Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Racconto. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Racconto. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

1 Διήγημα για την Πρωτοχρονιά: Φώτη Κόντογλου, «Ο Γιάννης ο Βλογημένος». Un racconto per il Capodanno: “Giovanni, il benedetto” di Fotis Kondoglou (1895-1965)




Φώτη Κόντογλου, Ο Γιάννης ο Βλογημένος


Ο άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ” όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών -λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν του ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.
Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, και είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήταν σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σάν άγιος που ήταν, άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά και εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διάβασει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στεναχωρήθηκε και είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένο», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.

Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που ήταν τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήταν μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους, και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλίστικα και χαρούμενα.
Απάνω σ' αυτά, άνοιξε η πόρτα και βρήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλικάρι, με μαύρα στριφτά γενιά, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιος χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!». 
Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που ήταν δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήταν τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. Αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, και είδε πως ήταν γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και τ΄ ανεσπάσθηκε και είπε: «Να ’χω την ευχή σου γέροντα», και το έλεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να ’τανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος νά ’σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατα σου η ειρήνη του Θεού νά ’ναι απάνω σας!» Σηκώθηκε και η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και εκείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε.

Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, και είχε και ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σα νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, και οι πήτιες που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, και οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ” άλλα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα πού ’χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος. Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε και έκατσε κοντά στη φωτιά και η γυναίκα τού ’θεσε μαξιλάρια ν’ ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό και τό ’βαλε κοντά του, και έβγαλε και το παλιόρασο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. 
Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγιό του, και έβαλε μέσα στην κονιφίδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγιός τά ’βγαλε τ’ αλλα στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος. Κ’ είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος και είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να” τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε.
Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθισε μέσα, σα νά ’τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλια του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες και οι επίσημοι άνθρωποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου. 
Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».
Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάλθηκε κατά την ανατολών και έκανε το σταυρό του, υστέρα έσκυψε και πηρέ μια φυλλάδα από το ταγάρι του, και είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάλθηκε από πίσω του, κ” η γυναικά βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάλθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χεριά. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει: «Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου». Η φωνή του ήτανε γλυκεία και ταπεινή, κι ο Γιάννης και η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ» χωρίς να πεί το δικό του τον Κανόνα, που λέγει: «Σού την φωνήν έδει παρείναι , Βασίλειε». Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία και έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε και αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.
Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, και είπε:
- «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Και έκοψε το πρώτο κομμάτι και είπε: «Του Χριστού».
Και ύστερα είπε: «Της Παναγίας».
Και ύστερα είπε: «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».
Του λέγει ο Γιάννης:
- «Γέροντα, ξέχασες τον αη-Βασίλη!».
Του λέγει ο άγιος:
«Ναί καλά!» και ύστερα λέγει:
- «Του δούλου του Θεού, Βασιλείου».
Και ύστερα λέγει πάλι:
- «Του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, του παιδιού, του παραγιού, των ζωντανών, των φτωχών».
Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος:
- «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;»
Του λέγει ο άγιος:
- «Έκοψα, Βλογημένε!».
Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα ο μακάριος.
Και ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος και είπε την ευχή του:
- «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ούκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου».
Και είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος:
- «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποια παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; Οι αρχόντοι και οι βασιλιάδες τί αμαρτίες νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μάς κάνει να κολαζόμαστε». 
Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε και είπε πάλι την ευχή, αλλιώτικα: - «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθης. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Φιλολογική εκδήλωσι για τους «Χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη στην Χαλκίδα. Domani serata letteraria a Calcide: Sul racconto "Chalassochorides" di Papadiamantis .


Μια φιλολογική εκδήλωσι που θα μπορούσε να χαρακτηρισθή υψηλού επιπέδου πολιτικό μάθημα και αναζωογονητικό βάπτισμα στα νάματα του μέγιστου εθνικού κληροδοτήματος, του παπαδιαμαντικού έργου, προγραμματίζεται για αύριο –μεσούσης της προεκλογικής περιόδου- στην Χαλκίδα.
Πρόκειται για μια παρουσίασι του πεζογραφήματος  (ένα λογοτέχνημα με εμφάνισι και  χαρακτηριστικά νουβέλας, σε διαλόγους της οποίας προβάλλει ενίοτε απολαυστικά το θεατρικό στοιχείο, αλλά που ο ίδιος ο σκιαθίτης συγγραφέας χαρακτηρίζει «μικρά μελέτη»), με τον τίτλο Οι Χαλασοχώρηδες, του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Η παρουσίασι θα λάβη χώρα στο βιβλιοπωλείο ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ (που μαζί με τις εκδόσεις «Ποταμός» είναι και ο διοργανωτής της εκδήλωσης) αύριο Τετάρτη, 25 Απριλίου και ώρα 7.00 μμ. .
Δύο οι κεντρικοί ομιλητές: οι εγνωσμένης αξίας φιλόλογοι Άγγελος Μαντάς και Σωκράτης Κουγέας, ενώ θα προλογίση ο κορυφαίος σήμερα μελετητής του Παπαδιαμάντη, ο Ν.Δ. [ή επι το οικειότερον: κυρ Νίκος] Τριανταφυλλόπουλος.

Συγχαίροντες εκ των προτέρων συντελεστές και διοργανωτές, επιλέγουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το λογοτέχνημα, αυτό το εκλεκτό και "ωραίον ηθογραφικόν διήγημα" των 120 ετών, αρκούντως εύγλωττον και αντιπροσωπευτικόν. 

 .............................

 
Η΄
"...Ανέτειλε τέλος η ημέρα της εκλογής, και το δημοτικόν σχολείον, προς μεγίστην αγαλλίασιν των παιδίων, τα οποία εσχόλασαν ένεκα τούτου από της εσπέρας της Παρασκευής, είχε κοσμηθή με δύο μακρά άκομψα κιβώτια, φέροντα πέντε κάλπας παμπαλαίους, βαναυσουργείς, μετ’ ακόμψων πιττακίων φερόντων των υποψηφίων τα ονόματα. Ο κυρ-Αγγελής ο Μαλλίνης επερίμενεν ανυπομόνως την ημέραν ταύτην, πότε να ανατείλη. Προ δέκα ετών ακόμη μετήρχετο ευδοκίμως τον δικολάβον, είχε δε υπηρετήσει και ως δημόσιος υπάλληλος. Αλλ’ έκτοτε η ανάδειξις νεωτέρων αγνώστων ανθρώπων, επιτρίπτων και παμπονήρων και η υπέρμετρος χρήσις του οίνου τον είχον καταστήσει απόμαχον. Από δεκαετίας δεν έκαμνε πλέον άλλο έργον, ειμή επερίμενε πότε να διαταχθώσιν εκλογαί δημοτικαί ή βουλευτικαί ή και των επαρχιακών συμβούλων, ή πότε να ενεργηθή τοπική τις συμπληρωτική ή επαναληπτική εκλογή, ένεκα θανάτου, παραιτήσεως ή ακυρώσεως, βέβαιος ών ότι η εφορευτική επιτροπή, εξ οιωνδήποτε και αν απετελείτο, αυτόν θα προσελάμβανεν ως γραμματέα. Είχεν αποκτήσει εις τούτο αδιαφιλονίκητον ειδικότητα, και ήτο η μόνη ενασχόλησίς του. Ευτυχώς δεν είχε τέκνα, αυτός δε και η γραία του απέζων από τα τελευταία λείψανα των δανείων, τα οποία είχε λάβει επ’ υποθήκη τού αρτίως εκπλειστηριασθέντος ελαιώνος του, ή από το αντίτιμον των δύο τελευταίων χωραφίων, τα οποία είχεν ο ίδιος πωλήσει. Τον παλαιόν καιρόν, ότε η εκλογή ήτο τετραήμερος, ήτο λίαν ευάρεστος δι’ αυτόν, διότι καί καλύτερον μισθόν ελάμβανε καί πλείονα δείπνα ειστιάτο υπό της φιλοτιμίας των υποψηφίων, αντιπροσώπων και λοιπών, προσφερόμενα.
Αυτός και ο πρόεδρος της επιτροπής, ο γέρων αγωνιστής Νιαουστεύς, διηγούντο προς αλλήλους τας παλαιάς αναμνήσεις των εκλογών επί Όθωνος εξυμνούντες την επί της πρώτης βασιλείας ακμήν και ζωτικότητα, ταλανίζοντες την σημερινήν νάρκην και αηδίαν. Τον παλαιόν καιρόν αι εκλογαί εγίνοντο με όρεξιν, με πείσμα και με μυθιστορικάς πολλάκις περιπετείας. Εις τας ημέρας του γέροντος προέδρου, ότε εις τας δημοτικάς εκλογάς εψηφοφόρουν οι μάλλον φορολογούμενοι, ήρκει να λάβη τις είκοσιν ή είκοσιπέντε ψήφους νοικοκυραίων διά να γίνη δήμαρχος, δεν εχρειάζετο, καθώς σήμερον, να ψηφίζωσιν όλοι οι παρακατινοί, όλοι οι ξωμερίτες, όλες οι τσομπανοφλοέρες. Και αν τυχόν ηπειλείτο ισοψηφία, και χωρικός τις έχων ψήφον εδείκνυτο σκληροτράχηλος και δεν ήθελε να τα γυρίση, τον έκλεπτον, τον ήρπαζον, τον απήγον, τον έκρυπτον εις ασφαλές μέρος, όπου έτρωγε κ' έπινεν εκτάκτως, παχυνόμενος επί τρεις ή τέσσαρας ημέρας, εωσότου παρέλθουν αι εκλογαί. Είτα τον άφηναν ελεύθερον. Ούτω πως εξησφαλίζετο η επιτυχία του δημάρχου, όν ήθελεν η τάξις των φρονίμων να εκλέξη. Εις τας βουλευτικας εκλογάς πάλιν, άν κ' εψηφοφόρουν πολλοί, το καλόν ήτο ότι δεν εχρειάζοντο σφαιρίδια, ίσχυον τα ψηφοδέλτια. Τοιαύτα μικρά δελτάρια χάρτου είς καλός γραμματεύς ηδύνατο να συντάξη πεντακόσια εις δύο ώρας. Επ' αυτών έγραφε τα ονόματα των υποψηφίων ούς ήθελε, χωρίς κάν να ερωτήση τον ψηφοφόρον τίνας επιθυμεί να εκλέξη. Και εις τον κατάλογον των ψηφοφορησάντων δεν ήτο ανάγκη να εγγράφωνται πάντοτε ονόματα ζώντων. Διά της προσθήκης διακοσίων ή τριακοσίων ψηφοδελτίων επ' ονόματι ισαρίθμων συχωρεμένων, ο δήμαρχος και η επιτροπή ηδύναντο να κεραυνοβολήσωσι τους αντιπάλους, πλάσσοντες αυτοί αντιπροσώπους, ούς ήθελον. Εάν όμως οι αντίθετοι τους διέβαλλον επί κιβδηλεία και πλαστογραφία, εύκολον ήτο να εξαφανίσωσι πάν ίχνος, εισορμώντες διά του παραθύρου εις τον τόπον της εκλογής, κλέπτοντες διά της νυκτός την μοναδικήν και ευμετακόμιστον με το χάρτινον φορτίον της κάλπην, και καταστρέφοντες αυτήν και το περιεχόμενον, συγχρόνως δε υπογράφοντες αναφοράν προς τον κύριον νομάρχην, και παρακαλούντες αυτόν ευσεβάστως να διατάξη νέας εκλογάς, «επειδή οι αντίθετοι, βλέποντες την αποτυχίαν των, εξηφάνισαν την κάλπην»..."



 
[ΣΣ Ακολουθούμε κατά την αντιγραφή, το κείμενο κατά την κριτική έκδοσι των Απάντων υπο την επιμέλεια του Ν.Δ Τριανταφυλλόπουλου. (Εκδόσεις Δόμος, τ. Β΄, σς. 434-6). Να μας συγχωρηθή –λόγω αδυναμίας - η χρήσι μονοτονικού.]

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Μια παρτίδα, σκάκι, στην καφετέρια. Una partita a scacchi nel cafe della piazza.

Όταν μπήκα στην Καφετέρια της συνοικιακής πλατείας δεν περίμενα να βρώ τον Δημήτρη με παρέα. Ακόμα περισσότερο να παίζει τέτοια ώρα σκάκι με έναν άλλο, κοινό μας φίλο και οικογενειάρχη, τον Περικλή. Είχαμε τηλεφωνηθή να συναντηθούμε έστω και για λίγο, μια και οι δυό μας είχαμε απογευματινή δουλειά. Ήταν κάπως αργά, έντεκα παρά κάτι, το βράδυ, και οι θαμώνες είχαν μόλις αρχίση να αραιώνουν.
Μετά τις χαιρετούρες και τα συνηθισμένα, έπιασα τον εαυτό μου να απολαμβάνει περισσότερο από τον χυμό πορτοκάλι που μάλλον ανόρεχτα παρήγγειλα (δεν με έπαιρνε για δεύτερο καφέ) την παρτίδα τους που ήταν σε εξέλιξι.
Δεν ξέρω για τα βλέμματα των άλλων τριγύρω, πάντως σε ελάχιστο χρόνο, τρία ζευγάρια μάτια εστιάζαν, αναπόφευκτα και όλο και πιο συχνά, στο κέντρο του τραπεζιού, ανάμεσά μας.
Η μάχη στα 64 τετράγωνα της …ταβλιέρας (η σκακιέρα ήταν μια συνηθισμένη ξύλινη κατασκευή που με την πρακτική της ευκολία έχει εδώ και κοντά μισό αιώνα κατακλύση τα ελληνικά καφενεία και τα παρεμφερή στέκια, καθώς με την εξωτερική της επιφάνεια διαμορφωμένη σε κανονικό αβάκιο 8χ8 [και με αρίθμησι –έστω λανθασμένη ενίοτε, όπως εν προκειμένω, παρακαλώ στο πλαίσιο], διευκόλυνε και εξακολουθεί να διευκολύνει ιδανικά την χρήσι εκτός του δημοφιλέστατου αντρικού επιτραπέζιου «τεχνικού παιγνίου» με τα ζάρια, και εκείνη των (όπως φαίνεται ακόμα στις μέρες μας) λιγότερο διαδεδομένων καθαρά στρατηγικών παιχνιδιών, του πάλαι ποτέ αυτοκρατορικού μας σκακιού, αλλά και της ακόμα πιο ακριβοθώρητης πια ντάμας), είχε ανάψη για τα καλά. Το ευτελές υλικό των πλαστικών και φθαρμένων κομματιών δεν ενοχλούσε κανέναν.

Το άνοιγμα, λοιπόν, δεν είχε ακόμα τελειώση και ο Περικλής, γνωστός για το επιθετικό του στυλ, είχε εξαπολύση επίθεσι. Παίζοντας με τα μαύρα είχε κερδίση την πρωτοβουλία και διαθέτοντας το ζεύγος των αξιωματικών –και ειδικά με τον μαυροτετράγωνο «φού» του- είχε εξασφαλίση μια επίφοβη κυριαρχία στα μαύρα τετράγωνα.
. .
.

Ο Δημήτρης, με τα λευκά, είχε αρχίση να δυσανασχετεί με την θέσι στην οποία είχε περιέλθη μετά από μια αποδεκτή θυσία κεντρικού πιονιού και μια απανωτή αποδοχή θυσίας διαφοράς που πραγματοποιήθηκαν από μέρους του έμπειρου Περικλή, αλλά παρ’ όλη την βαθειά περισυλλογή του που συνοδευόταν από αργή εκτέλεσι των κινήσεων, αμυνόταν, όπως διαπίστωνα, καλά.
Τα σχόλια εν τω μεταξύ δίναν και παίρναν απ’ όλες τις μεριές. Ιδιαίτερα από τον Περικλή που έδειχνε πιο σίγουρος για τις ικανότητές του (τα μεταξύ τους αποτελέσματα ήσαν έτσι κι αλλιώς ασφαλής δείκτης μιας, μικρής έστω, υπέρ του διαφοράς δυναμικότητος). Και μια και επέμενε να μας προσκαλεί αμφοτέρους σε ανοικτό σκακιστικό διάλογο και ελεύθερο σχολιασμό, άρχιζα κι εγώ να λέω την γνώμη μου για το πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι..
Το παράδοξο είναι ότι συν τω χρόνω, μετά από μερικές κινήσεις, ο προβληματισμός του Δημήτρη αυξανόταν, ενώ -σε αντίθεσι- η δική μου αρχική επιφυλακτικότητα άρχισε να δίνει την θέσι της στην υπέρμετρη αισιοδοξία. Κάποια στιγμή μάλιστα διαφώνησα ανοικτά για την υποτιθέμενη ανωτερότητα των μαύρων κομματιών και μάλιστα στην συνέχεια δυσανασχέτησα που ο Δημήτρης δεν έπαιξε την καλύτερη –όπως νόμιζα- αμυντική κίνησι μετακινώντας στο κέντρο έναν ίππο.
Με πάθος έσπευσα να υπεραμυνθώ για την καλύτερη προοπτική των λευκών πεσσών, όταν ο Περικλής επέμενε πως και με την δική μου μή επιλεγμένη από τον Δημήτρη κίνησι του Αξιωματικού, κίνησι που είχα υποδείξη εκ των υστέρων, είχε κερδισμένη θέσι.
Κάποια στιγμή έκανε και μια σιβυλλική δήλωσι για ενδεχόμενο μάτ, αλλά άφησε με το γεμάτο σιγουριά ύφος μέσα στις πιθανώς έντεχνα μισοτελειωμένες φράσεις του να βυθίζεται, τον μεν Δημήτρη στην φαινομενική έστω επιφυλακτικότητα, κι εμένα στην μάλλον φανερή δυσπιστία…

Από την άλλη, η ώρα πέρναγε –και αναμφίβολα, ευχάριστα.
Αλλά εγώ έπρεπε δυστυχώς να φύγω για το σπίτι. Με περίμεναν. Βιαζόμουν. Τους το είχα κάποια στιγμή και αναφέρει..
Γύρω στις εντεκάμισι-δώδεκα παρά σηκώθηκα απότομα. Τους είπα πως με περίμενε η μάνα μου στο σπίτι. Χαιρέτησα κι έκανα να φύγω, έστω και κάπως απρόθυμα.
Με έκπληξι -δεν ήταν δα και τόσο αργά και θα μπορούσα να μείνω μέχρι το τέλος του αγώνα- και οι δυο φίλοι με καληνύχτισαν. Άφησα πίσω μου τις πασχαλιάτικες ευχές και …την παρτίδα με την απίστευτα γοητευτική εκκρεμότητά της..

Στο δρόμο μαζί με τις άλλες έγνοιες μου σφηνώθηκε στο κεφάλι η πλούσια σε συνδυαστικές δυνατότητες θέσι της παρτίδας. Μετάνιωνα που δεν έκατσα κι άλλο μαζί με τους ζατρικίζοντες φίλους στην καφετέρεια -έστω μέχρι το τέλος της παρτίδας- και με έτρωγε και η σχετική περιέργεια για την έκβασι...

Κάποια στιγμή το επόμενο πρωί βρήκα σκακιέρα στο δικό μου σπίτι και έστησα την θέσι (είχα φροντίση να κρατήσω από μνήμης μια πρόχειρη σημείωσι –τι λέω; Ολόκληρο σχεδιάγραμμα- σε ένα χαρτί από πριν πάω για ύπνο). Παρένθεσι: είχα φάει τα λυσσακά μου που δεν εύρισκα σκακιέρα φιλοξενούμενος στο σπίτι της μάνας μου.
Πρώτη διαπίστωσι:
Αυτό που έβλεπα ως αντίκρουσι στην βίαιη επίθεσι των μαύρων πεσσών, η κίνησι του Αξιωματικού στο ε2, αποδεικνύεται τώρα με την παρέμβασι του από μηχανής σκακιστικού δαίμονα/μέντορα που ακούει στο όνομα Φρίτς, ότι είναι ένα σχετικά ασφαλές -αν και όχι το συντομότερο- μονοπάτι για την επιδιωκόμενη νίκη.
Είναι μια βαθειά ευχαρίστησι για κάθε μεσήλικα να νιώθει σε ανάλογες περιπτώσεις πως δεν έχει σκουριάση...

Και το κυρίως θέμα, η πιθανή κατάληξι της Παρτίδας;
Αναμφίβολα η τελική θέσι όταν εγκατέλειψα την θέσι του προνομιούχου θεατή, ήταν η παρακάτω:
Δεν πιστεύω ο Λευκός εδώ να έπαιξε την ασύνετη κίνησι του Αξιωματικού στο δ3 που οδηγεί σε τριών κινήσεων μάτ (με τον μαυροτετράγωνο φού και την Ντάμα του να κάνουν μέσα από τα μαύρα τετράγωνα μια ιεροτελεστική σφαγή στον ανήμπορο λευκοφορεμένο Ρήγα.
Δεν φαντάζομαι ούτε να ανακάλυψε την συνέχεια που προτείνει η αυθεντία του Φρίτς:
Πύργος στο θ2, με τα Λευκά να βγαίνουν ελαφρά καλύτερα σε όλες τις βαριάντες.
Μάλλον θα παίχτηκε η κίνησι που με αβέβαιο ύφος ανέφερε κάποια στιγμή ο κινών τα Λευκά, να πάρει δηλ. ο Πύργος του το πιόνι στο β7.
Δεν αποκλείεται βέβαια και να υιοθέτησε την δική μου πρότασι, να κινήσει τον Πύργο απειλητικά στο β3. Κίνησι που όπως βλέπω οδηγεί σε αμφίρροπο παιχνίδι...

Ακόμα κι αυτή την στιγμή δεν γνωρίζω ποια από τις προαναφερθείσες κύριες βαριάντες ήταν η συνέχεια της παρτίδας –αν επιλέχθηκε κάποια από τον σαν σε άγνωστο σταυροδρόμι αφημένο Δημήτρη- και ούτε καν το αποτέλεσμα της μεταμεσονύκτιας συνάντησης επι της σκακιέρας.
Ξέρω μόνο πως το επόμενο πρωί η ενδιαφέρουσα αυτή θέσι με τις όμορφες περιπλοκές της έλαβε ψηφιακή υπόστασι (ποιος ξέρει για πόσο καιρό και σε πόσα τυχόν σκακόφιλα μάτια θα επιδείξη την γοητεία της) και στρογγυλοκάθισε μέσα σε μια απροσχεδίαστη ανάρτησι, σε ένα απόκεντρο ιστολόγιο…

Αλέξανδρος Σοϊλεμέζης



ΥΓ Η ΠΙΘΑΝΗ ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΙ ΤΗΣ ΠΑΡΤΙΔΑΣ
Με κάπως αναδρομική τακτική και με την βοήθεια της προαναφερθείσας σκακιστικής μηχανής αποτολμώ ως αποχαιρετιστήρια χειρονομία μια πιθανή ανασύνθεσι της παρτίδας μέχρι την επίμαχη θέσι που απετέλεσε την αφορμή για το παρόν απρόοπτο δημοσίευμα.




Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Αλεξάνδρου ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, «Τα πεθαμένα κόλλυβα» (Διήγημα: «Άγια και Πεθαμένα». Β΄) Alexandros Papadiamantis, racconto: “I colivi morti” (Parte seconda)

Αλεξάνδρου ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, Διήγημα: «Άγια και Πεθαμένα». Μέρος Β΄
Alexandros Papadiamantis, racconto: “I colivi morti” (Parte seconda)*


(Συνέχεια από την ανάρτησι της 28ης Φεβρουαρίου, όπου το Α΄ μέρος)

......................................................................

«... Ήτο Παρασκευή της Α΄ εβδομάδος των Νηστειών, η προτεραία του Αγίου Θεοδώρου. Την πρωίαν εκείνην, εις την λειτουργίαν των Προηγιασμένων, προσεφέρετο αφθονία κολλύβων εις τους ναούς.
Τα προσφερόμενα κόλλυβα ήσαν όχι μόνον «πεθαμένα κόλλυβα», εις μνήμην των νεκρών, αλλά και εορτάσιμα κόλλυβα, προς τιμήν του Αγίου Θεοδώρου. Ψυχοσάββατον δέν είναι η ημέρα, αλλά μόνον Σάββατον σαρακοστιανόν, καθ’ όλα δε τα Σάββατα εν γένει γίνονται μνείαι των νεκρών μετά κολλύβων. Προσέτι, δεν είναι μνήμη «των Αγίων Θεοδώρων», αλλά μόνον του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, και όχι πάλιν η μνήμη αυτού, ήτις τελείται κατά την 17 Φεβρουαρίου, όπως η του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτου τη 8 του αυτού, αλλά μόνον «Ανάμνησις του διά κολλύβων γενομένου θαύματος παρά του Αγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος», ότε ο ασεβής τύραννος Ιουλιανός ο Παραβάτης ηθέλησε να μολύνη τους χριστιανούς, κατά την πρώτην εβδομάδα των Νηστειών, διά των ειδωλοθύτων {τα κρέατα που προσφέρονταν στους πιστούς μετά απο τις θυσίες }, εμφανισθείς δε ο Άγιος εις τον επίσκοπον παρήγγειλε να δώση κόλλυβα εις τους πιστούς να φάγουν, εξηγήσας άμα τί είναι τα κόλλυβα.
Εις τας μνήμας όλων των Αγίων προσφέρονται κόλλυβα τιμητικά, εορτάσιμα, εξαιρέτως δε κατά την εορτήν ταύτην του Αγίου Θεοδώρου, εις ανάμνησιν του θαύματος. Τα κόλλυβα δε ταύτα του Αγίου Θεοδώρου είχον και θαυματουργόν ιδιότητα διά τας κόρας του λαού.
Εάν είχε πίστιν εις τον Θεόν και ευλάβειαν εις τον Άγιον, ήρκει πάσα κόρη να λάβη μίαν δράκα εξ αυτών των αγίων κολλύβων και την νύκτα της Παρασκευής προς το Σάββατον να τα βάλη υποκάτω εις το προσκέφαλόν της, διά να ίδη καθ’ ύπνον ολοφάνερα τον μέλλοντα ευτυχή σύζυγόν της.
Εβασίζετο η δοξασία επί της παραδόσεως… Ο άγιος Μάρτυς Θεόδωρος εθεωρείτο ανέκαθεν ως ο ευρετής των απολωλότων και ο αποκαλυπτής των κρυφίων. Διηγούνται τα συναξάρια πώς είς άρχων είχε χάσει τον δούλον του, πώς προσήλθεν ικετεύων εις τον ναόν του Μάρτυρος, ο δε Άγιος συνέβη να λείπη την νύκτα εκείνην, διότι είχεν υπάγει, μεθ’ όλων των ταγμάτων των Αθλοφόρων, εις προϋπάντησιν της ψυχής του οσίου Ιωσήφ του υμνογράφου (ούτος είναι ο ποιητής του κατά τας ημέρας ταύτας ηχούντος εν τοις ναοίς «Χριστού βίβλον έμψυχον»), εξ ευγνωμοσύνης, διότι είχε τιμήσει δι’ ύμνων και εγκωμίων όλους τους Μάρτυρας∙ πώς την άλλην ημέραν επέστρεψεν ο Άγιος Θεόδωρος και αφού εξήγησε τον λόγον της απουσίας του και της βραδύτητος, απεκάλυψεν εις τον αιτούντα πού ευρίσκετο ο εξαφανισθείς δούλος.


Η θεια-Ζήσαινα είχεν υπάγει το πρωί εκείνο, σύνταχα, εις τον ναόν των Τριών Ιεραρχών. Μετά τον Όρθρον και τας Ώρας, ήρχισεν η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων. Εις την απόλυσιν εψάλη το τροπάριον και το κοντάκιον του αγίου Θεοδώρου και το «Τη πρεσβεία Κύριε», ο δε ιερεύς ελθών εις το προσκυνητάριον μετά θυμιατού ήρχισε να απαγγέλλη την ωραίαν και μεγαλοπρεπή ευχήν των εορτασίμων κολλύβων:
«Ο πάντα τελεσφορήσας τω λόγω σου, Κύριε, και κελεύσας τη γή παντοδαπούς εκφύειν καρπούς εις απόλαυσιν και τροφήν ημετέραν, ο τοις σπέρμασι τους Τρεις Παίδας και Δανιήλ των εν Βαβυλώνι αβροδιαίτων λαμπροτέρους αναδείξας, αυτός, πανάγαθε Βασιλεύ, και τα σπέρματα ταύτα συν τοις διαφόροις καρποίς ευλόγησον, και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας πιστούς δούλους σου αγίασον∙ ότι εις δόξαν σήν, Κύριε, και εις τιμήν και μνήμην του αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος, ταύτα προετέθησαν παρά των σών δούλων, και εις μνημόσυνον των εν ευσεβεία και πίστει τελειωθέντων».
Απήγγελλεν ακόμη ο παπα-Ζαχαρίας την ευχήν, και δεν είχεν αρχίσει ακόμη το «Μετά πνευμάτων δικαίων», διά να διαβασθούν και τα άλλα κόλλυβα, τα νεκρώσιμα, τα οποία ευρίσκοντο ολόγυρα, υπό την εικόνα του Χριστού, δεξιά, επί των βαθμίδων του τέμπλου, και τα ξυπόλυτα παιδιά του δρόμου, και τα αχτένιστα και άνιφτα φτωχοκόριτσα της ενορίας είχον συσπειρωθεί τριγύρω εις τας βαθμίδας, και εθορύβουν, και ησθάνοντο ακάθεκτον ορμήν ν’ αρπάσωσι κόλλυβα. Μίαν ζεμπίλαν αρκετά μεγάλην εκράτει εις την χείρα ο κυρ Προκόπης, ο επίτροπος, και την άλλην τεραστίαν ζεμπίλαν ο μπαρμπα-Δημητρός, πρώην επίτροπος, νύν νεωκόρος, όστις εφώναζε κι εχειρονόμει, προσπαθών να κατασιγάση το απειθάρχητον και αχαλίνωτον στίφος των παιδίων.
-Ήσυχα, βρε παιδιά, εψιθύριζε μαλακά ο κυρ Προκόπης. Όλοι θα πάρετε.
-Θα ησυχάσετε, βρε σεις, κλήρες {παλιόπαιδα}; έκραζεν ο μπαρμπα-Δημητρός. Θα σπάσετε τα ξένα πιάτα, κακό χρονάχετε! Μη χύνετε τα κόλλυβα κάτω, φωτιά να σας κάψη!… Ήσυχα… σταθήτε… δέ θα πάρει κανένας εδώ… Θα κάμετε τις πλάκες της εκκλησιάς σάν τα μούτρα σας… βρέ, πανούκλες! όξου! όξου!
-Όξου! έκραξε κι ο κυρ Προκόπης ο επίτροπος∙ όξου θα μοιρασθούν.
Ο μπαρμπα-Δημητρός έκυπτεν εν αγωνία, κι επάσχιζε ν’ αδειάση τα πιάτα δύο-δύο εις την ζεμπίλαν, και οι πανούκλες έπεφταν με τα μούτρα κι άρπαζαν με τες φούχτες των, κ’ εγέμιζαν τους κόλπους των υποκαμίσων των, προέχοντας ως πανιά τα οποία ο άνεμος φουσκώνει.
-Κακό μπουρίνι αυτό, μπαρμπα-Δημητρό, είπεν ο Γιάννης ο Ντάτσος, κύψας και αυτός ν’ αρπάση μίαν φούχταν κόλλυβα από την μεγάλην ζεμπίλαν.
-Μπουρίνι, καλά λές, Γιάννη, είπεν ο γερο-Δημητρός, συλλαβών την χείρα του Γιάννη και πιέζων αυτήν σφιχτά μέσα εις την ζεμπίλαν, διά ν’ αφήση τα κόλλυβα. Καλά το παρωμοίασες. Σαν τη βάρκα που θα πέση μέσα αέρας δυνατός και σαστίζει κανείς, τη σκότα να μαζέψη, το τιμόνι να μαντζαριστή {να χειριστή} ή το κουπί να δουλέψη.
Κ’ ενώ ηγωνίζετο ν’ αποκρούση την έφοδον του Γιάννη, από το άλλο μέρος τα παλιόπαιδα και τα φτωχοκόριτσα άρπαζαν ολόκληρα πιάτα κ’ εγέμιζαν τους κόλπους των ή τας ποδιάς των.
-Όξου! όξου! εφώναξε πάλιν ο κυρ Προκόπης, συλλαβών δύο μάγκας από το αυτί.
Ωφεληθείς από τον αντιπερισπασμόν, ο Αποστόλης ο Κακόμης, του ήρπασεν από την χείρα το δεύτερον ζεμπίλι, το μικρότερον, τάχα διά να τον ξελαφρώση.
-Εγώ τα μοιράζω, κυρ-Προκόπη, έκραξεν, εγώ∙ ησύχασε τουλόγου σου.


Τριγύρω εις το προσκυνητάρι, αφού ετελείωσεν η ευχή των κολλύβων των προς τιμήν του Αγίου, οι παπάδες έδωκαν από μίαν φούχταν κόλλυβα εις πολλές ενορίτισσες, οπού έκαμναν καρτέρι εκεί, θέλουσαι να λάβωσι κόλλυβα κατ’ απαίτησιν των θυγατέρων των ή των νεανίδων αδελφών των, όσαι επεθύμουν να ίδωσι την μοίραν των διά της θαυματουργού δυνάμεως των κολλύβων. Έτρεξαν εκεί και μάγκες και παλιοκόριτσα, αλλ’ ο παπα-Νικόλας, αφού έδωκεν ανά έν απλόχερον εις όσας επρόφτασαν και εκενώθη η μία σουπιέρα, έλαβε την άλλην σουπιέραν και την απεκόμισεν εις το ιερόν βήμα, με σκοπόν να στείλη κατ’ οίκους και εις άλλας ενορίτιδας.
Εν τω μεταξύ, η τεραστία ζεμπίλα, διά χειρών του μπαρμπα-Δημητρού, μετά πολλούς ωθισμούς και ελκυσμούς, έφθασεν αισίως έξω εις την υψηλήν πεζούλαν του νάρθηκος, όπου ο ορμαθός των παιδίων εκρεμάσθη τριγύρω εις την βράκαν του μπαρμπα-Δημητρού, ενώ η άλλη, η μικρή ζεμπίλα του Κακόμη, είχε ναυαγήσει εις τον μισόν δρόμον και διεσπάρησαν τα κόλλυβα εδώ κ’ εκεί εις τα μάρμαρα και εις το έδαφος της γης, κ’ έπεφταν με τα μούτρα τα παιδιά εν αλαλαγμώ και τα άρπαζαν. Μία πρώιμη κλώσσα με τα πουλάκια της και άλλαι παχείαι όρνιθες, ημίσεια δωδεκάς (όλαι αι όρνιθες της γειτονιάς ήσαν παχείαι, χάρις εις τα κόλλυβα), έτρεξαν κ’ έπεσαν εις τα κόλλυβα, έψαχναν, έφευγαν με φόβον και με αποκοτιάν, κ’ εγύριζαν, κ’ έτρωγαν με κλωγμούς και κικκαβισμούς δυσπίστους.
Και το σμήνος των παιδίων γύρω εις την βράκαν του Δημητρού εβόμβει κι έκαμνε φοβερόν θόρυβον, και δεν έπαυε ν’ ακούεται η κραυγή:
-Δώ μ’ κ’ εμένα μπάρμπα!
-Κ’ εμένα μπάρμπα!
-Τώρα πήρες εσύ!
-Εγώ δεν επήρα!
-Κ’ εγώ δεν επήρα!
Το παιδίον εδείκνυεν αφελώς τας χείρας του κενάς, πλην ο κόρφος εφούσκωνε∙ και το άλλο παιδίον, με το στόμα πλήρες, έκαμνεν όρκον ότι δεν επήρε.
Πολλοί άνδρες, εξελθόντες από τα μαγαζεία, πτωχαί γυναίκες, βαστούσαι νήπια εις τας ωλένας, ήλθον, κ’ έτεινον τας χείρας διά τα κόλλυβα.
Κ’ έλεγον:
-Θεός σχωρέσ’ ! Θεός σχωρέση!
-Δώ μ’ κ’ εμένα, μπάρμπα.
-Εγώ δεν επήρα!
-Μά το ναι και μά το ό;
-Μά το ψέμα π’ σε γελώ.
Το νέφος των παιδίων έβρεμεν ακόμη γύρω εις την ζεμπίλαν του μπαρμπα-Δημητρού, όταν εξήλθεν από τον ναόν η θεια-Ζήσαινα, διά να ζητήση και αυτή ολίγα κόλλυβα πεθαμένα, διά να σχωρέση. Εκείνα τα οποία της είχε δώσει, από τα κόλλυβα τα πανηγυρικά, ο παπα-Νικόλας, τα είχε δέσει καλά εις την μίαν άκρην της μεγάλης μανδήλας της. Είτα είχεν υπάγει προς το μέρος του τέμπλου, κ’ εκεί ευρέθη μία φίλη της κρατούσα έν πιάτον μισογεμάτον κόλλυβα. Της έδωκε κ’ εκείνη μίαν φούχταν.
Τα κόλλυβα ταύτα η θεια-Ζήσαινα τα εξέλαβεν επίσης ως άγια, όχι ως νεκρώσιμα, και ηθέλησε να τα δέση εις την ιδίαν άκρην της μανδήλας της, μαζί με τα άλλα. Τότε η γυνή της λέγει ότι ήσαν πεθαμένα τα κόλλυβα αυτά και δεν έπρεπε να βάλη μαζί άγια και πεθαμένα, διότι τότε εκείνη η κόρη, οπού θα τα έβαλλεν εις το προσκέφαλόν της, διά να ιδή την μοίραν της, θα έβλεπεν εις το όνειρόν της μόνον αποθαμένα πρόσωπα, αντί να ιδή τον πολυπόθητον μέλλοντα αρραβωνιαστικόν.
Η θεια-Ζήσαινα τα είχεν εκλάβει ως άγια, διότι ήσαν με αρτυμήν παρεσκευασμένα, δηλαδή με μείγμα μέλιτος και σεμιγδάλεως. Διότι μόνον τα εορτάσιμα κόλλυβα παρασκευάζονται κατά τον τρόπον τούτον. Τα νεκρώσιμα είναι καθαρόν βρασμένον σιτάρι, στολισμένα μόνον με ολίγους σταυρούς από σταφίδας, με κοφέτα ή με λοβιά από ρόδι, εις την επιφάνειαν. Κάποια όμως ξένη, λιμενάρχαινα ίσως ή ειρηνοδίκαινα, μή γνωρίζουσα το γνήσιον έθιμον του τόπου, είχε κατασκευάσει με τοιούτον άρτυμα τα νεκρώσιμα κόλλυβα, τα οποία είχε στείλει εις την εκκλησίαν. Και εκ των κολλύβων εκείνων της έδωκεν της θεια-Ζήσαινας η πτωχή γυνή, ήτις είχεν επιφορτισθή από την αρχόντισσαν ξένην το κουβάλημα της προσφοράς και των κολλύβων και την επιστροφήν του πιάτου και του προσοψίου εις την οικίαν.


Λοιπόν η Ζήσαινα τα έδεσε χωριστά, τα κόλλυβα ταύτα, εις άλλην άκρην της μανδήλας της, λέγουσα ότι θα εφίλευε τα πτωχά εγγονάκια της, και αυτή εξήλθεν εις τον πρόναον διά να λάβη και ολίγα άλλα απλά νεκρώσιμα κόλλυβα, διά να φάγη και να είπη Θε-σχωρές και αυτή. Όταν όμως έφθασεν εις την οικίαν της, και ηθέλησε να δώση τα άγια κόλλυβα εις την ανύπανδρον κόρην της, διά να ιδή την μοίραν της αύτη, είχε συγχύσει τους δύο κόμβους και δεν εγνώριζε πλέον ποίον κομπόδεμα περιείχε τα άγια και χαρμόσυνα κόλλυβα και ποίον τα πένθιμα και πεθαμένα. Διότι και τα δύο ήσαν παρεσκευασμένα με αρτυμήν.
Και μισήν ώραν ύστερον, όταν ήλθε προς την Σειραϊνώ (ήτις ήτο όχι απλώς γειτονοπούλα αλλ’ αρχοντοπούλα και προστάτις δι’ αυτήν), φέρουσα και δι’ αυτήν ολίγους κόκκους, αυθορμήτως, χωρίς να παρακληθή προς τούτο, αλλ’ απλώς διά να φανή υποχρεωτική, δεν ήτο πλέον βεβαία αν τα κόλλυβα τα οποία έδιδεν ήσαν πράγματι άγια ή ήσαν πεθαμένα.
Το Σειραϊνώ δεν είχε φροντίσει διά κόλλυβα. Δεν είχε την τόλμην των πολλών κορασίδων, διά να περιεργάζεται και να πολυπραγμονή εις τα τοιαύτα, πλήν, αφού αυθορμήτως της έφεραν κόλλυβα, τα εδέχθη και αυτή.
Δέν ήτο ικανή να κάμη εκείνο το οποίον ήκουεν ότι έκαμναν άλλαι ομήλικές της, και το οποίον πολύ ωμοίαζε με μάγια, ας είχε και ευλαβείας επίχρισμα. Να εξέλθη διά νυκτός εις την αυλήν, κρατούσα μαυρομάνικον μαχαίριον, ν’ αυλακώση δι’ αυτού την γην, να σπείρη τα κόλλυβα, και να περιέλθη τρείς γύρες ψιθυρίζουσα:
Άι μ’ Θόδωρε καλέ,
κι καλέ κι ταπεινέ,
απ’ την έρημο περνάς,
κι τις μοίρες χαιρετάς.
Αν βρής κ’ εμέ τη μοίρα μου, να μου την χαιρετίσης.
Αλλά θα εφήρμοζε την απλουστέραν μέθοδον. Θα έβαλλε τα κόλλυβα υποκάτω από το προσκέφαλόν της και ίσως έβλεπε κανέν όνειρον.
Είδεν όνειρα.


Πρόσωπα, προσωπάκια πολλά, χλωμά, μικρούτσικα, με σφαλιστά μάτια. Είδε κοράσια μικρά, αδελφάς της, εξαδέλφας της, θυγάτρια γειτονισσών, όλας αποθαμένας. Είδε στεφάνους από νεκρολούλουδα, στεφάνους παρθενικούς, με θυμιάματα και με ακτίνας. Και ένα στεφάνι, το στεφάνι το ιδικόν της, της έφευγεν από την κόμην την καστανήν και ανέβαινε προς τον ουρανόν, εν μέσω αίγλης και μαρμαρυγής και δόξης αφάτου.
Τα κόλλυβα, τα οποία της είχε δώσει η Ζήσαινα, μή ήσαν πεθαμένα;
Τέλος, είδε και έν πρόσωπον ζωντανόν∙ ένα νέον, περί του οποίου είχεν εκφρασθή άλλοτε ότι θα τον επροτίμα ως γαμβρόν ο πατήρ της.
Είδε το πρόσωπον τούτο, αλλ’ ωσάν εις ταξίδι και ως να ήσαν έτοιμοι προς χωρισμόν. Αυτή τάχα ήτον έτοιμη να φύγη, κ’ εκείνος έμενεν∙ έλεγεν ότι ήθελε μείνει δι’ ολίγον καιρόν. Και της έδιδε μαζί της ως εφόδιον έν μαραμμένον και φυλλορροούν γαρόφαλον από την ιδίαν γάστραν της. Και αυτή έγινε περίεργη να μετρήση τα μαραμμένα φύλλα του και τα εύρε σαράντα.


Τον Ιούνιον του επιόντος έτους ετελείτο ο γάμος της Σειραϊνώς μετά του νέου τον οποίον είχεν ιδεί εις τον ύπνον της.
Τον επόμενον Ιούλιον, μετά σαράντα ακριβώς ημέρας, η Σειραϊνώ, η λευκή και άχολος περιστερά, έφευγεν από τον κόσμον τούτον φθισική και μαραμμένη.
Τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου της είχαν αποκαλύψει διπλήν την μοίραν της. Είθε ο νυμφικός στέφανος, τον οποίον δεν επρόφθασε να χαρή, είθε ο στέφανος ο παρθενικός, τον οποίον της ηρνήθησαν επί της νεκρικής κλίνης οι άνθρωποι, να την στέφη διπλούς και αμάραντος εις τον άλλον κόσμον».


(1896)





{Το κείμενο ακολουθεί την κριτική έκδοσι του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου (βλ. προηγούμενη ανάρτησι) με ελάχιστη επέμβασι στην ορθογραφία του μεγίστου Διηγηματογράφου μας (την –θεωρούμενη από μάς περιττή- υπογεγραμμένη, και το πολυτονικό –το οποίο, όπως έχουμε δηλώση ναί μέν εκτιμούμε, αλλά δέν το υιοθετούμε, κρατώντας ως ΠΡΟΤΑΣΙ για την ΚΟΙΝΗ νεοελληνική μας γλώσσα μόνο τον ΦΥΣΙΚΟ ΤΟΝΟ της ελληνικής και την αδικημένη ΔΑΣΕΙΑ. Ως προς το τελευταίο, πάντως, δέν έχουμε ΑΚΟΜΗ επιλύση το πρόβλημα με το πληκτρολόγιο)}.


*Nota per gli amici Italiani:
“Colivi” (in Greco Κόλλυβα), sono una specie di dolce fato di grano bollito –anche con l’ aggiunta di altri semi- che si offre in piccole quantita’ in chiesa ortodossa, durante le commemorazioni dei defunti.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Αλεξάνδρου ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, Διήγημα: «Άγια και Πεθαμένα». Μέρος Α΄

Ψάχναμε για τα λογοτεχνικά ενδιαφέροντα του Ιστολογίου μας, να βρούμε ένα όχι πολύ γνωστό παπαδιαμαντικό διήγημα, ως κατάλληλη εισαγωγή στην περίοδο της Σαρακοστής. Εσείς –όπως πάντα- θα κρίνετε για το εύστοχο ή μη της επιλογής μας.
Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις (και εκεί σε δύο συνέχειες), αλλά αναφέρεται από τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη [όπως μας πληροφορεί ο μέγιστος των ευβοιωτών φιλόλογος Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος, στο σύντομο κριτικό σημείωμα με το οποίο παρουσιάζει το εν λόγω διήγημα στην σημαντικότατη κριτική έκδοσι των Απάντων του Σκιαθίτη (Αλέξανδρος ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΑΠΑΝΤΑ, Γ΄ Τόμος, εκδόσεις Δόμος, 1986. Το κείμενο του διηγήματος στις σσ. 117-129, το σημείωμα σ. 673)] και με τον δεύτερο τίτλο «Τα πεθαμένα κόλλυβα».

ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΑ

«Ως ανασηκωμένη ποδιά ωραίας χωριατοπούλας, οπού πλύνει τα ρουχάκια της, τα πουκαμισάκια της, σιμά εις το πηγάδι, ανέρχεται και αναρριχάται και βαίνει προς τα άνω η λευκή εσχατιά της πολίχνης, εις τον βράχον τον ανατολικόν, τα Κοτρώνια, τον πετρώδη τριπλούν λόφον με τας τρεις κορυφάς, όπου το βράδυ, ενώ η δύσις χρυσά και πορφυρά βάφει τα σύννεφα αντικρύ, αναβαίνει παμμιγής ο βόμβος και ο ψίθυρος και το μινύρισμα {σιγοτραγούδισμα} μυρίων φωνών, φωνών γυναικείων, φωνών παιδικών, με ήχον μελωδικόν, ρεμβώδη, μυστηριώδη. Και αι γυναίκες φορτωμέναι την στάμναν των, ανα δύο ή τρεις, επιστρέφουν φλυαρούσαι απο την βρύσιν και τα παιδιά με τα τόπια των κυνηγούνται γύρω εις τα Λιβάδια ή τρέχουν και παίζουν το σκλαβάκι εις τα Αλώνια.
Σιμά εις την τρίτην, την χαμηλοτέραν κορυφήν, την παραθαλάσσιον, αναρριχώνται εις τον βραχώδη λόφον αι λευκαί οικίαι. Και η οικία του μακαρίτου του Μπονά, οπού την είχεν αγοράσει προ χρόνων ο καπετάν Γιωργής ο Παμφώτης, και την είχεν επισκευάσει και καλλωπίσει, ήτο κτισμένη επάνω εις πέτραν ριζιμιάν {βαθιά ριζωμένη}, σύρριζα εις τον βράχον, και προς τα κάτω εξετείνετο αυλή με σαράντα σκαλοπάτια, το κάθε σκαλοπάτι πλατύ όσον διά να πατήση τις δύο βήματα και υψηλόν όσον διά να χρειασθή τις άλμα να το αναβή. Δύο χαμηλά ισόγεια σπιτάκια, κάτω, δεξιόθεν και αριστερόθεν της αυλείου θύρας. Το έν ήτο πατητήριον ελαιών, το άλλο πλυσταρείον. Μία απλωταριά και ηλιακωτόν απο το έν μέρος της ανωφερούς αυλής, παμμεγέθης αμυγδαλιά ανθούσα ήδη απο το άλλο μέρος, στέρνα και πηγάδιον και κηπάριον με γάστρας ανθέων και ροιάς {ροδιές} και λεμονέας, με κάγκελα φραγμένον. Και άνω ο πάλλευκος άσπιλος οικίσκος, αρχαϊκόν κτίριον, εμπνέον σέβας, επέστεφε την ανωφερή μαρμαίρουσαν αυλήν.
Το έβλεπες μακράν και το εχαίρεσο κ’ εζήλευες κ’ έπιπτες εις ρέμβην κι έλεγες: Ας κατοικούσα εκεί!


Χειμερινός θάλαμος με την εστίαν του, τα μεντέρια {ντιβάνια} του και τα ράφια του, αρματωμένος με παλαιά ωραία πιάτα, δύο μικροί θαλαμίσκοι, όλοι γεμάτοι οθόνας και έπιπλα, το μαγειρείον, ο διάδρομος, όλα αστράπτοντα και πλουσίως ευτρεπισμένα. Η «καλή κάμαρη» προς το μεσημβρινόν μέρος με ωραία στιλβωμένα έπιπλα, με οθόνια λειομέταξα και τάπητας πολυχρόους. Βλέπουσα εις τον λιμένα, θεωρούσα όλην την λευκήν πολίχνην κάτω και αντικρύ, αγναντεύουσα την θάλασσαν, μετρούσα τα κατάρτια των καραβιών, και αριθμούσα τας λέμβους των αλιέων, εκάθητο η κόρη του σπιτιού, η Σειραϊνώ, λευκή και ασθενής ως το κρίνον, λεπτοφυής, πραεία και άχολος {άκακη} ώς η περιστερά. Είχε το κέντημά της επί των γονάτων. Ειργάζετο ανενδότως, νυχθημερόν∙ εκέντα τα προικιά της.
Εταξίδευεν ο πατήρ της με το καράβι, έπλεεν εις μακρινά, βαθιά, μαύρα πέλαγα. Πρώιμα απέπλευσεν εφέτος, μόλις είχαν φωτισθή τα νερά. Άμα θα επέστρεφε με το καλόν «να δέση» (δηλαδή να δέση το καράβι δι’ όλον τον χειμώνα), θ’ απεφάσιζε τέλος ν’ αρραβωνίση την κόρην του. Τοιαύτην υπόσχεσιν έδωκεν «εξωδίκως», καθώς λέγουν οι δικολάβοι, πριν αναχωρήση.
Γαμβροί υποψήφιοι υπήρχον όχι δύο ή τρεις, αλλά δωδεκάς ολόκληρος. Η κόρη είχε καλόν όνομα, ήτον μεγαλοπροικούσα, ήτον λευκή και άχολος ως περιστερά, ήτον προκομμένη και «ομορφοδούλα » {που δουλεύει ωραία}. Εκέντα τα προικιά της μόνη της, χωρίς καμμίαν ανάγκην, μόνον διά ν’ ακολουθήση το έθιμον του χωρίου. Ποίον από τους τόσους γαμβρούς να εκλέξη ο πατήρ της; Εν τη αμηχανία του ανέβαλλε. Τέλος υπεσχέθη ότι θ’ απεφάσιζε να εκλέξη ένα, άμα θα εγύριζε, συν Θεώ, από το ταξίδι. Δέν ήσαν πλέον οι μυθολογικοί χρόνοι. Αγώνα και άθλον δέν ηδύνατο να προβάλη εις τους μνήστορας, και να δώση την κόρην γέρας εις τον νικητήν. Αλλ’ υπήρχον αγώνες και άθλοι βιοτικοί, και ο πλέον προκομμένος, όστις θα ενίκα τους άλλους εις το στάδιον του βίου, εκείνος θα ήτο ο εκλεκτός γαμβρός.


Εκάθητο η κόρη και ηύχετο να γυρίση γρήγορα ο πατήρ της, και είχε πίστιν και ελπίδα εις την καρδίαν της, και εκοπίαζε και εκέντα τα προικιά της. Αντικρύ, εις μίαν οικίαν, μακράν, εις απόστασιν μιλίου ίσως, ήτον ένα μπαλκόνι. Υπήρχον πολλά μπαλκόνια εδώ κ’ εκεί, τριγύρω και παντού, αλλά το μπαλκονάκι εκείνο εφείλκυε της Σειραϊνώς τα βλέμματα.
Προσήλου η κόρη το όμμα εκεί, επιμόνως και αποκλειστικώς. Ήτο περί τα τέλη Φεβρουαρίου, Παρασκευή ημέρα, της Καθαράς Εβδομάδος, παραμονή του Αγίου Θεοδώρου. Αρχαί της ανοίξεως, ήλιος, Θεού χαρά. Έξω εις το μπαλκονάκι εκείνο εκάθητο έν πρόσωπον και έκυπτεν επί των γονάτων του, καθώς έκυπτεν η Σειραϊνώ, και κάτι είχεν επί της ποδιάς του, καθώς αυτή είχε το κέντημά της.
Δέν ηδύνατο να διακρίνη τίποτε. Ήτο τόσον μακράν! Αλλ’ εφαίνετο να έχη πολύ ενδιαφέρον, μεγάλην επιθυμίαν. Ας είχεν όμματα αετίνας, ας ημπορούσε να ιδή καθαρά εις τόσην απόστασιν!
Πλην δεν ήτο αετίνα. Ήτο λευκή περιστερά, άχολος… και όμως είχε και αυτή τους πόθους, τας αδυναμίας και την περιέργειαν της Εύας.
Έβλεπεν, έβλεπεν. Αλλά δεν διέκρινε τίποτε. Έτεινε τας κόρας των οφθαλμών. Εις μάτην, δέν ημπορούσε να ίδη.
Μία, όχι πικρία αλλ’ οξινίλα, εφάνη εις τα χείλη της. Πώς να κάμη διά να μπορέση να ιδή!
Αίφνης εσηκώθη, άφησε το κέντημά της επί του καναπέ. Έτρεξεν εις έν έπιπλον, το ήνοιξεν, έψαξεν εις το βάθος, και εξήγαγε πράγμα τι μακρόν, κυλινδροειδές, ογκώδες, το οποίον εφαίνετο εκ μαύρου χαρτονίου. Αφήρεσε το κάλυμμα και ανέσυρεν από μέσα δεύτερον κύλινδρον, μετάλλινον τούτον. Τον έλαβε, διευθέτησεν όλον τον σκελετόν, τον εξέσυρε και επλησίασε το άκρον εις το όμμα της, και εγύρισε το στόμιον, το άλλο άκρον κατά το μπαλκονάκι, το αντικρινόν εκείνο.
Ήτο το παλαιόν οκιάλι, το ναυτικόν τηλεσκόπιον του πατρός της. Το είχεν αντικαταστήσει, φαίνεται, διά νεωτέρου ο καπετάν Γιωργής και διά τούτο το παλαιόν το είχεν αφήσει εις το σπίτι.
Η νεάνις το εκράτησε σιμά εις το όμμα της επί μακρόν και έβλεπεν, έβλεπεν αχόρταγα.


Δέν ήτο ανήρ, όχι, το υποκείμενον της τόσης μερίμνης της. Ήτο γυνή ή μάλλον κόρη, ώς αυτή. Ήτο το Μαλαμώ του παπα-Γιαννάκη. Η αντίζηλός της εις το χωρίον.
Αντίζηλός της εις τα κεντήματα, εις τα προικιά, εις την αρχοντιάν. Εφημίζετο ως πολύ ευφυής και εφευρετική εις τα κεντήματα. Εν ώρα γάμου κ’ εκείνη, καθώς αυτή, δεν έπαυε καθημερινώς να ετοιμάζη τα προικιά της.
Έως τώρα, παραδεδεγμένα κεντήματα διά τας κόρας όλου του χωρίου ήσαν οι κλάρες, τα λουλούδια, τα πουλάκια, τα ρόιδα, τ’ αστεράκια, το φεγγάρι και ο ήλιος.
Αλλά πώς να φθάση τις ν’ ανέλθη εις το ιδεώδες των παραμυθιών; Πώς να ζωγραφίση κεντητά «τον ουρανό με τ’ άστρα, τη γης με τα λούλουδα, τη θάλασσα με τα καράβια»;
Εσχάτως είχε διαδοθή ότι το Μαλαμώ του παπα-Γιαννάκη έβαινε προς το ιδεώδες τούτο, και αν δέν ημπορούσε να κεντά όλον τον ουρανόν, την γην και την θάλασσαν, με όλα τα άστρα, τα λούλουδα και τα καράβια, κατώρθωσε τουλάχιστον να κεντήση
γωνίαν ουρανού με άστρα, γωνίαν γης με λούλουδα και γωνίαν θαλάσσης με ολίγα καράβια.
Ας ήτο και τόση μόνον γωνία ουρανού, όσην ανατείνουσα αυτή το όμμα εθεώρει από το μπαλκονάκι της, τόση γωνία γης, όση κατήρχετο εις τον κρημνόν κάτω από το σπιτάκι της και τόση γωνία θαλάσσης, όσην περιέκλειε το μικρόν λιμανάκι, με τα δύο ή τρία καραβάκια του, με τας τέσσαρας βρατσέρας, τα τρία κότερα και την εικοσάδα των λέμβων των αλιευτικών.
Το κατόρθωμα ήτο μέγα. Και το Σειραϊνώ, η λευκή άσπιλος περιστερά, έτεινε το όμμα, έτεινε το οπτικόν όργανον του θαλασσινού πατρός της διά να ιδή, όπως εφαντάζετο, τί εκέντα η Μαλαμώ, και δέν ησύχαζεν εάν δέν εύρισκε τρόπον ν’ αντιγράψη ή να κλέψη το κέντημα της αντιζήλου της.


Αίφνης αφήκε βραχείαν κραυγήν χαράς. Ήτο και αυτή Εύα. Δέν ημπορούσε να διακρίνη με όλον το παλαιόν οκιάλι του πατρός της, τίποτε ευκρινές από το κέντημα το οποίον υπέθετεν, ή μάλλον ήτο βεβαία, ότι είχε το Μαλαμώ εις την ποδιάν της, αλλ’ ημπόρεσε να διακρίνη, καίτοι αμυδρώς και συγκεχυμένως, το πρόσωπον και τους χαρακτήρας της Μαλαμώς.
Δέν την είχεν ιδή από οκταετίας, όταν ήσαν ακόμη μαθήτριαι, και αντεφέροντο {μάλωναν} εις το σχολείον. Κ’ εμάλωναν καθημερινώς, ώς ήτο επόμενον. Αντίζηλοι εξ αντιζήλων, όχι μόνον κατά τας αξιώσεις της ευγενείας και αρχοντιάς, αλλά και από συνοικίας και ενορίας αντιζήλους.
Ήσαν τότε και αι δύο ασχημοκόριτσα ισχνά και αναιμικά, και δέν ηδύνατο κοινόν βλέμμα να διακρίνη κατά πόσον έμελλε να ξετρίψη ύστερον το Μαλαμώ, και κατά πόσον έμελλε να ξασπρίση το Σειραϊνώ.
Έκτοτε εμεγάλωσαν. Εκλείσθησαν. Εμανδαλώθησαν, κατά τα έθιμα του τόπου. Δεν έβγαιναν πλέον από το σπίτι, ειμή πέντε φοράς τον χρόνον: Την Μεγάλην Παρασκευήν, άμα ενύχτωνε, διά να ασπασθώσι τον Επιτάφιον κρυφά εις την μοναξίαν του ναού και εις το λυκόφως των κανδηλών και κηρίων, έν Σάββατον της Μεγάλης Σαρακοστής και τρεις καθημερινάς εκάστης των άλλων Σαρακοστών, διά να πάγουν να μεταλάβουν κρυφά εις εξωκκλήσιον.
Και τώρα, διά πρώτην φοράν, μετά οκτώ χρόνους, την έβλεπεν αμυδρώς με το οκιάλι του πατρός της. Και είδεν ότι δεν ήτο ωραία. Και ησθάνθη ακουσίως χαράν.
Είτα ευθύς, την έτυψεν η συνείδησις διατί να χαίρη και μέσα της βαθιά ελυπήθη διά την χαράν οπού ησθάνθη. Και πάλιν ευθύς, μέσα, βαθύτερα εις την συνείδησίν της, εχάρη διά την λύπην οπού ησθάνετο
«Και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αυτή μήτηρ πάντων των ζώντων». Αυτή είναι η αληθής ζωή.


Εκράτει ακόμη το οκιάλι εις την χείρα το Σειραϊνώ, όταν αίφνης, σιγά-σιγά πατούσα ξυπόλυτη, αφήσασα τας εμβάδας της εις το έμβα της οικίας, εισήλθεν εις την κάμαρα την καλή η θεια-Ζήσαινα.
-Πήγα πλιό, παιδάκι μ’ … τί κόσμους, τί κουσμάκης, μαθές… Πήρα δυο κόλλυβα… Παπα-Νικόλας μ’ τα ’δωσε πλιό … Κείνους Δημητρός!… Τι καυγάς, τι πόλεμους, παιδάκι μ’! Δέν αφήν’ νε τούν κουσμάκη να πάρ’ δυό κόλλυβα, παιδάκι μ’, πλιό. Τα, τί λογάτε {τί λέτε γι’ αυτά}; Νά κι του λόου σ’ δυό, Σειραϊνάκι μ’, πλιό. Τα πήρα για τ’ Γιαννούλα μ’, για να διή, πλιό, του σαστικό {τον αρραβωνιαστικό} τς στουν ύπνου τς, πότε θα ’ρθή… Παπανικόλας μ’ τά ’δωσε. Τούνε βλέπ’νε στουν ύπνου τς, ακούς, κι του Γηρακώ του Μπαλάκι, κι του Μιλαχρώ του Σακαράκι, τουν είδιαν, ακούς… ουλουφάνερα, τ’ ακούς. Άις-Θόδωρας κάνει του θάμα… «Άι μ’ Θόδωρε καλέ, κι καλέ κι ταπεινέ… »
Θα ημπορούσε να εξακολουθήση ούτω επ’ άπειρον η θεια-Ζήσαινα, χωρίς να ημπορή κάθε άλλος να την εννοήση. Ευτυχώς η Σειραϊνώ εγνώριζε πολύ καλά την γλώσσαν της και εμάντευσεν αμέσως περί τίνος επρόκειτο.

…………………………………………………..
Η συνέχεια (συν Θεώ) την επόμενη Παρασκευή ή Σάββατο.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

«ΈΝΑ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΦΙΝΑΛΕ». Χριστουγεννιάτικο Σκακιστικό Διήγημα. “Un Finale Inverosimile”: Racconto di Natale."A Paranormal Endgame": A Christmas thriller

«ΈΝΑ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΦΙΝΑΛΕ». (Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία για το Σκακι, σε διασκευή)
Un Finale Inverosimile”: Racconto di Natale
A Paranormal Chess Endgame”: A thrilling short story of Chess

Στον Σκακιστικό σύλλογο ( Centre d' Échecs: Ennepi, ή κάπως έτσι) της μικρής πόλης Ixe στην κοιλάδα της Zeta, παίχθηκε πριν από πολλά χρόνια μια αξιομνημόνευτη παρτίδα σκακιού.
Εκείνη την νύχτα των Χριστουγέννων, κατά το 1890 τόσο, πράγμα ασύνηθες και παράδοξο, μία σκακιέρα είχε στηθή με όλους τους πεσσούς στην θέσι τους, τοποθετημένη πάνω σε ένα από τα τραπέζια της σάλας.
Ένας άνθρωπος τυλιγμένος σε μια μεγάλη κάπα, μια μελανόχρωμη, αλλά εντυπωσιακά πολυτελή μπέρτα, περπατούσε μέσα στην άδεια αίθουσα κοιτώντας προς το παράθυρο που ήταν διάπλατα ανοιγμένο παρά το βαρύ κρύο.
Ξαφνικά, απευθύνεται με έντονο ύφος σε μια ανθρώπινη φιγούρα απ’ έξω :
--Έι! Θέλετε να παίξετε μια παρτίδα σκάκι;
--Ευχαριστώ, κύριε, - αποκρίθηκε ο άλλος – αλλά πρέπει να πάω για την διανομή μου.
--Ώ! Μα έχετε καιρό γι’ αυτό. Μια παρτίδα μόνο, στα γρήγορα;
-- Εντάξει! Άς είναι. Αλλά μόνο μία!

Η ανθρώπινη φιγούρα που αιφνιδιαστικά προσεγγίστηκε από τον τύπο με την μπέρτα στο παράθυρο, δεν ήταν άλλος από τον καλοσυνάτο γέρο των Χριστουγέννων, που τον αναγνώριζες εύκολα από την ολόλευκη μακριά γενειάδα και το μεγάλο σακί στην πλάτη που ήταν κιόλας γεμάτο μέχρι πάνω.
Οι δύο παίκτες σε λίγο κάθισαν μπροστά στην σκακιέρα και, με απαίτησι του ανθρώπου με την μπέρτα, έβαλαν ένα στοίχημα για την παρτίδα. Από την μεριά του ο καλοσυνάτος γέρος των Χριστουγέννων έβαλε το σακί του μαζί με όλο του το περιεχόμενο.
...

Η παρτίδα που παίχτηκε σε ρυθμούς «ράπιντ» από αμφοτέρους, έφτασε μετά από ένα τέταρτο της ώρας στην παρακάτω θέσι:


Ο παράξενος άνθρωπος με την μπέρτα που έπαιζε με τα λευκά, παρόλο ότι σκέφτηκε για πολύ λίγο την κίνησί του, ανακοίνωσε μάτ στον αντίπαλό του σε εφτά κινήσεις παίζοντας γεμάτος σιγουριά 1. Πη1χΙη7 +.
Ο καλοσυνάτος γέρος απήντησε μετακινώντας με φαινομενική συγκατάβασι τον βασιλιά του στο ζ6.






Ακολούθησαν οι θεαματικές κινήσεις 2.Βα6χΠγ6+!, Πγ5χγ6 3.Πγ1χΠγ6+, Βα3-δ6
4.Πγ6χΒδ6+, γ7χδ6












Εδώ ο λευκός ακολουθώντας πιστά τον αρχικό συνδυασμό του, έπαιξε 5.Ια8-γ7 περιμένοντας την «φορσέ» απάντησι του αντιπάλου του 5…,δ6-δ5, ο οποίος προφανώς απο πολύ πριν θα είχε αντιληφθή το αναπόφευκτο τέλος που περίμενε τον μαύρο βασιλιά του.
Εκείνος, λοιπόν, αναγνωρίζοντας πως βρισκόταν στην παγίδα του λεγόμενου «τσούγκσβανγκ»
έπαιξε ανόρεχτα προς τα εμπρός του το μοναδικό πιόνι που θα μπορούσε να μετακινήση: 5…, δ5-δ4






Αστραπιαία ο άλλος έκοψε με τον Ίππο το πιόνι στο δ5 και ανήγγειλε για πολλοστή –κι όπως φαινόταν, τελευταία- φορά στην παρτίδα «Ρουά».

Ο λευκογένης γέρος με έκφρασι απελπισίας κίνησε μηχανικά τον βασιλιά του στο τελευταίο τετράγωνο μιας αδιέξοδης διαφυγής (6...,Ρζ6-ε6).

Τότε ο μυστηριώδης τύπος με την μπέρτα έπιασε τον Πύργο η7, αλλά την στιγμή που τοποθετούσε το κομμάτι, κατεβάζοντάς το (προς το τετράγωνο ε7) και κρατώντας το ακόμα στα τρία δάκτυλα, μόλις που πρόλαβε ν' άναγγείλη «Ρουά μάτ» και …εξαφανίστηκε! Χάθηκε ως δια μαγείας, μην αφήνοντας πίσω του τίποτε άλλο παρά μια χαρακτηριστική μυρωδιά από θειάφι, ενώ την ίδια στιγμή ο πύργος έπεφτε φανερά καψαλισμένος πάνω στην σκακιέρα!
Ο τύπος με την μπέρτα του ήταν ο «Έξω από ’δώ», που είχε σχεδιάση να παγιδεύση τον καλοσυνάτο γέρο των Χριστουγέννων εκείνη την ημέρα, για να τον κάνη να μην πραγματοποιήση την συνήθη διανομή του πολύτιμου φορτίου του.
Πράγματι, ο καλοσυνάτος γενειοφόρος συμπεριφέρθηκε με ασυγχώρητη αφέλεια και μάλλον αξιοκατάκριτη αφροσύνη.

Αλλά η Πρόνοια γρηγορούσε! Μέσα στους ανεξιχνίαστους σχεδιασμούς της, στους οποίους εμείς οι θνητοί αποδίδουμε την σημασία της λέξης «τύχη», είχε Αυτή θελήση, για την τελική εικόνα του ματ, να σχηματίσουν οι οκτώ πεσσοί έναν Σταυρό!!

Η εμφάνισι του νικηφόρου και σωτηριώδους για τους χριστιανούς σημείου είχε ξαναστείλη τον Σατανά στον πάτο της κόλασης...







(Διασκευή : Αλέξανδρος Σοϊλεμέζης)