Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα racconti. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα racconti. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Πυραμίδες της Γκίζας και Μεγάλη Πέμπτη: Μια θαυμαστή διήγησι για ανεξήγητο γεγονός κατά τον 17ο αιώνα. Piramidi di Giza e Giovedì Santo.; Un racconto thriller ambientato nel XVII secolo. Pyramids of Giza and Maundy Thursday: A strange 17th century story of appearing corpses and blood.

 Σε εκκλησιαστικό σύγγραμμα του 17ου αιώνα (εν είδει χρονικού) διαβάζουμε – όχι άνευ εκπλήξεως:   


 (...)

Περι των φαινομένων λειψάνων κατά την Μεγάλην Πέμπτην

 

Κατὰ τὸ μέρος ὅπου εὑρίσκονται αὗται αἱ Πυραμίδες, φαίνεται κάθε χρόνον θαῦμα τί, ἄξιον κατὰ πολλὰ νὰ μὴ σιωπηθῇ, ἐπειδὴ καὶ ἀπο πολλοὺς εἶναι γνωρισμένον καὶ μαρτυρημένον. Εἶναι ἐκεῖ ἕνας τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον κάθε χρόνον ξερνᾶ ἀπο κάτω ἡ γῆ λείψανα παλαιὰ ἀνθρώπων, καὶ πάλι κρύβονται. Εὐγένουσι δὲ κατα διατεταγμένον καιρόν, καὶ πάλι κατὰ διατεταγμένον καιρὸν κρύβονται· τ γὰρ Μεγάλη Πέμπτη ἑσπέρας εὐγένουσι, καὶ τ Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως κρύβονται, καὶ παντελῶς δὲν φαίνονται, ἕως τὸν χρόνον πάλιν τὴν αὐτὴν ἡμέραν. 

Περι της Λίμνης της γινομένης αίμα

Λέγουσι καὶ τοῦτο οἱ ἐγχώριοι ἐρημῖται Ἄραβες, ὅτι ἡ Λίμνη ὅπου εἶναι ἐκεῖ σιμὰ νερὸν γλυκὸν ἀπο τὸν Νεῖλον τὴν νύκτα ἐκείνην τῆς μεγάλης Πέμπτης γίνεται αἷμα, ὅσον νὰ ξημερώση· τοῦτο δὲν τὸ ἴδαμεν, ἀλλὰ τὸ ἠκούσαμεν ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς Ἀράπιδες (sic)... 

 

+++++++++++++++++++++++++++++

 

Δίστιχον (Απο το Συναξάρι της Μ. Πέμπτης)


Τί δεῖ μαχαιρῶν, τί ξύλων, λαοπλάνοι,

πρὸς τὸν θανεῖν πρόθυμον εἰς κόσμου λύτρον;


Νεοελληνική απόδοσι:

"Τί τα θέλετε τα μαχαίρια και τα ξύλα, λαοπλάνοι;

Για τον Λυτρωτή του κόσμου, πρόθυμο να πεθάνει;"

 

 

ΚΑΛΗ  ΑΝΑΣΤΑΣΙ !! 

Σάββατο 17 Απριλίου 2021

«Το γέλιο μές στην νύκτα»: νωπό και βραδιάτικο αφήγημα του Σελλενίδη. “La risata molto dopo il tramonto” : racconto di Sellenidis. « Lachen lange nach Sonnenuntergang»; Erzählung von Alex. Sellenides

 


ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΜΕΣ THN NYKTA

Όταν χθες αργά πολύ μετά τα μεσάνυχτα βρήκα από το διαδίκτυο και διάβασα μερικά κείμενα σαν καταγραφές ημερολογίου κάποιων Ιταλών πολιτών που έστειλαν υπο μορφήν διαγωνισμού την εμπειρία τους στην επιτροπή της δημοτικής βιβλιοθήκης της Πάντοβας, δεν φανταζόμουνα ότι τώρα, ούτε ένα 24ωρο μετά, θα μου δινόταν ένα κίνητρο να καταγράψω και εγώ κάτι από αυτά τα πρωτοφανή βιώματα που όλοι μας συσσωρεύουμε μέσα μας την αχαρτογράφητη αυτή εποχή της πανδημίας.

Μου συνέβη πριν από λίγο στο κέντρο της Χαλκίδας; Ή μήπως το περιστατικό είναι αποκύημα της φαντασίας μου; Άλλωστε, τί κι άν δέν το εξετάζουνε και δέν το ομολογούνε οι συστημικοί αρμόδιοι μικροβιολόγοι; Η φαρμακοεξάρτησι και η χρήσι ποικίλων αγχολυτικών ουσιών είναι ευθέως ανάλογες με το το ιϊκό φορτίο που κατα προτίμησι οιωνοσκοπούνε. Εν πάση περιπτώσει καταγράφω το αίσθημα/εντύπωσί μου εν θερμώ. Μήν το ξεχάσω!

 

Για μία ακόμα φορά είχα φύγει από το σπίτι της μητέρας μου με καθυστέρησι. Από τότε που είχε ισχύσει το μέτρο απαγόρευσης κυκλοφορίας στις 9:00, δεν θυμάμαι ποτέ να έφυγα στην ώρα μου. Να έκλεισα την πόρτα πίσω μου ανταλλάσσοντας την απλή και πολυσήμαντη ευχή της καληνύχτας με την ηλικιωμένη μάνα, έστω ένα δευτερόλεπτο πριν το ισχύον κατα την τελευταία φάσι νόμιμο όριο. Στην αρχή έφευγα ακριβώς στις 9 της λήξης. Άλλωστε το δικό μου διαμέρισμα από το δικό της δεν απέχει παραπάνω από μισό μίλι. Κατά περίεργο τρόπο από τότε κάθε βράδυ στην τακτική επίσκεψι καθυστερούσα το καληνύχτισμα όλο και λίγο περισσότερο. Όλο και λίγο περισσότερο κάθε φορά ρισκάροντας. Έτσι, μετά την πρώτη βδομάδα έφευγα κατά τις 9:05΄σταθερά. Μετά τον πρώτο μήνα έφευγα γύρω στις 9:10΄. Απόψε πάλι έσπασα το χθεσινό ρεκόρ των  9.17΄. Πράγματι, όταν ανέβασα τη μάσκα, κατεβαίνοντας τα σκαλιά κι ανοίγοντας την εξώπορτα να βγω στο δρόμο είδα το 9:18'  στο κινητό. (Το ρολόι το έχω απο αμνημονεύτου χρόνου καταργήσει.)

Άρχισα λοιπόν αμέσως το ένοχα γρήγορο βάδην προτιμώντας τους εσωτερικούς μικρούς δρόμους του κέντρου κατά την συνήθη οίκαδε επιστροφή. Δεν αποφάσιζα να επιχειρήσω το τροχάδην·  και όχι τόσο για το δίδυμο των μηνίσκων πού από δεκαετία έχουν κάνει κατάληψι  στα γόνατά μου -- κατά τρόπο δυσεξήγητο, τώρα στα 60+ μου τα οστεόφυτα μού επιτρέπουν εκτός από το βάδισμα και την πολυτέλεια τού να τρέξω αργό τζόκινγκ ασταμάτητα για …150, άντε 200 μέτρα! [Παρένθεσι: τί αξιολύπητη κατάντια για αυτόν τον ανθρώπινο οργανισμό που από τα 15 του μέχρι τα 17, εκτός από τα άλλα τα αθλοπαιδιάτικα που με μανία κυνηγούσε, ήταν, τρομάρα του, και εγγεγραμμένος αθλητής στον στίβο της ΑΕΚ:  μεσαίες αποστάσεις και ανώμαλος δρόμος... ]

Όχι επομένως για αυτό, αλλά γιατί όταν δοκιμάζω να τρέξω, έστω και τόσο λίγο, τώρα πια λαχανιάζω αμέσως και …τότε η μάσκα anti-Covid θα γινόταν ακόμα πιο ανυπόφορη!

Είχα φτάσει λοιπόν στα μισά της απόστασης. Αφήνοντας πίσω μου τα χρονίζοντα ερείπια του Ποντικώνα, (άλλη φορά ίσως γράψω κάτι για την παρακμή και την εγκατάλειψι της πάλαι ποτέ σφύζουσας Πλατείας, που την πρόλαβα να λειτουργεί γεμάτη ζωή, αλλά και την είδαμε κάποτε, μαζί με τον πρωτότοκο γιό μου αγκαλιά, σκαμμένη με κάτι σπασμένα μάρμαρα από παλιούς τάφους σε μια μεριά της και τους λόφους χώματα με κάποια κόκκαλα ανάμεσά τους ) και διασχίζοντας τον δρόμο βρέθηκα επάνω στην πλατεία της Αγοράς. Ναί, αυτήν, την μία από τις μεγαλύτερες της πόλης μας Πλατεία, που δύο φορές με την ιδιότητα του άμισθου μέλους στην Νομαρχιακή Επιτροπή Ονοματοθεσίας εμπόδισα να μετονομαστεί σε Πλατεία Εμπόρων- Μπαφέρου

Είχα αρχίσει να σκέφτομαι το καθιερωμένο εξ ανάγκης τελευταία jogging διαφυγής, (για να μειώσω τις πιθανότητες κακού συναπαντήματος με κάποιον περιπολούντα αστυνομικό), αλλά πάνω που ανήσυχος και βιαστικός διέσχιζα το κέντρο της πλατείας, δίστασα λίγο από την ξαφνική συνάντησί μου με μία πολυπληθή παρέα παιδιών. Θά ‘σαν καμμια 10ριά, όλα αγόρια 15χρονα ή 16χρονα, που πηγαίναν σ' αντίθετη κατεύθυνσι απο μένα, αμέριμνα, φωνασκώντας, αστεϊζόμενα, για να μην πώ και κάπως χωμένα μέσα στην ψευτομάγκικη βαρβατίλα, αυτήν των περισσότερων παιδιών της αρχόμενης εφηβείας.

Η αναπάντεχη διασταύρωσί μου με το τσούρμο δέν είχε αρχικά καμμιά ιδιαίτερη εξέλιξι. Φρόντισα να τα προσπεράσω με προσποιητά αδιάφορο ύφος, το κεφάλι κάτω, και συνειδητά αποφεύγοντας τα νεανικά βλέμματα, μήπως και τέτοια ώρα ανάμεσά τους πετύχαινα κάποιον μαθητή μου από το Λύκειο.

Ταυτόχρονα όμως η προσοχή μου ανακατευθύνθηκε! Το κεφάλι μου στράφηκε στην θορυβώδη αλλά ξεκάθαρα παιδιάστικη παρουσία που πλησίαζε διασχίζοντας σε χρόνο ντε-τέ τον απέναντι παράπλευρο δρόμο.

Αντελήφθηκα ότι ανέβηκε γρήγορα τα 3-4 σκαλιά της πλατείας και από ό,τι πρόλαβα να  δώ, έστω θαμπά μέσα στο όχι τόσο έντονο, όσο θα ήθελα, φως της πλατείας, επρόκειτο για έναν ασυνόδευτο πιτσιρικά γύρω στα 10, μελαχρινό, αδυνατούλη με πολύ κοντά μαλλιά  --μην σου πω με ξυρισμένο κεφάλι. Ερχόταν (κι αυτός ανέμελος από το προχωρημένο της ώρας) από τη μεριά της παραλίας, τρέχοντας πάνω σε ένα πατίνι -- δεν το καλοείδα· θα μπορούσε να είναι και skateboard. Πριν το φουριόζικο προσπέρασμά του που δικιολογημένα  ξάφνιασε το απορημένο βλέμμα μου, το αυτί μου είχε πιάσει κάτι από τη ρυθμική κραυγή του που σαν αυτοσχέδια παιδική μαντινάδα, για να μην πω σαν δίστιχο σύνθημα γηπέδου, επικάλυψε τον θόρυβο από το μικρό τροχοφόρο του και από την όλη ξαφνική παρουσία του.

Άκουσα παραξενεμένος εκείνο το περίεργο "Ία, ία" και στο δεύτερο ημιστίχιο την ρίμα: "Παναγία" !

Εν τω μεταξύ ο ατρόμητος πιτσιρικάς με το πατίνι του έφτασε και προσπέρασε το τσούρμο των 15άρηδων. Η ακοή μου εστίασε στο ρυθμικό του μονότονο ρεφραίν. Τώρα και οι ψευτόμαγκες άκουσαν καθαρά τον χουλιγκάνικο αλαλαγμό τού μικρού εποχούμενου: "Ία, ία, ία, γ... την Παναγία" ! Ανατρίχιασα στο άκουσμα της φρικτής ιαχής –σήμερα, την επαύριο του Ακαθίστου; -- και πρίν καλά καλά αποφασίσω άν θα κοντοσταθώ, άν θα γυρίσω να κοιτάξω έστω πίσω, άκουσα τα 15χρονα, δυο-τρία απο αυτά σίγουρα, να επαναλαμβάνουν στον ίδιο ρυθμό και έντασι μισο επιδεικτικά - μισο ενθουσιασμένα το βέβηλο σλόγκαν, και όλα μαζί αυθόρμητα, ανέμελα κι ανύποπτα να ξεσπάνε σε δυνατά γέλια.

Ο σαστισμένος νούς μου εισέπραξε αυτό ειδικά το γέλιο κάπως στραβά κι αλλόκοτα. Η σκέψι μου έκανε αυθαίρετα τον λεκτικό συνειρμό του ουσιαστικού με την επιλογή τού αποκρουστικού επιθέτου: "σαρδόνιο".  Το βλέμμα στιγμιαία θόλωσε, το λογικό μου ακαριαία πάγωσε από δυστοπική καχυποψία:

Σαν αλλοπαρμένη νεοελληνική κοινωνία έχουμε αρχίσει από καιρό να μασάμε το δηλητηριώδες εκείνο φυτό της Σαρδηνίας; Είναι κοντά η στιγμή που κάποιος άλλος Τάλως θα μας κάψει στον φρικτό εναγκαλισμό του; Είμαστε άραγε ήδη μεταμορφωμένοι βάτραχοι σε κατάστασι σιέστας μέσα στην κονφορμίστικη μα κωματώδη θαλπωρή μιας κατάλληλα υποδαυλισμένης χύτρας;

Όμως, τα πόδια μου, δέν ξέρω απο πού πήραν εντολή, ίσως να τα διάταξε ο ενστικτώδης φόβος, άρχισαν αυτόνομα, μηχανικά, σπασμωδικά το τελικό τροχάδην του γυρισμού μέσα στα σκοτεινά δρομάκια· στην <καλοστημένη;> ασφάλεια τού «μένουμε σπίτι»...

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ  ΣΕΛΛΕΝΙΔΗΣ

Χαλκίδα, 17.04.2021

Τρίτη 30 Αυγούστου 2016

«Ανταπόδοσι (ή αλληλογραφία;) Ερωτικών Αισθήσεων» Μεταφράζοντας από τα ιταλικά μια παλιά ανάρτησι φίλης. “Corrispondenza d’amorosi sensi”: traducendo un post forte e significativo dal blog d' una amica...

Από πάρα πολύ καιρό θέλαμε να δημοσιεύσουμε ένα καλοφτιαγμένο και για πολλούς λόγους αξιόλογο κείμενο από το προσωπικό ιστολόγιο (τώρα πια ανενεργό) μιας φίλης από την Ιταλία. Μεταφράζοντάς το στην νεοελληνική από την πρωτότυπη γλώσσα του. Την σ’ εμάς αγαπημένη γλώσσα του Δάντη και του Πετράρχη.
Δεν μπορούσαμε να αναβάλουμε άλλο…

......................................

Ανταπόδοσις Ερωτικών Αισθήσεων 

 Ώχου, τί σπάσιμο! Η μέρα ξεκίναγε με τους …καλύτερους οιωνούς: Η μηχανή του εσπρέσσο είχε αναποδογυρίσει όλο το περιεχόμενό της, έκαψα το μισό μου χέρι στην προσπάθειά μου να το αποτρέψω, και, το καλύτερο απ' όλα, χτυπούσε και το τηλέφωνο! 
Εφτά το πρωί ποιός τελοσπάντων είχε όρεξι για τηλεφωνήματα; Σίγουρα κάποιος που θα πήρε λάθος νούμερο. Κανένας δεν θα ονειρευότανε δά να μου τηλεφωνήσει, και από την άλλη, ούτε μου έμενε και χρόνος για κουβέντα. Κάποιο ελαφρύ μουγκρητό συνοδευόμενο από απανωτά χασμουρητά συνόδεψε το "εμπρός" μου. 
-- Είσαι ξύπνια; Ρώτησε η Άννα, η φίλη μου -γνωστή και ως περιοδικό DownTown ή Ρομάντσο 2000. 
--Ναί, άς πούμε! Της απάντησα όλο και πιο ενοχλημένη.
--Ωραία, λοιπόν, κρατήσου από κάπου, γιατί σου έχω μια είδησι, είπε κελαηδιστά. 
Δεν είχα καμμία όρεξι να ακούω χαζομάρες στις 7 και δέκα μιας συνηθισμένης Δευτέρας, μα δεν μου ‘ρχόταν στο μυαλό και κάτι να της το πετάξω. Το σπίτι να παίρνει φωτιά..., η γειτόνισσα να κάνει απόπειρα να πέσει από τον πρώτο..., ο ταχυδρόμος που χτυπάει πάντα δυο φορές... 
Στην προσπάθεια να βρώ μια δικαιολογία που να έμοιαζε με κάτι συγκεκριμένο, είχα χάσει εντελώς το νόημα όλου εκείνου του κυκεώνα των φράσεων που η Άννα συνέχιζε να αραδιάζει. 
Ένα όνομα όμως που επαναλάμβανε κάμποσες φορές με ξύπνησε σαν απο ξαφνικό κτύπημα: 
--Ο Αλμπέρτο είναι στην πόλι, γύρισε στην Ιταλία! 

 Ένιωσα την ανάγκη να ξαναβάλω το μυαλό μου σε τάξι, να καταλάβω γιατί, για ποιο λόγο θα με επηρέαζε, ύστερα απο 15 χρόνια. Δέν σήμαινε πια τίποτε για εμένα, ήταν μόνο μια ανάμνησι ξεθωριασμένη. 
Τί ήταν αυτό που με πήγαινε πίσω; Όχι βέβαια ο πόνος, όχι η οργή, τώρα πια καταλαγιασμένη. Ίσως η ανάμνησι. Η μάταιη πιθανότητα για τα λόγια που δέν ειπώθηκαν. Αυτή η σκέψι κάλμαρε την ψυχή μου, αφήνοντάς μου ένα αόριστο συναίσθημα εκδίκησης. Τώρα αισθανόμουνα πιο δυνατή, πιο ασφαλής και οπωσδήποτε καθόλου εμπλεκόμενη αισθηματικώς. Ήμουν πανέτοιμη σε περίπτωσι που ΑΥΤΟΣ ερχόταν να με βρή. 

Παράξενο πώς λειτουργεί το μυαλό μας! Αλήθεια πώς γίνεται και λειτουργεί; Ποιός νά ‘ναι αυτός που κινεί τα νήματα της ιστορίας του καθενός μας, της μνήμης μας; Ποιές δυνάμεις, εν πολλοίς άγνωστες, μας κάνουν έτσι που ό,τι είχες κάποτε τόσο πολύ λαχταρίσει, μετά δέν σε ενδιαφέρει; Ποιοί αρχετυπικοί, προγονικοί μηχανισμοί είναι αυτοί που μας θεραπεύουν; Ναί, γιατί μιλάμε για αρρώστια! Είχα νοσήσει απο ερωτικό σύνδρομο. 

Προσπαθούσα να θυμηθώ, να αναπολήσω εκείνες τις στιγμές που πέρασαν, μα ήταν σαν κάποιος με μια γόμμα να τα είχε όλα σβήσει. Μου έμενε μόνο το τελευταίο αντίο, ένας ύστατος αποχαιρετισμός καμωμένος απο μερόνυχτα! Πράγματι δεν μας ικανοποιούσε το να χωρίσουμε όπως χωρίζουν τώρα. Σήμερα θα αρκούσε ένα sms, ένα χαλαρό τηλεφώνημα "δεν σε γουστάρω πια, δέν με θέλεις δέν σε θέλω". Αντίθετα εμείς όχι! Για να χωρίσουμε βάλαμε στο ανατομικό τραπέζι την σχέσι μας --έγινα κι εγώ η ίδια πειραματόζωο! Κλάψαμε, γελάσαμε, κάναμε έρωτα! Σε όλο εκείνο τον κυκλώνα θανάσιμης αγωνίας, το να κάνουμε έρωτα απέμενε η μοναδική δυνατότητα επιβίωσης. Το πάθος υπήρξε η πραγματική συνεκτική ουσία της δικιάς μας ιστορίας. Το πιθανότερο θα επρόκειτο για μια σχέσι σεξουαλική -- που θα μεταμορφώθηκε απο εμένα την ίδια σε μια απατηλή οπτασία ρομαντικής αγάπης – η οποία μας ανακάτευε μές στα σεντόνια, εκεί όπου η ανταπόδοσι των ερωτικών αισθήσεων* μάς άφηνε εξαντλημένους. Εκείνος ο έρωτας ο ασθμαίνων, ο παιδαριώδης, ο με μηδέν πιθανότητες να αναπτυχθή. Δεν χρειαζόταν! 

Τώρα είχα καταλάβει: δεν ειχα καμμία διάθεσι να επιστρέψω στο ίδιο αυτό το θέμα. Λόγια που φύγανε μακριά, που παρασύρθηκαν στην εξάτμισι/αποκομιδή του χρόνου, του χρόνου που τίποτα δέν μπορούσε να μεταβάλη. Ό,τι συνέβη, συνέβη. Δέν μπορεί κανείς να αλλάξη την διαδρομή της ζωής μας και ούτε να παραμείνη αγκυροβολημένος κάπου. Ο δρόμος που πρέπει να διανύσουμε είναι ακόμα μακρύς, δέν επιτρέπονται αποκλίνουσες στάσεις. Ούτε και για αυτόν. 
Ειδικά γι’ αυτόν! 

Irisilvi 
(Nel mio cielo al crepuscolo, 8 luglio 2011

:(ΜΕΤΑΦΡΑΣΙ: Αλέξανδρος Σοϊλεμέζης-Σελλενίδης)

ΣΗΜ. του Μεταφραστού:
* Η έκφρασι «ανταπόδοσι ερωτικών αισθήσεων» (στο πρωτότυπο “corrispondenza d’ amorosi sensi” – βλ. και τίτλο) είναι κάτι σαν λογοτεχνικός τόπος με πολυσημία. Πρόκειται για αυτούσιο στίχο του Φώσκολου (Ugo Foscolo, από το έργο του “Dei Sepolcri” στίχος 30). Πρβλ και την χρήσι του στον τίτλο της μελέτης: “Corrispondenza d'amorosi sensi. L'omoerotismo nella letteratura medievale” των Paolo Odorico και Nicola Pasero (2008).
Να σημειωθεί και η πολυσημία του ουσιαστικού “Corrispondenza” που στην τρέχουσα ιταλική σημαίνει «Ἁλληλογραφία», «ανταπόκρισι», «αντιστοιχία».