόδοξη πολιτική και κοινωνική συμμαχία μεταξύ αριστερών οπαδών των δικαιωμάτων και φιλελευθέρων δυνάμεων της αγοράς.
Τα έθνη, τα κόμματα και κάθε άλλη συνομάδωση του παρόντος για να επιζήσουν στο μέλλον θα πρέπει είτε να προσαρμοστούν είτε να μεταλλαχθούν
.

Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αναμένουμε ολοκληρωτική εξαφάνιση των συνομαδώσεων και της συλλογικότητας στις συμπεριφορές. Όχι μόνο κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε ένα εφιαλτικό κόσμο ολοκληρωτικής ιδιωτείας, αλλά όπως είδαμε σε προηγούμενα σημεία, θα ήταν αντίθετο με την συνήθη ανθρώπινη συμπεριφορά και φύση, τουλάχιστο όπως τη γνωρίζουμε μέχρι τώρα.
Μπορούμε, μέσω των σημερινών τάσεων, να διερευνήσουμε (ενδεχομενικά) τις μελλοντικές εξελίξεις.
Η παρακμή των εθνικών κρατών μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερες ενότητες, όπως διαφαίνεται σήμερα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αμφισβητήσιμο, όμως, κατά πόσο θα καταστεί δυνατή μία ταυτότητα για όλη την Ευρώπη. Γιατί μόνο τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα νέο ομογενοποιημένο κοινωνικό σχηματισμό, μία συνομάδωση. Διαφορετικά θα παραμείνει αυτό που είναι σήμερα, ένας οικονομικός συνεταιρισμός μεγάλης κλίμακας.
Ακόμη περισσότερο απίθανη είναι η εκδοχή του S. Huntington που αναφέρεται στο βιβλίο του «Η σύγκρουση των πολιτισμών».
Η προσδοκία ότι τόσο μεγάλα ανθρώπινα σύνολα όσο οι «πολιτισμοί», θα ενοποιηθούν, αγνοεί επιπόλαια τις μεγάλες αντιθέσεις στο εσωτερικό τους.
Η αντίστροφη τάση για σύνολα μικρότερα του έθνους – κράτους δείχνει ισχυρότερη. Πρόκειται για μία μορφή τοπικισμού σε περιφερειακό επίπεδο (Regionalism) η οποία κατά περίπτωση θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ως εθνικισμό μικρής κλίμακας ή όψιμο εθνικισμό. Σε πολλές περιοχές της Ευρώπης (π.χ. Σκωτία, Ουαλία, Χώρα των Βάσκων, Καταλωνία, Βρετάνη, Βαλωνία, Φλάνδρα) εμφανίζεται ένα ενδιαφέρον από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού για τον τοπικό πολιτισμό, την τοπική γλώσσα ή διάλεκτο, τις τοπικές ιδιαιτερότητες και την ταυτότητα.
Δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε, λοιπόν, το ενδεχόμενο μίας Ευρώπης των περιφερειών αύριο και ενός κόσμου των περιφερειών μεθαύριο.
Σε ακόμη μικρότερη κλίμακα εμφανίζεται η κίνηση υπέρ της διαβίωσης σε μικρές κοινότητες (Κοινοτισμός). Παρόλο που στους χώρους της διανόησης βρίσκει πολλούς οπαδούς, που την βλέπουν σαν πιθανή λύση στα προβλήματα των χαοτικών μεγαλουπόλεων, είναι μάλλον ουτοπική αφού οι εξελίξεις στις οποίες ανθίσταται είναι τετελεσμένες και μη αντιστρεπτές.
Η υποχώρηση των κομμάτων επέτρεψε σε άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς να δημιουργηθούν. Εμφανίστηκαν νέα κόμματα με αιτήματα που ξέφευγαν από τους συνηθισμένους άξονες: π.χ. οικολογικά, φεμινιστικά. Σύντομα όμως, έγινε αντιληπτό ότι και αυτά εισπράττουν σε μεγάλο βαθμό την αποξένωση και αποχή από την πολιτική.
Περισσότερη τύχη στη Δύση, φαίνεται ότι θα έχουν τα «μονοθεματικά» νέα κοινωνικά κινήματα. Πρόκειται για κινήματα αυτοπεριοριζόμενα σε ένα θέμα – αίτημα με κοντινό συνήθως χρονικά και τοπικά ορίζοντα (π.χ. η απαγόρευση των αμβλώσεων). Τα κινήματα αυτά καταφέρνουν να συγκεντρώσουν το ενδιαφέρον πολλών πολιτών, αλλά λόγω της περιορισμένης τους εμβέλειας, δεν μπορούν να παράγουν ιδεολογία, να δημιουργήσουν ταυτότητα και να διαρκέσουν.
Ίσως οι εξελίξεις να είναι ακόμη περισσότερο «εξωτικές». Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα μπορεί να αισθάνεται και να ανήκει ιδεολογικά και υπαρξιακά σε ένα σχηματισμό που θα αναφέρεται αποκλειστικά στην εταιρεία που εργάζεται. Τέτοια φαινόμενα έχουν ήδη ξεκινήσει στην Ιαπωνία όπου οι εργαζόμενοι ζουν σε συνοικίες της εταιρείας, αγοράζουν από τα καταστήματά της, παρακολουθούν τα θεάματά της, ντύνονται με τη μόδα που έχει καθιερώσει κ.λ.π. Ή, σε διαφορετική περίπτωση, ο νεαρός κάτοικος της μεγαλούπολης μπορεί να ταυτίζεται με την συμμορία της συνοικίας του μέσα στην οποία μεγάλωσε.
Όποια μορφή και αν πάρουν οι συνομαδώσεις των ανθρώπων στο μέλλον δεν φαίνεται πιθανό ότι θα ξεφύγουν από το πλαίσιο των αρχικών διαπιστώσεων του άρθρου.


Μάριος Κωστάκης

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

ΚΡΑΤΗ, ΕΘΝΗ, ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ στην αρχή του 20ου Αιώνα: Άρθρο Μάριου Κωστάκη στο Ελ. Κε. Δ. Α. Μέρος Β΄

[ΕΘΝΗ ΚΑΙ ΚΟΜΜΑΤΑ: ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ]

Συνεχίζουμε την αναδημοσίευσι της ανάλυσης του πολιτικού επιστήμονα Μάριου Κωστάκη μετά από το προηγηθέν πρώτο μέρος:

Η ΑΤΟΜΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΟΜΑΔΩΣΕΩΝ
Eφ’ όσον το πλαίσιο δημιουργίας και δραστηριοποίησης των ανθρωπίνων συνομαδώσεων είναι περίπου όπως το περιγράψαμε ως εδώ, αντιλαμβανόμαστε ποια αξία και πραγματική χρήση έχουν οι επαγγελίες, οι εξαγγελίες και τα ιδεολογικά τους προπετάσματα.
Συνήθως οι δημιουργοί και οι πρωταγωνιστές τους, στο όνομα μιάς ανεξήγητης επιθυμίας άδολης αλτρουιστικής προσφοράς προς το κοινωνικό σύνολο και τον αόριστο «άνθρωπο», προσπαθούν να ενσωματώσουν όσο το δυνατό περισσότερα άτομα στα σχήματά τους με άμεσο ουσιαστικό αποτέλεσμα την ικανοποίηση των προσωπικών τους αξιώσεων ισχύος, συμφερόντων και ενδιαφερόντων.
Στην προσπάθειά τους αυτή συνεπικουρούνται από ψευδοπροφήτες διανοουμένους που επαγγέλλονται ανέξοδα «ένα καλύτερο αύριο», ελευθερίας, ισότητας, αδελφοσύνης και αγάπης μέσα από την ιδεολογική ένταξη και την συλλογικότητα.

Οι μάζες σε μεγάλο βαθμό τείνουν ευήκοον ούς σε τέτοια λόγια που τις χαϊδεύουν και τις νανουρίζουν, όσο κι αν δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.
Ωστόσο οι παραδοχές αυτές δεν αναιρούν σε τίποτα όσα ειπώθηκαν προηγουμένως για την σημασία τις ιδεολογικής διαδικασίας για την ανάδειξη, παγίωση και κατίσχυση οποιουδήποτε κοινωνικού σχηματισμού.
Πέραν αυτών διαφαίνεται μια θετική κοινωνική λειτουργικότητα της ιδεολογικής και γενικότερα πολιτικής δράσης στα πλαίσια των συνομαδώσεων. Ο ιδεολογικός και πολιτικός λόγος που αφορμάται από ή εκπέμπεται εντός των σχηματισμών αυτών, αποτελεί την κύρια συνδετική ουσία που ενώνει τους ανθρώπους και τους καθιστά ικανούς για την οποιαδήποτε πολιτική δράση.

Αν θεωρήσουμε ότι εξατομικευμένη πολιτική παρέμβαση δεν μπορεί παρά να έχει περιορισμένης κλίμακας αποτελέσματα, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι οι συνομαδώσεις, ειδικότερα δε ο ιδεολογικός τους χώρος, είναι το προνομιακό όχημα για καθένα που έχει την φιλοδοξία και την ικανότητα για πολιτική παρουσία.
Με τον τρόπο αυτό στις συνομαδώσεις εμπεριέχεται μεγάλο μέρος των δυνατοτήτων μιάς κοινωνίας για ανανέωση, για λόγο προερχόμενο από νεοεμφανιζόμενα στο πολιτικό σκηνικό πρόσωπα.

Μέσα στις συνομαδώσεις βρίσκεται δυνάμει ένα παράθυρο ανοικτό στο καινούριο.

(Αύριο -ή μεθαύριο- το τρίτο και τελευταίο μέρος)

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

"ΚΡΑΤΗ, ΕΘΝΗ, ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ και Πολιτικά Κόμματα στην αρχή του 20ου Αιώνα": Άρθρο Μάριου Κωστάκη στο Ελ. Κε. Δ. Α. Μέρος Α΄ Un' analisi geopolitica ...

Un' analisi geopolitica sugli "Stati, le Nazioni e le Ideologie, al inizio del 21esimo secolo" di Marios Kostakis

Μια εξαιρετική ανάλυσι του πολιτικού επιστήμονα Μάριου Κωστάκη, σχετικά με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στα σύγχρονα (παγκόσμια και εσωτερικά) πολιτικά πράγματα και δή τον προβληματισμό για το ζήτημα της εθνικότητας του κράτους μας με τα αλλεπάλληλα δείγματα επιδίωξης μεταεθνικού –πολυπολιτισμικού- χαρακτήρα των πάσης ιδεολογικής προέλευσης κυβερνώντων, βρήκαμε στο νεωστί εμφανισθέντα δικτυακό τόπο του Ελ. Κε. Δ. Α. και σας την προτείνουμε για ενδελεχή προβληματισμό.
(Λόγω της μεγάλης σχετικά εκτάσεώς του θα μας επιτρέψετε την σε τρείς συνέχειες αναδημοσίευσί του)


ΕΘΝΗ ΚΑΙ ΚΟΜΜΑΤΑ: ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ (Αναδημοσίευσις)
Διαπιστώσεις, Παρατηρήσεις, Ερμηνείες

1.ΣΥΝΟΜΑΔOΣΕΙΣ

"ΕΘΝΗ ΚΑΙ ΚΟΜΜΑΤΑ: ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ
του Μάριου Κωστάκη, πολιτικού επιστήμονα

Το άρθρο αυτό βασίζεται στις παρακάτω διαπιστώσεις:
α) Οι συνομαδώσεις μεταξύ των ανθρώπων, οι κυριότερες (αλλά όχι οι μόνες) από τις οποίες είναι τα έθνη και τα κόμματα, έχουν κάποια κοινή βάση που στηρίζεται στην ανθρώπινη φύση.

β) Η βάση αυτή συνίσταται στην επιδίωξη της επιβίωσης (με την ευρύτερη έννοια του συμφέροντος – ενδιαφέροντος) μέσα από συμμαχίες που εξασφαλίζουν υποστήριξη στις αντιπαραθέσεις.

γ) Οι αντιπαραθέσεις, αγώνες, συγκρούσεις, μάχες είναι αναπόφευκτες σε ένα κόσμο με πεπερασμένους πόρους μέσα στον οποίο συνωστίζονται αναρίθμητες και ολοένα πολλαπλασιαζόμενες ανθρώπινες απαιτήσεις.

Εδώ δεν θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε τις διαπιστώσεις αυτές. Τις θεωρούμε αυτονόητες είτε ως ιστορικές είτε ως καθημερινές παρατηρήσεις. Αυτό που επιδιώκουμε είναι 1) να περιγράψουμε το αποτέλεσμα τους στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα μέσα σε ένα πραγματιστικό πεδίο αναφοράς και 2) να εξετάσουμε τις πιθανές εξελίξεις μέσα από την προβολή τους στο μέλλον.


ΣΥΝΟΜΑΔΩΣΕΙΣ, ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, TAYTOTHTEΣ
Πώς οι άνθρωποι δημιουργούν, παγιώνουν και αναπαράγουν τις συνομαδώσεις τους;
Οι συνασπισμοί γίνονται μεταξύ όσων αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο ως «συγγενείς» ή «ομοίους» και σε αντιδιαστολή με τους «ξένους». Η ομοιότητα, πραγματική ή πλαστή αδιάφορο, εξασφαλίζει το minimum που είναι απαραίτητο για μια στοιχειώδη συνεργασία, την σχετική ευκολία επικοινωνίας. Εκτός αυτού καθιστά πιθανότερη την συνάφεια ενδιαφερόντων και συμφερόντων. Δημιουργεί ένα οικείο χώρο στον οποίο μπορεί κανείς να κινηθεί με σχετικά λιγότερη αβεβαιότητα. Η συγγένεια και η ομοιότητα μπορούν να πάρουν διάφορες μορφές. Τέτοιες είναι:
Η κοινή καταγωγή (πραγματική η όχι δεν έχει σημασία), η φυλετική συγγένεια, η πολιτιστική ομοιογένεια, η χρήση της ίδιας γλώσσας, η πίστη σε συγκεκριμένη θρησκεία και ακόμη περισσότερο στο ίδιο δόγμα, η καταγωγή από γεωγραφικά σαφώς διακριτό τόπο (π.χ. ένα νησί), η συναφής κοινωνικοοικονομική τοποθέτηση (τάξη), η συντεχνιακή – συνεργατική συναδελφικότητα. Όλες αυτές οι μορφές συγγένειας και ομοιότητας συγκροτούν αντίστοιχες ταυτότητες.
Όταν εξετάζουμε μία συγκεκριμένη περίπτωση, στρέφεται αναγκαστικά η προσοχή μας στα στοιχεία που συναποτελούν την ταυτότητα που μας ενδιαφέρει. Τα στοιχεία αυτά ορίζουν – περιορίζουν το συγγενές και το ξένο και τους δίνουν μια σαφή και ξεκάθαρη εικόνα. Άλλα από αυτά είναι αντικειμενικά και λίγο – πολύ αναμφισβήτητα (π.χ. η χρήση μίας γλώσσας) και άλλα δημιουργήθηκαν με την πάροδο του χρόνου χωρίς να μπορούμε πλέον να διαχωρίσουμε την πραγματικότητα από τον μύθο με τον οποίο έχουν επενδυθεί (π.χ. οι απώτερες, «μυθικές» ιστορικές εποχές που επικαλούνται τα διάφορα έθνη).
Η διανοητική επεξεργασία των ταυτοτήτων δημιούργησε ιδεολογίες. Όλες οι ιδεολογίες ταυτόχρονα ενώνουν και χωρίζουν. Ενώνουν όσους θεωρούνται ότι ανήκουν στην ομάδα ενώ τους διαχωρίζουν από όσους θα πρέπει να παραμείνουν εκτός των τειχών. Η δυναμική επιδίωξη των συμφερόντων επιβάλλει τον διαχωρισμό σε περιούσιους και παρίες.
Από τη στιγμή που δημιουργούνται, οι ιδεολογίες αποκτούν μια δική τους ξεχωριστή, αυτόνομη ζωή. Καλύπτουν νοητικές, πνευματικές, υπαρξιακές ανάγκες όσων προσφεύγουν σ’ αυτές, ενώ στην πραγματικότητα δεν τους ξεφεύγει ολοκληρωτικά η κοινωνικοποίηση κανενός. Μεγάλος αριθμός ατόμων νοηματοδοτούν την ύπαρξή τους αναφορικά με την ιδεολογία που τα έχει κερδίσει. Πολλές φορές η συναισθηματική πρόσδεση στην ιδεολογία και τη συλλογικότητα που αντιπροσωπεύει είναι τόση και τέτοια, ώστε ο έμφυτος ατομικισμός μεταμορφώνεται σε φανατική πίστη ή θέληση για αυτοθυσία. Έτσι με την ίδια συχνότητα που παρατηρούσαμε ατέλειωτες αιματοχυσίες στα πλαίσια θρησκευτικών πολέμων του παρελθόντος, είδαμε στον 20ο αιώνα η «ταξική συνείδηση» και ο εθνικισμός να έχουν ανάλογα αποτελέσματα.
Στο σύγχρονο πλαίσιο του μεταμοντέρνου σχετικισμού, όπου το άτομο αισθάνεται έρμαιο σε ένα πέλαγος έλλειψης αξιών, πίστεως και σταθερών σημείων αναφοράς, μερικές από τις συνομαδώσεις μπορούν να δώσουν μία διέξοδο στην υπαρξιακή αγωνία των ανθρώπων. Η ζωή τους μπορεί να αποκτήσει νόημα και περιεχόμενο, όσο περισσότερο πειστικός είναι ο θεμελειακός μύθος που ενώνει τα μέλη. -Η ένταξη στον σχηματισμό δίνει νόημα και σκοπό για τον αγώνα της ζωής, ελπίδα για το μέλλον, στήριξη από τα υπόλοιπα μέλη (όπως και αν ονομάζονται: συμπατριώτες, σύντροφοι, συναγωνιστές).
ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΜΑΔΩΣΕΩΝ
Οι ανθρώπινες ομάδες ανεξαρτήτως μεγέθους και κλίμακας συγκροτούνται όχι μόνο για να ανταποκριθούν σε υπαρξιακές ή άλλες ανησυχίες αλλά κυρίως για να ικανοποιήσουν καθημερινές ανάγκες επιβίωσης και ανάπτυξης βιολογικών οντοτήτων.
Τα περιθώρια ικανοποίησης των ατόμων στον πραγματικό κόσμο είναι πάντοτε στενά γιατί οι πόροι είναι δεδομένοι και συνεπώς περιορισμένοι. Κάθε προσπάθεια επιβίωσης σε αυστηρά ατομικό ή οικογενειακό επίπεδο θα ήταν εξ αρχής καταδικασμένη στην αβεβαιότητα του τυχαίου και την ανασφάλεια κάθε ανθρώπινης επαφής. Η ανάγκη συνεργασίας προέκυψε ως οικονομία δυνάμεων, ως οικονομία κλίμακας που αποφεύγει το τεράστιο κόστος των συγκρούσεων (με αμφίβολη άλλωστε έκβαση) σε ατομικό επίπεδο.
Όμως, επειδή οι ανάγκες ικανοποίησης ήταν (και είναι) απεριόριστες σε σχέση με τους δεδομένους πόρους, η δυνατότητα συνεργασίας γρήγορα φάνηκε ότι έχει τα όρια της. Γι’ αυτό δεν δημιουργήθηκε η κοινωνία αλλά πολλές κοινωνίες (κράτη, έθνη) και ακόμη περισσότερο το κοινωνικό σώμα ποτέ δεν έγινε μονολιθικό αλλά πάντα παρέμεινε κατακερματισμένο (σε κόμματα, κινήματα, οργανώσεις και κάθε άλλου είδους συσσωματώσεις).
Η παρόρμηση για ζωή, για επιβίωση, φέρνει ανταγωνισμούς από τους οποίους προέρχονται οι συγκρούσεις. Οι αντιθέσεις αναπαράγονται αέναα γιατί, αμέσως αφού ένας σχηματισμός κατισχύσει έναντι των ανταγωνιστών του και «μεγαλώσει» αρκετά, το πεδίο της διαμάχης μεταφέρεται στο εσωτερικό του ανάμεσα σε αντίπαλες ομαδοποιήσεις.
Ο φαύλος αυτός κύκλος δεν αφήνει σημαντικά περιθώρια διαφορετικής ατομικής επιλογής γιατί προκαθορίζεται από εξωτερικές «σκληρές» πραγματικότητες: η σπάνις των πόρων, τα ανθρώπινα βιολογικά ένστικτα (που εμφανίζονται ίδια παντού και πάντα), ο χώρος και ο χρόνος, είναι συγκεκριμένα και αφήνουν περιορισμένες δυνατότητες ικανοποίησης... "

(Συνεχίζεται)

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ π. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ στο paideia-gr

«Ως Χριστιανός Ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλήσίας, ορκίζομαι εις το όνομα του παντοδυνάμου Θεού, εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της Αγίας Τριάδος, να διαμείνω πιστός εις την θρησκείαν μου και εις την πατρίδα μου…».
Από τον «Ορκο» των Ιερολοχιτών

«Τόσον ιερόν και Θείον δώρον είναι η Πατρίς, αγαπητοί, ώστε ένα των μεγίστων σημείων τής, κατά των ανθρώπων, δικαίας οργής του Θεού γίνεται, πολλάκις, η στέρησις της Πατρίδος. Ειδωλολάτρουν οι Ιουδαίοι; Ποίαν ποινήν τούς έστειλεν ο Θεός; Την στέρησιν της Πατρίδος. Μετενόουν διά τα αμαρτήματά των; Τί τούς αντήμοιβεν ο Θεός; Την απόλαυσιν της Πατρίδος. Πατρίδα, λοιπόν! Ούτε φυσικώτερον, ούτε γλυκύτερον άλλο παρά τούτο το όνομα ήθελεν ευρεθή να εικονίση την αιώνιον μακαριότητα… Και αν, λοιπόν, η Πατρίς είναι τόσο σεβάσμιον, τόσον πολύτιμον, τόσον αγαπητόν εις τον Θεόν, φανερόν ότι ο Χριστιανός, ο οποίος αγαπά μάλιστα τον Θεόν και τον πλησίον, χρέος έχει να αγαπά την ιδίαν αυτού πατρίδα».
Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων


Με την ευκαιρία του εφετινού εορτασμού της εθνικής μας επετείου μας θέλαμε να παρουσιάσουμε κάποιο ενδιαφέρον θέμα στο παρόν Ιστολόγιο. Σχεδιάζαμε μάλιστα να προβάλουμε την σημαντική μορφή του Κωνσταντίνου Οικονόμου των εξ Οικονόμων, του μεγάλου εκείνου Έλληνα Διδάχου του 19ου αι. (1780-1857), με περιληπτική παρουσίασι του περιεχομένου κάποιου από τους μνημειώδεις, αλλά ξεχασμένους –πύρινους- εθνικοθρησκευτικούς λόγους του. Λόγω ελλείψεως χρόνου, δυστυχώς, το αναβάλλουμε επ’ αόριστον.
Αντ’ αυτού όμως σκεφτήκαμε να αναδημοσιεύσουμε ένα πολύ σημαντικό κείμενο που είδαμε προ 2-3 ημερών να δημοσιεύεται στο εν πολλοίς ομοϊδεάτικο paideia-gr.blogspot.com και το …ζηλέψαμε. Ένα άρθρο του σύγχρονου Κωνσταντίνου Οικονόμου, του παπα-Γιώργη του Μεταλληνού (κοινό εις αμφότερους και το στοιχείον της σοφίας και του εγγάμου κληρικού), με τίτλο
«Το Ράσο Στην Επανάσταση Του '21» , το οποίο και σας παρουσιάζουμε ολόκληρο*.

Του πρωτοπρεσβύτερου Γεώργιου Μεταλληνού

Αμφισβητήσεις και επακριβώσεις
Ένα από τα φοβερότερα ανοσιουργήματα στο χώρο της Ιστορίας-αυτόχρημα αναιρετικό της ιστορικής επιστήμης- είναι η ιδεολογική ερμηνεία και χρήση των ιστορικών δεδομένων. Τότε ο Ιστορικός δεν κάνει επιστήμη (απροκατάληπτη δηλαδή και ελεύθερη έρευνα), αλλά πολιτική. Ένα δε από τα ιστορικά γεγονότα, πρωταρχικής για τον Ελληνισμό σημασίας, που δεινοπαθεί ιδιαίτερα από την ιδεολογικοποιημένη ιστορία, είναι το 1821, ή Μεγάλη Επανάσταση του Ελληνικού Γένους/Εθνους και ο αληθινός χαρακτήρας της.
Το '21 σηματοδοτεί την αρχή του Ελληνικού Κράτους και γι' αυτό όλες οι ιδεολογίες ζητούν να το παρουσιάσουν ως δικό τους, να σφετερισθούν τη δόξα του.
Μια ομάδα ερευνητών προσεγγίζουν το '21 με ένα πνεύμα...αμφισβητήσεως και διάθεση απορριπτική για κοινωνικές ομάδες, που καταλέγονται στους συντελεστές του. Γι' αυτούς το '21 είναι «σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ.2,34) και ζητούν την απομύθευσή του, στα πλαίσια του γνωστού αιτήματος «να ξαναγραφεί η ιστορία». Διατυπώθηκαν μάλιστα θέσεις, που επαναλαμβάνονται αυτούσιες από τους συνεχιστές τους, ιδιαίτερα στο χώρο της παιδείας και της ανεύθυνης (υπάρχει και τέτοια) δημοσιογραφίας. Κυρίως πολεμείται η θέση του «ανωτέρου» (λεγομένου) Κλήρου(1) στον Αγώνα και αμφισβητείται γενικότερα ο ρόλος του Ράσου σ' αυτόν. Επισημαίνονται προδοσίες, χαρακτηρίζονται προδότες, ελέγχονται συμπεριφορές, αμφισβητείται η προσφορά. Τα «επιχειρήματα» όμως περιορίζονται συνήθως σε ωραιολογίες και ανέρειστες γενικεύσεις ή γλωσσικά πυροτεχνήματα χωρίς τεκμηρίωση. Η ιδεολογικοποιημένη αυτή «ιστορική ερμηνεία» αναπαράγεται, συνεχώς, και παρασύρει τους αδύνατους και ανίκανους να επιχειρήσουν αυτοδιαπιστώσεις. Ιδιαίτερα δε στο χώρο της παιδείας το θύμα παρόμοιων ιδεολογημάτων είναι η Νεολαία, που οδηγείται στην αμφισβήτηση και την άρνηση, πριν ακόμη γνωρίσει την ιστορική αλήθεια.
Ανταποκρινόμενος στην παράκληση των οργανωτών αυτής της πανηγυρικής συνάξεως, θα προσπαθήσω να απαντήσω στα ερωτήματα:
Ποια η συμβολή του Κλήρου στον Αγώνα;
Ωφέλησε ή έβλαψε το Γένος;
Ποια ή συμμετοχή του γενικότερα στην ανάσταση του Γένους;
Στάθηκε στο πλευρό του ή αδιαφόρησε;
Μπορούμε να μιλούμε για αντίδραση ή αδιαφορία;
Θα προσεγγίσουμε τα ερωτήματα αυτά μέσα από τις ιστορικές μαρτυρίες, ελέγχοντας τη στάση του Κλήρου κατά την πορεία προς τον Αγώνα και κατά τη διεξαγωγή του.
Σκοπός μας δεν είναι μια (ανώφελη και προκλητική) απολογητική υπέρ του Κλήρου -τότε θα ίσχυε το αρχαίο: «το τας ιδίας ευεργεσίας υπομιμνήσκειν τινί ίδιον τω υβρίζειν»- αλλά η αντικειμενική, κατά το δυνατόν, ερμηνεία.

1. Το δίλημμα «συνύπαρξη ή αντίσταση» και η δυναμική του (2).

Μετά την άλωση (1453) το Γένος ολόκληρο διχάσθηκε στη στάση του απέναντι στον κατακτητή. Δύο τάσεις διαμορφώθηκαν:
1. ο συμβιβασμός με τη νέα κατάσταση, κινούμενος ανάμεσα στη μοιρολατρία και την ελπίδα αποκαταστάσεως, ή
2. η δυναμική αντίσταση με κάθε δυνατό μέσο.

Την πρώτη τάση εκπροσωπούσαν οι αντιδυτικοί ή ανθενωτικοί, ενώ τη δεύτερη οι ενωτικοί και φιλοδυτικοί. H διάσταση ενωτικών-ανθενωτικών προϋπήρχε φυσικά της αλώσεως, διότι οι δύο παρατάξεις διαμορφώθηκαν αμέσως μετά το τελικό σχίσμα Ανατολής-Δύσεως (1054). Η αντιλατινική - αντιφραγκική πλευρά ήταν η πολυπληθέστερη και ισχυρότερη, διότι την συντηρούσε η μόνιμη-απόδειξη το 1204 - φραγκική επιβουλή απέναντι στην Ορθόδοξη-Ρωμαίικη Ανατολή. Στους φιλοδυτικούς καταλέγονταν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί. Οι πρώτοι, διότι ταυτίζονταν στις θεωρητικές αναζητήσεις τους με τους δυτικούς διανοουμένους (ενδοκοσμική εσχατολογία), ενώ οι δεύτεροι και δια λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία βοήθειας). Με την αλληλοπεριχώρηση θεολογίας και πολιτικής, βασικό γνώρισμα της Ρωμανίας ("Βυζαντίου"), ή σύγκρουση των δύο παρατάξεων δεν έμεινε στο θεωρητικό επίπεδο, αλλ' επηρέασε όλο το φάσμα της ζωής.
Συνείδηση των ανθενωτικών ήταν, ότι την Ορθόδοξη- Ρωμαίικη ταυτότητα (που για το Γένος ήταν και εθνική) δεν την απειλούσαν τόσο οι Οθωμανοί, όσο οι Φράγκοι. Η πίστη, όχι ως θρησκευτική ιδεολογία, αλλ' ως θεραπευτική της υπάρξεως και μέθοδος θεώσεως - σωτηρίας, θα έχει πάντοτε στην ησυχαστική παράδοση και τα επηρεαζόμενα απ' αυτήν πλατειά λαϊκά στρώματα πρωταρχική σημασία. Αυτή τη συνείδηση κωδικοποιεί και επαναδιατυπώνει τον 18ο αιώνα ο μεγάλος απόστολος του δούλου Γένους, ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός: «Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον, μέσαθεν από την Κόκκινην Μηλιάν και του το εχάρισε; Ηξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και (=ενώ) ο Τούρκος δέν μας βλάπτει. Ασπρα (=χρήματα) δώσ' του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και διά να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου, και τον έχει o Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη..."(3).
O άγιος Κοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους δυτικόφρονες - ενωτικούς, χωρίς μάλιστα να μπορεί να κατηγορηθεί ως εχθρός του Λαού ή σκοταδιστής. Μόνο όσοι έχουν εμπειρία της ησυχαστικής παραδόσεως, που διασώζεται στις λαϊκές πρακτικές, μπορούν να κατανοήσουν τη δυναμική της πίστεως μέχρι τον 19ο αιώνα(4).
Αντίθετα οι φιλενωτικοί ήσαν πάντα πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της πίστεως (δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που προσχώρησαν στον παπισμό), διότι τα κριτήριά τους ήταν προπάντων ενδοκοσμικά και καιρικά. Οι δεύτεροι έριχναν το βάρος στην εξωτερική ελευθερία.
Παρ' όλα αυτά, πρέπει να λεχθεί, ότι μολονότι η πρώτη τάση διέσωσε την ταυτότητα του Γένους, η δεύτερη το κράτησε σε μόνιμο επαναστατικό βρασμό. Η αντίθεσή τους, χωρίς να γίνεται από τότε αισθητό, λειτούργησε ως σύνθεση. Βέβαια, κατά τον γνωστό ιστορικό Στήβεν Ράνσιμαν, οι ανθενωτικοί δικαιώθηκαν, διότι μ' αυτούς «διατηρήθηκε η ακεραιότητα της Εκκλησίας και με αυτήν και η ακεραιότητα του Ελληνικού λαού» (5).
Η πολιτική της συνυπάρξεως εκφραζόταν ως πολιτική κατευνασμού του κατακτητή και περιορισμένης συνεργασίας και την εγκαινίασε, κατ' ανάγκην, ο πρώτος Γενάρχης, οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (1454). Η στάση αυτή στόχευε στην περίσωση των δυνάμεων, που είχαν μείνει στο Γένος. Βέβαια, από το φρόνημα των προσώπων εξηρτάτο η φύση και η έκταση που θά έπαιρνε αυτή η «συνεργασία».
Η στάση αυτή όμως δικαιωνόταν ιστορικά, διότι είχε εφαρμοσθεί ήδη από την αραβοκρατία (7ος αι.), άρα υπήρχε μακρά πείρα, και θεμελιωνόταν θεολογικά στο γνωστό παύλειο χωρίο της Προς Ρωμαίους (13,1: «Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. Ου γαρ έστι εξουσία, ειμή από Θεού...»), σε συνδυασμό βέβαια με το επίσης αποστολικο: «πειθαρχείν δεί Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πραξ. 5, 29). Η υπακοή στα τυραννικά καθεστώτα, όχι στους τυράννους, έχει όρια («εν οις εντολή του Θεού μη εμποδίζηται», κατά τον Μ. Βασίλειο, P.G. 31, 860) και δεν νοείται ορθόδοξα ως «ταύτιση», αλλά ως μέτρο καιρικό, όταν δεν υπάρχει άλλη (χριστιανικά δικαιωμένη) επιλογή.
Βέβαια, στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο λόγος εδώ αφορά στο Ράσο στο σύνολό του και όχι σε κάποια προσωπική επιλογή. Η Εκκλησία, σε κάθε εποχή, έχει την αποστολή της Μάνας. Να προφυλάσσει και να σώζει το ποίμνιό της. Κάθε δυναμική στάση, που θα οδηγούσε σε αποτυχία και καταστροφή, θα καταλογιζόταν πάντα εναντίον της,(6).
Η ανοχή και διαλλακτικότητα του Κλήρου δεν μπορεί να ερμηνεύεται συλλογικά ως ένοχος συμβιβασμός και εθελοδουλία, παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες διακριβώνεται εσωτερική ταύτιση με τον κατακτητή. Αλλά τέτοιες περιπτώσεις ελεγχόμενης διαγωγής Κληρικών, υπήρξαν σπανιότατες. Τα εκκλησιαστικά κείμενα, ιδιαίτερα δε τα Πατριαρχικά, έχουν πάντα ανάγκη αποκρυπτογραφήσεως. Διότι σκοπός τους ήταν να παραπλανήσουν την Πύλη. Το Πατριαρχείο ως Εθναρχία, έπρεπε να φαίνεται πάντα άψογο απέναντι στην Πύλη, ανεξάρτητα από τις πραγματικές του διαθέσεις. Οι συχνές θανατικές εκτελέσεις Πατριαρχών και Μητροπολιτών αποδεικνύουν, πόσο μικρή ήταν η εμπιστοσύνη τής Πύλης απέναντί τους και, συνεπώς, την ορθότητα της θέσεως αυτής.
Η πολιτική όμως της συνυπάρξεως είχε και μια δυναμική διάσταση. Την πίστη στη δυνατότητα βαθμιαίας υποκαταστάσεως των Οθωμανών στη διακυβέρνηση του Κράτους και τη δημιουργία ενός «Οθωμανικού Κράτους του Ελληνικού ΄Εθνους». Κατά την άποψη αυτή η ανάσταση του Ρωμαίικου (της Ρωμανίας/ «Βυζαντίου») θα ερχόταν χωρίς επανάσταση, αλλά με τη βαθμιαία διάβρωση του κράτους και την αθόρυβη μεταλλαγή του. Η επανάσταση των Νεοτούρκων (1908 ) και η επικράτηση του εθνικιστικού φανατισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποσκοπούσε ακριβώς στην επίσχεση των Ρωμηών (και των Αρμενίων) στη συνεχώς αυξανόμενη συμμετοχή τους στον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό δικαιώνει τη φαναριώτικη πολιτική. Η πολιτική αυτή της πρόσκαιρης «συνεργασίας» μπόρεσε να βελτιώσει τη θέση του υπόδουλου Γένους, με την ανάπτυξη της αυτοδιοικήσεως στις κοινότητες και την ανάδειξη στελεχών μιας ελληνικής πολιτικής ηγεσίας.
Πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη, ότι «η Εκκλησία εδραίωσε όλη της την επιρροή, ώστε να αποθαρρύνει τις εξεγέρσεις των Ορθοδόξων κατά της κυβέρνησης του Σουλτάνου» (6α). Μολονότι η διάθεση του συγγραφέα είναι θετική απέναντι στην Ορθόδοξη Εθναρχία, η τοποθέτηση αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Ο εκκλησιαστικός χώρος, σε όλο του το φάσμα, δεν έχει να δείξει μόνο εκπροσώπους της πολιτικής της περιορισμένης συνεργασίας, αλλά και στην πλευρά της δυναμικής αντιστάσεως. Αυτό είναι ενδεικτικό της ελευθερίας στο σώμα της Εκκλησίας, σε θέματα επιλογών τακτικής. Τον 16ο και 17ο αιώνα Πατριάρχες και Μητροπολίτες έλαβαν απροκάλυπτα μέρος σε εξεγέρσεις. Και δεν επρόκειτο μόνο για φιλοδυτικούς, παρασυρόμενους από τη δυτική προπαγάνδα, αφού και ένας ησυχαστής αγιορείτης, ο άγιος Μάξιμος ο «Γραικός» (l6ος αί.), επιδίωξε να υποκινήσει τους Ρώσους εναντίον των Τούρκων.
Διαπίστωση αδιάψευστη της έρευνας είναι, ότι δεν υπάρχει εξέγερση του υποδούλου Γένους, στην οποία δεν έπαιξαν ενεργό ρόλο Κληρικοί και Μοναχοί. Μια περιδιάβαση στην πολύτομη (και πολύτιμη) «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» του καθηγητού Αποστ. Βακαλόπουλου επιβεβαιώνει τη θέση αυτή. Και δεν ήσαν λίγα τα επαναστατικά κινήματα του δούλου Γένους(7). Περισσότερες από 70 είναι, κατά τον υπολογισμό μας, οι εξεγέρσεις και τα επαναστατικά κινήματα σ' όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ανάλογες κινήσεις σε βενετοκρατούμενες περιοχές. Και σ' όλα πρωτοστατούν Κληρικοί κάθε βαθμού και Μοναχοί. Το Ράσο γίνεται ένα είδος επαναστατικού λαβάρου και σημαίας. Βέβαια, τα αποτυχημένα αυτά επαναστατικά κινήματα επιτρέπουν και κάποιες άλλες σημαντικές διαπιστώσεις:
α) Το Γένος δεν συμβιβάσθηκε ποτέ με την κατάσταση της δουλείας και δεν έπαυσε να πιστεύει στη δυνατότητα αποκαταστάσεώς του.
β) Οι επανειλημμένες αποτυχίες των επαναστατικών αυτών κινημάτων δικαιολογούν, αλλά και ερμηνεύουν συνάμα, τους δισταγμούς των Ηγετών του Γένους το 1821, όταν μάλιστα το φόβο της νέας τραγικής αποτυχίας τον ενίσχυε η καταθλιπτική παρουσία της «Ιεράς Συμμαχίας» (από το 1815).
γ) Αποδεικνύεται τελείως αβάσιμο το επιχείρημα, ότι ο Διαφωτισμός και ιδίως η Γαλλική Επανάσταση (1789) γέννησαν το '21(8 ), όταν το Γένος δεν παύει στιγμή να βρίσκεται σε επαναστατικό βρασμό. Η Γαλλική Επανάσταση ήταν φυσικό να επιταχύνει τους ρυθμούς και να ενθαρρύνει την αστική τάξη, όχι όμως και να προκαλέσει τον Αγώνα του '21, ο οποίος δεν είναι παρά ένας σταθμός στη μακραίωνη φιλελεύθερη πορεία του Γένους μας.

Η μεγάλη ανθενωτική-ησυχαστική παράταξη, στην οποία ανήκαν κατά κανόνα και οι Πατριάρχες και Μητροπολίτες, το εθναρχικό δηλαδή σώμα, έχει να επιδείξει και μια σημαντικότερη ακόμη αντίσταση, ανταποκρινόμενη μάλιστα απόλυτα στο πνεύμα της ορθοδόξου παραδόσεως. Είναι οι Νεομάρτυρες. Αυτοί προέβαλαν τη συνεπέστερη για την Ορθοδοξία και αποτελεσματικότερη για το Γένος αντίσταση, χωρίς μάλιστα Θυσίες άλλων, παρά μόνο του εαυτού τους(9). Διότι, μη ξεχνάμε, το πρόβλημα της εκχύσεως του αίματος των άλλων, ακόμη και σε περίπτωση «νόμιμης» άμυνας ή απελευθερωτικής εξεγέρσεως, στην ησυχαστική (αυθεντική δηλαδή) ορθόδοξη συνείδηση δεν βρίσκει εύκολα λύση.
Οι Νεομάρτυρες ξαναζωντάνεψαν την αρχαία χριστιανική παράδοση τού μαρτυρίου. Η ομολογία τους αποσκοπούσε στην έμπρακτη απόρριψη του κατακτητή και την άμεση επιβεβαίωση της υπεροχής της δικής τους πίστεως, που περιέκλειε συνάμα και τον εθνισμό τους. Σ' όλη τη μακρά δουλεία, απέναντι στους εξωμότες (εξισλαμισθέντες) ή και τους κρυπτοχριστιανούς, πού αληθινά ή όχι κατέφασκαν την ιδεολογία του κατακτητή, στέκονταν οι δημόσιοι καταφρονητές της, οι Νεομάρτυρες, μόνιμη παρηγοριά και στήριγμα της συνειδήσεως των υποδούλων αδελφών τους. Οι Νεομάρτυρες ενσαρκώνουν μάλιστα πληρέστερα από τους Εθνομάρτυρες την ελληνορθόδοξη παράδοση, διότι διακρίνονται όχι μόνο για ηρωισμό, αλλά για την αγιότητα-πνευματικότητα, πού αποδεικνυόταν με τα θαύματα, που συνόδευαν το μαρτύριό τους. Κίνητρο τους δεν ήταν το μίσος, εναντίον των κατακτητών, αλλά η αγάπη για τον Χριστό και τους ανθρώπους, ακόμη και τους διώκτες τους.
Σε τελευταία όμως ανάλυση οι στρατιές των Νεομαρτύρων αποδεικνύουν τη συμμετοχή και του Ράσου στην αντίστασή τους, όπως και την ενότητα του Γένους εναντίον του Τυράννου. Οι Νεομάρτυρες προετοιμάζονταν για την ομολογία τους από τους Πνευματικούς-Γέροντες (ανάμεσά τους και Επίσκοποι). Οι βίοι και τα μαρτύρια των Νεομαρτύρων κυκλοφορούνταν και διαβάζονταν, είτε μεμονωμένα από τους πιστούς, είτε στις μνήμες τους ως συναξάρια. Και μόνο η καθιέρωση της τιμής της μνήμης των Νεομαρτύρων, αμέσως μετά τη θυσία τους, βεβαιώνει τη, σιωπηρή έστω (για ευνόητους λόγους), κατάφαση από μέρους του Εθναρχικού Κέντρου (του Οικουμενικού Πατριαρχείου) της θυσίας τους και αναγνώριση της σημασίας της για τη συνέχεια του Γένους.

Σ' αυτήν όμως τη συνάφεια θα ήθελα να δηλώσω, ότι ακλόνητη πεποίθησή μου, θεμελιουμένη στη μελέτη τόσο της τάσεως για περιορισμένη συνεργασία με τον κατακτητή, όσο και εκείνης για αντίσταση, είναι η σύγκλιση τελικά, και των δύο προς ένα κοινό στόχο: την αποκατάσταση του Γένους. Η διαφορά εντοπιζόταν στον τρόπο θεωρήσεως του αιτήματος και στα χρησιμοποιούμενα μέσα, όχι όμως στη στοχοθεσία. Δεν είναι η μόνη περίπτωση παρόμοιων «διχασμών» του Γένους.
Η περίπτωση των Νεομαρτύρων όμως δείχνει πέρα από τα παραπάνω και τη σημασία των Μοναστηριών στους αγώνες για την ανάσταση του Γένους. Ο καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος, ονομάζει αδίστακτα τα Μοναστήρια «προμαχώνες μπροστά στα κύματα του Μουσουλμανισμού»(10). Δεν ήσαν, πράγματι, μόνο κέντρα παιδείας («κρυφά» σχολεία), καταφυγής και προστασίας των Ραγιάδων. Δεν ήσαν μόνο πνευματικές κολυμβήθρες για τον συνεχή αναβαπτισμό του Γένους στην παράδοσή του» (11). Ήσαν και αντιστασιακά-επαναστατικά κέντρα σε σημείο, που να μην υπάρχει εξέγερση ως το '21, στην οποία δεν πρωτοστατούν κάποιο ή κάποια Μοναστήρια, ως επίκεντρα της επαναστατικής δραστηριότητας, αλλά και χώροι, από τους οποίους ξεπηδούσαν επαναστάτες-πολεμιστές. Οι Μοναχοί μας, ποτέ δεν θεώρησαν αντίθετο προς τον πνευματικό τους αγώνα, τον αγώνα για την εθνική ελευθερία και τη θυσία τους γι' αυτήν.

Αυτή τη στάση των Μοναστηριών στον Αγώνα ομολογεί και προσδιορίζει με το δικό του μοναδικό τρόπο ο Στρατηγός Μακρυγιάννης: «Τ' άγια τα μοναστήρια, οπού 'τρωγαν ψωμί oι δυστυχισμένοι [...] από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες• δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ' αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου, και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι 'περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνον με μένα σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήνα»(12).
Ο Μακρυγιάννης επικαλείται την προσωπική του εμπειρία, για να κατοχυρώσει τη συμμετοχή των Μοναστηριών στο μακρό αγώνα της ανεξαρτησίας. Με αφετηρία την καθαρά ορθόδοξη-ρωμαίικη συνείδησή του, νομίζω, ότι δεν τον παρερμηνεύουμε, αν την αναφορά του στο δυτικό μοναχισμό την ερμηνεύσουμε με βάση την εθνική προσφορά των Μοναχών μας. Η φράση «δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί» για μας σημαίνει: δεν είχαν καμιά σχέση με τα δυτικά-μοναχικά τάγματα, που βρίσκονταν στην εξουσία του «τυράννου» (Πάπα ή Φράγκου Αυτοκράτορα). ΄Ήταν στην υπηρεσία-διακονία του Γένους, στο οποίο και ανήκαν. Πόσοι όμως παρόντες σ' αυτόν εδώ το χώρο δεν έχετε τις προσωπικές σας εμπειρίες για τον εθνικό ρόλο των Μοναστηριών και των Μοναχών μας -ακόμη και των Μοναζουσών-στους νεώτερους αγώνες του ΄Έθνους, όπως η αντίσταση 1941-44; Είναι μια προσφορά αδιάκοπη, ταπεινή και αθόρυβη, αληθινά μαρτυρική. Προσφορά πάνω απ' όλα αφατρίαστη και ακομμάτιστη, αληθινά εθνική. Τα Ελληνικά Μοναστήρια δεν συνδέθηκαν μόνο με τις εξεγέρσεις των χρόνων της δουλείας, αλλά από αυτά ξεπήδησαν και μεγάλες μορφές του '21(13), φωτεινοί Ηγέτες και φλογεροί Επαναστάτες.

2. Το Ράσο στην Επανάσταση του '21
Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του '21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστασή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλεια της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι καί Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, μέ μιά κοινή ορμή, για την ελευθερίαν νά ζώσωμεν σπαθί».
Μετά το κίνημα του Αλ. Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος-οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας(14). Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους, θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνικοτήτων -καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ.το 1922) το Ελληνικό Έθνος.
Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελληνικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμιοσύνης. ΄Έτσι ο αγώνας του '21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ' ουσία «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαίικης Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των «Βυζαντινών»(15).
Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου -και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου- στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών(16). Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ' όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν. «Πλησίον εις τον Ιερέα -έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης- ήταν ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι»(17). Ο ιστορικός του l9ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας».(18 ).

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «...Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν»(19). Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.α.(20)
Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ' όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ' όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός) κ.ά.(21).
Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «ΔΕΛΤΙΟΝ» της Ο.Λ.Μ.Ε.(22), για. να διαπιστώσει πώς αυτούσιες οι ιδεολογικές αυτές ερμηνείες για το '21 περνούν στο χώρο της παιδείας.
Το τραγικά απελπιστικό όμως είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί, έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο τού Γ.Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαϊκισμού» (π. χ. Λεων. Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την επανάσταση του '21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα» (23). Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λεων. Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη-Μπιμπίκου κ.ά. (24).
Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του '21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μια με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει όμως τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνατότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας.

Ένα από τα επισημότερα θύματα της παρατεινόμενης αυτής ιδεολογικής αδιαλλαξίας είναι ο Μέγας Οικουμενικός Πατριάρχης του Αγώνα, Άγιος Γρηγόριος Ε'(25). Η ερμηνεία της στάσης του στον Αγώνα απαιτεί επαρκή γνώση της εποχής (ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά, διπλωματικά) και τη χρήση ορθών κριτηρίων, συγχρόνων δηλαδή και όχι σημερινών (ιστορικός αναχρονισμός). Ο σοφός εκείνος Γενάρχης, πώς ήταν δυνατό να παραβλέψει τους αρνητικούς παράγοντες, που απειλούσαν κάθε επαναστατική σκέψη (Ιερά Συμμαχία, Τσάρος, προηγούμενες οικτρές αποτυχίες, π. χ. 1790); Γιατί να απαιτεί κανείς λιγότερη σύνεση από εκείνη τον Κοραή και του Καποδίστρια, που ήσαν τελείως αρνητικοί στα σχέδια εξεγέρσεως; Και όμως, σε καμία παρακωλυτική ή αποτρεπτική ενέργεια δεν προέβη, η δε αλληλογραφία του είναι σαφώς θετική και φανερώνει την εσωτερική συμμετοχή του στα σχέδια της Φιλικής(26). Θα ερωτήσει, βέβαια, κανείς: και ο περιβόητος αφορισμός του κινήματος Υψηλάντου-Σούτσου; Δεν είναι σαφής αντίδραση του Γρηγορίου; Έτσι, άλλωστε, ερμηνεύεται ως σήμερα από την αρνητική κριτική. Μπορεί όμως να «ερμηνευθεί» ο αφορισμός χωρίς να ληφθεί υπόψη το κλίμα, μέσα στο οποίο έγινε; Και ποιο ήταν το κλίμα αυτό; -΄Έκρηξη της οργής του Σουλτάνου (απόλυτου κυρίου πάνω σε κάθε υπήκοο)- Άμεσος κίνδυνος γενικής σφαγής των Ρωμιών (ομολογία εκθέσεων των Ξένων της Κων/πόλεως(27). Απερίγραπτες θηριωδίες, πού προοιώνιζαν τη συνέχεια-Παύση από τον Σουλτάνο δύο Μ. Βεζίρηδων, με την κατηγορία της επιεικούς στάσεως έναντι των Ρωμηών -Απαγχονισμός του Σεϊχουλισλάμη (Θρησκευτικού αρχηγού), κατηγορουμένου για απείθεια (δεν εξέδωσε φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμηών(28 ) Εκτελέσεις Φαναριωτών (Μουζούρηδων και Μητροπολιτών) κ.λπ.(29).

Ποιος μπορεί μετά από όλα αυτά να αρνηθεί, ότι ο αφορισμός ήταν πράξη ανάγκης και «στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου»; (Νικοπόλεως Μελέτιος). Αυτή ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου από τον αφορισμό, Αλ. Υψηλάντη: «Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου» (30).
Μόνο, λοιπόν, μετά από την γνώση όλων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί σωστά και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμηοσύνης εκτελέσθηκε ως «προδότης» του Σουλτάνου και όχι των Ρωμηών (31). Και εύλογα, αφού τυπικά ήταν ο δεύτερος μετά τον Σουλτάνο αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο αφορισμός δεν είχε καμιά αρνητική απήχηση στον Εθνικό Αγώνα, αφού ήταν γνωστή η προέλευσή του, το «σχοινί του Πατριάρχη» ανέπτυξε μιαν ευεργετική δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο Έθνος.

Η ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία δεν αφήνει όμως άθικτους και τους άλλους Αρχιερείς. Θέλοντας να μειώσουν τη διακεκριμένη συμμετοχή αρχιερέων, όπως λ.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ή ο Σαλώνων Ησαϊας, μιλούν για «εκατοντάδες αρχιερέων» (Σκαρίμπας), η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων (δήθεν) απέσχε και υπονόμευσε τον Αγώνα(32). Έχουν όμως έτσι τα πράγματα; Οι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου δεν ξεπερνούσαν τους 200, στις 171 συνολικά επαρχίες του. Ο αριθμός δε αυτός περιλαμβάνει και τους Αρχιερείς των άλλων ρωμαίικων Πατριαρχείων, που ήταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας(33). Ο Σπ. Τρικούπης, Θ. Φαρμακίδης κ.α,. δέχονται τον αριθμό 180, οι δε τιτουλάριοι Αρχιερείς δεν υπερέβαιναν τους 20(34). Ποια ήταν, λοιπόν, η συμμετοχή αυτών των Αρχιερέων στη Φιλική Εταιρεία(35).

Παρά τον αστικό χαρακτήρα της Φιλικής, οι πρωτεργάτες της δεν είχαν δυτική αντιφεουδαρχική συνείδηση, διότι στην «καθ' ημάς Ανατολήν» δεν υπήρχε φεουδαρχία φραγκικού τύπου (φυσική αριστοκρατία). Γι' αυτό ενώ στη Δύση ο Κλήρος, και μάλιστα οι Επίσκοποι, εθεωρούντο προέκταση της τάξεως των Ευγενών, η Φιλική στράφηκε εδώ στον Κλήρο και μάλιστα στις κεφαλές του. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Κορδάτος: «Οι Φιλικοί [...] επεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικόν εις την ωργανωμένην επανάστασιν και δι' αυτό προσηλύτισαν και μερικούς Φαναριώτας και ανωτέρους Κληρικούς»(36). Το επίθετο («μερικούς») απορρέει από το ιδεολογικό πρίσμα του Κορδάτου και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα πράγματα.
Από το 1818 μυήθησαν στην Φ. Ε. όλοι σχεδόν oι αρχιερείς της Πελοποννήσου(37), κάτι που αναγκάζεται να το παραδεχθεί ο αγαθότερος Σκαρίμπας: «Η Φ. Ε. [...] στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδόν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντός τούς δεσποτάδες»(38 ). Η αλήθεια είναι, ότι ως Ρωμιοί οι ηγέτες της Φιλικής γνώριζαν την επιρροή των Αρχιερέων στο λαό. Μέσα στα έτη 1918-21 όλοι σχεδόν οι Αρχιερείς έγιναν μέλη της Φιλικής. Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμό απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρίς όμως να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολή αρνήσεως ή για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας. Οι περισσότεροι ιστορικοί δέχονται, ότι οι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλική στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της λόγω του υψηλού κύρους τους στον Λαό(39). Αν οι Αρχιερείς εξ άλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους το έργο της Φιλικής, πολλά πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μια αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοί 9,5%, Αγρότες 6% και Πρόκριτοι 11,7%(40).
Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε', Κύριλλος ΣΤ') και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν ή έπεσαν σε μάχες. Κατά τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ οι κληρικοί-θύματα του Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.000(41).
Υπάρχει όμως και το «εξ αντιθέτου» επιχείρημα. Η μαρτυρία των Τούρκων Ιστορικών για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του '21(42). Έτσι, ο Μώραλη Μελίκ Μπέη δέχεται ότι «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν oι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, οι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως οι μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον κλήρο, δηλαδή οι πραγματικοί ηγέται του Εθνους» (43). Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει: «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων»(44).

Δια να κλείσουμε το θέμα αυτό, θα προσθέσουμε, ότι ενίοτε τον 19ο αιώνα εγείρονταν αντιδράσεις όχι για την μη συμμετοχή των Κληρικών μας στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά αντίθετα για τη συμμετοχή τους σ' αυτόν. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγηρου και ησυχαστή Κοσμά Φλαμιάτου (1786- 1852)(45). Κατά τον Φλαμιάτο η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε τον Αγώνα του '21. Με την εμπλοκή του Κλήρου σ' αυτόν επεδίωξε «ίνα διεγείρη την παγκόσμιον, ει δυνατόν, περιφρόνησιν, μίσος, αποστροφήν και συνωμοσίαν κατά του Κλήρου, τόσον την εκ των Αρχών, όσον και την εκ του λαού. Δι' αυτόν τον σκοπόν προς τοις άλλοις εκίνησεν εμμέσως εις τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας και εισήχθησαν εν αυτω ο Οικουμενικός Πατριάρχης, πολλοί Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής, και εφάνησαν τινες εξ αυτών οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν...»(46).
Δεν θα ασχοληθούμε με την ορθότητα ή όχι των κρίσεων του Φλαμιάτου, που έχει το δικό του πρίσμα θεωρήσεως.
Το σκανδαλιστικό για ησυχαστές σαν τον Φλαμιάτο είναι η συμμετοχή του Κλήρου στις πολεμικές επιχειρήσεις («οπλοφορία») και σε μια συνωμοτική Εταιρεία, όπως η Φιλική. Την τελευταία θεωρεί κατευθυνόμενη «εμμέσως» από την Αγγλία. Μάλλον, συνεπώς, αυτό προσκρούει στη συνείδησή του, ότι δηλαδή η Επανάσταση εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Δύσεως. Σ' αυτό ακριβώς, πιστεύουμε, έγκειται η αντίθεσή του. Ότι ο Κλήρος της Ελλάδος, εν αγνοία του, εξυπηρέτησε σκοπούς αλλότριους και όχι τα όνειρα της Ρωμιοσύνης. Ο Φλαμιάτος γράφει στη δεκαετία του 1840, όταν πολλά πια έχουν αποσαφηνισθεί. Σημαντικό όμως είναι, ότι θεωρεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σ' αντίθεση με τους σημερινούς επικριτές του. Για τους παραδοσιακούς ορθοδόξους όμως αυτό ήταν το σκάνδαλο και όχι το αντίθετο. Ο Γενάρχης της Ρωμηοσύνης να υποθάλπει κινήσεις, που στρέφονταν εναντίον της. Γι' αυτό μιλήσαμε παραπάνω για «θυσία» και «αυθυπέρβαση» του Ράσου. Η εθναρχική πολιτική εγκαταλείφθηκε για χάρη της ελευθερίας της Ελλάδος(47). Η Ρωμαίικη Εθναρχία θυσιάστηκε, εκούσια, για την ελευθερία της Ελλάδος. Ο Όθωνας στα 1833 θα πάρει για τους Έλληνες, πολιτικά και εκκλησιαστικά, τη θέση του Εθνάρχη Οικουμενικού Πατριάρχη. Η αγανάκτηση του Φλαμιάτου εστιάζεται, ακριβώς, στην αντίθετη κατεύθυνση από τις αιτιάσεις των επικριτών του Κλήρου. Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την εθνική αποκατάστασή της.

Συμπερασματικά:
Η συμμετοχή του Ράσου στους εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. Κύρια αποστολή του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο «Πνευματικόν Ιατρείον» της Εκκλησίας για την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται ως ένας συμβατικός θεσμός, κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικό και εθνικό βίο, με σκοπό να σώζει απλώς την ιστορική διάσταση.
Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σ' όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες. Γιατί; Διότι τούτο απορρέει από την πίστη της για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως, του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματική δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό και τους συνανθρώπους του, σε βαθμό γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας, έξω δηλαδή από κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (και ως εθνική-κοινωνική) έννοια καθαρά θεολογική- εκκλησιαστική(48 ).
Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικούς-απελευθερωτικούς αγώνες, διότι το έργο του και στην περίοδο της ειρήνης είναι απελευθερωτικό. Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηού, ως απελευθέρωση από τα δεσμά της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας(49).
Η εσωτερική δε δουλεία κατά κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως, η αναγκαστική υποταγή, αλλά η εσωτερική υποταγή και ταύτιση με τον κατακτητή, η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού.
Γι' αυτό και πιστεύουμε, ότι η σημαντικότερη προσφορά του Ράσου στο Έθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχή του Κλήρου στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, όσο η συμβολή του Ράσου στη συντήρηση του ελληνορθοδόξου φρονήματος του Γένους και της αγάπης του προς την ελευθερία. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει Εικοσιένα.

* Θεωρούμε χρήσιμο να παραπέμψουμε και στο άρθρο του π. Γ. Μεταλληνού «Απο Τη (Ρωμαιικη) Οικουμενη Στο (Ελλαδικο) Προτεκτορατο» (περ. ΡΕΣΑΛΤΟ , Τεύχος 16 )
** Για τις παραπομπές
δές την πρωτότυπη ανάρτησι στο paideia-gr, όπου και ενδιαφέροντα σχόλια.

Αξίζει, τέλος, να διαβάσετε και το σχετικό άρθρο του Πέτρου Α. Γεωργαντζή στο σημερινό Αντίβαρο με τίτλο: Αρχιερείς κατά την Επανάσταση του ‘21

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2008

"RAUS"!

SONDAGGIO PER SIMITIS
"ΓΚΑΛΟΠ" ΓΙΑ ΣΗΜΙΤΗ:
RAUS!
Το μήνυμα τής (τηλεοπτικής και όχι μόνο) δημοσκόπησης (περισσότερο από 50% των ελλήνων πολιτών εναντίον του) για (γιγαντωμένο πολιτικό νάνο;) πρώην λογιστή-πρωθυπουργό της χώρας.
Κάποιοι (ποιοι;), συνεχίζουν την προσπάθεια (:αποστολή τους;) να μας πείσουν για το υψηλό πολιτικό μέγεθος του ανδρός [ναι, αυτού με τα μετρούμενα ποσοστά δημοφιλίας τού 2-3%!!) και μας τον παρουσιάζουν ως σοφό και ένα είδος χρυσής εφεδρείας για τον πολιτικό μας σύμπαν. Το πιο εξοργιστικό είναι όταν «κάποιοι υποστηρικτές του πιστεύουν ότι είναι …αναγκαίος για την πολιτική, τη χώρα και το έθνος» (sic!). Άξιος -πιθανόν- ο μισθός τους! Όμως μιας και μας αναφέρουν ανερυθρίαστα την λέξη-ταμπού (όπως και όλα τα παράγωγά της) στο λεξιλόγιο του γερμανομαθέστατου ελλαδίτη πολιτικού, ας κάνουν και τον κόπο να μας πληροφορήσουν: ΠΟΙΑΝΟΥ έθνους; (Προτού απαντήσουν, ας κάνουν μια επίσκεψι σε κάποιο –οποιοδήποτε- λεξικό εννοιών, για το περιεχόμενο του υπο διωγμόν όρου, να ξαναφρεσκάρουν τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία του (καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία ).
Παρά το (γερμανιστί στον τίτλο τής ανάρτησης) πρόσταγμα, που απευθύνεται από τον δημοσκοπούμενο λαό στον «σοβαρό, νουνεχή και εκσυγχρονιστή πολιτικό», δεν πρέπει να εκπλαγούμε για μελλοντική του επάνοδο. Κάποιες δυνάμεις εκτιμώντας τις υπηρεσίες του, «την εγνωσμένη ικανότητα και το ήθος» του, σε συνδυασμό με την υψηλή δημοφιλία του ανάμεσα στην μεγαλοαστική, την φιλοευρωπαϊκή, την φιλοαμερικανική μειοψηφία, αλλά και τους …λαθρομετανάστες, δεν αποκλείεται μετά την διαφαινόμενη σήμερα σαν οριστική δια της θύρας έξοδο, την κατάλληλη στιγμή να τον επιστρατεύσουν και να μας τον φέρουν …από το παράθυρο!
(Για πολλές από τις εδώ χρησιμοποιούμενες διατυπώσεις αυτολεξί, αλλά και για χρήσιμους σχολιασμούς και ενδιαφέρουσες κατά τα άλλα τοποθετήσεις βλ. http://felnikos.blogspot.com/2008/06/13-06-2008.html )