Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

Μια μικρή συμβολή στην διαδικτυακή διάλεξι “Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ”: Το “Θρηνητικό Συναξάρι Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου” του Φώτη Κόντογλου (όλο το κείμενο). Piccolo contributo alla conferenza online su "La caduta di Costantinopoli": il “Lamento per Costantino Paleologo” (testo di Fotios Kontoglu . Small contribution to the online Lecture about "The Fall of Constantinople": The “Lamentation for Constantine Palaeologus” by Photis Kontoglou.

Το κείμενο υπήρχε στο διαδίκτυο. Αλλά η απ' ευθείας ανάγνωσί του απο την φωτογραφική αποτύπωσί του στο σπουδαίο περιοδικό “Κιβωτός” (αρ. φ. 17-18, Μάιος-Ιούνιος 1953) είναι για τους περισσότερους δυσχερής.
Τα εύσημα για την προθυμία και τον καταβληθέντα κόπο της πληκτρολόγησης ολόκληρου του πολυσέλιδου κειμένου, στον φίλο, συνεργάτη και συναθλητή Δημήτρη Προβελέγγιο!
[Η αντιγραφή/μεταγραφή έχει ακόμα μερικά σημεία που χρήζουν διορθωτικής παρεμβάσεως ή βελτιωτικής εξομάλυνσης, αλλά προτιμήσαμε απο κοινού με τον φίλο να προβούμε στην δημοσίευσι ώς έχει, θέλοντας να τιμήσουμε την σημερινή εκδήλωσι μνήμης της επετείου της Αλώσεως, εκδήλωσι που με την επονομασία "Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ" είναι οργανωμένη υπο μορφήν διαδικτυακής διαλέξεως υπο την διεύθυνσι του καθηγητού του Πανεπιστημίου του Ντάργουιν της Αυστραλίας, Γεωργίου Φρατζή.]
...............................


Θρηνητικόν συναξάρι
+Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου
Γραμμένον παρά Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως

Ετούτος  ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, οπού  θέλω να ιστορίσω, δεν εστάθηκε κανένας ευτυχισμένος και πολυχρονεμένος  και δοξασμένος εις την ζωήν του, αλλά ήτον ένας άνθρωπος βασανισμένος και πικραμένος + Όσες ημέρες έζησε εις τον κόσμον, ψωμί ειρηνευμένον δεν έφαγε + φαρμάκι ήτον το νερόν όπου έπινε.+ Ήλθεν εις τον κόσμον εις καιρόν φουρτουνιασμένον, δια να γίνει βασιλέας απάνω εις ένα έθνος όπου ευρισκότανε εις αγωνίαν και αγώνα ακατάπαυστον από τότε όπου εστάθη η οικουμένη και ήτον πλέον κατακουρασμένο, πτωχό, κτυπημένο από ανατολή και δύσιν + και αυτός ήτον ο τελευταίος από το γένος του, αληθινός Παλαιολόγος, και εσήκωσεν επάνω του τα κρίματα του λαού του, και αντί κορώνα εφόρεσε τον ακάνθινον στέφανον. +Τριμμένη και παλαιά ήτον η χλαμύδα του η βασιλική, τεταπεινωμένον το σκήπτρον του. Θλιμμένον ήτον το πρόσωπόν του, ταπεινόν το σχήμα του.+ Ωσάν τροπάρια ήσαν τα λόγια του.+Με τα άρματα ανετράφη, πλήν ωμοίαζε ωσάν  άγιος+ Όθεν συναξάρι θα ήτο πρέπον να ταιριάξει τινάς δι αυτόν, και όχι ιστορίαν βασιλικήν.+ Οι στρατώται του ήσαν και εκείνοι ωσάν τον βασιλέα των, στρατιώται του Χριστού.+ Τα μάτια των έλαμπαν από την αγωνίαν, από τον πυρετόν και από την αγρύπνιαν.+ Τούτοι ήσαν οι τελευταίοι από το αρχαίον και περιβόητον εκείνο γένος των Ελλήνων, όπου είχε πλέον γεράσει, πλήν δεν απέθαινε.+ Τον καιρόν οπού ήτον ακόμα παληκαρόπουλον επάνω  εις το άνθος του ετούτο το γένος, είχε βασιλέα τον μέγαν Αλέξανδρον, ο οποίος ήτον και εκείνος παλληκάρι ανοικτόκαρδον, και επολεμούσαν και αυτός και οι στρατιώται του με πρόσωπον γελαζούμενον, αξέγνοιαστοι  και καλοκαρδισμένοι.+ Ενώ ετούτοι οι υστερνοαίματοι ήσαν ωσάν μαραμένοι, ωσάν ασκητάδες με πρόσωπα χλωμά, με χείλη πικραμένα, ερχόμενοι εις τον κόσμον διά να αποθάνουσι διά την πίστιν του Χριστού+. 
Ετούτος λοιπόν ο βασιλέας Κωνσταντίνος εστάθη ο τελευταίος από τους βασιλιάδες οπού εκαθίσανε εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως. + Γονέοι του ήσαν ο Μανουήλ παλαιολόγος και η
Ειρήνη  Δράγαζη.+ Εγεννήθη εις την Κωνσταντινούπολιν κατά το σωτήριον έτος 1404.+ από τα τέσσαρα αδέλφια του αυτός ήτο ο πλέον ηγαπημένος του λαού, επειδή είχεν καλήν γνώμην, ήτον φρόνιμος, ανδρείος, θαρραλέος μετά ταπεινώσεως, πράος, ευσεβέστατος, κατά οικονομίαν Θεού αρματωμένος με θεοσέβειαν και με υπομονήν, δια να ημπορέσει να βαστάξει εις τα βάσανα  όπου  ήτον γραπτόν του να περάσει.+ Ο πατέρας του πρίν αποθάνει μοίρασε το βασίλειόν του εις τα τέκνα του, και έδωσεν εις τον Δημήτριον και εις τον Θεόδωρον τον Μωρέαν, εις τον Μωμάν τα Καλάβρυτα, και εις τον Κωνσταντίνον τα μέρη της μαύρης θαλάσσης οπού περιελάμβανε την Αγχίαλον και την Μεσημβρίαν.+ Πλήν, εις τα 1428 εμίσευσεν δια τον Μωρέαν ο βασιλεύς Ιωάννης ο πρωτότοκος αδελφός του, και επειδή ο δεσπότης Θεόδωρος έβαλε εις το νούν του να καλογερεύσει, επήρε μαζί του τον Κωνσταντίνον διά να τον καταστήσει άρχοντα εις τον Μυστράν.+  Φθάνοντας εις τον Μυστράν έσμιξαν όλα τα  αδέλφια, και επάνω εις την χαράν των αποφασίσαν να υπανδρέψουν τον Κωνσταντίνον με την εύμορφην ανεψιάν του Καρόλου Τόκκου οπού ήτον φράγκος και ώριζε την Βόνιτσαν, την Κεφαλλονιάν, την Ζάκυνθον και την Λευκάδα.+ Έστειλαν λοιπόν άνθρωπον και ετελείωσε το συμπεθεριό+ Ο Τόκκος έδωσε δια προικιό εις την ανεψιάν του όσα κάστρα είχε εις τον μωρέαν επάνω.+ Εκείνον τον καιρόν οι Παλαιολόγοι είχαν πόλεμο με τους φράγκους της Πάτρας+ λοιπόν την πρώτη Ιουλίου  τα τρία αδέλφια έφθασαν εις την Πάτραν και έστησαν τες τέντες τους έξω από την πολιτείαν+ Εις ολίγον έφθασε και η κυρά Θεοδώρα με την συνοδείαν της, και την ευλογήθη ο Κωνσταντίνος και ο Φραντζής, ο αγαπημένος ακόλουθός του  επήγε  να παραλάβει το κάστρο  της Γλαρένζας, και οι άλλοι εμπιστευμένοι του τα άλλα τα κάστρα όπως τα είχε ταμένα εις τον Κωνσταντίνον ο Κάρολος Τόκκος.
Οι Παλαιολόγοι πολεμήσανε να πάρουνε την Πάτρα, πλήν δεν ημπορέσανε, μόνον επήρανε τρία χωρία από τα πέριξ, και έκαναν συνθήκην να πληρώνουν κάθε χρόνον εις τον Κωνσταντίνον πεντακόσια χρυσά νούμια.+ Ύστερα εχωρίσθηκαν, και ο βασιλέας μαζί με τον Θεόδωρον έστρεψαν οπίσω εις τον Μυστράν, και ο Κωνσταντίνος επήρε την γυναίκα του και ετράβηξεν εις το κάστρον Χλομούτζι, και εκεί την ασφάλισε.+ από εκεί επήγε και εκείνος εις τον Μυστράν, και κατά τον
Οκτώβριον εμίσευσαν διά την Κόρινθον και τα τέσσαρα αδέλφια μαζί, και από εκεί εσκορπίσαν ο καθένας εις τον τόπον του+ ο βασιλιάς εμπαρκάρησε διά την Πόλιν, ο Θεόδωρος έστρεψεν εις τον Μυστράν, ο Θωμάς επήγεν εις τα Καλάβρυτα, και ο Κωνσταντίνος με τον Φραντζήν επήγεν εις την Βοστίτζαν, το σημερινόν Αίγιον+ Ερχόμενος ο Μάρτης, αποφάσισαν να πάρουν την Πάτραν με κάθε τρόπον.+ άφησεν λοιπόν υγείαν ο Κωνσταντίνος της κυράς Θεοδώρας εις το Χλομούτζι, και παίρνοντας μαζί του τον αχώριστόν του Φραντζήν, εκίνησε με ολίγα κοντάρια δια την Πάτραν, περιμένοντας να του στείλουνε όσον στρατόν ημπορέσουνε οι κεφαλάδες από την Ανδρούσαν και από την Ιθώμην οπού ήτανε ιδικά του κάστρα.+ Οι πατρινοί ωσάν τους είδανε εβάρεσαν τες τρουμπέτες και ετοιμάσθηκαν διά πόλεμον.+ Εις ολίγην ώραν εμαζεύθηκαν εις το κάστρον όσοι ήτον μέσα εις την πολιτείαν και όσοι εβρέθηκαν έξω εις τα χωράφια και αρματώθηκαν.+ Παρευθύς εσφάλιξαν τες καστρόπορτες και έπιασεν ο πόλεμος.+
Και την επαύριον, επειδή ήτον η Κυριακή των Βαΐων, οι Γραικοί έκοβαν μυρσίνες, και ολόκληρον το στράτευμα κρατώντας εις τα χέρια ετούτα τα κλωνιά και ψάλλοντας με κατάνυξιν, επήγαν και εστρατοπέδευσαν γύρω εις το κάστρον.+ Το μέγα σάββατον έπειτα από την λειτουργίαν, ο Κωνσταντίνος έτυχε να κάθεται μέσα εις την τένταν του αντάμα με τον Φραντζήν και με τους αξιωματικούς του και εκουβέντιαζαν διά το ένα και διά το άλλο+ Και εκεί οπού εσυνομιλούσαν, έξαφνα τα καραούλια έκραξαν εις τα άρματα, επειδή κάμποσοι καβαλαρέοι είχον έβγει από την καστρόπορταν την λεγομένην Εβραϊκήν, και όλον το στρατόπεδον αναμπουμπουλιάσθηκε. Ο Κωνσταντίνος εκαβαλλίκευσε το άλογόν του και ο Φραντζής το ιδικόν του, και μαζί με άλλους στρατιώτας εκυνήγησαν τους Πατρινούς, αλλά αυτοί εμπήκαν οπίσω μέσα, εις το κάστρον από την πόρταν της θαλάσσης+ Ωσάν εσίμωσεν ο Κωνσταντίνος με τους ιδικούς του εις ετούτην την πόρταν, ένα σωρό στρατιώτες οπού επαραφύλαγαν εις εκείνο το μερος, έπιασαν και έρριχναν κατεπάνω τους με τσάγκρες και με δοξάρια και με σφεντόνες+ Ένας από αυτούς εσαγίτεψεν τον Κωνσταντίνον και έπεσε το άλογόν του λαβωμένον κοντά εις το γεφύρι του αγίου Ανδρέου, και οι οχθροί ετρέξανε να τον πιάσουν ζωντανόν ή σκοτωμένον, βλέποντας πώς είχε μπερδευθεί εις τα χάμουρα του αλόγου.+ Μα με την βοήθειαν του Θεού εξέμπλεξε και έστρεψε πίσω εις την τένταν του.+ Ο Φραντζής όμως επληγώθηκε βαρέως  αφού εσκοτώθη το άλογόν του, οπού ήτον ξακουσμένον και με μεγάλην ιστορίαν, και τον έπιασαν οι Πατρινοί και τον έβαλαν εις τον Γουλάν μέσα εις ένα σκοτεινόν μπουντρούμι γεμάτον μερμήγκια και σιταρόψειρες και ποντικούς, επειδή εις περασμένον καιρόν το είχαν αποθήκη του σιταριού.+ Σαράντα ημέρες εκείτετο εκεί μέσα με χαρχάλια εις τα ποδάρια, δεμένος με μιά αλυσίδα σ’ ένα παλούκι καρφωμένον εις το χώμα.+ Με τα πολλά τον εξαγόρασε ο Κωνσταντίνος+. Σάν έφθασεν ο Φραντζής εις την τένταν, εσηκώθη ο αφθέντης του και τον εφίλησε με χαρά μεγάλη, και του εχάρισε διπλό επανωφόρι από πράσινον χαμουχάν της Λούκας, φόρεμα ατίμητον, σκούφιαν θεσσαλονικιάν με χρυσοκέντητον χασδί, καβάδι κιρμιζί από χαμουχάν, κουρτζουβάκαν χρυσοπράσινην, σπαθί μαλαμοπλούμιστον, και χρυσά νούμια τρείς χιλιάδες.+ Ύστερα από ετούτα, ο Κωνσταντίνος επήγε εις την Γλαρέντζαν και ωμίλησε με τους αποσταλμένους του σουλτάνου.+ από εκεί ετράβηξε και επήγεν εις την Πάτραν.+ Πηγαινάμενος μπήκε κατά το σούρουπον εις τον άγιον Ανδρέαν, και την άλλην ημέραν το πρωί εβγήκαν οι άρχοντες του κάστρου με όλον τον λαόν και επήγαν έμπροστά εις την εκκλησιάν οπού εστέκετον ο Κωνσταντίνος, και τον προσκύνησαν και του παράδωσαν τα κλειδιά.+ Έπειτα όλοι ομού εκινήσανε και εμπήκαν εις την πολιτείαν με παράταξιν έως τον άγιον Νικόλαον.+ Και ο δρόμος οπού επερνούσαν, ήτον στρωμένος με λουλούδια και στολισμένος με σημαίας και με πρασινάδες και με καμάρες από άνθη, και επάνω από τα δώματα και από τα παράθυρα έρραιναν τριαντάφυλλα και ροδόσταγμα. Την άλλην ημέραν οι Πατρινοί εσυνάχθησαν εις τον άγιον Νικόλαον και έδωσαν όρκον ότι θα μείνουνε πιστοί εις τον Κωνσταντίνον.+
Πλήν όσον καλόγνωμος και ανοικτοχέρης και γλυκομίλητος έγεννήθη ο Κωνσταντίνος, και πονόψυχος εις τους πτωχούς και γενναιόκαρδος, άλλο τόσον άτυχος και φαρμακωμένος εστάθη εις την ζωήν του, μέχρις όπου εσκοτώθη και δεν εβρέθη το μνήμα του.+ Εις τα 1430 τον νοέμβριον μήνα, απέθανεν εις Στάμηρον η σύζυγός του η Θεοδώρα, δύο έτη και τέσσαρας μήνας ύστερα από τον γάμον της, και έρριψεν εις μεγάλην λύπην τον άτυχον τον άνδρα της και όλον το παλάτιον όπου την αγαπούσε περίσσια διά την καλωσύνην της.+ Και τότε μεν την έθαψαν εις μίαν εκκλησίαν της Γλαρέντζας, αλλά μετά καιρόν ανεκόμισαν τα οστά της εις τον Μυστράν εις την μονήν του Ζωοδότου.+
Δεν είχε σώσει χρόνος, και η μοίρα έδωσεν άλλην λαβωματιάν εις την καρδίαν του Κωνσταντίνου.+ Κουρσάροι καταλάνοι επιάσανε τον ηγαπημένον του τον Φραντζήν κοντά εις τα ξερόνησα της Αγίας μαύρας, εις τας 26 Μαρτίου, με άλλα λόγια όπου τον είχαν πιάσει οι Πατρινοί πρίν από έναν χρόνον.+ Κατά καλήν του τύχην τον επούλησαν εις την Γλαρέντζαν, κ’έτσι ημπόρεσε και τον έξαγόρασεν σύντομα ο αυθέντης του.+
Διά να μην τα πολυλογούμεν, ο Κωνσταντίνος επερνούσεν την ζωήν του με στενοχωρίες και με πολέμους.+ Εις τα 1437, επειδή θα επήγαινεν ο βασιλεύς Ιωάννης εις την Ιταλίαν διά να γυρέψει βοήθειαν, και ήθελεν να αφήσει εις το ποδάρι του τον Κωνσταντίνον, επήγεν εις την Πόλιν και εκάθησε τρία έτη.+ Εις τα 1441 επήγεν ο Φραντζής εις την Μυτιλήνην  και ετελείωσεν το συμπεθεριόν με το σπίτι του αυθέντη της Λέσβου κύρ Νοταρά Παλαιολόγου Κατελιούζη, οπού εβαστούσεν αυτό το πλούσιον νησί, και έκαμε τον αρραβώνα.+ Εις τας 27 Ιουλίου επήγε ο Κωνσταντίνος εις την Μυτιλήνην με βασιλικά καράβια, και επανδρεύθηκε με μεγάλη τιμή, και επέρασεν το καλοκαίρι του κοντά εις τον πενθερόν του.+ Του Σταυρού, άφησεν την γυναίκα του γιά ολίγον διάστημα εις τον πατέρα της και επήγεν εις τον Μορέαν με τα δικά του τα καράβια και με ένα του πεθερού του.+ Εις το μεταξύ ο αδελφός του ο Δημήτριος επήγε και επλοκάρισε την πόλιν, σέρνοντας μαζί του πλήθος τούρκους και βλάχους.+ Ο Κωνσταντίνος έδραμε να βοηθήσει τον αδελφόν του τον βασιλέα Ιωάννην.+ περνώντας λοιπόν από την Μυτιλήνην επήρε μαζί του την γυναίκα του, και έτράβηξε για την Κωνσταντινούπολιν.+ Μα όταν έφθασεν εις τα νερά της Λήμνου, εσυναπαντήθη με τούρκικα καράβια και εγίνηκε πόλεμος σκληρός.+ Εις το τέλος ημπόρεσε και εκλείσθηκεν εις το κάστρον της Λήμνου, και απόμεινε σφαλισμένος εκεί μέσα περισσότερον από δύο μήνες έως οπού τα χριστιανικά καράβια εσκόρπισαν τα τούρκικα.+ πλήν και τούτη τη φορά έφθασε πάλιν το κακό ριζικό του Κωνσταντίνου, και η νηόπαντρη γυναίκα έπεσεν άρρωστη από την μεγάλην τρομάραν οπού επήρε, και επειδή ήτον ετοιμόγεννη, απόβαλε και απόθανε τον Αύγουστον μέσα εις το παλαιόκαστρον και εκεί εθάφτηκεν ενός χρόνου νύφη.+ Φαρμακωμένος από τούτη την καινούρια συμφοράν όπου έπεσεν εις το κεφάλι του, ετράβηξε διά την πόλη.+ Ο βασιλέας του έδωσε την Σηλύβριαν.+ αλλά εις ένα δύο χρόνια εσυμφωνήσανε να γυρίση εις τον Μορέαν, όπως και έγινε, και επήρε εις την εξουσίαν του σχεδόν όλον τον Μορέαν.+ η επικράτειά του επεριλάμβανε την Σπάρτην, την αρκαδίαν, την Κόρινθον και την Πάτραν.+ Εις τον Φραντζήν έδωσε την περιφέρειαν της Σπάρτης όπου επεριλάμβανε το Σκλαβοχώρι, την Τρύπην το Τζεράμι, τον Κουλάν και άλλα χωρία.+ Ο Κωνσταντίνος ατός του καταστάθηκε στον Μυστράν, κάστρο άπαρτο και φοβερό, πού το είχε χτισμένον ο φράγκος Βιλαρδουΐνος στα 1249.+ Μα στα 1262 πέρασε εις τα χέρια των Παλαιολόγων, δοξασμένον από τον ίδιον τον Βιλλαρδουΐνον διά να εξαγοράσει την ελευθερίαν του, επειδή τον είχε πιάσει σκλάβον ο Μιχαήλ Παλαιολόγος εις την μάχην της Πελαγωνίας.+ Εκάθησε λοιπόν ο Κωνσταντίνος μέσα εις τα πατρογονικά παλάτια του, τριγυρισμένος από τους στρατηγούς του και από τους συμβουλούς του.+ Και τόσον εστολίσθη η πολιτεία του Μυστρά με παλάτια και με πύργους και με εκκλησίες ιστορημένες από μαστόρους κωνσταντινουπολίτες, οπού την είπανε μικρή Κωνσταντινούπολη.+ Μα δεν εγύρεψε να εύρει το ραχάτι του ανάμεσα εις τα καλά και τ’αγαθά, αυτός όπου ήτον παιδιόθεν αναθρεμμένος με τα άρματα.+ Γιατί μέσα εις το βιβλίο της μοίρας του, στο ένα φύλλο ήτον γραμμένο να περάσει πίκρες και βάσανα, και εις το άλλο όμως έγραφε ότι εγεννήθη διά να κατασταθεί εξασκουσμένος ωσάν τον Λεωνίδα κι’ ωσάν τον μέγαν Αλέξανδρον, και ωσάν τον Αλέξη τον Κομνηνόν, ωσάν τον Φωκά και ωσάν τον Τσιμισκήν, και ακόμα παραπάνω.+
Η πόλη δεν ήτον σίγουρη.+ Την Θεσσαλονίκη την είχε παρμένην ο σουλτάν Μουράτ εις τα 1430.+ Ο περιβόητος Ιωάννης Ουνιάδης, ύστερον από τόσα άνδραγαθήματα, ενικήθηκεν από τούς Τούρκους εις την μάχην της Βάρνας  εις τα 1444.+ Μονάχα ο ανδρειωμένος Γεώργιος Καστριώτης Σκενδέρμπεης επολεμούσεν ακόμα τους τούρκους.+ Αυτά έρριχναν εις σκέψιν τον Κωνσταντίνον, κοντά εις τα άλλα βάσανα οπού είχεν.+ Μετά ολίγα χρόνια απόθανεν ο βασιλέας Ιωάννης, δίχως να αφήσει παιδί αρσενικόν να πάρει τον θρόνον του.+ Διά τούτο η κορόνα επερνούσε εις το ένα από τ’αδέλφια του.+ Από τους τρείς ο πιό αγαπημένος ήτον ο Κωνσταντίνος, γιατί όσες χάρες τον εστολίζανε, άλλα τόσα κακά φυσικά είχανε ο Δημήτριος και ο Θωμάς.+ Αυτός ήτον σκεπτικός και απλός εις την ζωήν του, φρόνιμος, ταπεινός, ευσεβής, προσεκτικός εις τα φερσίματά του, σπουδακτικός εις τα πολιτικά και εις τα πράγματα του παλατιού, κρίνοντας με φρονιμάδα το τι έπρεπε να κάμη και τι δεν έπρεπε, γλυκόλογος και σωστός εις την κρίσιν του, έξυπνος εις το πνεύμα, εγκρατής εις το κορμί και ανδρείος πολεμιστής, αποφασισμένος ν’αποθάνει προθυμερά διά να γλυτώσουνε οι ψυχές οπού κρεμόντανε εις τον λαιμόν του, ή να χαθεί μαζί με την θεόκτιστη πολιτεία οπού του εμπιστεύθηκεν ο Κύριος.+ Ο κόσμος τον είπε Δράκον, μα το αληθινό επώνυμόν του ήτον Δράγαζης, παρμένον από τον συνονόματόν του τον πάπον του Δράγαζην οπού ήτον Σέρβος άρχοντας και ώριζε το Βαρδάρι.+λοιπόν, με ένα στόμα ο λαός εζήτησε τον Κωνσταντίνον πού έλειπε εις τον Μορέαν.+ Εστειλαν τότε από το παλάτιον τους άρχοντας Αλέξην Φιλανθρωπινόν και τον Μανουήλ Παλαιολόγον διά να φέρουν εις τον πόλιν τον καινούργιον βασιλέα.+ Και φθάνοντας εις τον Μυστράν, του είπανε ότι ήτον θέλημα του λαού, του παλατίου και της εκκλησίας να γίνει βασιλέας.+ Κ’εκείνος εδέχθηκε την είδησιν μετά μεγάλης σεμνότητος.+ Εις τας 6 του Γεναρίου έγινε η στέψις εις την εκκλησίαν του αγίου Δημητρίου όπου σώζεται έως την σήμερον.+ Έπειτα από δύο μήνας εις τας 12 Μαρτίου του έτους 1449 η βασιλική συνοδία εμπαρκάρησεν εις καταλάνικα καράβια και έφθασεν εις την Κωνσταντινούπολιν.+ Τον Κωνσταντίνον τον επροϋπαντήσανε όλος ο λαός και οι άρχοντες και ο αδελφός του Θωμάς, και η μητέρα του και αι αδελφάδες του εκλαίγανε και τον αγκαλιάζανε, ωσάν να γνωρίζανε ότι εις ολίγον καιρόν θα τον έχαναν.+ Εκάθισε λοιπόν ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος εις τον αρχαίον θρόνον των ρωμαίων, Έλληνας από Έλληνας, χίλια εκατόν είκοσιπέντε χρόνια ύστερα από τον πρώτον βασιλέα της Χριστιανοσύνης, τον συνονόματόν του Κωνσταντίνον τον Ρωμαίον.+
Δύο χρόνια όπου έζησεν ακόμα εις ετούτον τον κόσμον, με το άχ εσηκωνότανε και με το βάχ επλάγιαζεν.+ Ύπνον ήσυχον δεν εκοιμήθη, φαγητόν δεν ευφράνθη, πιοτόν δεν ευχαριστήθη, ανάπαυσιν δεν απόλαυσεν.+ Το μυαλόν του ήτον ολοένα ζαλισμένον και σκοτεινιασμένον από την ταραχήν και από την φουρτούναν όπου τον έδερνεν ακαταπαύστως.+ Ωσάν καλόγερος ήτον, ωσάν ασκητής ενήστευεν.+ Την νύχταν εσφαλιότανε εις το κελλί του και εγονάτιζε και επαρακαλούσεν τον Χριστόν να τον βοηθήσει να τα βγάλει εις καλόν τέλος.+ Το βασίλειόν του ήτον πτωχόν και το έζωναν από παντού σκληρές περιστάσεις.+ Διά να κάμει οικονομίαν δεν παραδέχθη να στεφανωθεί βασιλέας μέσα εις την αγίαν Σοφίαν.+
Το εμπόριον ήτο νεκρωμένον.+ Πού άλλην φοράν όπου εμερμήγκιαζαν μέσα εις το λιμάνι της Κωνσταντινουπόλεως καράβια με όλες τες σημαίες του κόσμου, φέρνοντας από τα τετραπέρατα όλα τα καλά.+ Τώρα ανάρια έβλεπε τινάς κανέν κάτεργον παλαιόν ή καμμίαν φούσταν δεμένην εις τον μώλον.+ Εις τον βασιλικόν αρσανάν ευρισκόντανε όλα όλα δέκα καράβια.+ Πού το πλούτος  της εξακουστής αρχοντολογίας όπου δεν είχεν ιδεί ο κόσμος άλλην ωσάν αυτήν.+ Πού οι γιορτές διά ψύλλου πήδημα, τα πανηγύρια και οι τυμπανοκρουσίες κ’η μεγάλη πομπή του πατριάρχη;+ Τώρα η Κωνσταντινούπολις ώμοιαζε ωσάν μήλον μαραμένον όπου περιμένει να φυσήσει καμμιά χιονιά δια να το ρίξει εις το χώμα.+ Παρεκτός από τα κάστρα τα δικά της, όριζε μοναχά τον Μορέαν κομμένον από το κορμί της, και εις τα μέρη του μαρμαρά την Σηλύμβριαν και κάποιους πύργους.+  στην Μαύρη θάλασσαν την Μεσημβρίαν, την Αγχίαλον και την Καβάρναν, και από τα νησιά απολειβότανε μοναχά η Νίμπρος, η Λήμνος και η Θάσος.+ Κι΄αυτά τα μέρη ήτονε πεσμένα εις τέτοια φτώχια, όπου δεν ημπορούσαν να δώσουν μηδέ άσπρο στην πόλη, το ίδιο και ο Μορέας οπού τον εκακοκυβερνούσαν οι δύο απρόκοποι Παλαιολόγοι.+ Μ΄έναν λόγον, ο Κωνσταντίνος ήτον βασιλέας δίχως βασίλειον, και η κορόνα του ήτον ο ακάνθινος στέφανος του Χριστού.+ Γύρευε να εύρει τρόπον να πληρώσει τις ρόγες του στρατού, να τιμαρέψει τα κάστρα πού ήτον γκρεμνισμένα σε πολλές μεριές.+ Από τον Πάπαν και από τον τούζον της Βενετίας και από όλην την Φραγκιάν δεν επερίμενε βοήθειαν.+ Εσκέφθη λοιπόν να υπανδρευθεί διά τρίτην φοράν, να κάμει συμπεθεριό με κανέναν δυνατόν άρχοντα της Ανατολής για να ειμπορέσει να θαρευθεί ότι θα ελάβαινε επιστήριξιν εις καιρόν ανάγκης.+ Έστειλε λοιπόν τον Φραντζήν δια συμπεθεριό εις τον ρήγαν της Ιβηρίας Γεώργιον Μέπεν, και εις τον βασιλέα της Τραπεζούντος κύρ Ιωάννην Κομνηνόν, με ακριβά δώρα και με μεγάλην συνοδίαν από άρχοντας και στρατιώτας και ιερομονάχους και ψαλτάδες και γιατρούς και μουσικούς.+ Όλα τα εθυσίαζεν δια την ηγαπημένην Πόλιν, όπου την έλεγε καύχημα ρωμαίων και Ελλήνων, ελπίδα και παρηγορίαν εκεινών όπου ζώσιν υπό την του ηλίου ανατολήν.+ Δι αυτόν η Κωνσταντινούπολις δεν ήτον μοναχά η δοξασμένη πόλις όπου εβασίλευε χιλίους χρόνους επάνω εις την οικουμένην, αλλά και η σεβασμία κιβωτός της Χριστιανωσύνης και της Ορθοδοξίας, όπου εφύλαξε μέσα εις τα μυστικά αμπάριά της τα δόγματα της αμωμήτου θρησκείας μας και κάθε λογής αγιασμένην τέχνην και σοφίαν.+ Και αφού τα έδωσεν όλα γι΄αυτήν, όσον ήτο ζωντανός, χωρίς να κρατήσει καμμίαν χαράν δια τον εαυτόν του, τελευταίον πλέον έδωσε και την ζωήν του όπου ήτον το πλέον ολίγον, διότι αποθαίνοντας εξεκούρασε το δύστυχον κορμί του, και η ψυχή του επήγεν εις την αγκάλην του Χριστού όπου είπεν : δεύτε πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ  αναπαύσω υμάς.+ Με όσα και αν έκαμε, δεν ημπόρεσε να γλυτώσει από ότι είχε γραμμένον ο Θεός δια το έθνος μας.+ Εσκοτώθη πολεμώντας εις την καστρόπορταν του Ρωμανού, εις τας 29 Μαΐου 1453, το πρωϊ εβγαίνοντας ο ήλιος. Ήν δε πάσα η ζωή του αοιδήμου εν βασιλεύσι και γαληνοτάτου και μάρτυρος τούτου χρόνοι τεσσαράκοντα εννέα και μήνες τρείς και ημέραι είκοσιν.+
Δεύτε τελευταίον ασπασμόν δώμεν αδελφοί τω θανόντι, ευχαριστούντες θερμώς: ούτος γαρ εξέλιπε της συγγενείας αυτού. Και προς τάφον επείγεται, ουκέτι φροντίζων τα της ματαιότητος και πολυμόχθου  σαρκός. Πάντες συγγενείς τε και φίλοι, άρτι χωριζόμεθα όνπερ αναπαύσαι Κύριε ευξόμεθα.+
Κλάψετε πέτρες άψυχες.+ μαρανθήτε δένδρα ανθισμένα, γιατί δεν είνε πλέον Μάιος δι΄εμάς από τότε όπου έκαψε τα φυλλοκάρδια μας εκείνος  ο καταραμένος Μάιος.+ Ο πλέον καλός μήνας, ο μοσχοβολημένος μήνας της χαράς, γίνηκε για εμάς ο πλέον ασβολερός, ξέρακας χειρότερος από τον Δεκέμβρην.+ Εμαράνθη το άνθος της καρδίας μας.+ Έπεσεν ο στέφανος από την κεφαλήν μας. Από τότε, ωσάν να μην εξημέρωσε ποτέ, γιατί οι ημέρες μας είνε ωσάν τες νύκτες.+ Αηδόνια δεν λαλούν πλέον επάνω εις τα δένδρα μας, αμή μοναχά κόρακες και κουρούνες κράζουν λυπητερά.+ Μεγάλη εβδομάδα εγίνηκεν όλη η ζωή μας.+ Το σήμερον κρεμάται επί ξύλου εγίνηκε το τραγούδι μας.+ Ο Χριστός νεκρός και σταυροχεριασμένος μέσα εις το μνήμα γίνηκε το εικόνισμά μας.+ Τα τραγούδια μας εγίνηκαν ωσάν μοιρολόγια, το χρυσοκέρινον πρόσωπον της Παναγιάς είνε φαρμακωμένον, οι άγιοι μας κυτάζουν συλλογισμένοι και παραπονεμένοι. Τα χωριά μας είνε ωσάν μοναστήρια, τα σπίτια μας ωσάν ερημοκκλήσια, οι μανάδες και οι αδελφάδες μας είνε ωσάν καλογρηές μαυροφορεμένες.+ Οι πατεράδες μας ομοιάζουνε ωσάν ασκητάδες, τα παληκάρια μας είνε καταπικραμένα.+ Όλοι μας είμαστε χαροκαϋμένοι από τότε που εχάσαμεν το στήριγμά μας, την κολόναν της αγίας Σοφίας, τον πατέρα μας και τον αδελφόν μας, τον κλειδοκράτορα της καρδιάς μας όπου έκλεισε και δεν ανοίγει πλέον.+ Αυτός εσήκωσεν απάνω του όλες τες αμαρτίες μας ωσάν αληθινός μαθητής του Χριστού, και εσφάχθηκε ωσάν κουρμπάνι με την ελπίδα μήπως εμείς πάρωμεν ολίγην χαράν από εκείνην όπου δεν απογεύθηκεν ολότελος το φαρμακωμένον στόμα του.+ Αυτό το στόμα ποτέ δεν επρόσταζεν, αλλά ολοένα επαρακαλούσεν, και τα μάτια του ετρέχανε ωσάν βρύσες : παρακαλώ υμάς αδελφοί, ίνα στήτε ανδρείως και μετά γενναίας ψυχής. Καλώς γινώσκετε, αδελφοί, ότι οφείλομεν κοινώς πάντες ίνα προτιμήσωμεν τον θάνατον μάλλον ή την ζωήν, πρώτον υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον υπέρ της πατρίδος. Αν ο Θεός δια τα εμά πλημμελήματα, δεν δώσει την νίκην εις ημάς, θα κινδυνεύσωμεν υπέρ της πίστεως ημών της αγίας, ήν εδωρήσατο ημίν ο Χριστός δια του οικείου αίματος. Διότι τι ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;+ Και πάλιν έλεγε λυπητερά : μη δειλιάσατε αδελφοί. Ημείς πάσαν την ελπίδα εις την άμαχον δόξαν του Θεού ανεθέμεθα.+ Και πάλιν έλεγε λυπητερά : Δεν έχω καιρόν ίνα είπω εις υμάς περισσότερα. Μόνον τούτο το τεταπεινωμένον σκήπτρον εις τας χείρας υμών ανατίθημι. Φυλάξατε αυτό μετ΄ευνοίας. Παρακαλώ δε και τούτο και δέομαι της υμετέρας αγάπης, ίνα δώσητε την πρέπουσαν τιμήν και υποταγήν εις τους στρατηγούς υμών και δημάρχους και εκατοντάρχους, έκαστος κατά την τάξιν και το τάγμα αυτού και την υπηρεσίαν.+ Και πάλιν έλεγε λυπητερά : Εάν από καρδίας φυλάξητε όσα ενετειλάμην υμίν, πέποιθα επί τον Θεόν ότι θα λυτρώση ημάς της ενεστώσης δικαίας αυτού απειλής, δεύτερον δε και ο στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημίν, και μνήμη αιώνιος και επάξιος εν τω κόσμω έσεται.+
Ποιός έχει μαρμαρένιαν καρδιάν δια να μην κλάψει; Σφουγγίζω τα μάτια μου και στρέφω και κυτάζω κατά την θάλασσαν.+ Πέραν θαμποφαίνονται μέσα εις το άχνισμα του πελάγους τα βουνά και οι κάβοι της Ανατολής.+ Εις εκείνα τα μέρη εγεννήθη ετούτος ο νεομάρτυς Κωνσταντίνος, εκεί εγεννήθηκα και εγώ.+ Και άν ήτον τινάς παρών εδώ όπου κάθομαι, θα έβλεπε πως ετούτο το χαρτί όπου γράφω, είνε βρεμμένον από τα δάκρυα όπου σμίγουν με το μελάνι.+ Όπου πάς και όπου σταθείς βλέπεις παλαιά θεμέλια και μνημούρια με κόκκαλα.+ Εις τα γκρεμνισμένα κάστρα κείτονται ακόμα ένα σωρό βαρεία κανόνια πράσινα από την σκουριάν, μάσκουλα και τόπια είνε πεταμένα εδώ και εκεί.+ Οι μαρμαρένιες μπάλες, τα τοπούζια, οι ατριβόλοι στέκονται σωριασμένα μέσα στα φλισκούνια και στα απήγανα, και οι σαύρες περπατούνε απάνω τους, και άλλα πάλι κείτουνται αναιώνια εις το κύμα της ακροθαλασσιάς.+ Αίμα και δάκρυα τρέφουνε τα χορτάρια της γής, κ΄ένας βουβός θρήνος ανεβαίνει από τα αμέτρητα κιβούρια.+ Ανάμεσα σ΄αυτά βρίσκεται και το κιβούρι του Κωνσταντίνου, ένας λάκκος χορταριασμένος, ταπεινός ωσάν κ΄εκείνον, πλήν κανένας δεν γνωρίζει εις ποιό μέρος είνε θαμμένο το σκήνωμά του.+ Ως τόσον εις όλην την ανατολήν τον μοιρολογούν από την ημέρα όπου εσκοτώθη έως την σήμερον.+ Ποίος άλλος άνθρωπος εθρηνήθηκε κ΄εμοιρολογήθηκε πεντακόσια χρόνια, και θα μοιρολογιέται εις τον αιώνα; Ναί αυτός ο ταπεινός, ο υπομονητικός, ο πράος, ο πολυαγαπημένος, διότι εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος.+
Στήσε το αυτί σου, εσύ όπου κλαίεις μαζί μου, και θα ακούσεις να τον μοιρολογούν τα βουνά, η θάλασσα, τα πουλιά, τα ξερά κράκουρα, οι άνθρωποι, τα δένδρα, από την μαύρην θάλασσαν έως την αττάλεια, και από το μπαλκάνι έως την Κύπρο, και να λέγουν ετούτο το πικρό τραγούδι:
Ω βασιλεύ παμφρόνιμε, κακόν ριζικό οπού είχες.
Νάχεν χαθεί ο ήλιος, τάστρα και το φεγγάρι,
Όταν εσύ βουλήθηκες να βγείς εκ τον Μορέαν,
Στην Πόλη να σε στέψουσι βασιλέα ρωμαίων,
Εις την Κωνσταντινούπολιν την θλιβεράν την πόλιν,
Δια την τύχην την κακήν ήν είχες εις τον κόσμον.+
Νάχεν αστράψει ο ουρανός, νάχεν καεί η ώρα,
Ήλιος σελήνη μηδαμού να μη είχαν ανατείλει,
Και τέτοια ημέρα μελανή να μη΄χεν ανατείλει.+

Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, η παρηγορία των δυστυχισμένων, Εσύ όπου έκλαψες δια τον φίλον σου τον Λάζαρον.+ Εσύ όπου μας εδίδαξες ότι δεν υπάρχει δι Εσένα  Ιουδαίος ουδέ Έλλην, άρσεν ουδέ θήλυ, δούλος ουδέ ελεύθερος. + Κάμε να βασιλεύσει η ειρήνη εις τας καρδίας μας, καλοσύνευσε το κακόν θέλημά μας.+ Εσύ μας εδίδαξες, και δια τούτο δεν θρηνούμεν μοναχά επάνω εις τα μνήματα των χριστιανών, αλλά και εις τα των Τούρκων, επειδή εμάθαμεν από το πανάγιον στόμα Σου να πονούμεν μαζί με τον κάθε άνθρωπον. Χωρίς την ιδικήν Σου φώτισιν, δεν γνωρίζομεν τι πράττομεν.+ Εσύ μας παρήγγειλες να αγαπούμεν ο ένας τον άλλον μας, επειδή είμαστεν αδέλφια, αφού όλοι είμεθα τέκνα του Πατρός ημών του εν τοις ουρανοίς.+
Και μόλα ταύτα ημείς κρατούμεν το άγιον Ευαγγέλιόν σου, πλήν έχομεν ακόμα την σιχαμερήν κακίαν εις την καρδιάν μας.+ Η υπερηφάνια μαζί με την αχορταγιάν φέρνουν τον θυμόν και τον σκοτωμόν.+
Δια τούτο, επειδή ημείς από τον εαυτόν μας δεν θα αλλάξουμε γνώμην, σε παρακαλούμεν και σε οικετεύομεν, μαλάκωσε την σκληράν καρδίαν μας ωσάν το κηρίον, ώστε να μη ξεκλίνωμεν εύκολα εις το κακόν, και να μη μας μεθά η αλαζονία, και ύστερα κλαίμε απάνω εις τα μνήματα όπου τα σκάβουμε πρώτα ημείς οι ίδιοι με τα χέρια μας.+
Εσύ πονείς δια κάθε ψυχήν ζώσαν, και έχεις επάνω εις την καρδιάν σου πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον.+
[ΣΗΜ. Ακολουθεί αχέδιον απεικονίζον το κεφάλι του Κωνσταντίνου και γύρω η σημείωσι:
Μνήμη δικαίου μετ΄εγκωμίων]


Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

«Ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη…»: κείμενο (1949) του Φώτη Κόντογλου για την Κοίμησι της Θεοτόκου. “Gioisce per te, o Madre di Dio Piena di Grazia...” un vecchio testo di Fotios Kontoglou (1895 –1965) per la Dormizione di Madonna.



«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ 
ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων· 
χείλη δὲ πιστῶν τὴ Θεοτόκῳ 
ἀσιγήτως φωνὴν τοῦ ἀγγέλου 
ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω· 
Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, 
Παρθένε ἁγνή». 

«Ἐσένα ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς μὴ σὲ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλὰ χείλια πιστὰ ἂς ψάλλουνε δίχως νὰ σωπάσουνε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδὸς θέλει νὰ πεῖ τὴ φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ποὺ εἶπε «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί») κι ἂς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλα Παρθένε ἁγνή».

Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα: 
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι 
ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». 
«Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους. Ἄμποτε, Παναγιά μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα».

Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»; 
Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει: «Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. 
Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει; Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: 
«Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· 
πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν 
δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω». 
«Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω: Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρὰ τῶν πικραμένων, τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ᾿ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγουμε σὲ Κεiνη ποὺ τὴν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή», «Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα», «Ὀξεία ἀντίληψη», «Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καὶ χίλια ἄλλα ὀνόματα, ποὺ δὲν βγήκανε ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ τὰ στόματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς ποὺ πιστεύανε καὶ ποὺ πονούσανε. 
Μονάχα στὴν Ἑλλάδα προσκυνιέται ἡ Παναγία μὲ τὸν πρεπούμενο τρόπο ἤγουν μὲ δάκρυα μὲ πόνο καὶ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη. Γιατὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπὸ κάθε λογῆς βάσανο. Κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴν αἰτία τὸ ἔθνος μας στὰ σκληρὰ τὰ χρόνια βρίσκει παρηγοριὰ καὶ στήριγμα στὰ ἁγιασμένα μυστήρια της ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καὶ παραπάνω ἀπὸ ὅλα στὸ Σταυρωμένο τὸ Χριστὸ καὶ στὴ χαροκαμένη μητέρα του, ποὺ πέρασε τὴν καρδιά της σπαθὶ δίκοπο. 
Σὲ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τὴν Παναγία μὲ τραγούδια κοσμικά, σὰν νἆναι καμιὰ φιληνάδα τους, μὰ ἐμεῖς τὴν ὑμνολογοῦμε μὲ κατάνυξη βαθειά, θαρρετὰ μὰ μὲ συστολή, μὲ ἀγάπη μὰ καὶ μὲ σέβας,σὰν μητέρα μας μὰ καὶ σὰν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας νὰ τὴ δεῖ τί ἔχει μέσα καὶ νὰ μᾶς συμπονέσει. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, «τὸ χαροποιὸν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμὸς ὁ γλυκερὸς τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καὶ ἡ δωδεκάτειχος πόλις». 
Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικὸ περιβόλι ποὺ μοσκοβολᾶ ἀπὸ λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη, καὶ τὰ πιὸ μυρουδικά, τὰ πιὸ ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καὶ μαζί της χαίρεται μὲ μία χαρὰ πνευματική: 
«Ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, 
ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος, 
ἡγιασμένε ναὲ καὶ παράδεισε λογικέ, 
παρθενικὸν καύχημα, ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη 
καὶ παιδίον γέγονεν ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἡμῶν». 

Ἀπορεῖς τί νὰ πρωτοδιαλέξεις ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πῶς ὁ ἀγέρας, τὰ βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τὰ χωριὰ οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματικὴ ἀπ᾿ αὐτὸ «τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ᾿ αὐτὴ «τὴν μανναδόχον στάμνον ποὺ ἔχει μέσα «μύρον τὸ ἀκένωτον». Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μὲ τὄνομά της, τὰ βουνά μας, οἱ κάμποι, τὰ νησιά, τ᾿ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπὸ τὰ ξωκκλήσια της, τὰ καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στὴ μάσκα καὶ στὴν πρύμη τὸ γλυκύτατο τόνομά της. Ἀληθινὰ στὴν Ἑλλάδα μας «ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «Γιὰ Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση. Σήμερα ποὺ κοιμήθηκες, θαρεῖς πὼς ἡ χαρὰ γίνηκε πιὸ μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σὲ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντὶ νὰ ἀποσκιάσει καὶ πλημμύρησε τὶς καρδιές μας.

Σήμερα τ᾿ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στὰ κουρασμένα πρόσωπά μας, τὰ δέντρα σὰν νὰ γενήκανε πιὸ χλωρά, τ᾿ αὐγουστιάτικο κύμα σὰν νὰ ἀρμενίζει πιὸ δροσερὸ μέσα στὸ πέλαγο καὶ ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, τὸ κάθε τί πανηγυίζει κι᾿ ἀγάλλεται... 
Ὤ! Τί θάνατος λοιπὸν εἶναι αὐτός, ποὺ γέμισε τὴν οἰκουμένη καὶ τὶς καρδιές μας μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀθανασίας! Καὶ καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδὸς σήμερα: 
«Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, 
ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. 
Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, 
καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη 
ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν». 
Ἀληθινὰ λέγει καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς...».

Ἀλλὰ τὸ ξαναλέγω. Τί νὰ πεῖ κανένας πρῶτα καὶ τί ὕστερα, ἀπὸ τὰ τόσα πνευματικὰ ὑμνολογήματα ποὺ προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιὲς στὴν Παναγία, στὸ «Ῥόδον τὸ ἀμάραντον», ποὺ μοσκοβόλησε καὶ ἅγιασε τὴν καταβασανισμένη τὴν Ἑλλάδα! Τὴν ὑμνολογήσανε μὲ τὰ λόγια, μὲ τὴν ψαλμωδία, μὲ τὴ ζωγραφική, μὲ τὸ σκαλισμένο ξύλο, μὲ τ᾿ ἀσήμι, μὲ τὸ μάλαμα, μὲ τὸ κηρομάστιχο, μὲ κάθε τίμιο κι᾿ ἁγιασμέvο πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμέψει στὸν ἄνθρωπο γιὰ vα μπορέσει vα δείξει τὴν ἀγάπη του, τὸ σέβας του, τὴ χαρά του, τὴν πίκρα του, κι᾿ ὅ,τι ἄλλο ἁγνὸ αἴσθημα ἔχει μέσα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του. 
Τὸ νὰ πιάσει κανένας νὰ τὰ ἱστορήσει καταλεπτῶς, θὰ ἤτανε σὰν νάθελε vα μετρήσει τὸν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιὰ τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστὰ λουλούδια ἀπὸ τῆς ὑμνωδίας τὸ ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς».

Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἂς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπὸ τὶς Καταβασίες τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ποὺ εἶναι τὸ βυζαντινώτατο, ὅλη ἡ Κωνσταντιnούπολη πνευματικὰ πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλὰ ἐκείνη τὴν ἐξαίσια γ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει: 
«Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε, 
ὡς ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή, 
θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον 
καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».

Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τοὺς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ ὡς ἄφθονη πηγή. Καὶ μὲ τὴ θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νὰ φορέσουνε τῆς δόξας τὰ στέφανα», 
Ἀμὴ ἡ θ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει: 
«Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι 
λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δὲ 
ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα 
τὰ ἱερὰ θαυμάσια τῆς θεομήτορος, 
καὶ βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε 
Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε».
 Ἀμὴ ἐκείvα τὰ πανηγυρικὰ αὐτόμελα ποὺ ψέλνουνε στὸν ἑσπερινὸ τῆς Κοιμήσεως, μὲ μέλος θριαμβευτικὸ καὶ μὲ πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια! Ποιὸς χριστιανὸς Πίνδαρος τὰ σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! 
«Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλίμαξ πρὸς oυραvὸv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σου ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος». 
Ποταμὸς μέγας καὶ βουερὸς ἀναβρύζει καὶ μᾶς δροσίζει, καὶ πίνουνε νερὸ δροσερὸ ψυχὲς ξερὲς καὶ διψασμένες! Κύτταξε πάθος καὶ μεράκι ποὺ ξελοχίζει ἀπὸ καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντὶ νὰ κλάψει γιὰ τὴν Παναγία ποὺ εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στὴν κλίνη της, τυλιγμένη μὲ τὸ μαφόρι της μὲ κλεισμένα τὰ μάτια της ποὺ δίνανε παρηγοριὰ στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ σταυρωμένα τὰ ἄχραντα χέρια της, ποὺ βαστάξανε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σὰν τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀντὶς λέγω νὰ κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς κείτεται στὸ μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μὲ δάκρυα στὰ μάτια, πλὴν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεσθημανή, ποὺ ἔχεις θησαυρισμένο τὸ ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου». Κ᾿ ὕστερα στρέφει στοὺς χριστιανοὺς ποὺ εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς λέγει μὲ τὸν ἴδιο πνευματικὸ οἶστρο. «Ἂς κράξουμε ὅλοι μαζὶ στὴν Παναγία, ἔχοντας γιὰ πρωτοψάλτη τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ποὺ τὴ χαιρέτισε μὲ τὰ ἴδια λόγια κατὰ τὴ χαρoύμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι᾿ ἂς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ ἐσένα, τὸ μέγα ἔλεος». 
Θάνατος δὲν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα ποῦ εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς; Κι᾿ οὔτε μοιρολόγια καὶ ξόδια θρηνητερά, παρὰ χαρὰ ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη ποὺ ἔχει ἀπιθωμένον ἀπάνω της τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς καὶ τὸ κρασὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ πίνουνε οἱ χριστιανοὶ καὶ μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καὶ δὲν βρίσκονται πιὰ μπροστὰ σἕνα λείψανο ποὺ τὸ κηδεύουνε, ἀλλὰ βρίσκονται στὴ Ναζαρέτ, στό σπίτι τὸ χαρούμενο καὶ τὸ μοσκοβολημένο ἀπὸ τὴν παρθενικὴ εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε ποὺ ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατὰ κείνη τὴν ἡμέρα πὤγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καὶ κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σὰ νάναι ἀθάνατοι, μαζὶ μὲ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος!» 
Ἡ Κοίμησις γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σὲ χαρά!

Ναί, Δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ χαρά, παρὰ μονάχα στὸ Χριστὸ κι᾿ αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πὤχει τὴ ρίζα του στὸν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρὲς εἶναι χαρὲς ψεύτικες, χωρὶς ρίζα. «Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς. Ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως, διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν». 
Τὰ μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τώρα ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὰ τὰ λίγα λόγια τὰ φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στὴν καρδιά της καὶ μ᾿ αὐτὰ κλαίγει καὶ μ᾿ αὐτὰ χαίρεται. Αὐτὰ τὰ λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μεταλλαχτήκανε σὲ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καὶ βγήκανε ἀπὸ τὶς καιόμενες καρδιὲς τῶν ἁγίων ἀνθρώτων καὶ εὐωδιάσανε τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὸν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰκονίσματα, σὲ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σὲ ἄλλον ψαλμός, σὲ ἄλλον ἐκκλησιὰ μὲ κουμπέδες καὶ μὲ ἁγιατράπεζα, σὲ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καὶ βουβὴ κατάνυξη. 
Αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ σταθήκανε πηγὴ καὶ ἔμπνευση καὶ γιὰ τὸ θρηνητικὸ ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νὰ πῶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σὲ ὅσα ἔγραψε γιὰ τὸ «Χαροποιὸν πένθος»: 
«Ὅποιος κλαίγει, λέγει αὐτὸς ὁ ἅγιος, καὶ πικραίνεται γιὰ τὸν Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νὰ δεῖ στὴν ψυχή του τὴν oυράνια καὶ θεία παρηγοριά. Κι᾿ αὐτὴ ἡ οὐράνια παρηγοριὰ εἶναι κάποια ἀνακούφιση καὶ θεϊκὴ ἀλάφρωση, ποὺ παρηγορᾶ τὴν πονεμένη καὶ πικραμένη ψυχή, ὁποῦ θλίβεται γιατὶ χωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες της. Καὶ τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τὰ πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι καταφαρμακωμένη, σὲ κάποια παρηγοριὰ θαυμαστή. Ὅποιος πορεύεται μ᾿ αὐτὴ τὴ λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι᾿ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τὸ ἅγιο καὶ θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μιὰ ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, ποὺ γυρεύει μὲ μεγάλη θέρμη τὸν Θεὸ ὁποῦ τὸν ἐπιθυμὰ πάντα της. Κράτα λοιπὸν καλὰ τὴ χαριτωμένη καὶ τὴν ἥμερη καὶ τὴν ἅγια λύπη, ποὺ κάνει τὴν ψυχή σου vα θλiβεται ἀντάμα καὶ νὰ χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλὰ τὴν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ξεσταίνουμαι καὶ θαυμάζω, πὼς ἐτοῦτο ποὺ λέγεται κλάψιμο καὶ λύπη, καὶ ποὺ φαίνεται πολὺ πικρὸ κι᾿ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καὶ σμιγμένη τὴ χαρά, καὶ τὴν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τὸ κερὶ μὲ τὸ μέλι στὴν μελόπητα. Καὶ σέρνει ἐκείνους ποὺ τὴν ἀξιωθήκανε μὲ πόθο μεγάλον καὶ μὲ πολλὴν ἀγάπη, καὶ φοβοῦνται νὰ μὴν τὴν χάσουνε, καὶ τὴν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ᾿ ἀκριβὰ πετράδια καὶ τ᾿ ἀσημοχρύσαφα. Εἶναι μιὰ ἥμερη χαρὰ κ᾿ ἕνα θεϊκὸ χάρισμα μὲ τὸ ὁποῖο στολίζει ὁ Θεὸς τοὺς φίλους του, καὶ κάνει νὰ ἔχουνε μίαν ἀληθιvὴ χαρὰ καὶ ὄρεξη γιὰ τὸν Θεό, ποὖναι συντροφιασμένη μὲ κάποια θεραπευτικὴ λύπη ὁποῦ δὲν ἔχει μέσα της καμιὰ σαρκικὴ ἀγάπη, παρὰ μονάχα μιὰ παρηγοριὰ ἀγγελικὴ καὶ οὐράνια, μὲ τὴν ὁποία παρηγορά ο Θεός κρυφά εκείνους που συντρίβουνε με πόνο και με ταπείνωση την καρδιά τους.» 
 Άμποτε να την αξιωθούμε κ' εμείς, με τη χάρη της Παναγίας που γιορτάζουμε σήμερα. 
Αμήν.


(Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου). Ἀπό τὸ περιοδικὸ «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», τ. 37, 1949

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Το τροπάριο της Κασσιανής σε μετάφρασι του Κόντογλου και σε ποιητική μεταγραφή του Κωστή Παλαμά. L'Inno di Kassiani in 2 traduzioni neogreche, di F. Kondoglou e del Palamas.

Για το εκπληκτικό ποίημα της Κασσίας/Κασσιανής (το γνωστό δοξαστικό τροπάριο από τα απόστιχα ιδιόμελα του όρθρου της Μ. Τετάρτης) έχουμε κάτι γράψει στο ιστολόγιο πριν από 1 τετραετία.
Σήμερα θα προσθέσουμε μια ποιητική απόδοσι στην νεοελληνική του Φώτη Κόντογλου και την εξαιρετική παραφραστική παραλλαγή του Κωστή Παλαμά.

 
Τροπάριο της Κασσιανής

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,

σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα

και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου

κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου

είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,

η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.



Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,

εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.

Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,

εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.



Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,

και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·

αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,

τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.



Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,

ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;



Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.

Φ. Κόντογλου 



  Κασσιανή

Κύριε, γυναίκα μαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαρι τ κρίματά μου.
Μά, Κύριε, πς θεότης Σου μιλ
μέσ᾿ στν καρδιά μου!


Κύριε, προτο Σ κρύψ᾿ ντάφια γ π τ δροσαυγ λουλούδια πρα
κι π᾿ τς λατρείας τν τρίσβαθη πηγ
Σο φέρνω μύρα.


Οστρος μ σέρνει κολασίας... Νυχτιά,
σκοτάδι φέγγαρο, ναστρο μ ζώνει,
τ σκοτάδι τς μαρτίας φωτι
μ καίει, μ λιώνει.


σ πο π τ πέλαα τ νερ
τ ψώνεις νέφη, πάρε τα, ρωτά μου,
κυλνε, εναι ποτάμια φλογερ
τ δάκρυά μου.


Γύρε σ᾿ μέ. ψυχ πς πονε!
Δέξου με σ πο δέχτηκες κα γείραν
φραστα ς δ κάτου ο ορανοί.
κα σάρκα πραν.


Στ᾿ χραντά Σου τ πόδια, βασιλι
μου σ θ πέσω κα θ στ φιλήσω,
κα μ τς κεφαλς μου τ μαλλι
θ στ σφουγγίσω.


Τ᾿ κουσεν Εα μέσ᾿ στ ποσπερν
τς παράδεισος φς ν᾿ ντιχτυπνε,
κι λαφιασμένη κρύφτηκε... Πον,
σσε, λεος κάνε.


Ψυχοσστ᾿, ο μαρτίες μου λαός,
Τ ξεδιάλυτα ποις θ ξεδιαλύσ;
μέτρητό Σου τ λεος, Θεός! βυσσο κρίση.

Κ. Παλαμάς

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

1 Διήγημα για την Πρωτοχρονιά: Φώτη Κόντογλου, «Ο Γιάννης ο Βλογημένος». Un racconto per il Capodanno: “Giovanni, il benedetto” di Fotis Kondoglou (1895-1965)




Φώτη Κόντογλου, Ο Γιάννης ο Βλογημένος


Ο άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ” όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών -λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν του ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.
Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, και είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήταν σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σάν άγιος που ήταν, άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά και εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διάβασει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στεναχωρήθηκε και είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένο», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.

Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που ήταν τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήταν μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους, και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλίστικα και χαρούμενα.
Απάνω σ' αυτά, άνοιξε η πόρτα και βρήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλικάρι, με μαύρα στριφτά γενιά, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιος χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!». 
Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που ήταν δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήταν τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. Αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, και είδε πως ήταν γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και τ΄ ανεσπάσθηκε και είπε: «Να ’χω την ευχή σου γέροντα», και το έλεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να ’τανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος νά ’σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατα σου η ειρήνη του Θεού νά ’ναι απάνω σας!» Σηκώθηκε και η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και εκείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε.

Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, και είχε και ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σα νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, και οι πήτιες που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, και οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ” άλλα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα πού ’χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος. Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε και έκατσε κοντά στη φωτιά και η γυναίκα τού ’θεσε μαξιλάρια ν’ ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό και τό ’βαλε κοντά του, και έβγαλε και το παλιόρασο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. 
Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγιό του, και έβαλε μέσα στην κονιφίδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγιός τά ’βγαλε τ’ αλλα στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος. Κ’ είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος και είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να” τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε.
Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθισε μέσα, σα νά ’τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλια του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες και οι επίσημοι άνθρωποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου. 
Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».
Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάλθηκε κατά την ανατολών και έκανε το σταυρό του, υστέρα έσκυψε και πηρέ μια φυλλάδα από το ταγάρι του, και είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάλθηκε από πίσω του, κ” η γυναικά βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάλθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χεριά. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει: «Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου». Η φωνή του ήτανε γλυκεία και ταπεινή, κι ο Γιάννης και η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ» χωρίς να πεί το δικό του τον Κανόνα, που λέγει: «Σού την φωνήν έδει παρείναι , Βασίλειε». Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία και έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε και αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.
Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, και είπε:
- «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Και έκοψε το πρώτο κομμάτι και είπε: «Του Χριστού».
Και ύστερα είπε: «Της Παναγίας».
Και ύστερα είπε: «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».
Του λέγει ο Γιάννης:
- «Γέροντα, ξέχασες τον αη-Βασίλη!».
Του λέγει ο άγιος:
«Ναί καλά!» και ύστερα λέγει:
- «Του δούλου του Θεού, Βασιλείου».
Και ύστερα λέγει πάλι:
- «Του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, του παιδιού, του παραγιού, των ζωντανών, των φτωχών».
Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος:
- «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;»
Του λέγει ο άγιος:
- «Έκοψα, Βλογημένε!».
Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα ο μακάριος.
Και ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος και είπε την ευχή του:
- «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ούκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου».
Και είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος:
- «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποια παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; Οι αρχόντοι και οι βασιλιάδες τί αμαρτίες νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μάς κάνει να κολαζόμαστε». 
Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε και είπε πάλι την ευχή, αλλιώτικα: - «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθης. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.