Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Ένα ποίημα για την εφετινή επέτειο της 28ης Οκτωβρίου: “Πατρίδα” ( του Λ. Μαβίλη). “Patria” ; poesia di Lorenzo Mavilis (Mabilis).

Ένα ποίημα, σονέττο απο τα πρώιμα του πατριδολάτρη ποιητή, (και ισχυρότατου σκακιστή, όπως έχουμε επενειλημμένως αναφέρει), Λορέντζου Μαβίλη (Dr Greco). Για την αιώνια αγάπη του, την σήμερα παραμελημένη και παρεξηγημένη ιδέα, την πατρίδα...  
Πατρίδα


Μάνα μου Ελλάδα, τί δεν είσαι τώρα

σαν πρώτα, ορθή, ψηλή στεφανωμένη

με δάφνες; Τί δεν είσαι με τα δώρα

της αθάνατης Νίκης στολισμένη;



Άχ πότε θά ρθη, πότε θά ρθη η ώρα

να ματαστράψη η όψη σου η σβημένη

και την ερημωμένη σου τη χώρα

μ' ελπίδα να φωτίσης, ώ Αντρειωμένη;



Πατρίδα μου, σηκώσου! Άς λάμψη πάλι

στον αιθέρα ψηλά το μέτωπό σου

και της Ελευθεριάς θε να προβάλη



η μέρα. Και το θείο πρόσωπό σου

θα λάμπη σάν τον ήλιο της. Μεγάλη

θα γίνης. Και αλλοιά τότε στον εχθρό σου!

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ (1876)



Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Δύο ακόμη ποιητικές Επέτειοι στο In-Country Program: Γιώργος Βαφόπουλος, Παντελής Πρεβελάκης. Εις μνήμην & Κάρολου Μητσάκη! Two more poetic Anniversaries in the “In-Country Program 2016”: G. Vafopoulos (1903-1996) and P. Prevelakis (1909-1986). In memory of Karolos Mitsakis (RIP, 2013). Due Anniversari letterari in più ad "In- Country" Programma 2016: G. Vafopoulos – P. Prevelakis. In memoria di Karolos Mitsakis (Prof. di Neogreco)

Όπως εγκαίρως έχουμε αναφέρει στο ιστολόγιο, η εφετινή χρονιά στο Θερινό Σχολείο ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού πέρα από το ότι έχει τον δέοντα εορταστικό χαρακτήρα για την συμπλήρωσι της πρώτης δεκαετίας του, συμπίπτει και με σημαντικές επετείους για τα Ελληνικά Γράμματα.
Εκτός, λοιπόν, από τα 2400 χρόνια από την γέννησι του Αριστοτέλη (βλ. και παγκόσμιο «Έτος Αριστοτέλους») και τα 20 χρόνια από τον θάνατο του Ελύτη, το εφετινό In-Country Πρόγραμμα θα κάνει τιμητικές αναφορές σε τουλάχιστον δύο ακόμα λογοτεχνικές επετείους: Τα 20 χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Βαφόπουλου και τέλος τα 30 χρόνια από τον θάνατο του Παντελή Πρεβελάκη.
Κι αν η εν λόγω αναφορά φαντάζει κάπως επιλεκτική, συμβαίνει διότι ...όντως είναι!
Και οι δύο εν λόγω ποιητές, ο Γευγελιώτης Γ. Βαφόπουλος (1903-1996) και ο Ρεθυμνιώτης Παντελής Πρεβελάκης (1909-1986) μάς έγιναν ιδιαιτέρως γνωστοί κι αγαπητοί (στον υπογράφοντα διαχειριστή του Νέου Παλαμήδη και στον Γιώργο Φραντζή, σήμερα νεοελληνιστή καθηγητή Πανεπιστημίου Darwin) από τις πανεπιστημιακές ήδη σπουδές μας στην Αθήνα και μάλιστα από τιμητικές εκδηλώσεις και σεμινάρια εκείνων των χρόνων.
Στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής όπου είχαμε την χαρά και την τιμή να εμβαπτισθούμε στα νάματα της Νεοελληνικής Ποίησης από τα χέρια τού τότε καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Καρυοφίλη Μητσάκη.
Ο διαπρεπής καθηγητής και μετέπειτα φίλος μας Κάρολος Μητσάκης (με λαμπρές σπουδές σε Αγγλία και ΗΠΑ, δίδαξε Φιλολογία στην Ελλάδα και αλλού, ως καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας, διέπρεψε και στον χώρο της Βυζαντινής-Μεσαιωνικής Φιλολογίας όσο και της Νεοελληνικής Φιλολογίας αναδεικνυόμενος σε κορυφαίο ελληνιστή με πλούσια συγγραφική και όχι μόνο δράσι) έφυγε ξαφνικά από κοντά μας πριν τρία χρόνια.
Δεν προλάβαμε να του εκφράσουμε όσο έντονα θα έπρεπε την ευγνωμοσύνη μας για ό,τι μας δίδαξε κι ακόμη περισσότερο για όσα μας ενέπνευσε.
Άς είναι λοιπόν η σημερινή πρόχειρη αναφορά (και στην προγραμματιζόμενη ποιητική βραδιά στο Πρόγραμμά μας) ελάχιστο άναμμα λιβανιού στην μνήμη του...
.......................................................




ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ
Γ. Θ. Βαφόπουλος (1903-1996)

1. Ο χρόνος και το ξύλο

Το ξύλο τούτο, που στα χέρια σου ζυγιάζεται,
λέγεται σήμερα μπαστούνι. Χθες: κλωνάρι.
Αύριο θα λέγεται καυσόξυλο ή κάτι τέτοιο.
Όμως, πριν απ' της γης τον κόλπο στον αέρα πεταχθεί,
ήτανε γη κι' αέρας. Κι' όταν στάχτη γίνει,
αέρα και γη πάλι θάναι. Σήμερα είναι ράβδος:
Υποκατάστατο, κατά περίπτωση, του λόγου.

Το ξύλο τούτο, που έχει αλλάξει τόσα ρούχα,
το κατοικεί μια μνήμη, που όλο γύρους φέρνει:
Θυμάται το ταξίδι του μες στον αέρα,
το σύρσιμο μες στα βαθιά της γης λαγούμια,
το ρίγος του κορμιού απ' το μήνυμα της άνοιξης.
Και δεν ξεχνά κάτι νυχτερινά καμώματα
και τα σοφά χαϊδέματα της πλάτης σου.

Το ξύλο τούτο είναι, επί τέλους, ένα ξύλο:
Ένα μικρό καρότσι φορτωμένο μνήμες.
Όμως εσύ είσαι κάτι παραπάνω από ένα ξύλο:
Είσαι ο σωρείτης των στιγμών του παρελθόντος,
που μέσα τους όχι μονάχα οι μνήμες κατοικούνε,
μα κ' η συνείδησή τους, που τις κάμνει να στοχάζονται.
Είσαι ο πυκνός πυρήνας, όπου κατοικεί το μέλλον:
Ένας συσσωρευτής ενδεχομένων γεγονότων,
που είναι κατάφορτα από μνήμες αδοκίμαστες.

Είσαι το παρελθόν. Είσαι το μέλλον.
Είσαι το σπέρμα του μέλλοντος, που φύτεψε το παρελθόν
και φύτρωσε μέσα στον κήπο του παρόντος.
Είσαι ένα δέντρο φορτωμένο μνήμες: γνωστές κι' άγνωστες.
Είσαι, δεν είσαι. Κι' όμως είσαι το παρόν:
Το άπειρα ελάχιστο άτομο, που εντός του χώρεσε
το μέγιστο: τον αδιαίρετο κι' άπειρο χρόνο.

Έχεις συλλογιστεί του ατόμου τούτου τη διάσπαση;

[Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959)]


2. «Ο Χρόνος»

Ο χρόνος είναι πρόφαση για ποίημα. Ή
ο χρόνος είναι κάτι τι για σκότωμα. Ή
ο χρόνος είναι εφημερίδα στο Παρίσι.
Όμως μπορεί νά ‘ναι και χρήμα!

«Ο χρόνος και το ψάρι» / Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο

 ........

ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Παντελής Πρεβελάκης (1909-1986)
1.
ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ
Την πρώτη φορά που τη φίλησα,
Ήταν στο όνειρο μέσα.
Στεκόμασταν στο πρωινό τ’ ακρογιάλι
Κι απ’ την κορφή της όρθιας θάλασσας, 
απ’ τα ψηλά και ουρανικά ακρογιάλια, 
έσκυφτεν η μητέρα μου και μάς κοίταζε.
Το μυστήριο της ζωής εκατέβηκε 
ώς τη βαθύτερη ρίζα τού είναι μου.
Και πια ποτέ δέν τη φίλησα 
χωρίς να γίνει πρωί στην ψυχή μου, 
χωρίς να περάσει πάν΄απ’ τη θάλασσα 
το αθάνατο βλέμμα.

(Η Γυμνή Ποίηση)


2.
ΑΠΟΘΕΩΣΗ

Δεν με τρομάζουν οι χαράδρες,
με τρομάζει η σκόνη της πολιτείας.
Τούτο το ανάστημα το χρωστούμε 
στην ευγένεια της ποίησης.
Ό,τι φτάνει ίσαμε δώ 
είναι από το βασίλειο της φλόγας, 
από την ώρα που πιάνουνται τα παιδιά 
κι αποχωρίζουνται τ’  άστρα από τα συστήματα.
Ο χρόνος είναι παράδοξος.
ακούεις τη μουσική του;

Όταν σκάζει η καρδιά σου σα ρόγδι,
μέμνησο πως είσαι θεός!

(Η Πιο  Γυμνή Ποίηση)

3.
`…Τ’ ανθρώπινα πια δε με σκιάζουνε, 
και την ψυχήν μου τη νιώθω γυρισμένη
σαν τεράστιο καθρέφτη προς τον ήλιο, 
όπου γράφουνται σύννεφα, πουλιά που διαβαίνουν, 
τ’ αγεραύλακα από τους δρόμους της αποδημίας, 
τα πεφτάστερα, οι κομήτες κ’ οι συρμές τους, 
κ΄η στάχτη από τα συστήματα που καίγουνται!

(Η Γυμνή Ποίηση, ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ, 1939)
 

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

1 Διήγημα για την Πρωτοχρονιά: Φώτη Κόντογλου, «Ο Γιάννης ο Βλογημένος». Un racconto per il Capodanno: “Giovanni, il benedetto” di Fotis Kondoglou (1895-1965)




Φώτη Κόντογλου, Ο Γιάννης ο Βλογημένος


Ο άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ” όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών -λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν του ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.
Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, και είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήταν σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σάν άγιος που ήταν, άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά και εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διάβασει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στεναχωρήθηκε και είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένο», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.

Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που ήταν τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήταν μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους, και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλίστικα και χαρούμενα.
Απάνω σ' αυτά, άνοιξε η πόρτα και βρήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλικάρι, με μαύρα στριφτά γενιά, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιος χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!». 
Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που ήταν δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήταν τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. Αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, και είδε πως ήταν γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και τ΄ ανεσπάσθηκε και είπε: «Να ’χω την ευχή σου γέροντα», και το έλεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να ’τανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος νά ’σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατα σου η ειρήνη του Θεού νά ’ναι απάνω σας!» Σηκώθηκε και η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και εκείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε.

Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, και είχε και ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σα νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, και οι πήτιες που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, και οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ” άλλα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα πού ’χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος. Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε και έκατσε κοντά στη φωτιά και η γυναίκα τού ’θεσε μαξιλάρια ν’ ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό και τό ’βαλε κοντά του, και έβγαλε και το παλιόρασο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. 
Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγιό του, και έβαλε μέσα στην κονιφίδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγιός τά ’βγαλε τ’ αλλα στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος. Κ’ είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος και είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να” τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε.
Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθισε μέσα, σα νά ’τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλια του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες και οι επίσημοι άνθρωποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου. 
Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».
Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάλθηκε κατά την ανατολών και έκανε το σταυρό του, υστέρα έσκυψε και πηρέ μια φυλλάδα από το ταγάρι του, και είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάλθηκε από πίσω του, κ” η γυναικά βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάλθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χεριά. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει: «Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου». Η φωνή του ήτανε γλυκεία και ταπεινή, κι ο Γιάννης και η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ» χωρίς να πεί το δικό του τον Κανόνα, που λέγει: «Σού την φωνήν έδει παρείναι , Βασίλειε». Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία και έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε και αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.
Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, και είπε:
- «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Και έκοψε το πρώτο κομμάτι και είπε: «Του Χριστού».
Και ύστερα είπε: «Της Παναγίας».
Και ύστερα είπε: «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».
Του λέγει ο Γιάννης:
- «Γέροντα, ξέχασες τον αη-Βασίλη!».
Του λέγει ο άγιος:
«Ναί καλά!» και ύστερα λέγει:
- «Του δούλου του Θεού, Βασιλείου».
Και ύστερα λέγει πάλι:
- «Του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, του παιδιού, του παραγιού, των ζωντανών, των φτωχών».
Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος:
- «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;»
Του λέγει ο άγιος:
- «Έκοψα, Βλογημένε!».
Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα ο μακάριος.
Και ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος και είπε την ευχή του:
- «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ούκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου».
Και είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος:
- «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποια παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; Οι αρχόντοι και οι βασιλιάδες τί αμαρτίες νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μάς κάνει να κολαζόμαστε». 
Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε και είπε πάλι την ευχή, αλλιώτικα: - «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθης. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Η ιστορική πορεία-διαδήλωσι στο Σύνταγμα: 1 Βίντεο, Ένα "Προανάκρουσμα" και 2-3 Τσιτάτα...

Manifestazioni davanti al Parlamento greco: 1 Video (dal You Tube) amatoriale, un Preludio e 2-3 citazioni letterarie.


1. 'Ενα Βίντεο
Πορεία 5 Μαΐου 2010 ΒΟΥΛΗ -ΣΥΝΤΑΓΜΑ


Χωρίς σχόλια (φτάνουν τα συνθήματα των συγκεντρωμένων διαδηλωτών)...
...............................................................................

(Παραφιλολογίες μπροστά στο χάος της χιλιοπροδομένης χώρας μας)

Την πρωτοφανή διαμαρτυρία κατά των μέτρων της Κυβέρνησης και εν μέρει κατα του πολιτικού συστήματος, των δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων στο κέντρο της πρωτεύουσας (που "συμπτωματικώς" δεν πρόβαλαν τα ΜΜΕ) καπέλωσε το φριχτό γεγονός με τις 4 αδικοχαμένες ψυχές (3 + 1 αγέννητη) στον εγκληματικό εμπρησμό της Τράπεζας 200-300 μέτρα πιο πέρα απο το Κοινοβούλιο...
Το τέλος ή η αρχή;

2. Προανάκρουσμα:
[Παραλλαγή του Νόμου του Μέρφυ]:
Όταν κάτι μπορεί να πάει χειρότερα, θα πάει.


3. Τσιτάτα:

α. "Βρισκόμαστε στο χείλος της Αβύσσου Είναι ευθύνη όλων μας να μη γίνει το βήμα προς το κενό". (Κ. Παπούλιας, χθεσινό διάγγελμα)

β. «…Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου∙ από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό…. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος…
Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά… άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».
Καζαντζάκης (Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 1946)

Όταν ήμουν μαθητής ένα από τα πράγματα που με εξόργιζαν στο συγγραφικό έργο του μεγάλου νεοέλληνα πεζογράφου μας, ήταν ο μηδενισμός του.
Σήμερα που είμαι λιγότερο έφηβος βρίσκομαι πιο κοντά στις νιχιλιστικές απόψεις του Καζαντζάκη, όχι βέβαια για το προσωπικό μου αξιακό σύστημα -άπαγε!- αλλά μόνον όσον αφορά στο ενδεχόμενο να ανακάμψη αυτή η χώρα και να υπάρξη δημιουργικό μέλλον για αυτόν τον μεγαλειώδη λαό που σαπίζει ελεεινό σαρκίο εδώ και δεκαετίες (ή μάλλον αιώνες) με κάποια διαλείμματα- μέσα σε μια άνευ προηγουμένου πολιτισμική παρακμή.
Να μπορούσαμε, δηλαδή, να κάνουμε όχι «την κρίσι ευκαιρία», (που λέει ο -δήθεν λαοπρόβλητος- Πρωθυπουργός μας), αλλά την ίδια την καταστροφή να μπορούσαμε να κάνουμε ευκαιρία αναδόμησης, εκ θεμελίων, του θλιβερού κράτους μας.

γ. Φωτιά να καθαρίσει η γής! Ν΄ ανοιχτεί άβυσσο φοβερώτερη ακόμα ανάμεσα καλού και κακού, να πληθύνει η αδικία, να κατεβεί η Πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας, αλλιώς δε σωζόμαστε.
Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί.
Καζαντζάκης
(Ασκητική, Salvatores Dei, 1927)

Συνοψίζω [πάντα με τα λόγια του συγγραφέα της –για μένα ακόμα ιδεολογικά εκνευριστικής- Ασκητικής]:

δ. Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες:
Τίποτα δεν υπάρχει!
(…) και λέω:
"Αυτό θέλω!"

Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

Ένα και ένα ποιήματα για πατεράδες και γιούς. 1 Ποίημα του Μαρκορά και 1 του Στρατήγη. Due poesie per padri e figli. (di Marcoras e Stratighis)

Και μετά την εικόνα (τα δύο βίντεο – φίλμ) που προηγήθηκαν στις σχετικές αναρτήσεις, ο λόγος. Δύο ποιήματα. Παραδοσιακά. Άλλης εποχής…



Πατρική Ευτυχία



Το βράδυ βράδυ από βουνίσια μέρη

κουρασμένος ο Αδάμ γυρνούσε αγάλι,

κι ετήραε θλιβερά το πρώτο αστέρι,

που αντίκρυ του καθάριο είχε προβάλει.


Των αγγέλων στο νού του αυτό να φέρει

τ’ αγνά δυνήθη αγαπημένα κάλλη,
κι είπε ξυπνώντας του βραδιού τ’ αέρι:
- Πότε θα ιδώ τη θεία τους λάμψη πάλι;


Πλήν όλα τα βαθιά της πίκρας ίχνη

σβηώνται μέσα του ξάφνου, ως κατεβαίνει.
Μια ματιά –μία μονάχη ομπρός του ρίχνει,



και την Εύα θωράει, που, καθισμένη
σε στρώμα χλόης, πρώτη φορά του δείχνει
αφτέρωτο αγγελούδι οπου βυζαίνει.


Γεράσιμος Μαρκοράς



.......................................

Το φιλί του πατέρα μου

Απ’ όλες τις χαρές μου η πιο βαθύτερη,
κι απ’ το γλυκύτερό μου ακόμα πόθο,
κάτι που μου χαρίζει τον παράδεισο,
και κάτι που βαθιά στα σπλάχνα νιώθω,
είναι ν’ ακούω το γέρο τον πατέρα μου
να λέει πώς αγαπούσαν οι παλιοί,
και –τί ντροπή!– πως έδωσε στη μάνα μου,
πριν παντρευτούνε ακόμα, ένα φιλί!

Κ’ ενώ γελάμε γύρω με τη μάνα μας,
που ακόμα κι ως τα τώρα κοκκινίζει,
στα σωθικά μου μέσα ξάφνου αισθάνομαι
κάτι που με κεντάει και φτερουγίζει
σαν κάποιου μακρινού πουλιού κελάδημα
που μες στο δάσος, νύχτα, αντιλαλεί:
Μην είσαι συ, ψυχή μου, σπίθα που άναψες
από το πρώτο εκείνο τους φιλί.

Γεώργιος Στρατήγης

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

ΚΑΘΑΡΣΙΣ


"Κανάγιες!
Το ψωμί τής εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρείς πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας απο τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωσα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναξα στην ερημία. επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα..."
Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Απο "Τα τελευταία κείμενα")
(Ά, ρε Κώστα Καρυωτάκη, πόσο αληθινός υπήρξες και πόσο μεγάλος ποιητής και μέσα στα ολιγόλογα πεζά σου παραμένοντας πάντα επίκαιρος).