Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Σπάνιο ντοκουμέντο για τον απαγχονισμό τού Ευαγόρα Παλληκαρίδη: Η μαρτυρία του ιερέα φυλακών για την εκτέλεσί του. Raro documento sull'impiccagione di Evagoras Pallikaridis: la testimonianza del prete della prigione sulla sua esecuzione (14.03.1957).

 Στο μικρό μελέτημα του Πέτρου Στυλιανού «Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο έφηβος ποιητής κι ηρωομάρτυρας», Λευκωσία 1986, στις σσ. 111 -114 ο συγγραφέας φιλοξενεί ως παράρτημα  με τον τίτλο «ΣΤΟ ΙΚΡΙΩΜΑ - Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ», την μαρτυρία του ιερέα των Κεντρικών Φυλακών Λευκωσίας, π. Αντώνιου Ερωτοκρίτου σχετικά με τις τελευταίες στιγμές του εθνομάρτυρα Ευαγόρα. Παραθέτουμε το συγκλονιστικό κείμενο με την υποβλητική αφήγησι*  του ιερέα «Παπαντώνη».

 .....................................

«Το αποκορύφωμα της κυπριακής τραγωδίας υπήρξεν ο απαγχονισμός του δεκαεννεατούς μαθητού Ευαγόρα Παλληκαρίδη από τον Χάρτινγκ, που νόμισε πως με αυτό θα έκαμπτε την αγωνιστικότητα της Ε.Ο.Κ.Α., διότι κατά το διάστημα τούτο πολλοί νεαροί κατετάγησαν εις αυτήν γεμάτοι θάρρος και αυτοθυσία.

Παρ' όλας τας παρακλήσεις του πατέρα και τας τόσας άλλας ενεργείας διά την σωτηρίαν του αθώου αυτού παιδιού ο Χάρτιγκ επέσπευσε την εκτέλεσίν του διότι επίστευεν ότι θα κατέφερε καίριον πλήγμα κατά του απελευθερωτικού αγώνος του Κυπριακού λαού.

Ήτο τόση η βία του, ώστε να διατάξη την εκτέλεσίν του πρό του μεσονυκτίου, ενώ όλους τους προηγουμένους τους εξετέλεσαν κατά τας πρώτας πρωινάς ώρας, διότι ήθελε να προλάβη μη τυχόν και ήρχετο χάρις από την Βασίλισσαν, διότι όλοι αυτό επεριμέναμεν. Λέγεται ότι εδόθη η χάρις, ήτο όμως αργά, εάν πράγματι εδόθη.

 Το απόγευμα της Τετάρτης 12ης Μαρτίου, ο διοργανωτής των εκτελέσεων κ. Ακκερ με ενημέρωσε περί της εκτελέσεως του Παλληκαρίδη και ότι έπρεπε ως συνήθως να παραμείνω στας Φυλακάς.

Εζήτησα να μείνω στο σπίτι μου και να μεταφερθώ εις τας Φυλακάς ολίγον προ της εκτελέσεως και εδέχθησαν με την υπόσχεσιν ότι πράγματι θα ευρισκόμην στο σπίτι, γιατί όπως αντελήφθην ενόμιζαν πως θα τους γελούσα.

 Έκανονίσαμεν ή ώρα 10 μ.μ. νά ρθούν νά μέ πάρουν,όπως και έγινε. Μόλις έφθασα στάς Φύλακας, ώδηγήθην πλησίον τού Παλληκαρίδη διά νά τού μεταδώσω τήν Θείαν Κοινωνίαν. Τον βρήκα απολύτως ήρεμον χωρίς τήν παραμικράν έκδήλωσιν ταραχής ή λιποψυχίας. Τά λόγια του εις τήν συνομιλίαν μας ήσαν κοφτά και μετρημένα. Έκάθητο εις τό κρεββάτι του, πού έψαυε σχεδόν τό δάπεδον του κελλιού, και έγώ λίγον υψηλότερα σ' ένα σκαμνί.

Τον είχαν στο κελλί τοϋ Ανδρέα Δημητρίου, και στο άλλο τού Καραολή είχαν τον Μαϊμάρη, πού τον κατεδίκασαν γιά φόνο. Δύο είναι τά κελλιά τών μελλοθανάτων πλησίον τής άγχόνης, και γι' αυτό τούς δύο πρώτους τούς είχαν σ' αυτά τά κελλιά. πού είναι πολύ πληκτικά, όπως και τώρα τούς δύο αυτούς, μέ τήν διαφοράν ότι τώρα μόνον ό ένας μέ ενδιέφερε εθνικά. Όταν συνελήφθη μέσα στο δάσος μέ ένα όπλο, πού δέν μπορούσε νά χρησιμοποιηθή, ήτο νύχτα, και οί σύντροφοι του έτρεξαν και έφυγαν, και δέν συνελήφθησαν. Αυτός όμως δέν έτρεξε νά φύγη, και περίεργος γι' αυτό τού υποβάλλω τήν έρώτησιν.

- Γιατί δέν έτρεξες νά φύγης και σύ όπως έκαμαν οί άλλοι;

Έσήκωσε τό πρόσωπον του και μέ είδε στά μάτια, γιατί ήτο σκυφτός, και μέ έλαφρόν μειδίαμα μού λέγει.

-Τούς επήρα για δειλούς, όταν τους είδα να τρέχουν.

Επικρατεί σιωπή. Και πάλιν ερωτώ.

-Έχεις τίποτε νά μού πής, παιδί μου ;

- Μετανοιώνω γιά κείνο πού έκαμα και άν ζούσα δέν θά τό ξανάκαμνα.

Δέν εννοούσε τό ότι έλαβε μέρος στον αγώνα, αλλά άλλο πράγμα, τής ψυχής. Τού υπέδειξα, άν ήθελε νά αφήσει τον σταυρόν του νά τον έχωμεν ώς ένθύμιον, άλλά μού λέγει: Όχι. πάτερ, θέλω νά τον πάρω μαζί μου. Λυπήθηκα, πού δέν σκέφθηκα νά πάρω άλλον μαζί μου και νά τον κρατούσα ώς ιερόν κειμήλιον, όπως έκαμα στους τρεις προηγουμένους. Μετά τήν εκτέλεση τον έφερε στο λαιμό του.

Τού συνέστησα νά έχη θάρρος μέχρι τέλους και νά μήν άφήση τήν εντύπωση στους Άγγλους δημίους ότι έδειλίασε.

- Έχω θάρρος, μού λέγει, και δέν θά δειλιάσω, εύχομαι δε νά είμαι ο τελευταίος.**

Τά τελευταία του λόγια ήσαν: Τούς χαιρετισμούς μου εις όλους, και εύχομαι σύντομα τήν έλευθερίαν τής Κύπρου.

Τού μετέδωσα τέλος τήν Θείαν Κοινωνίαν, και αφού τον εφίλησα, τον απεχαιρέτισα μέ τάς λέξεις, θάρρος, και νά μήν χάνης τάς ελπίδας σου.

Κάποια έλπίς διασώσεώς του υπήρχε μέχρι τής τελευταίας στιγμής, ήτοι της ενδέκατης και μισής, πού έξετελέσθη.

Τα λόγια του εις την συνομιλίαν μας ήσαν κοφτά και μετρημένα. Εκάθητο εις το κρεββάτι του, που έψαυε σχεδόν το δάπεδον του κελλιού, και εγώ λίγον υψηλότερα σ’ ένα σκαμνί.

0 Μαϊμάρης όταν με είδε να φεύγω από το διπλανό κελλί, εφώναζε και έκλαιε και ετάρασσε τη γαλήνην και την σιγήν της νύκτας γύρω από την αγχόνην.

Αυτός , κατεδικάσθη εις θάνατον διά φόνον, και εφαίνετο ολίγον ανισόρροπος, θα τον εκρέμμαζαν δε την ίδιαν ώραν με τον Παλληκαρίδην,  διά να δείξουν ότι τους εθεωρούσαν και του δύο ως κοινούς εγκληματίας.

Η ώρα δεκάμισυ με πήραν σ' ένα δωμάτιο στην είσοδο της φυλακής, και εκεί θα επερίμενα διά τα περαιτέρω.

Το δωμάτιον εζεσταίνετο με σόμπαν πετρελαίου, και άνοιξα λίγο το παράθυρο να παίρνω λίγον αέρα και να παρακολουθώ και την κίνηση, γιατί αρχίσαν να καταφθάνουν οι δεσμοφύλακες της βάρδιας από τα μεσάνυκτα ως το πρωί, γιατί κάθε βάρδια εφύλαγεν έξι ώρες, τέσσερις βάρδιες το εικοσιτετράωρο, και είναι μαζί  Ελληνες και Τούρκοι.  Σ' αυτό το διάστημα οι Τούρκοι δεσμοφύλακες είναι τριπλάσιοι σχεδόν από τους Έλληνες.

Στεκόμουνα προσηλωμένος κοντά στο παράθυρο και παρακολουθούσα κάθε κίνηση και θόρυβο, που εγίνετο στο συνεχές ανοιγοκλείσιμο της εισόδου και κατόπιν των σιδερένιων εισόδων εις τα διάφορα διαμερίσματα της φυλακής. Η ώρα περνούσε χωρίς να μου κάμνη εντύπωση.  

Ενα κτύπημα δυνατό ακούστηκε από μακρυά, που με τάραξε. Κάποιος δικός μας εστέκετο απέναντί μου απ' έξω του παραθύρου και τον ρώτησα, τί συμβαίνει, και με ετοιμότητα μου λέγει, θά ναι φυλακισμένοι και κτυπούν τις πόρτες. Εκείνος εγνώριζε από πού προήλθεν ο θόρυβος και ήθελε να με παραπλανήση προς στιγμήν. Δεν γελάστηκα όμως, γιατί τον ίδιον κρότον ήκουσα και προηγουμένως την ώρα των εκτελέσεων, αλλά είχα αμφιβολίες για την ώρα. Κοίταξα το ρολόι μου, ήταν ενδεκάμιση ακριβώς. Μισή ώρα πριν από τα μεσάνυχτα κρέμασαν τον Παλληκαρίδη , διότι ακριβώς η ώρα μία μετά τα μεσάνυκτα με επήραν διά να κάμω την κηδείαν. 

Επειδή είπα ότι, όταν εφίλησα τον Δημητρίου και τον Καραολή ένοιωσα ότι ήσαν ζεστοί, γιατί φαίνεται , ότι, μόλις τους κρέμασαν, τους κατέβασαν αμέσως από την αγχόνην και με φώναξαν, παρετήρησα ότι κατόπιν άφηναν να περάση καμμιά ώρα και ύστερα να με πάρουν κοντά τους.

Όπως και τες προηγούμενες φορές, έτσι και τώρα διάβασα, στον νεκρό την νεκρώσιμον ακολουθίαν η ώρα μια και μισή ακριβώς μετά τα μεσάνυχτα και εις το ίδιον ακριβώς μέρος έξω από την κλειστή είσοδο του κοιμητηρίου. Επειδή ήτο μελαχροινός, μου εφαίνετο με το λίγο φως του κεριού, που εφώτιζε ο πρόσωπό του, πως δεν άλλαξε η θωριά του και νόμιζες πως κοιμάται.

Έδωσα εις αυτόν τον τελευταίον ασπασμόν και με το βήμα αργόν και άφατον θλίψιν έφυγα διά να αποτελειώσουν οι δήμιοι εν κρυπτώ τα της ταφής.

Δεν ήθελαν να γνωρίζωμεν πώς τους έθαπτον, καθ' ότι έβαζαν δυό-δυό στον τάφο για να εξοικονομηθεί χώρος στο μικρόν κοιμητήριον. Επικρατούσε και μια σκέψις ότι έχυναν μέσα στον τάφο ασβέστη για να καή και να διαλυθή ο νεκρός. Αυτό ίσως να φανή όταν θα γίνη η μεταφορά των λειψάνων εκ των φυλακών.

Με την εκτέλεση του Παλληκαρίδη έκλεισε το κεφάλαιον των απαγχονισθέντων.»

 

Αιδεσιμώτατος Παπαντώνιος Ερωτοκρίτου

 

......................................

 * ΣΣ:  Είχα ολοκληρωμένο το κείμενο για την ανάρτησι όταν βρήκα και το βιβλίο μαρτυρία του ιερέα π. Αντώνιου /Παπαντώνιου Ερωτοκρίτου, Ιερέως Κεντρικών Φυλακών Λευκωσίας, «Πώς Έζησα Το Δράμα Των Απαγχονισθέντων»,  Λευκωσία 2009, από του οποίου την α΄ Έκδοσι φαίνεται ότι αντέγραψε ο Πέτρος Στυλιανού το «Παράρτημά» του.  Αρκέστηκα να συγκρίνω για να διαπιστώσω την πιστότητα της απόδοσης και στο να πάρω μία-δυο ακόμη φωτογραφίες.

** Προφητική δήλωσι! Καθ' όσον, πράγματι ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης υπήρξε ο τελευταίος της Αγχόνης .

Ε Ι Χ Ε  ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ  ο Απαγχονισμός των Μιχαλάκη Καραολή 23 και Ανδρέα Δημητρίου 22χρ., την Πέμπτη 10 Μαΐου 1956. Και των Ανδρέα Ζάκου 25χρ, Χαρίλαου Μιχαήλ 21χρ. και Ιάκωβου Πατάτσου 22χρ., την Πέμπτη 9 Αυγούστου 1956. 21 Σεπτεμβρίου 1956 οι Στέλιος Μαυρομμάτης, Ανδρέας Παναγίδης και Μιχαήλ Κουτσόφτας. Αυτούς ακολούθησε 9ος και τελευταίος ο Ευαγόρας, την Πέμπτη 14 Μαρτίου 1957.

Άπαντες στα Φυλακισμένα Μνήματα...


 

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

Επέτειος του Ευαγόρα Παλληκαρίδη (1938-1957): Τα τελευταία του μηνύματα (και ένας οιωνός). Anniversario di Evagoras Pallikaridis (83 anni dalla sua nascita): i suoi ultimi messaggi (e un presagio).

                    "Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα"

Μέσα στον ζόφο του νέου Ελληνισμού και στο σκότος  της παρατεταμένης παρακμής του, υπήρξαν κάποιοι λίγοι, ελάχιστοι, ελληνόψυχοι που όρθωσαν το κορμί τους λαμπάδα. Και τού βαλαν φωτιά!

Ο ηρωομάρτυρας Ευαγόρας Μιλτιάδη Θεοδώρου-Παλληκαρίδης γεννημένος κοντά στην Πάφο 26 Φεβρουαρίου του 1938 θα συμπλήρωνε σήμερα τα 83 χρόνια…

Α.

Στα 15 του κατέβασε την αγγλική σημαία από το σχολείο του.

[Λίγο πιο πρίν, ο απίστευτος αυτός έφηβος εθνικός ήρωας και ποιητής, είχε με εκπληκτική ωριμότητα επιβάλη το «Παλληκαρίδης» σαν δικό του επώνυμο, αντικαθιστώντας το Θεοδώρου του πατέρα του με το ελαφρώς τροποποιημένο επώνυμο του παππού του (Θεόδωρος Παλληκαρά)! ] Στα 17 του συνελήφθη από τις κατοχικές δυνάμεις και προδικάζεται. Παραμονή της δίκης του κυκλοφορεί λαθραία στο σχολείο του το παρακάτω κείμενο:

 

"Παλιοί συμμαθηταί,

Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μήν τον ξαναδήτε παρά μόνο νεκρό. 

Μην κλάψετε στον τάφο του, 

Δεν κάνει να τον κλαίτε. 

Λίγα λουλούδια του Μαγιού 

σκορπάτε του στον τάφο. 

Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.

Θα πάρω μιαν ανηφοριά

θα πάρω μονοπάτια
να βρώ τα σκαλοπάτια

που πάν’ στη Λευτεριά.

Θ’ αφήσω αδέλφια συγγενείς,

τη μάνα, τον πατέρα
μέσ’ τα λαγκάδια πέρα

και στις βουνοπλαγιές.


Ψάχνοντας για τη Λευτεριά

θά ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι,

βουνά και ρεματιές.

Τώρα κι αν είναι χειμωνιά,

θά ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει

σε πόλεις και χωριά.

 
Θα πάρω μιαν ανηφοριά

θα πάρω μονοπάτια,
να βρώ τα σκαλοπάτια

που πάν’ στη Λευτεριά.

Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ,

θα μπώ σ’ ενα παλάτι,
το ξέρω, θάν’ απάτη,

δεν θάν’ αληθινό.


Μέσ’ το παλάτι θα γυρνώ

ώσπου να βρώ τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο

να κάθεται σ’ αυτό.

Κόρη πανώρια θα της πώ,

άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου,

μονάχα αυτό ζητώ.

Γειά σας, παλιοί συμμαθηταί.

Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σάς. Κι όποιος θελήσει για να βρή ένα χαμένο αδελφό, έναν παλιό του φίλο, ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια να βρεί τα σκαλοπάτια που πάν’ στη Λευτεριά. Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρή και μένα. Άν ζώ, θα μ’ εύρη εκεί.

Ευαγόρας  Παλληκαρίδης "

Β.

Στα 18 του ο νεαρός επαναστάτης ξανασυλλαμβάνεται, δικάζεται και στην συνέχεια καταδικάζεται (με σκανδαλώδη διαδικασία) σε θάνατο δια απαγχονισμού.

Λίγο πρίν την αγχόνη, στο τελευταίο του σημείωμα έγραφε:

«Θ' ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό νά ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δέν πειράζει. Δέν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τί. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τί σήμερα, τί αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»

 

Γ. ΕΥΑΓΟΡΑΣ !! Nomen est omen !

Αλλά δεν θέλω να κλείσω με αυτό. Θέλω να προσθέσω κάτι χαρακτηριστικό για την αυτογνωσία, όσο και την πατριδογνωσία του που εξηγεί και την κλίσι του προς το ηρωικό/εθνικό ιδεώδες. Σε ανύποπτο χρόνο ο "Βαγόρας" είχε γράψει:

"Κάτι θα ήξερε περί του μέλλοντός μου ο μακαρίτης ο νονός μου για να μου δώσει το όνομα του βασιλιά της Σαλαμίνας! Έτσι και εγώ έπρεπε να φανώ αντάξιος διάδοχος του αναδόχου μου... Από Μικράς ηλικίας είχα μανία με τον πόλεμο. Στήθος με στήθος βέβαια. (Και ο βασιλιάς της Σαλαμίνας πολεμούσε στήθος με στήθος). Ήμασταν 5-6 παιδιά στη γειτονιά και παίρναμε από μία βέργα την οποίαν ονομάζαμε ξίφος, και ως ιππότες... Περιττό βέβαια να αναφέρω πώς ήμουν πάντα ο νικητής! Κάθε μέρα ήταν για μένα νίκη περίλαμπρη..."

Για άλλη μια φορά, το όνομα ήταν οιωνός!

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΕΠΟΣ: Αγωνιστική υπενθύμησι-μικρό αφιέρωμα με ποιήματα και τραγούδια. Ricordo della lotta x la liberta’ dell’ ellenismo cipriota (01.04.1955)

1 Απριλίου 2010. 55 Χρόνια από τον αδικαίωτο ακόμα Κυπριακό Αγώνα


Α. Ένα δυνατό ποίημα του Γιώργου Πετούση που το βρήκαμε στο εξαιρετικό –παρ’ ότι νέο- ιστολόγιο του «Συνδέσμου Επιστημόνων Πειραιώς»

ΣΤΗ ΔΟΚΟ ΤΗΣ ΑΓΧΟΝΗΣ
Εις μνημόσυνον

Μου λες να ξεχάσω τα παιδιά στην αγχόνη
να παραμερίσω όλο εκείνο το πολύ μου πάθος
για τη λευτεριά της Πατρίδας.
Να παραδώσω στην πυρά όλα εκείνα
«τα δια χειρός ηρώων» επιθανάτια γράμματα
που τα διαβάζω κάτ’ επανάληψη
και με κρατούν άγρυπνο.
Εγώ σου λέω δεν μπορώ.

Μια ζωή τώρα τις μεταμεσονύκτιες ώρες
με πιάνει ρίγος σαν ακούω τα βήματά τους να οδεύουν.
Σαν ακούω τα τραγούδια τους να δυναμώνουν.
Σαν τέλος ακούω να πνίγεται μαζί τους
δολοφονημένος
ο Ύμνος της Ελευθερίας
ύστερ΄ ακριβώς απ΄ τον ξερό γδούπο της ανοιγμένης
καταπακτής.

Ω! τα κορμιά τους έτσι που αιωρούνται δεκαετίες
τώρα στη δοκό της αγχόνης!
Ω! τ΄άγια κορμιά τους δεκαετίες τώρα
που ΄ναι θαμμένα στα Φυλακισμένα Μνήματα
!

Γιώργος Πετούσης
Λεμεσός
20.4.1986 – 20.2.1987
[ Από την ποιητική συλλογή «Ο αδελφός μου Ονήσιλος», Λεμεσός – Κύπρος 1989]




Β. Δυό ποιήματα του ηρωικού παλληκαριού Βαγόρα Παλληκαρίδη, μελοποιημένα από τον Δημήτρη Λάγιο και πρωτοτραγουδισμένα από τον Γιώργο Νταλάρα:



Στίχοι: Ευαγόρας Παλληκαρίδης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας

Των αθανάτων

Των αθανάτων το κρασί
το ‘βρετε σεις και πίνετε
ζωή για σας ο θάνατος
κι αθάνατοι θα μείνετε






Στίχοι: Ευαγόρας Παλληκαρίδης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας

ΗΡΩΩΝ ΓΗ

Όλη η φύση κοιμάται, τη ναρκώνει το κρύο
και γω φεύγω λαλώντας το στερνό μου αντίο
και την μάνα φιλώντας, την κοιτάζω να κλαίει
μάνα, μην κλαις της λέω, μάνα μην κλαις, και κλαίω.

Κι όλο πάω και τρέχω και το δάκρυ της σβήνει
για μια μόνο στιγμούλα και μιαν άλλη μανούλα,
την Ελλάδα μας έχω, που όλο κλαίει κι εκείνη.

Στου βουνού τη ραχούλα σ' ανθοστόλιστα πλάγια
την γλυκειά μου μανούλα ψάχνω νά βρω την άγια
θ' ανεβαίνω ραχούλες, χιονισμένες κορφές,
ώσπου νά 'βρω ηρώων γή κι ηρώων μορφές.



Γ. Με τον ίδιο Τραγουδιστή θα κλείσουμε, καρτερώντας κι εφέτος:



Γιώργος Νταλάρας: Καρτερούμεν


Καρτερούμεν μέραν νύχταν
να φυσήσει ένας αέρας
στουν τον τόπον πο'ν καμένος
τζι' εν θωρεί ποτέ δροσιάν

Για να φέξει καρτερούμεν
το φως τζιήνης της μέρας
πο'ν να φέρει στον καθ' έναν
τζιαι δροσιάν τζαι 'ποσπασιάν

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Μαρτυρολόγιο: ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ

Πενηνταδύο χρόνια πρίν. Μεσάνυχτα της 13ης-14ης Μαρτίου.
Μαρτύρησε ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης.

Ήταν μεσάνυχτα της 13ης-14ης Μαρτίου «σαν το ’φεραν οι ‘Xριστιανοί’ να το κρεμάσουν το δεκαεφτά-δεκαοχτώ χρονώ αθώο παιδί…».

Αν ζούσε ο «ελληνικός» Καβάφης θα έγραφε ένα ακόμα πιο συγκλονιστικό ποίημα από τα «Κρυμμένα» του που έγραψε μισό αιώνα πριν από τότε.

Και μπορεί να έβαζε έναν τέτοιο τίτλο:

14 Μαρτίου 1957, 1 π.μ.
{Και μια ανάλογη συνέχεια}:

Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ’πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».


…………………………….

Δεν σε ξεχνάμε Ευαγόρα.
Πάγκαλε Έλληνα, Παλληκαρίδη.
Στο Πάνθεο των Ηρώων του Έθνους μας είσαι.
Και πάντα εσένα θα σηκώνουμε να μας πής ιστορία..

Κι όχι, βέβαια, κάποιους προβεβλημένους από εγχώρια ινστιτούτα ελλαδίτες πολιτικούς, τους οποίους η μάζα των συγχρόνων μας τους έβαλε ελαφρά τη καρδία στους «100 μεγαλύτερους Έλληνες» -αν είναι δυνατόν!- στην χιλιο-μυριό-χρονη Ιστορία του έθνους μας (?!)...

Δήτε, φίλοι, και τα αφιερώματα των (δυνάμει) συμπαρατασσομένων:
http://infognomonpolitics.blogspot.com/2009/03/blog-post_9113.html
http://www.greekalert.com/2009/03/blog-post_3286.html
http://infognomonpolitics.blogspot.com/2009/03/blog-post_666.html

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

ΣΗΚΩ, ΕΥΑΓΟΡΑ, ΝΑ ΜΑΣ ΠΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ
Η 1η Απριλίου έχει συνδεθή στην μνήμη μου με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα τού κυπριακού Ελληνισμού κατα της Αγγλικής αποικιοκρατίας.
Η μνήμη όμως τού επίσημου κράτους μας φαίνεται και εδώ -όπως και η δική μου άλλωστε- επιλεκτική. [Απλώς οι επιλογές -καθώς και οι ευαισθησίες - διαφέρουν]. Όπως και η 19η ΜΑΪΟΥ και η 29η τού ιδίου Μηνός, έτσι, λοιπόν, και η 1η ΑΠΡΙΛΙΟΥ δέν λέει τίποτα (ή σχεδόν) για το επίσημο ημερολόγιο-εορτολόγιο.
Σήμερα στα Σχολεία μας δεν χάσαμε, όχι ολόκληρο δίωρο, όπως σε κάποιες άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν (για κάτι άνωθεν παραγγελίες τύπου 'AIDS', Ρατσισμός, Ξενοφοβία κττ), αλλά ούτε 2-3 λεπτά πρόχειρης ενημέρωσης στην "Προσευχή". Διαφορετικά θυμάμαι έγιναν τα πράγματα στο Σχολείο για την 27 Ιανουαρίου. Ο δικός μας Λαός δεν έχει δικαίωμα στην Μνήμη;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.

Σήμερα για τον μέσο (Νεο-)Έλληνα, Κυπριακό ίσον Τούρκοι. Πόσο μάλλον τα παιδιά μας εξηγείται να κολυμπούν σε πελάγη ιστορικής αγνοίας... Η Εποποιία 1955-60 είναι άγνωστες λέξεις. Ποιός τους μίλησε για τον ρόλο των "Συμμάχων" μας (και κατα το 1955 και κατα το 1945 και κατα το 1922 και κατα το 1821...), ποιος μάς μίλησε για τον Φάκελλο του 1974, τα Ίμια ή τα πρόσφατα Ανανιστικά σχέδια;

ΉΡΘΑΝ
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
.

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ;
ΟΙ δικοί μας ήρωες και μάρτυρες, λοιπόν, δεν έχουν ελπίδα;
Ανάμεσα στις ηρωικές μορφές τού Κυπριακού Αγώνα (στέκω με ευλάβεια προσανατολίζοντας τον νού μου σε κάθε άγνωστό μου συμπατριώτη κάθε ηλικίας και φύλου) δεν μπορώ να συγκρατήσω την συγκίνησί μου μπροστά στις επικλήσεις ονομάτων, όπως του Μιχαήλ Καραολή, του Ανδρέα Δημητρίου ή του Γρηγόρη Αυξεντίου. Όμως απ’ όλους πιο πολύ μ’ αγγίζει εκείνη η πιο νεανική, ίσως και πιο ηρωική -σχεδόν θεία- μορφή τού Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Σήμερα, κρίσιμες πάλι μέρες, (ώρες, στιγμές;) για τα εθνικά μας θέματα, έρχεται πρώτη στο προσκλητήριο της μνήμης.
Τι να πρωτοθυμηθώ (όχι, δεν είχα ακόμη γεννηθή όταν, εκείνη την Άνοιξη του 1957, πρόσφερε τα νιάτα του θυσία στον Αγώνα. Για την συλλογική μνήμη της Ιστορίας μιλάμε) γι αυτόν τον μαθητή και ποιητή;
Προς ώρας φτάνουν 2-3 στίχοι δικοί του:

«Θα πάρω μιαν ανηφοριά,
Θα πάρω μονοπάτια,
Να ‘βρώ τα σκαλοπάτια
Που πάν’ στη Λευτεριά.

Θ’ αφήσω αδέρφια συγγενείς,
Τη ΜΑΝΑ, τον ΠΑΤΕΡΑ,
Μες στα λαγκάδια πέρα
Και τις βουνοπλαγιές…
…………………………….
Θα πάρω μιαν ανηφοριά,
Θα πάρω μονοπάτια,
Να ‘βρώ τα σκαλοπάτια
Που πάν’ στην Λευτεριά».

Κι από μένα; Ένα δάκρυ…