Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Costis Palamas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Costis Palamas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

«Το παραμιλητό του μεθυσμένου» παραληρηματικό κείμενο, μονόλογος, του Σελλενίδη. Ως σημερινό αντίφωνο στο εκστατικό κέρασμα του Παλαμά με το Νέκταρ του 1821.

 


Το παραμιλητό του μεθυσμένου:

Ά, ρε Παλαμά, πού ναι τα δικά σας τα Πνεύματα; Να μας μιλήσουν για τα ἱερά χώματα και τα για αἳματα; Να μας κατανύξουν την ψυχή μας με τα θαύματα, να μας δροσίσουν με τα νάματα, να μας εμπνεύσουν με τα Ὁράματα! 

Άλλαξαν τα καλλιτεχνικά και τα εκπαιδευτικά πράγματα στο ελλαδικό το πτωχευμένο, όπως και στο άλλο ελληνόφωνο κρατίδιό μας στην Μεγαλόννησο:  Σήμερα αντί για το κρασί τ’ αθάνατο του 21 και την ιερά μέθη του, δυτικοθρεμμένοι ντήλερς και καλοπληρωμένοι ιστρούχτορες μας κατακλύζουνε κερνώντας μας διάφορα άλλα οινοπνευματώδη, συνήθως νοθευμένα με κυτταροτοξικές σοβιετικές βότκες και επίσης ξεθυμασμένες νατοϊκές κοκακόλες. 

Τελευταία άλλοι μασκοφόροι λαθρεμπορεύονται ακόμη και οπιούχα τρομολάγνα σκευάσματα, πόσιμα (πιθανόν να γίνουν και ενέσιμα) σε διάφορες πολυεθνικές και παγκοσμιοποιημένες γεύσεις. Κάποιοι (που τους λένε ψεκασμένους) ψιθυρίζουν πως στις τελευταίες παρτίδες τα εισαγόμενα αυτά ποτά περιέχουν εκτός από μυοχαλαρωτικά ιχνοστοιχεία και κινεζικό υπο μεγάλη αραίωσι εξασθενημένο, αλλά ιοβόλο κι υπό μετάλλαξι ορό...

 

Αλέξανδρος ΣΕΛΛΕΝΙΔΗΣ

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Δύο (και ένα) ποιήματα του Κωστή Παλαμά. Για την «Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης». Due più una poesie di Kostis Palamas; Per la giornata mondiale della Poesia. Celebrating the “World Poetry Day”: Two + 1 poems by Kostis Palamas.



Ο λύκοι

Βοσκοί, στ μάντρα τς Πολιτείας ο λύκοι! Ο λύκοι!
Στ πλα, κρτες! Μακρι κα ο φαλοι κα ο περιττοί,
καλαμαρδες κα δημοκόποι κα μπολσεβίκοι,
γι λόγους δειους γι το λέθρου τ ργα βαλτοί.
(π᾿ τς μαυρίλας τς ραχνίλας τν ποθήκη
σ σκονισμένα γυαλι κλεισμένο, παλι κρασί,
τν κατό σου χρονν νοίγω τ ρχοντιλίκι
στο λιο τ φέγγος, τί σ προσμένουν ο δυνατο
ξαν σν πάντα κα γι τ μάχη κα γι τ νίκη
ν τος φτερώσεις τ πάτημά τους που πατε.
Σ᾿ μ -κελλάρης λυράρης εμαι,- σ᾿ μένα νήκει
ν τ κεράσω στ νέα ποτήρια τ ρχαο πιοτί).
Βοσκο κα σκύλοι, λβα κα ψώρα. Τ᾿ ρνιά; Μουζίκοι.
λαός; νομα. Σκλάβος πλέμπας δούλα κ᾿ ργή,
Δίκη π πάνω θεία τν στόχαστων καταδίκη
κα λογαριάζει κα ξεπλερώνει σο ν ργε.

Τραγουδημένη κλεφτουριά, Γένος, ρματολίκι,
τ ξεγραμμένα κα τ τριμμένα ψέματα, χνοί,
δέα βυζάχτρα τν τετρακόσιων χρόνων, φρίκη
τώρα, τ μάθημα τν λλήνων ς χτές, σ
το ραγι μάνα βιβλικό, πλάσμα ρφικό, Ερυδίκη,
το πανελλήνιου μεγαλονείρου χρυσοπηγή,
μς τν καθρέφτιζες μέσ᾿ στς Πόλης τ βασιλίκι
τν ξυπνημένο Μαρμαρωμένο, κυνηγητ
το σλάμ. Θρκη προικιό του, δόξα! Κα πανωπροίκι
μι λλάδα πάλε στν τουρκεμένην νατολή,
τς ωνίας γλυκοξημέρωμα.... Ο λύκοι! Ο λύκοι!
K᾿ ο βοσκο νάξιοι, λύκοι κα ο σκύλοι κ᾿ ο ντρεοι δειλοί.
Στς Πολιτείας τ μάντρα ο λύκοι! Παντο εναι λύκοι!
Ξαν στ Τάρταρα σκιος, το ψάλτη λατρεία κ᾿ σύ.
Ψόφια λη στάνη. Φέρτε ν πιομε, κούφιο νταηλίκι,
γι τ ποκάρωμα πο μς πρέπει, κι ποιο κρασί.



                                                             Δειλοί και Σκληροί Στίχοι (1928)
 

Γύριζε

«Γύριζε, μ σταθς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ψεύτης εδωλο εν᾿ δ, τ προσκυν πλεμπάγια,
λήθεια τόπο ν σταθ μι σπιθαμ δ θβρ.
λάργα. Μόρα τς ψυχς τς χώρας τ μουράγια.
π θαμπος ντερβίσηδες κα στέρφους μανταρίνους
κι π τος χαλκοπράσινους Πολιτεία πατιέται.
Χαρ στος χασομέρηδες! Χαρ στος ρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ρωμις κα δασκαλοκρατιέται.

Δν χεις, λυμπε, θεούς, μηδ λεβέντες σσα,
ραγιάδες χεις, μάννα γ, σκυφτος γι τ χαράτσι,
κούφιοι και κνο καταφρονον τ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τν Ερωπαίων περίγελα κα τν ρχαίων παλιάτσοι.
Κα δημοκόποι Κλέωνες κα λογοκόποι Ζωίλοι,
κα Μαμμωνδες βάρβαροι, κα χανοι λεβαντίνοι.
λύκοι, κοπάδια, ο πιστικο κα ψωριασμένοι ο σκύλοι
κι ο χαροκόποι διάντροποι κα πόρνη Ρωμιοσύνη!»
(1908)


γκρεμιστής

Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.
Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια!
(...)




Κωστὴς Παλαμᾶς

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Ένα σπάνιο παλαμικό σονέτο για τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και η προς αυτόν ωδή του Δ. Σαββόπουλου. Per l’ eroe nazionale G. Karaiskakis: Un sonetto raro di K. Palamas e la canzone di D. Savvopulos

Ποίημα γιὰ τὸν Καραϊσκάκη

Πόλεμος θἄρχιζε. Στὰ ξάγναντα, μπροστά μου,
κορφή, γκρεμός· τὸ βουνὸ μαῦρο. Ξαφνικὰ
τὸ βουνὸ ἀστράφτει μέσ᾿ στὴν ὑπνοφαντασιά μου
σὰν ἀπὸ φάσγανα γυμνὰ γιὰ φονικά.

Ὅσο κι ἂν ἔγερν᾿ ἐμὲ δείλια πρὸς τὰ χάμου,
μὲ μάτια πρόσμενα ὑψωμένα ἐκστατικὰ
τὰ πρῶτα βόλια νὰ σφυρίξουνε στ᾿ αὐτιά μου
κ᾿ ἔνιωθα κάτι σὰ φτερὸ στὰ σωθικά.

Καὶ νά! ἀπὸ τοῦ βουνοῦ τὴν κορωμένη ράχη
δὲ χύμησε μουγγρίζοντας ἡ ἀντάρα ἡ μάχη.
Τὸ βουνὸ χρυσὴ σκάλα, κλέφτες καὶ κουρσάροι

τὴν κατεβαίνανε, καὶ σ᾿ ὅλους μέσα ποιός;
Ἕνας ξεχώριζε, τοῦ Γένους τὸ καμάρι,
τῆς Καλογριᾶς ὁ Γιός!



Κωστής Παλαμάς  [«Τ δεκατετράστιχα»,
παντα, τόμος 7ος, σ. 420, θήνα 1972]


Σαββόπουλος - Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη 
 Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη

 Η οθόνη βουλιάζει σαλεύει το πλήθος
εικόνες ξεχύνονται με μιας
πού πας παλληκάρι ωραίο σαν μύθος
κι ολόισια στο θάνατο κολυμπάς

Και όλες οι αντένες μιας γης χτυπημένης
μεγάφωνα και ασύρματοι από παντού
γλυκά σε νανουρίζουν κι εσύ ανεβαίνεις
ψηλά στους βασιλιάδες τ’ ουρανού

Ποιος στ’ αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω
με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό
προβολείς με στραβώνουν και πάω
και γονατίζω και το αίμα σου φιλώ

Πού πας παλληκάρι πομπές ξεκινούνε
κι οι σκλάβες σου ουρλιάζουν στο βωμό
ουρλιάζουν τα πλήθη καμπάνες ηχούνε
κι ο ύμνος σου τραντάζει το ναό

Ποιος στ’ αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω
με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό
οι προβολείς με στραβώνουν και πάω
και γονατίζω και το αίμα σου φιλώ

Στίχοι - Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Μνήμη Κωστή Παλαμά με 2 ποιήματα: Εβδομήντα χρόνια από την κοίμησί του. 2 poesie di Kostis Palamas in sua memoria; 27.02.1943-27.02.2013

«Χρωστάμε σε όσους πέρασαν, /θα έρθουν, θα περάσουν, /Κριτές, θα μας δικάσουν, / οι αγέννητοι, οι νεκροί» 

Στα εβδομηντάχρονα της κοίμησης του κορυφαίου και εθνικού μας λογοτέχνη από την Πάτρα, του ποιητή της «Ασάλευτης Ζωής», του «Δωδεκάλογου του Γύφτου», της «Φλογέρας του Βασιλιά», αλλά και του «Ολυμπιακού Ύμνου», του ελληνόψυχου Κωστή Παλαμά
Δυο όχι από τα γνωστά του ποιήματα, ένα τετράστιχο και ένα δεκατετράστιχο. Αντί για λουλούδια. Στην ιερή μνήμη του...
 28 Φεβρουαρίου 1943
Εβδομήντα χρόνια μετά, όχι χωρίς τρόμο, αναρωτιόμαστε: 
Σήμερα αυτή η Ελλάδα, πού να ακουμπήση; 

Α΄



1 Ιανουαρίου 187…

                            Εν Μεσολογγίω

Είν’ όλα νέα σήμερον,
Έτος δωρήματα, ελπίδες.
Και μόνον την καρδίαν μου
Αρχαίαι δέρουν καταιγίδες…

                                   Κωστής Παλαμάς

(Περ. Μη Χάνεσαι, Ιαν 1882)


Β΄ 



Μολώχ

Τν λλήνων τν πατρίδα
βάρβαροι τ
ν τιμάζουν!
που νθοπετοσαν ο ρωτες
παραδέρνει
νυχτερίδα.
Στ
νυχτιά μας μι πυγολαμπίδα,
τ
ν ρχαίων μνήμη, ψευτοφέγγει
κ
᾿ εναι μι νυχτι πο δν τ διώχνεις,
το
παντοτινο μας λιου χτίδα!
Κα
πατρίδα κα ψυχ ρουφν
βάρβαροι
π βάθη κα π ψη.
Κι
ταν, μ᾿ να τρίσβαθο χ!
τ
ν λλήνων θεέ, ρωτομε σέ:
«Ε
σ᾿ σ ξανθς πόλλωνας;»
ποκρίνεσαι:-«Εμ᾿ γ Μολώχ!»

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (1869-1943)