Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρθρογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρθρογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

"Εγκλημα και (σίγουρη) ατιμωρησία". Άρθρο του Χ. Γιανναρά. (Αναδημοσίευσις). Delitto e non punizione; testo di Cristos Giannaras

Εγκλημα και (σίγουρη) ατιμωρησία 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 30 Ιουνίου 2014
 του Χρήστου Γιανναρά

Π​​άλι και πάλι: Κάποιοι πολίτες να συνεχίζουμε την αντίσταση στον παραλογισμό. Στον παραλογισμό που επιμένει να υποκαθιστά, εξουσιαστικά και θεσμικά, την πολιτική. 

Δεν μας ενδιαφέρει, ούτε κατ’ ελάχιστο, αν η σημερινή, εκτρωματική από γεννησιμιού της κυβέρνηση εκλιπαρήσει ή όχι, πετύχει ή όχι, «εκπτώσεις» στις υποχρεώσεις που ανέλαβε με τα «Μνημόνια». Μας αφήνουν παγερά αδιάφορους οι επαγγελίες της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι, αν αυτή γίνει ποτέ κυβέρνηση, θα επαναδιαπραγματευθεί τα «Μνημόνια» και το χρέος. Δεν μας αγγίζουν (θα ήμασταν ηλίθιοι) οι καθημερινές και ακατάσχετες, πρόστυχες κενολογίες της κυβερνητικής προπαγάνδας για τους διεθνείς επαίνους που δεχόμαστε και βεβαιώνουν την «αρχή ανάκαμψης» της οικονομίας μας, την ετοιμότητα επενδυτών από όλο τον κόσμο να φέρουν τα χρήματά τους στο Ελλαδιστάν. Μας αηδιάζει, κυριολεκτικά, και το «νταηλίκι» κάποιων σπιθαμιαίων, που ενώ, όλα τα τελευταία χρόνια, υπέγραφαν πάντοτε αμαχητί «γην και ύδωρ», μόλις τους ξαναδόθηκε θώκος υπουργικός, ακκίζονται ότι διαφέρουν και παζαρεύουν μείωση απολύσεων. 

Είμαστε λίγοι ίσως, αλλά θέλουμε να παραμείνουμε πολίτες, με σκέψη και κρίση, αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια. Το παζάρι ανάμεσα στους δανειστές μας, που απαιτούν πλεονεκτήματα δουλοκτησίας, και στο φαυλεπίφαυλο πολιτικό μας σύστημα που προσπαθεί (ακόμα σήμερα) να περισώσει το πελατειακό του κράτος, δεν μας αφορά. Η στοιχειώδης λογική λέει ότι για να ξαναλειτουργήσουν το κράτος και η οικονομία, να ξαναζωντανέψει η χώρα, χρειάζεται χρήμα στο δημόσιο ταμείο, κοινωνικό χρήμα, όχι ψευτοδάνεια. Το χρήμα υπήρχε και το καταλήστεψαν λωποδύτες με ονοματεπώνυμο και διεύθυνση. Οι καταγγελίες έχουν τεκμηριωθεί με μελέτες, έχουν εκπροσωπηθεί από τους εγκυρότερους των πολιτικών αναλυτών και δημοσιογράφων, είναι δημοσιευμένο, προσιτό σε όλους το πληροφοριακό υλικό. Αλλά, αν έχουμε φτάσει στην τέλεια διάλυση κράτους και κοινωνίας, είναι γιατί πρώτη αλώθηκε και εξουδετερώθηκε, χρόνια τώρα, η Δικαστική Εξουσία, Δεν μπορεί πια στην Ελλάδα να λειτουργήσει νέμεση, μοιάζει λειτουργικά αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη. 

Γι’ αυτό και η προπαγανδιζόμενη «αισιοδοξία» για το οικονομικό μας μέλλον είναι μόνο απάτη, αδιάντροπη. Αν δεν δημευθούν περιουσίες, δεν επιστρέψουν τα κλοπιμαία στο δημόσιο ταμείο, αν δεν υπάρξει καινούργιο νομικό πλαίσιο προστασίας του κοινωνικού χρήματος και τιμωρίας της κλοπής του, είναι λογικά αδύνατο να επαναλειτουργήσει η οικονομία στην Ελλάδα. 

 Με ενδεικτικές αναφορές και παραδειγματικές εικόνες: Είναι λογικά και πρακτικά αδύνατο να λειτουργήσουν παραγωγικές και ανταλλακτικές σχέσεις σε μια συλλογικότητα που αρνείται να προστατεύσει το «δημόσιο αγαθό», τα «κοινά», από την κτηνώδη ατομοκεντρική απληστία. Αδύνατη η οργανωμένη (πολιτική) συνύπαρξη, όταν δεν έχει καταστεί σε όλους αδιανόητη (ως έννοια) και ασυγχώρητη εσαεί (ως πράξη) η καταπάτηση (ιδιοποίηση) δημόσιας γης, η «αυθαίρετη» δόμηση, ο σφετερισμός κοινωνικής περιουσίας για την απόκτηση ατομικού περιουσιακού κεκτημένου. Ενα κράτος που παζαρεύει συμβιβασμούς με την «αυθαιρεσία», νομιμοποιεί αυτονόητα κάθε λωποδυσία κοινωνικού χρήματος, σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου. 

Είναι λογικά αδιανόητο και πρακτικά αδύνατο να λειτουργήσει κράτος, όταν οι διαχειριστές των «κοινών» ξέρουν (και η κοινή γνώμη το έχει αποδεχτεί) ότι κατεξοχήν οι δικές τους αυθαιρεσίες, οποιεσδήποτε, θα μείνουν οπωσδήποτε ατιμώρητες: Μπορούν να κλέβουν τα ασφαλιστικά ταμεία, όπου αποταμιεύεται ο μόχθος ζωής των πολιτών, για να ενισχύσουν το «πελατειακό» τους κράτος, ή να φορτώνουν στους φορολογούμενους πολίτες τη μισθοδοσία άπειρου πλήθους αργόσχολων υπαλλήλων του Δημοσίου ή να καταφεύγουν σε εξωφρενικό υπερδανεισμό του κράτους – μπορούν οτιδήποτε, οποιοδήποτε κοινωνικό έγκλημα, με την απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν θα λογοδοτήσουν ποτέ στους φυσικούς δικαστές κάθε πολίτη, δεν θα τιμωρηθούν ποτέ. 

 Είναι αδύνατο να λειτουργήσει οργανωμένη συλλογικότητα, «κράτος» που διαχειρίζεται τα δημόσια οικονομικά και νομοθετεί τη διάκριση του δίκαιου από το άδικο στις ιδιωτικές συναλλαγές, αδύνατο να υπάρξει τέτοιο «κράτος νόμου», όταν οι διαχειριστές της εξουσίας απαλλάσσουν αυθαίρετα κάποιους ιδιώτες ή κάποιες συντεχνίες από τα χρέη τους προς το δημόσιο ταμείο. Χρόνια τώρα οι πολιτικοί στην Ελλάδα, καταργώντας κάθε λογική και κάθε εντιμότητα, διαγράφουν τα χρέη προς το κράτος και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς του κράτους των ίδιων των κομμάτων τους, αλλά και των «υποστηρικτών» που διαθέτουν τα κόμματά τους στον κόσμο του χρήματος και στον υπόκοσμο. Χαρίζουν χρέη τεράστια, αμύθητα, τηλεοπτικών καναλιών, ποδοσφαιρικών εταιρειών, καταπατητών δημόσιας γης, τάχα και «εφημερίδων» (βραχύβιων εντύπων κρετινικής κομματικής προπαγάνδας), πολυποίκιλων «φορέων» δημιουργημένων με την ανοχή ή και την έμπνευση των κομμάτων, μόνο για να πετύχουν τη λωποδυσία του κοινωνικού χρήματος. 

Τα πρόσωπα που συγκροτούν ό,τι ακόμα αποκαλούμε κατ’ ευφημισμόν «πολιτικό σύστημα» στην Ελλάδα, είναι μάλλον αδύνατο να αντιληφθούν με ποια βαθύτατη απαξίωση τους αντιμετωπίζουμε οι πολίτες, πόσο ανυπόληπτοι είναι στα μάτια μας. Ολοι. Και δεν είναι άδικη η γενίκευση. Σίγουρα, δεν συνέργησαν όλοι στην κλοπή ή στην εξωφρενική διασπάθηση του κοινωνικού πλούτου, δεν διεπλάκησαν όλοι με τον υπόκοσμο. Ομως όλοι, όλοι χωρίς εξαίρεση, αποσιωπούν το συντελεσμένο έγκλημα της ασύδοτης λωποδυσίας, δεν λένε λέξη για δήμευση του κλοπιμαίου πλούτου, χειροκροτούν και μεγαλύνουν, ακόμα σήμερα, τους αυτουργούς της καταστροφής και του εφιάλτη μας, τους ανέχονται σε θέσεις ηγετικές, παραβλέπουν τα τεχνάσματα φυγοδικίας τους. 

Και δεν φτάνει που αποσιωπούν τα καίρια και ουσιώδη, το έγκλημα και την ατιμωρησία του (τα άδεια δημόσια ταμεία και το απίστευτο πλήθος των νεότευκτων Κροίσων) οι επαγγελματίες της εξουσίας επιμένουν και να μας θεωρούν ηλίθιους: Πιστεύουν ότι μπορούμε να μιλάμε όλοι με εντελώς άδειες από περιεχόμενο λέξεις (:«κεντροαριστερά», «ριζοσπαστική αριστερά», «λαϊκή δεξιά», «προοδευτικό μέτωπο»), έτσι ώστε η ευθύνη μας ως πολιτών να βαυκαλίζεται και να φενακίζεται με το «πάθος» της ποδοσφαιρολαγνικής εκφραστικής.


Πηγή

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

«Αξιότιμε Κύριε Πρωθυπουργέ...!»: Ανοικτή επιστολή του Σαράντου Καργάκου. Lettera aperta al Primo Ministro greco, di Sarantos Kargakos


Αξιότιμε Κύριε Πρωθυπουργέ...! 

Ημερομηνία: 06/03/2014 

Γνωρίζω ότι οι ασχολίες σας είναι πολλές και ασφαλώς θα σας είναι δυσχερές να εγκύψετε στα ληρήματα της ταπεινής μου γραφίδας. Αλλ’ επειδή όλα τα Συντάγματα από καταβολής Ελληνικού Κράτους (1-1-1822), μου αναγνωρίζουν το δικαίωμα του «ἀναφέρεσθαι εἰς τάς ἀρχάς», τολμώ –παρότι γνωρίζω ότι το σχετικό άρθρο του Συντάγματος εμπίπτει στις περιπτώσεις φαιδρότητας– να σας απευθύνω την ύστατη τούτη έκκληση: 

 Κύριε Πρωθυπουργέ, αφού δεν μπορείτε να μας αφήσετε να ζήσουμε ήσυχα, αφήστε τουλάχιστον να πεθάνουμε ήσυχα! Είναι απαράδεκτο άνθρωποι της δικής μου ηλικίας να ασχολούνται από νυκτός μέχρι πρωίας με το τι πρέπει σήμερα να μαζέψουν για την εφορία ή τι ποσό οφείλουν εντός των προσεχών ημερών να πληρώσουν στην εφορία. Οι σοφοί σας σύμβουλοι κάθε ημέρα ανακαλύπτουν και νέους τρόπους να μας αιματορρουφήξουν. 

Οι μέθοδοι εισπράξεως χρημάτων, που εφευρέθηκαν εσχάτως, Κύριε Πρωθυπουργέ, παραπέμπουν στις μεθόδους του Αλή Πασά, που αντί να βάζει τον «τζελάτη» (δήμιο) με μια σπαθιά να κόβει το κεφάλι του ραγιά, τον έβαζε να τον κόβει φέτες, ξεκινώντας από τα δάκτυλα και προχωρώντας στα πόδια και στα χέρια, μέχρι να φθάσει στην αποκοπή του κεφαλιού. Ήθελε κι αυτός και τα «ρετζάλια» του (δεν γράφω ρετάλια· ρετζάλια ήσαν οι αξιωματικοί του) και οι «τζοχανταραίοι» του να απολαμβάνουν το θέαμα του μαρτυρίου. 

Στο έσχατο αυτό σημείο του παρατεταμένου μαρτυρίου έχουμε φθάσει όλοι όσοι δεν πήραμε τη ζωή μας σαν «μαγκιά» (ενθυμείσθε ασφαλώς το Λαλιωτικό σύνθημα «η ζωή είναι μαγκιά»!) και μοχθήσαμε να στήσουμε νοικοκυριά, για τα παιδιά μας και για τα γεράματά μας. Τώρα που φθάσαμε στο όριο των «υπερήφανων γηρατειών», θαρρείτε, Κύριε Πρωθυπουργέ, ότι είναι δυνατόν με ισχυαλγίες, οσφυαλγίες, αρτηριακές πιέσεις, καρδιοπάθειες, άσθματα και άλλα τινά να στεκόμαστε ώρες στην ουρά για να πληρώσουμε τα διαρκώς επινοούμενα χαράτσια; Κι αν κάποτε αξιωθούμε να φθάσουμε προ του εφοριακού, νομίζετε ότι αρμόζει στην αξιοπρέπειά μας να παζαρεύουμε σαν Αιγύπτιοι... καμηλιέρηδες;

Κύριε Πρωθυπουργέ, ένας προκάτοχός σας στα χρόνια της νεότητάς σας, είχε πει, απευθυνόμενος στον υπουργό του επί των οικονομικών, το πολυθρύλητο: «Δωσ’ τα όλα»! Σεις, γιατί δεν κάνετε το αντίθετο; Να πείτε στον αρμόδιο για τις φοροεισπράξεις «μινίστρο» σας κάτι απλό: «Παρ’ τα όλα». Να ξεμπλέξουμε! Και να μην έχουμε αγωνία μη μας κλέψουνε. Αλλά τι να πάρουν οι «χαρατσήδες» σας, Κύριε Πρωθυπουργέ; Η κυβέρνησή σας έχει στραγγίξει μέχρι τρυγός ( τρύξ –γός είναι το κατακάθι του οίνου) τα όποια αποθέματά μας· έχει στραγγίξει ως τη στερνή ρανίδα το μαστό της αγελάδας. Φοβάμαι ότι στο εξής, αντί να βγάζει γάλα, ο μαστός της Ελλάδος-αγελάδος, θα κατεβάζει αίμα. Με πάσαν έννοιαν. Θαρρώ, εννοείτε τι εννοώ. 

Σήμερα, Κύριε Πρωθυπουργέ, εμείς τα «περήφανα γηρατειά» μοιάζουμε με τη χελώνα που δέχεται επίθεση και μένει στο καβούκι της και μόνο κάπου-κάπου βγάζει το κεφάλι της προς τα έξω και κοιτάζει γύρω. Μα τι να δει; Και το ξαναμαζεύει πάλι μετά από λίγο. Όπου να στρέψουμε το βλέμμα μας, βλέπουμε ανθρώπινα ερείπια. Φαντάζεστε, Κύριε Πρωθυπουργέ, πόσο οδυνηρό είναι για μένα να με πλησιάζει ένας νεαρός και να μου ζητάει ένα ευρώ για να φάει, όταν εγώ τον περνάω 60 χρόνια ζωής; Ξέρετε, Κύριε Πρωθυπουργέ, ότι υπάρχουν άνθρωποι της ηλικίας μου που παρακαλούν τον Θεό να τους χαρίσει χρόνια για να γηροκομήσουν τα παιδιά τους; 

Έχω διαβάσει, Κύριε Πρωθυπουργέ, ότι η κατάθλιψη είναι θυμός που έχει στραφεί προς τα μέσα. Αλλά πόσο μέσα θα πάει; Κάποτε θα ξεσπάσει. Και τι θα γίνει, αν ο θυμός αυτός βγει προς έξω; Όταν ο θυμός γίνεται σεισμός, τότε οι κοινωνικές εκρήξεις ξεπερνούν και αυτές της Αίτνας και του Κρακατάου. 

Προσωπικά, και μετά από φοροδοσία/αιματοδοσία 52 ετών, δικαιούμαι να έχω αξίωση μιας περισσότερο αξιοπρεπούς μεταχειρίσεως από τις αρμόδιες υπηρεσίες και όχι η δύσμοιρη σύζυγός μου –αντί να μου «παίρνει βεντούζες»– να ξαγρυπνά ψάχνοντας χαρτιά για το σπίτι που κατοικούμε, σπίτι του 1952, το οποίο έχουμε δηλώσει μέχρις εσχάτης γωνιάς πάνω από 60 φορές! Μήπως πρέπει να δηλώσουμε και την ελιά που φύτεψα φέτος; Δεν είναι ευχάριστη η επίσκεψη σε μια δημόσια υπηρεσία. Μου προκαλεί λόγω στενοχωρίας (στενότητας χώρου) στενοχώρια και δυσφορία. Και όσα ακούγονται εκεί, δεν γράφονται στο χαρτί. Κάποτε ένιωσα σαν ιεροκήρυκας σε έκθεση πορνογραφίας. 

Με την παρούσα δεν ζητώ τον οίκτο σας. Που ποτέ δεν ζήτησα. Απλώς θέλω για ύστατη φορά να θυμίσω (κι όχι μόνο σε σας), ποιος είναι ο ρόλος του πρωθυπουργού. Που δεν είναι –επαναλαμβάνω– ρόλος να εγκρίνει φορολογικά μέτρα. Ο ρόλος του είναι άλλος. Μια κυβέρνηση είναι σαν το παλιό καλό ρολόι με κουρδιστήρι. Και ρόλος του πρωθυπουργού είναι να κρατάει το ρολόι αυτό καλά κουρδισμένο. Δυστυχώς, η κυβέρνηση και ο κρατικός μηχανισμός μοιάζουν με ξεκούρδιστο ρολόι. Τι χρειαζόταν η μισή κυβέρνηση να κουβαληθεί στην Κεφαλονιά; Και η αντιπολίτευση μαζί! Δεν υπήρχαν αρμόδια όργανα για να συντονίσουν αυτό που πρέπει να γίνει; Οι υπουργοί πρέπει να τα συντονίζουν όλα; Τότε τι χρειάζονται τα λοιπά όργανα; 

Αυτά που γίνονται, Κύριε Πρωθυπουργέ, από την κυβέρνησή σας είναι –αν όχι ανόητα– πάντως ακατανόητα. Μας πνίξατε στα ακρωνύμια. Είναι ευκολώτερο να μάθεις Σανσκριτικά παρά να μάθεις τι σημαίνουν τα αρκτικόλεξα αυτά. Τότε ένας τόπος κυβερνάται καλά, όταν η κυβέρνηση κινείται σ’ ένα όριο που μπορεί να το νιώσει κανείς, ακόμη και να το κατανοήσει. Δεν ανήκω στη χορεία των σοφών που περιστοιχίζουν κάθε υπουργό. Ωστόσο, όταν ταξιδεύω με τον ηλεκτρικό, άνθρωποι απλοί με ρωτούν: «Τι γίνεται στον τόπο αυτό;». Και δεν ξέρω τι να αποκριθώ. Συχνά μου έρχεται στη μνήμη μια φράση: «Η κατάσταση δεν είναι τόσο άσχημη όσο φαίνεται· είναι ακόμη χειρότερη». Να απαντήσω έτσι; Σας ερωτώ... 

Η αισιοδοξία δεν είναι θέμα «γραμμής». 

Σαράντος Ι. Καργάκος