Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν.Ε. ΠΟΙΗΣΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν.Ε. ΠΟΙΗΣΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

3+1 ποιήματα του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου. Για έναν χωρισμό και τρία σμιξίματα… Tre+1 poesie di Nikos-Alexis Aslanoglu; come dedica: su una separazione e tre incontri...

{Στο 10πενθήμερο. Σεμνή ποιητική "παραγγελιά" του Τάσου για τον πατέρα…} 

Kι όμως τα δάκρυα τρέχουνε τώρα ασυγκράτητα... 
Άρχοντα. Πέφτει η νύχτα στη θάλασσα κι όλα είναι λίγα...

1
Ο Χωρισμός

Και τώρα έρχεται η ατέλειωτη νύχτα

Το καλοκαίρι ξέφτισε τα πούπουλά του στις γωνιές του δρόμου
και στις ακρογιαλιές γυρίζεις ακόμα μισόγυμνος εσύ
πάνω στ’ αχνάρια των πουλιών που έφυγαν
σφίγγω τα χείλη μου, φιλώ ευλαβικά τα χέρια σου
αντίλαλος μες στα μαλλιά από σάπιο μήλο
το καλοκαίρι κύλησε κι εμείς χωρίζουμε

Πρίγκηπα, δε μιλάς και λέω η ώρα
αργεί ακόμα. Βάζω το χέρι στον ώμο σου
και λέω στ’ αποκαΐδια των ζεστών σπιτιών που υπήρξαμε
είσαι ακόμα ένας χτύπος αγάπης
στη μαλακή φωνή σου τρέμει η ελπίδα μου
για σένα ζω τη σκοτεινιά μιας άνοιξης που παραπαίει
λέω αυτό το σώμα είναι η καρδιά μου σωστή

Μ’ αφήνεις, Άρχοντα. Το καλοκαίρι έφυγε. Η βουή
της φθινοπωρινής θάλασσας αργά σταλάζει
το τέλος που είναι πάντα πνεύμα και δάκρυ
φωτεινός στρόβιλος, ήχος καθάριου νερού, εγκαρτέρηση
πως έτσι θα πάνε όλα ώς το τέλος. Ιδωμένα
σ’ ένα καινούριο όραμα που μας μεθάει
εκβιάζει άσκοπα λόγια και μικρές κραυγές
μας κάνει αδέρφια
(από το Ωδές στον Πρίγκηπα, Ύψιλον 1991)


2
Στους κήπους της έπαυλης

Η θέση σου είναι στην Αθήνα, Πρίγκιπα
Το όψιμο φθινόπωρο στους κήπους της έπαυλης σε ξεγελά
και οι πικροδάφνες σου φυλλορροούν στο πέτρινο
κλιμακοστάσιο σε ξινίζουν
Ακούς τα παραδείσια πουλιά μες τις λακκούβες του νερού
χτυπάει εντός σου η μηχανική καρδιά της πόλης

Λες αύριο θα εκφωνήσω τον επικήδειο των ποιητών - και
το αναβάλλεις
μικρές θαλάσσιες εκδρομές και τα βραδάκια λικνίζεσαι στις
δισκοθήκες
Η καρβουνόσκονη μόλις αγγίζει τα παιδιά της δυτικής ακτής
σήμαντρα δειλινού και άνθη λεμονιάς
μες τους δασώδεις λόφους της Αιώνιας Πόλης

Κι όμως η θέση σου είναι στην Αθήνα, Άρχοντα
μόλις ακούγεσαι μες τα παράσιτα και τους πομπούς
Σ’ άκουσα χθες με άλλη μουσική να θρηνωδείς
η φωνή σου δεν άλλαξε, την ξέρω απ΄τον καιρό της
διαδοχής
Η νύχτα πέφτει


(από το Ωδές στον Πρίγκηπα, Ύψιλον 1991)


3
Προσευχή

Πρίγκιπα, χρειάζομαι χρήματα, κι άλλα χρήματα
σ’ έναν κόσμο που αλλάζει αδίστακτα χρειάζομαι χρήματα
για να σε κερδίσω δεν θά ’φταναν όλα τα τραγούδια της γης
Χρειάζομαι πολλά, πάρα πολλά μπορώ να σου πω

Αυτά τ’ ανθοκήπια, κι αυτές οι πισίνες, κι αυτά τα υδρόβια
μες τα δωμάτια που μας προσμένουν χρειάζονται χρήματα
Χρειάζομαι τόσα λεφτά για τσιμέντο και χάλυβα κι όλη τη
θάλασσα
Χρειάζομαι φως από πικρό αμμοχάλικα, α, Πρίγκιπα
κι είμαστε τόσο, μα τόσο φτωχοί

Χρειάζομαι χρήματα να γεννηθώ σαν και σένα απαράλλαχτος
Το ήρεμο γαλάζιο τοπίο στα μάτια σου χρειάζεται χρήματα
τα μισάνοιχτα χείλη σου και το άσκεφτο ανάβλυσμα
η ανώφελη άγνοια χρειάζεται χρήματα
να παγιωθεί

Άρχοντα, δεν νιώθω πια τίποτε για σένα
το παιχνίδι μας δεν αλλάζει τα καθορισμένα βήματα
Χρειάζομαι χρήματα για να μεταμορφώσω ένα χερσότοπο
σε πανδαιμόνιο μουσικής


(από το Ωδές στον Πρίγκηπα, Ύψιλον 1991)



4
Στην Ενδοχώρα



Όσο κι αν προχωρώ στην ενδοχώρα
τίποτα δε μου σβήνει από τα μάτια
τον αιώνιο χωρισμό. Μες σε βαθιές κοιλάδες, λασπωμένες
απ’ τη βροχή, έρχεται το ψιθύρισμα του ήλιου με τη θάλασσα
παραπατώντας σ’ ένα σμίξιμο σφιχτό, ιδανικό

Πόσο γυαλίζουν μες στη στάχτη τους, έλεγε, πόσο
βαθαίνουν την καρδιά, ακρωτηριάζοντας
δάχτυλα και νευρώσεις, σκάβουνε
βαθιά μέσα στη γη για ναρκοπέδια

Μα εγώ καθώς προχώρησα στην ενδοχώρα, είδα
στην πυρκαγιά της θύμησης τη στάχτη μες στα φώτα
(από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

(= Νικόλαος Αρσλάνογλου, 1931-1996)

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Ο Μαβίλης στην ανθολογία του Lavagnini και τα ποιήματά του «Μούχρωμα» και «Λήθη» μεταφρασμένα στα ιταλικά. Lorenzo Mavilis nella “Letteratura Neoellenica” di Bruno Lavagnini e 2 sue poesie (“Crepuscolo” e “Lete”) tradotte in italiano.

Από το σημαντικότατο –ειδικά για την εποχή που εξεδόθη—βιβλίο του Ιταλού νεοελληνιστή Μπρούνο Λαβανίνι με τον τίτλο “Η Νεοελληνική Λογοτεχνία” (Bruno Lavagnini, La letteratura neoellenica, Sansoni/Academia, Milano, 1969) σκεφτήκαμε να μεταφράσουμε το λήμμα σχετικά με τον Λορέντζο Μαβίλη.
Το εν λόγω έργο του μεγάλου Ιταλού νεοελληνιστή γραμμένο 45 περίπου χρόνια πρίν, έχοντας μέσα απο την επιστημονική επάρκεια του συγγραφέα του έμμεσα εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα, επιπλέον συνιστούσε μια πολύ επιτυχημένη απόπειρα ανθολόγησης της νεότερης ποίησής μας για το ιταλικό κοινό. Ιστορικά συστηματοποιημένο ισοδυναμεί με μια επιτομή ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, η οποία εκτείνεται από τις εν σπέρματι μέσα στην Βυζαντινή ιστορική περίοδο απαρχές της Νεοελληνικής λογοτεχνίας (γλώσσα και συνείδησι) μέχρι την λογοτεχνική παραγωγή νεοελλήνων ποιητών και πεζογράφων της δεκαετίας του 1960.
Η σύντομη παρουσίασι του Μαβίλη από τον Λαβανίνι συνοδεύεται με τις ιταλικές μεταφράσεις δύο χαρακτηριστικών σονέττων του κορυφαίου νεοέλληνα σονεττογράφου, το Μούχρωμα και το Λήθη. Τις δύο αυτές συνθέσεις ο Λαβανίνι τις θεωρεί ως «από τα πιο όμορφα σονέττα του».

Α.Σ.
 ........................................

[Cap. 11: Palamas e la nuova poesia; Marzokis, Mavilis, Siguro, Theotokis]

LORENZO MAVILIS 
da Bruno Lavagnini

«Η δόξα του θανάτου στο πεδίο της μάχης στεφάνωσε τον
Λορέντζο Μαβίλη, που ως αξιωματικός των Γαριβαλδινών στην Ήπειρο, έπεσε μαχόμενος εναντίον των Τούρκων κατά την διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου στον Δρίσκο, κοντά στα Ιωάννινα, την 29η Νοεμβρίου 1912. Γεννηθείς στην Ιθάκη το 1860, και πραγματοποιώντας κατόπιν τις πρώτες του σπουδές στην Κέρκυρα, συμπλήρωσε 14 χρόνια ως φοιτητής στη Γερμανία.
Λογοτέχνης και φιλόλογος, έχοντας αποδεχθή μέσω του Πολυλά τις θεωρητικές απόψεις του Σολωμού, προσέθεσε στην παράδοσι της (σολωμικής) σχολής την εμπειρία του παρνασσισμού και εναπόθεσε μέσα σε γεμάτα αρμονία σονέττα, εξαιρετικής σμίλευσης, άλλοτε την μαγεία ενός τοπίου, άλλοτε την μελαγχολία ενός απόβραδου ή ενίοτε την ανάκλησι ενός αρχαίου θρύλου.
Τα σονέττα τα οποία πιστώνονται στ’ όνομά του εξεδόθησαν μετά θάνατον το 1915, στην Αλεξάνδρεια.
Παρουσιάζουμε από αυτά δύο, εκ των ωραιοτέρων».

Crepuscolo

Soffia la brezza con impeto lene
e lentamente oscillano i rosai,
nei cuori regna, e regna nel creato,
roseo vespero, colma ora di aromi.

Ora d’ oro di sogni e di ricordi,
in cui l’ alma presaga e’ del riposo,
dell’ eterno riposo, e muove incontro,
come per un saluto ultimo, ai cari

ricordi: bionde dal collo di giglio,
amorose, ed azzurri occhi ormai spenti,
dolcissimi, ed i fremiti ed i baci

e le lagrime: doni invidiati
del viver che finisce lento e smuore
 come il viola cupo del tramonto.


Lete

Avventurati i morti a cui l’amara
vita obliar fu dato. Allor che affonda
nei gorghi il sole, e a lui l’ombra succede,
non piangerli, se pur tua pena e’ cruda.

Sete a tale ora han le anime, e se ne vanno
al fonte cristallino dell’Oblio,
ma fango annera l’aqua, se vi stilli

pianto di la’ dov’essi hanno gli affetti.

E se bevon aqua turbata rimembrano,
trascorrendo sui prati d’asfodelo,

antiche pene dentro a lor sopite.

Se tu non puoi non piangere nel vespero,
piangano gli occhi tuoi quei che son vivi:
dimenticar vorrebbero, e non sanno.

(Bruno Lavagnini, La letteratura neoellenica, Sansoni/Academia, Milano, 1969, σ. 179-180)

............................

Το πρωτότυπο κείμενο:

ΜΟΥΧΡΩΜΑ 

Φυσάει τα’ αεράκι μ’ ανάλαφρη φόρα 
και τες τριανταφυλλιές αργά σαλεύει• 
στες καρδιές και στην πλάση βασιλεύει 
ρόδινο σούρουπο, ώρα μυροφόρα.

Χρυσή θυμητικών ονείρων ώρα 
που η ψυχή τη γαλήνη προμαντεύει, 
την αιώνια γαλήνη, και αγναντεύει 
σα για στερνή φορά κάθε της γνώρα 

αξέχαστη• ξανθές κρινοτραχήλες 
αγάπες, γαλανά βασιλεμένα 
μάτια ογρά και φιλιά και ανατριχίλες 

και δάκρυα• πλάνα δώρα ζηλεμένα 
της ζήσης που αχνοσβυέται και τελειώνει 
σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λειώνει. 

[ΣΗΜ. Διόρθωσα:
3 σαλέβει 4 βασιλέβει 6 τελειόνει 7 λυόνει ]


ΛΗΘΗ 

Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε 
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίση 
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήση, 
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι. 

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε 
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση· 
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίση, 
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε. 

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται. 
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι, 
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι, 
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν: 
Θέλουν, μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Αποχαιρετισμός καλοκαιριού με ένα ποίημα (της Λένας Παππά) και ένα τραγούδι (των Daughtry). Και Καλό Μήνα! Per il primo di settembre: una poesia (di Lena Pappa) e una canzone di Daughtry


Ο Αύγουστος και ο Σεπτέμβριος είναι σταθερά στις πρώτες προτιμήσεις των απανταχού λυρικών ποιητών. Οι δυο αυτοί μήνες με την μοιραία αντιθεσί τους και τον πλούσιο συμβολισμό, συναγωνίζονται την αφοπλιστική αθωότητα και την μεθυστική αισιοδοξία των Απριλο-Μάηδων …

Αποχαιρετούμε λοιπόν τον Αύγουστο και ταυτόχρονα υποδεχόμαστε τον Σεπτέμβρη, με τον ίδια συνταγή που προ μηνός δοκιμάσαμε: ποίημα μετα μουσικής.
Αυτή τη φορά το ποίημα είναι από την ίδια εράσμια ποιητική φωνή, όπως τότε, αλλά για να αυξήσουμε την αντίθεσι υποδεχόμαστε τον Σεπτέμβρη με κάτι μουσικά μή εγχώριο κα απρόσμενο. Ένα τραγούδι του αμερικάνικου ρόκ συγκροτήματος Daughtry. Ένα ρόκ κομμάτι που έχει το όνομα του μήνα μας στον τίτλο του.

Ευχές γα Καλό Μήνα και Καλό Φθινόπωρο!

...................................................................


Ιούλιος-Αύγουστος

λιοφόρος ούλιος λίγος,
εγευστος Αγουστος λάχιστος
κα πότε κιόλα σιγαλς Σεπτέμβριος.

Πρς τ κεν καλπάζοντας
ν κρατηθες, π πο
ν φύγεις,
κλειδί—κλαδί δν χει χρόνος λεος, πότομος
κάθε στιγμ του γκρεμς — πς ν σώσεις
τν στραπ τ ζωή σου
—μ' να ποίημα, μ' να παιδί,
μ' να γαλμα στ μουσεο;

Μία, δύο κα τρες φορς κι κατοντάδες
κι ν ρθει ούλιος
κι Αγουστος ν ρθει πάλι
στ θάνατό σου θ σ' γκαταλείψουν
πο λίγο-λίγο, καθημερινς σ’ χει κερδίσει, σα
φιλι κι σα φτερ
μέσα τους κι ν πρόφτασες ν θησαυρίσεις.

Λένα Παππά

..................................................................................

 Daughtry - September

 
Lyrics:

September 

Half the time passed away
All the trouble that we gave
And all those days we spent out by the lake
Has it all gone to waste?
All the promises we made
One by one they vanished just the same

All the things I still remember
Summers never looked the same
Years go by and time just seems to fly
But the memories remain
In the middle of September
We still play out in the rain
Nothing to lose but everything to gain
Reflecting now how things could've been
It was worth it in the end

Now it all seems so clear
There's nothing left to fear
So we made our way by finding what was real
Now the days are so long
That summer's moving on
Reach for something that's already gone
Yeah

All the things I still remember
Summers never looked the same
Years go by and time just seems to fly
But the memories remain
In the middle of September
We still play out in the rain
Nothing to lose but everything to gain
Reflecting now how things could've been
It was worth it in the end

Yeah we knew we had to lose this time
But we never knew when, and we never knew how
We would end up where we are
Yeah we knew we had to leave this town
But we never knew when, and we never knew how
Never knew anything

All the things I still remember
Summers never looked the same
Years go by and time just seems to fly
But the memories remain
In the middle of September
We still play out in the rain
Nothing to lose but everything to gain
Reflecting now how things could've been
It was worth it in the end

DAUGHTRY

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

Ανήμερα της Παναγίας: Το ποίημα «Η Φανερωμένη» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Festa della Dormizione della Madonna; Una poesia di Aristotelis Valaoritis


Υπάρχουν και ποιήματα σαν προσευχούλες.
Στο παρακάτω ο Βαλαωρίτης μας μιλάει για τις κρυφές εμφανίσεις της Φανερωμένης Κυράς σε φτωχόσπιτα και σε θλιμμένες καρδιές. Η ευαισθησία του λόγου του μου λέει πως κι αυτός αξιώθηκε να αισθανθή την μυστική ευωδία της χάρης Της. Αυτής που σαν ουρανού δροσούλα ανασταίνει μαραμένα λουλούδια. Κάθε τόσο. Και σε κάθε γωνιά της γής…

Η Φανερωμένη

Χαμογελά η ανατολή και ροδοκοκκινίζει

ολίγο ολίγο η καταχνιά, που τα βουνά στολίζει.
Λαλεί τ΄ ορνίθι της αυγής, το πρόβατο βελάζει.
Ξυπνούν στα πλάγια οι πέρδικες, η μια την άλλη κράζει.

Ξυπνά κι ο γέρο Γούμενος, τον όρθρο του σημαίνει

και μουρμουρίζοντας σιγά, στην εκκλησιά πηγαίνει,
την άγια εικόνα της Κυράς σκυφτά να προσκυνήσει.

Κι εκεί που ετέντων’ ο παπάς τα χείλη να φιλήσει

του ‘κάστηκε πως έλειπε - παράδοξη ιστορία! -
απ΄ το θρονί της το χρυσό η Δέσποινα η Μαρία…

Ετρόμαξ΄ ο καλόγερος… Στην πλάκα γονατίζει,

χτυπά το μέτωπο στη γή, παρακαλεί, δακρύζει ...
Με μιας αστράφτ΄ η εκκλησιά κι αισθάνεται ένα χέρι
όπου τον ανεσήκωνε… Μοσχοβολάει τ΄ αγέρι…

Τα μάτια του άνοιξ' ο παπάς… Στο κάτασπρό του γένι

το δάκρυ του έσταξε βροχή... Κυττάζει… καθισμένη
στο θρόνο βλέπει την Κυρά, που του χαμογελούσε
και το Παιδί, που εχαίρετο και που τον ευλογούσε.

- Σε ποιο καλύβι αγνώριστο, σε ποια καρδιά θλιμμένη

να πέρασες τη νύχτα Σου, Κυρά Φανερωμένη;
Ποιό μαραμένο λούλουδο η χάρη Σου, Κυρούλα,
κρυφά, κρυφά ν΄ ανάστησε, σαν ουρανού δροσούλα;

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

 

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

«Στην Παναγία την Κεχριά». Ένα θρησκευτικό ποίημα του Παπαδιαμάντη. "Alla Madonna di Kechria": Una poesia religiosa di Alexandros Papadiamantis

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!

[Μόλις σήμερα, με την χάρι Της, επανερχόμαστε στο επικίνδυνο (και ελάχιστα εύκολο καλοκαιριάτικα) σπορ της Ιστολογίας, μετά από πολλές ημέρες γεμάτες με οικογενειακές μέριμνες, αλλά και με αναπόφευκτες ευθύνες και έκτακτες προσωπικές υποχρεώσεις. ]
.



ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΧΡΙΑ

Γλυκειά Παρθέν', αξίωσέ με
νά ‘ρθω και πάλι στο ναό σου,
όπου φυσά γλυκά η αύρα
στα πλατάνια τα θεόρατα
κάτω στο ρέμα, που η πηγή κελαρύζει
κι επάνω θροΐζ’ η αύρα μαλακά.

Όλος ο ήλιος λάμπει στο θόλο
του ωραίου ναού σου με τα πιατάκια τα ποικιλμένα
κι ευωδιάζ' η μύρτος κ’ η δάφνη
ολόγυρα, κ’ η βρύση κελαδεί
στην αυλή που ανθεί ο λιβανωτός κι [ο θύμος].

Στα νιάημερα τ' αγαπημένα
της δοξασμένης μεταστάσεώς σου
ήθελα νά ‘μαι να ψάλω το "Πεποικιλμένη..."
στο πανηγύρι το σεμνό.

Να βλέπω, να θαυμάζω τη χλωμή μορφή σου,
με τα ματάκια τα κλειστά,
με τα χεράκια σταυρωμένα,
κι ο Υιός σου να κρατή την άμωμη ψυχή σου,
ως τρυγόνα στα χεράκια.

Κι Απόστολοι εκ περάτων
στα σύννεφα επάνω πετώντας,
κι Άγγελοι με σταυρωμένα χέρια
βλέπουν το θάμα το φριχτό!

Ψηλά επάνω απ' το δώμα, από δυο παραθυράκια,
με τις κουκούλες δυο καλογεράκια
προβάλλουν και τείνουν από ένα τόμον ανοιχτό!

κι ο ένας γράφει "θνητή γυναίκα του Θεού μητέρα"
κι ο άλλος• "τ' ουρανού είσαι πλατυτέρα,
ως έμψυχος ναός και θρόνος του Θεού..."

Γλυκειά Παρθέν' αξίωσέ με
νά ‘ρθω και πάλι στο ναό σου,
όπου φυσά γλυκά η αύρα
στο ρέμα στα πλατάνια μυστικά!

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1920)

Σχόλιο για την διόρθωσι:
[ΣΗΜ. Ο στίχος 11 που έτσι κι αλλιώς παρουσιάζει φιλολογικά προβλήματα (μάλιστα ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος γράφει πως «Γενικά η παράδοση του κειμένου του ποιήματος δεν είναι καθόλου καθησυχαστική», βλ. ό. παρακάτω σ. 363), καθώς δεν υπάρχει διαθέσιμο το αυτόγραφο του ποιητή, είναι απο εμάς εδώ διορθωμένος με το «κι {ο θύμος}».
Από την μια -όπως έχει αρμοδίως επισημανθή για αυτόν τον λειψό στίχο– δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η πρόταση του Βαλέτα, πρώτου εκδότη: «ἡ μύρτος», αφού αυτή η λέξι χρησιμοποιήθηκε στο ποίημα μόλις δυο στίχους πρωτύτερα.
Βέβαια η φιλόδοξη παρέμβασις μας δεν είναι και τόσο αυθαίρετη. Η λόγια λ. θύμος για το θυμάρι, τον τόσο χαρακτηριστικό για την ελληνική φύση κι αγαπημένο στην ποίησι θάμνο, αναφέρεται ονομαστικά από τον Σκιαθίτη σε ανάλογη περίπτωσι πεζολογικής περιγραφής εξωκλησιού της ιδιαίτερης πατρίδας του (: Βαρδιάνος στα Σπόρκα), όπως εύστοχα αναφέρει ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Μια λύσι που θα την προτιμούσε και ο ίδιος στην κριτική του έκδοσι, την οποία κι εμείς ακολουθούμε «αν η πρώτη δημοσίευση δεν είχε κ’, που ζητεί να ακολουθεί το θηλυκό άρθρο». Και επ’ αυτού, παρ’ όλο που είναι σπανιότερος και απ’ όσο γνωριζουμε αμάρτυρος, εμείς να αναφέρουμε τον τύπο της λέξης και σε θηλ. γένος, (ενν. η βοτάνη), όπως φαίνεται να αποδίδει βοτανολόγος του 17ου αι. (Nicholas Culpeper, 1616 – 1654) τον επίμαχο θάμνο, αναφερόμενος στην επιστημονική ονομασία του ως Thymus vulgaris (Labiatae), όταν έγραφε < ή τον …μετάφραζαν; > : «H thymvs vulgaris (θυμάρι) αποτελεί ένα σημαντικό δυναμωτικό των πνευμόνων…»]

Το ποίημα και σε πολυτονική γραφή (βλ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΑΠΑΝΤΑ, κριτική έκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Εκδόσεις Δόμος, 1988, τ. 5 , σ. 30-31):

ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΧΡΙΑ

Γλυκειὰ Παρθέν᾿, ἀξίωσέ με
νὰ ’ρθω καὶ πάλι στὸ ναό σου,
ὅπου φυσᾷ γλυκὰ ἡ αὔρα
στὰ πλατάνια τὰ θεόρατα
κάτω στὸ ρέμα, ποὺ ἡ πηγὴ κελαρύζει
κ’ ἐπάνω θροΐζ’ ἡ αὔρα μαλακά.

Ὅλος ὁ ἥλιος λάμπει στὸ θόλο
τοῦ ὡραίου ναοῦ σου μὲ τὰ πιατάκια τὰ ποικιλμένα
κ’ εὐωδιάζ᾿ ἡ μύρτος κ’ ἡ δάφνη
ὁλόγυρα, κ’ ἡ βρύση κελαδεῖ
στὴν αὐλή, ποὺ ἀνθεῖ ὁ λιβανωτὸς κ’ [ἡ μύρτος].

Στὰ νιάημερα τ᾿ ἀγαπημένα
τῆς δοξασμένης μεταστάσεώς σου
ἤθελα νὰ ’μαι νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη»
στὸ πανηγύρι τὸ σεμνό.

Νὰ βλέπω, νὰ θαυμάζω τὴ χλωμὴ μορφή σου,
μὲ τὰ ματάκια τὰ κλειστά,
μὲ τὰ χεράκια σταυρωμένα,
κι ὁ Υἱός σου νὰ κρατῇ τὴν ἄμωμη ψυχή σου,
ὡς τρυγόνα στὰ χεράκια.

Κι Ἀπόστολοι ἐκ περάτων
στὰ σύννεφα ἐπάνω πετώντας,
κι Ἄγγελοι μὲ σταυρωμένα χέρια
βλέπουν τὸ θάμα τὸ φριχτό!

Ψηλὰ ἐπάνω ἀπ᾿ τὸ δῶμα, ἀπὸ δυὸ παραθυράκια,
μὲ τὶς κουκοῦλες δυὸ καλογεράκια
προβάλλουν καὶ τείνουν ἀπὸ ἕνα τόμον ἀνοιχτό!

Κι ὁ ἕνας γράφει: «θνητὴ γυναίκα τοῦ Θεοῦ Μητέρα»
κι ὁ ἄλλος: «τ᾿ οὐρανοῦ εἶσαι πλατυτέρα,
ὡς ἔμψυχος ναὸς καὶ θρόνος τοῦ Θεοῦ...»

Γλυκειὰ Παρθέν᾿, ἀξίωσέ με
νὰ ’ρθω καὶ πάλι στὸ ναό σου,
ὅπου φυσᾷ γλυκὰ ἡ αὔρα
στὸ ρέμα στὰ πλατάνια μυστικά!


Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος (1920)

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Το ποίημα «Εχεμύθεια» του Εμπειρίκου, μια «Ζηλοτυπία» προς σύγκρισι και ένα τραγούδι των Αφών Κατσιμίχα.La poesia Confidenza di Empirikos in confronto

La poesia “Confidenza” di Empirikos in confronto con una vecchia (piu' di 100 anni) dal titolo “Gelosia”.



Σ’ ένα παλιό περιοδικό* βρήκα ένα ποίημα με τον ελκυστικό τίτλο «Ζηλοτυπία» και - υπομειδιώντας κατά την ανάγνωσι- η σκέψι μου πήγε αμέσως σε ένα ποίημα απο την Ενδοχώρα του Α. Εμπειρίκου, την καταπληκτική (και απο χρόνια αγαπημένη μου) «Εχεμύθεια». Μετά βίας απορρίπτω την πειρασμό που μου ψιθυρίζει πιθανή επίδρασι του παλιού στο νεότερο. Θεωρώ πάντως, ότι την «Ζηλοτυπία» του αγνώστου μου Ν. Γ. ΑΙΓΕΙΑΛΙΔΗ, θα μπορούσα να την χρησιμοποιήσω ως παράλληλο κείμενο του εμπειρίκιου ποιήματος.
(Βεβαίως δεν γεννάται θέμα σύγκρισης των δύο συνθέσεων, ως προς την ποιότητα: Η «Εχεμύθεια» του Εμπειρίκου είναι απείρως πιο γοητευτική, ενώ η «Ζηλοτυπία» δεν είναι και αψεγάδιαστη - όπως ελπίζω να μου δοθή η ευκαιρία να δείξω μία από αυτές τις μέρες στους φοιτητές και συναδέλφους που συμμετέχουν στο εφετινό In-Country Program στην Κάλυμνο).
Ως εκ τούτου, παραθέτω αμφότερα τα ποιήματα για να ανακαλύψετε (αφού τα απολαύσετε) μόνοι σας τις ενδεχόμενες ομοιότητες και διαφορές.

ΖΗΛΟΤΥΠΙΑ

Βαρούσαν τα όργανα κι εσειόταν το σπίτι
Σ’ ολόφωτη σάλα χορός εκρατούσε
Κι εκείνη σαν άλλη, θαρρείς, Αφροδίτη
Στα κύματα μέσα της πόλκας πετούσε,

Δειλά φωλιασμένη σε άλλου τα χέρια.
Σαν έβλεπα κάπου κρυφά ν΄ανταμώνει
Μ’ εκείνον τα μάτια, τα δυο της αστέρια,
Αλλόκοτοι μέσα μ’ εδάγκαναν πόνοι.

Φουρτούνες μου δέρναν κρυφές το κεφάλι
Και μέσα μου φίδια μού βόσκαν τα στήθια.
Εκείνη απ’ αγκάλη πετούσε σ’ αγκάλη.
Της έδιν’ η νιότη φτερά για βοήθεια.

Σκεφτόμουνα πλέον να μή της μιλήσω,
Να γίνω για λίγο κι εγώ πεισματάρης.
Δεν ήξευρα ότι προτού το θελήσω-
Άχ! Ήμουνα πλέον, στ’ αλήθεια ...ζηλιάρης!

Αθήναι 1882
ΝΕΟΚΛΗΣ Γ. ΑΙΓΕΙΑΛΙΔΗΣ

Υπόμνημα:

1 σπήτι
2 ΄Σ
4 ‘Σ
6 ανταμόνη
7 ‘μάτια
9 Φουρτούναις κρυφαίς
10 φείδια
15 είξευρα περριχού

* Περ. ΑΠΟΛΛΩΝ, 1889 σ. 968. Μεταγράφω πιστά το ποίημα, αλλά επεμβαίνω –λόγω δυσκολίας στην δακτυλογράφησι- στην αντικατάστασι του πολυτονικού και επιχειρώ και κάποιες επουσιώδεις επεμβάσεις –με στόχο την διευκολύνσι του σημερινού αναγνώστη- στην ορθογραφία.


ΕΧΕΜΥΘΕΙΑ
Με την ριπή του άνεμου στα μαλλιά
Της γυναικός που στροβιλίζεται μέσ' στο σαλόνι
Και παίρνει την ζωή όπως της έρχεται
Και με στολίδια και παιδιά
Που την λατρεύουν κι όλο λέγουν τ' όνομά της
Και με τους άνδρες που σηκώνουν
Όρθιο το χέρι τους στον ουρανό
Μεσ' στην εξαίσια λειτουργία των παλμών τους
Στον στρόβιλο του βαλς που πλησιάζει
Τα στήθη τους στα στήθη της γυναίκας.

Ανδρέας Εμπειρίκος (Ενδοχώρα)

Και για λόγους αντικειμενικής παρουσίασης του θέματος, μετά από το πρώτο βίντεο με το ορχηστρικό κομμάτι των αδελφών Κατσιμίχα, παραθέτουμε και το ομώνυμο τραγούδι τους, από τον δίσκο τους «Απρίλη, ψεύτη!» (1989). Μια μελοποίησι οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα, παρόλο που, προσωπικά, από τότε που την πρωτοακούσαμε μέχρι σήμερα, δεν μας ενθουσιάζει, τόσο όσο άλλες του αγαπημένου και πολύ ποιοτικού αυτού δίδυμου.

Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Εχεμύθεια

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Το ποίημα του Παντελή Πρεβελάκη "Άϊ-Γιώργης" και μετάφρασί του στα ιταλικά. La poesia “San Giorgio” di Prevelakis e una traduzione in italiano.



ΑΪ-ΓΙΩΡΓΗΣ

Έκλαιε η ρηγοπούλα και φιλούσε
του Γιώργη του καβαλάρη τα χέρια
που της είχε γλιτώσει τη ζήση.
Έκλαιε κι ο πολεμιστής κ’ ευλογούσε
την ομορφιά που του ‘δωσε θάρρος
μ’ ένα έργο τρανό να λυτρώσει
την αντρίκεια ψυχή του για πάντα.


Παντελής Πρεβελάκης, 1934
(Απο την συλλογή "Η Γυμνή Ποίηση")


SAN GIORGIO

Piangeva la principessa e baciava
le mani del cavaliere Giorgio
che le aveva salvato la vita.
Piangeva anche il guerriero e benediceva
la bellezza che gli aveva fatto coraggio
con un’ impresa imponente a riscattare
la propria vita da uomo, per sempre.


Pantelis Prevelakis, "La poesia nuda", 1934

(Traduzione: Alexandros Sellenides)

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΕΠΟΣ: Αγωνιστική υπενθύμησι-μικρό αφιέρωμα με ποιήματα και τραγούδια. Ricordo della lotta x la liberta’ dell’ ellenismo cipriota (01.04.1955)

1 Απριλίου 2010. 55 Χρόνια από τον αδικαίωτο ακόμα Κυπριακό Αγώνα


Α. Ένα δυνατό ποίημα του Γιώργου Πετούση που το βρήκαμε στο εξαιρετικό –παρ’ ότι νέο- ιστολόγιο του «Συνδέσμου Επιστημόνων Πειραιώς»

ΣΤΗ ΔΟΚΟ ΤΗΣ ΑΓΧΟΝΗΣ
Εις μνημόσυνον

Μου λες να ξεχάσω τα παιδιά στην αγχόνη
να παραμερίσω όλο εκείνο το πολύ μου πάθος
για τη λευτεριά της Πατρίδας.
Να παραδώσω στην πυρά όλα εκείνα
«τα δια χειρός ηρώων» επιθανάτια γράμματα
που τα διαβάζω κάτ’ επανάληψη
και με κρατούν άγρυπνο.
Εγώ σου λέω δεν μπορώ.

Μια ζωή τώρα τις μεταμεσονύκτιες ώρες
με πιάνει ρίγος σαν ακούω τα βήματά τους να οδεύουν.
Σαν ακούω τα τραγούδια τους να δυναμώνουν.
Σαν τέλος ακούω να πνίγεται μαζί τους
δολοφονημένος
ο Ύμνος της Ελευθερίας
ύστερ΄ ακριβώς απ΄ τον ξερό γδούπο της ανοιγμένης
καταπακτής.

Ω! τα κορμιά τους έτσι που αιωρούνται δεκαετίες
τώρα στη δοκό της αγχόνης!
Ω! τ΄άγια κορμιά τους δεκαετίες τώρα
που ΄ναι θαμμένα στα Φυλακισμένα Μνήματα
!

Γιώργος Πετούσης
Λεμεσός
20.4.1986 – 20.2.1987
[ Από την ποιητική συλλογή «Ο αδελφός μου Ονήσιλος», Λεμεσός – Κύπρος 1989]




Β. Δυό ποιήματα του ηρωικού παλληκαριού Βαγόρα Παλληκαρίδη, μελοποιημένα από τον Δημήτρη Λάγιο και πρωτοτραγουδισμένα από τον Γιώργο Νταλάρα:



Στίχοι: Ευαγόρας Παλληκαρίδης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας

Των αθανάτων

Των αθανάτων το κρασί
το ‘βρετε σεις και πίνετε
ζωή για σας ο θάνατος
κι αθάνατοι θα μείνετε






Στίχοι: Ευαγόρας Παλληκαρίδης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας

ΗΡΩΩΝ ΓΗ

Όλη η φύση κοιμάται, τη ναρκώνει το κρύο
και γω φεύγω λαλώντας το στερνό μου αντίο
και την μάνα φιλώντας, την κοιτάζω να κλαίει
μάνα, μην κλαις της λέω, μάνα μην κλαις, και κλαίω.

Κι όλο πάω και τρέχω και το δάκρυ της σβήνει
για μια μόνο στιγμούλα και μιαν άλλη μανούλα,
την Ελλάδα μας έχω, που όλο κλαίει κι εκείνη.

Στου βουνού τη ραχούλα σ' ανθοστόλιστα πλάγια
την γλυκειά μου μανούλα ψάχνω νά βρω την άγια
θ' ανεβαίνω ραχούλες, χιονισμένες κορφές,
ώσπου νά 'βρω ηρώων γή κι ηρώων μορφές.



Γ. Με τον ίδιο Τραγουδιστή θα κλείσουμε, καρτερώντας κι εφέτος:



Γιώργος Νταλάρας: Καρτερούμεν


Καρτερούμεν μέραν νύχταν
να φυσήσει ένας αέρας
στουν τον τόπον πο'ν καμένος
τζι' εν θωρεί ποτέ δροσιάν

Για να φέξει καρτερούμεν
το φως τζιήνης της μέρας
πο'ν να φέρει στον καθ' έναν
τζιαι δροσιάν τζαι 'ποσπασιάν

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Ένα αιωνόβιο ποιηματάκι για τον Μάρτιο (του Ν. Ιγγλέση). Una poesia fanciullesca sul mese Marzo (public. in 1881)

Φυλλομετρώντας ένα παλιό έντυπο ( ΑΘΗΝΑΪΣ, Εφημερίς μετα εικονογραφιών, 1881, τ. 6, 5, σ. 37 ) βρήκαμε αυτό το απλοϊκό ποίημα:


Ο ΜΑΡΤΗΣ

Μάρτης είναι κάθε δέντρο
Με κλαδάκια φουντωμένα
Χαιρετά την άνοιξί μας
Των πουλιών τον ερχομό,
Πέρα εκεί στην πεδιάδα
Ω! Ιδέτε ένα. Ένα
Πώς περίχαρο προβαίνει
Με φτερούγισμα γοργό.


Από άλλα μέρη ακόμα
Που δεν έλιωσαν τα χιόνια
Κι ο βορριάς αναστενάζει
‘Σ του πελάου τα νερά
Ταξειδιάρικα πετάνε
Τα τρελλά τα χελιδόνια
‘Σ τα παλιά τους τα λημέρια
‘Σ τα κλαδιά τα δροσερά.

Έτσι έρχεται και φεύγει
Κάθε άνοιξι και χρόνος,
Έτσι ‘μοιάζει η ζωή μας
Σαν το πέρασμα πουλιού,
Τί καλά σ’ εκείνον όπου
Ούτε πίκρες ούτε πόνος
Τη ζωή του δεν μαραίνει
Τα ονείρατα του νειού.

Ν. ΙΓΓΛΕΣΗΣ

(ΑΘΗΝΑΪΣ, 1881)

Σχολιασμός:
Πρόκειται για ένα στιχούργημα γραμμένο με την παραδοσιακή περί στιχουργίας αντίληψι της εποχής (στην αυγή της Νέας Αθηναϊκής Σχολής).
Σε τρείς στροφές εκτυλίσσεται εύκολα κι απλά το παιδιάτικο νόημα, βαλμένο συμπαθητικά μέσα στον γρήγορο ρυθμό του παιχνιδιάρικου τροχαϊκού (κυρίως οκτασύλλαβου) στίχου.
Οι οκτάστιχες στροφές δομούνται με συμμετρία από δύο τετράστιχα κάθε φορά, στα οποία οι στίχοι συνιστούν ένα αρχικό ζεύγος οκτασυλλάβων και ένα επόμενο ζεύγος ενός οκτασύλλαβου ακολουθούμενου από έναν επτασύλλαβο (αυτό το τελευταίο ζευγάρι, των στίχων 3 και 4, των έξη τετραστίχων μοιάζει –προφανώς- σαν ένας παραδοσιακός δεκαπεντασύλλαβος με τομή). Όλα στον ανέμελο ρυθμό του τροχαϊκού μέτρου.

Οι στίχοι ομοιοκαταληκτούν ανα ζυγό αριθμό σε σχήμα πλεχτής ( μέσα στο 8στιχο δηλαδή, ο δεύτερος με τον έκτο και ο τέταρτος με τον όγδοο –έτσι που ριμάρουν ανα δύο μούρχεται να την βαφτίσω …πλεχτοζευγαρωτή ή καλύτερα "ζυγοπλεχτή").

Και μια διόρθωσι:
Κρατώ μια επιφύλαξι για την ορθότητα του τελευταίου τετράστιχου, όπου η τραχιά ασυνταξία καθιστά το κλείσιμο κάπως δυσνόητο. Πιθανολογώ τυπογραφικό λάθος και κρατώντας την ορθογραφία της εποχής (ο σπάνιος τύπος νειός, αντι του δημώδους νιός, ως απόηχος ίσως του ιωνικού νείος =νέος;), προτείνω αποκατάστασι του τελευταίου δίστιχου «Τη ζωή του δεν μαραίνουν / τα ονείρατα του νειού».
Με την πρόχειρη αυτήν διόρθωσι, προβάλλει βελτιωμένο το τέλος του ποιήματος, το προωρισμένο άλλωστε να σηκώνει και το μεγαλύτερο βάρος στην νοηματοδότησι της σύνθεσης, αφού είθισται να φιλοξενεί και το όποιο μήνυμα του ποιητού.
:

"Τί καλά σ’ εκείνον όπου
Ούτε πίκρες ούτε πόνος
Τη ζωή του δεν μαραίνουν
Τα ονείρατα του νειού. "

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ (ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ) ΣΤΑ 80ΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ

OMAGGIO A Kostas KARYOTAKIS x GLI OTTANT’ ANNI DALLA SUA MORTE
(ΠΡΩΤΟ; ) ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ (ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ)



ΣΤΑ 80ΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (21 ΙΟΥΛ 1928) ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ
99 χρόνια πρίν κυκλοφορεί η πρώτη συλλογή του 23άχρονου τότε Κώστα Καρυωτάκη. «Ο πόνος του Ανθρώπου και των πραγμάτων». Στο εισαγωγικό μότο διαβάζουμε:
Τ’ αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς
Το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει…

Το πρώτο ποίημα είχε τον τίτλο ΘΑΝΑΤΟΙ, ενώ ακόμη πιο εμφαντικά προφητική προβάλλει η εισαγωγική, αλλά μάλλον ερμητική φράσι του ποιήματος αυτού ‘Είναι άνθρωποι που την κακιά την ώρα την έχουν μέσα τους’.
Από την γραμμένη με διάχυτη απαισιοδοξία μικρή αυτή συλλογή διαλέξαμε ένα εκπληκτικό κομμάτι. Πρόκειται για ένα σονέττο όλο ποιητική λάμψι κι ομορφιά.
To "ΧΑΜΟΓΕΛΟ":


Δεν μπορώ να μην υποψιασθώ κρυπτομνησία στις δύο τελευταίες στροφές με το άλλο εκπληκτικής ομορφιάς απόσπασμα (526-530) από την Αντιγόνη του Σοφοκλέους:
Ο επικεφαλής τού χορού αναφερόμενος στην άφιξι της Ισμήνης ψάλλει:





[Το ποίημα αυτό (μαζί με 12 άλλα ! ) έχει μελοποιήση η Λένα Πλάτωνος και ερμηνεύση η Σαββίνα Γιαννάτου) αλλά δεν επιθυμώ να συμπεριλάβω την ενδιαφέρουσα προσπάθεια των δύο καλλιτέχνιδων σ’ αυτήν εδώ την ίδια ανάρτησι…]
..........................................................................
Από την τελευταία του Συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες» (1927) διαλέγουμε την «Ηρωική Τριλογία», τρία απλοϊκής στιχουργίας ποιήματα με υψηλότατη όμως θεματική αναφορά, σε τρείς ηρωικές μορφές, Διάκο, Κανάρη, Μπάυρον, όλες δηλαδή σχετιζόμενες με τον εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα του ’21 και την εθνική μνήμη.
ΔΙΑΚΟΣ :












ΚΑΝΑΡΗΣ :












BYRON :









Δεν είναι πρώτη φορά,βεβαίως, που συναντούμε στο ολιγόστιχο ποιητικό έργο του Κ. Κ. το εθνικοπατριωτικό στοιχείο. [Βαρυσήμαντο από αυτήν ειδικά την πλευρά θεωρούμε το προσόμοιον ποίημα – ωδή «Εις Ανδρέαν Κάλβον». Αλλά αυτό ίσως μας απασχολήση κάποιαν άλλη φορά.] Το συστηματικά διαβληθέν έργο του ενοχλητικού για την Εξουσία – αλλά και την στρατευμένη νεοελληνική διανόησι - Κώστα Καρυωτάκη κρύβει για τους αμερόληπτους – αλλά και υποψιασμένους - αναγνώστες διαχρονικές εκπλήξεις.