Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαράντος Καργάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαράντος Καργάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2020

Μια πατριωτική κραυγή για τις «αυγές» και τ’ αυγά τους. Μια επίκαιρη επιφυλλίδα του Καργάκου (από το …2013!) για την υποκρισία και τα αίτια γύρω από το φαινόμενο της «Χρυσής Αυγής».

«Τό Αὐγό τοῦ Φιδιοῦ»

Πρός τί ὁ κλαυθμός καί ὁ ὀδυρμός; Πρός τί ὁ ξαφνικός αὐτός δημοκρατισμός; Τό κόμμα-φόβητρον πού εἰσῆλθε στήν παροῦσα Βουλή τό ἔπλασαν οἱ ἀνίκανοι πολιτικοί. Οἱ ἐκλογές τῆς 6ης Μαΐου ἔγιναν τήν «Κυριακή τοῦ Παραλύτου» καί τοῦ Ἰώβ τοῦ «πολυάθλου». Ἄν τό δοῦμε σημειωλογικά, τά κόμματα ἐπέλεξαν ὡς ἡμέρα ἀναμετρήσεως μίαν ἡμέρα ἀφιερωμένη στόν παράλυτο, πού προσιδιάζει στό παράλυτο κράτος μας. Στήν παράλυτη πολιτική σκέψη, στό παράλυτο ἠθικό καί ἐθνικό μας φρόνημα.

Βεβαίως ἡ 6η Μαΐου ἦταν ἡμέρα ἀφιερωμένη καί στόν Ἰώβ, ἕνα πολύπαθο πρόσωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού συμβολοποιεῖ τον ἐπίσης πολλά παθόντα ἀλλ’ οὐδέν μαθόντα ἑλληνικό λαό. Ἀλλά καί ἡ Ἰώβειος ὑπομονή ἔχει τά ὅριά της.

Ὅταν τόν Φεβρουάριο – Μάρτιο τοῦ 1989 δημοσίευσα μιά σειρά ἄρθρων στό περιοδικό «Πολιτικά Θέματα» πού ἀναφέρονταν στήν τρομοκρατία καί τά ὁποῖα ἀκολούθως δημοσιεύθηκαν σέ μιά ἑξάτομη σειρά ὑπό τόν τίτλο «Προβληματισμοί», ἔκρουα τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου, γράφοντας (ἤ μᾶλλον ἀντιγράφοντας) τόν Ἰγνάτιο Σιλόνε ὅτι «ἡ ἀταξία καί ὁ φόβος εἶναι γιά τό φασισμό ὅ,τι τό νερό γιά τό φυτό» (ἄρθρο τῆς 10/3/1989, «Προβληματισμοί», τ. Β΄, σ. 88). Καί σ’ ἕνα ἅλλο ἄρθρο μου γραμμένο στις 16/8/1988 διαπίστωνα τήν ἀναπηρία τῆς μεταπολιτευτικῆς μας δημοκρατίας. Μιλοῦσα γιά τήν «μικροποίηση καί μικροβιοποίηση τοῦ πολίτη», ἔγραφα ὅτι «οἱ νέοι δέν ἔχουν ὁδηγούς· ἔχουν προαγωγούς». Κι ἀκόμη ὅτι «πίσω ἀπό κάθε ἄσχημη κατάσταση κρύβεται ὁ ἄσχημος ἄνθρωπος». Καί τό πιό καταγγελτικό: «Πλεόνασαν πιά στόν τόπο μας ἡ ἀπανθρωπιά καί ἡ παλιανθρωπιά» καί ὅτι, ὅπως διαπαιδαγωγοῦμε τά παιδιά, τά κάνουμε ἱκανά «νά φτύσουν ἀλλ΄ ὄχι νά κτίσουν» («Προβληματισμοί», τ. Ε΄ σ. 140 κ. ἑ.).

Στόν Α΄ τόμο τῶν «Προβληματισμῶν» προειδοποιοῦσα μέ ἄρθρο γραμμένο στις 29 Ἰουνίου 1986, ὅτι στή χώρα μας ἐγκαθιδρύεται «ἡ χειρότερη μορφή φασισμοῦ, ὁ κοινωνικός φασισμός» (σ. 133).Καί στό Β΄ τόμο τῆς ἴδιας σειρᾶς σημείωνα τά ἀκόλουθα ἐνδεικτικά:

«Οἱ σύγχρονες συνθῆκες εὐνοοῦν τή διάδοση ὁλοκληρωτικῶν πολιτικῶν ἀντιλήψεων καί θεωριῶν. Ἡ «Χρυσή Αὐγή», ὀργάνωση πού ἔχει ἐμφανιστεῖ δειλά καί στή χώρα μας, εἶναι πολύ πιθανό ν’ ἀνατείλει σέ κάποιο ἀπό τά ἑπόμενα πρωινά».

(Ἄρθρο 16ης Φεβρουαρίου 1986, σσ 49-50).

Τότε ὅλοι σχεδόν οἱ κομματοπροβαλλόμενοι διανοητές καί σπουδαιοθεσίτες ἐκπαιδευτικοί μοῦ εἶχαν κηρύξει τόν πόλεμο. Ἐθνικιστή μέ ἀνέβαζαν, φασιστή μέ κατέβαζαν. Γιατί ἁπλούστατα δέν κατάπινα τά λόγια μου. Φώναζα ὅτι ἡ προσφερόμενη μόρφωση συνιστᾶ παραμόρφωση, ὅτι ἡ ἐπιβληθεῖσα δημοκρατία εἶναι ξετσίπωτη μορφή τυραννίας καί ὅτι ὁ προωθούμενος τύπος οἰκονομίας θά φέρει ἀρχικά τή παραλυσία, τήν συνδικαλιστοκρατία μέ τελικό ἀποτέλεσμα τήν παράλυση κάθε παραγωγικῆς δραστηριότητας.

Μετά ἦλθε ὁ κατακλυσμός τῶν ξένων. Στόν «Ἐλεύθερο Τύπο», ὅπου ἀρθρογραφοῦσα τότε, ἔγραφα ὅτι βάσει κοινωνιολογικῶν μελετῶν μιά χώρα μπορεῖ νά ἀπορροφήσει μόνον ἕνα 2% ξένου πληθυσμοῦ. Μᾶς ἀρκοῦν 250.000 ἐπιλεγμένοι ξένοι. Τότε, ἀκόμη καί φίλοι μου παλαιοί, μοῦ κόλλησαν τήν ταμπέλα τοῦ ρατσιστή. Βόλευε ἡ «ξενουριά» διότι δέν δούλευε ἡ ντόπια «ἐργατιά» καί «ἀγροτιά». Καί ξυπνήσαμε καί εἴδαμε ὀρδές ξένων νά κατακλύζουν πόλεις καί χωριά· οἱ πιό εὐσυνείδητοι ἀπό αὐτούς νά ἔχουν πέσει μέ τά μοῦτρα στή δουλειά καί οἱ ἀσυνείδητοι στην κλεψιά.  

Μετά τόν ἐρχομό τῆς κρίσης ἡ ἐγκληματική δρατηριότητα τῶν ξένων ἔφθασε στό ζενίθ. Ὅλοι ὅσοι μέ διαβάζουν αὐτή τή στιγμή –κι ἐγώ μαζί- ἔχουμε πέσει θύματα κλοπῆς κι κάποιοι ἔχουμε ἀντιμετωπίσει ποικίλες μορφές ἀπειλῆς.

Ἡ ἀστυνομία εἶναι παροπλισμένη, ἡ δικαοσύνη –καί νά θέλει- δέν προλαβαίνει, τά δεσμωτήρια εἶναι «τίγκα», τά σύνορα ἀφύλακτα καί ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, παίρνοντας μέτρα δῆθεν αὐστηρά, δημιούργησε κάποιο «κέντρο φιλοξενίας», ὅπου, ὅπως εἴδαμε, οἱ φιλοξενούμενοι περνοῦν «ζωή καί κόττα». Τό τί συμβαίνει σέ κάποιους δρόμους –καί ὄχι ἀπόκεντρους- εἶναι φοβερό. Ἄν θά γράψω ὅσα μοῦ ἔχουν καταγγελθεῖ, θά κοκκινίσει τό χαρτί. Ποιός θά προσφέρει στούς περίτρομους πολίτες συνδρομή;

Τώρα οἱ ξελαρυγγιαστές τῶν ραδιοφώνων καί τῆς Τού – Βού, οἱ γονατογράφοι ποικίλων ἐντύπων ἀποροῦν τάχα καί μιλοῦν γιά τό «Αὐγό τοῦ Φιδιοῦ». Ἀλλ’ ὅταν τούς ρωτῶ, ποιός ἀνέθρεψε τό φίδι, δέν σοῦ ἀπαντοῦν. Ὅπως καί οἱ πολιτικοί, νέοι καί παλαιοί, ὅμοια κι αὐτοί δέν τολμοῦν νά κοιτάξουν τόν καθρέφτη τοῦ Ντόριαν Γκρέυ. Μιά ἀνάπηρη δημοκρατία εἶναι ὁ προθάλαμος γιά μιά «μπρατσάτη» δικτατορία. μήπως δέν εἶναι φασισμός ὁ ἐκχυδαϊσμός τοῦ λόγου σέ ὅλα τά ἐπίπεδα, ἀπό τή Βουλή, τά ἀνώτατα πνευματικά ἱδρύματα, τόν τύπο μέχρι καί τήν ἁπλῆ συνομιλία

Τό πρῶτο σκαλί τῆς δημοκρατίας εἶναι ἡ εὐπρεπής καί εὐγενής ὁμιλία. Ὅταν λερώνεται ἡ γλῶσσα, νερώνεται καί ἡ δημοκρατία.

 

ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΓΑΚΟΣ  (1937 - 2019)

Πηγή

 

Σ.Σ. Οι υπογραμμίσεις δικές μας.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Ο Μέγας Δάσκαλος Καργάκος για την Αγία Σοφία, τον συμβολισμό, τους θρύλους και την σημασία της (από μια παλιά συνέντευξί του). Santa Sofia, il suo simbolismo, la sua leggenda e il suo significato (da una vecchia intervista di S. Kargakos, Gran Maestro non ufficiale della Grecità/Romiossini). Hagia Sophia, its symbolism, its legend and significance (from an old interview of S. Kargakos, unoff. Grand Master of the Modern Greece).

“..Mές στήν Ἁγιά Σοφιά ... καί εἶχα λαχτάρα νά πέθαινα ἐκεῖ πού βρισκόμουν, ἀνεβαίνοντας ψηλά στό γυναικωνίτη τῆς Ἁγιά-Σοφιᾶς…» 
Ίων Δραγούμης, Ιούνιος 1907 (Απόσπασμα από αδημοσίευτο ημερολόγιο) 

«Σήμερα έγινε η πραγματική άλωση της Πόλης. Αν ακούσω ότι τα ψηφιδωτά (ΣΣ της Αγίας Σοφίας) έχουν δακρύσει, δεν θα εκπλαγώ, ούτε θα ρωτήσω για ποιο λόγο χτυπούν πένθιμα οι καμπάνες…» 
Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Ιούλιος 2020
 >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
 

Καργάκος:  
Ζωντανοί οι θρύλοι τής Αγια-Σοφιάς
Συνέντευξη στην εφημ. «Ορθόδοξη Αλήθεια» (Ιανουάριος 2016)


ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Πολλές φορές επανέρχεται στο επίκεντρο της ιστορικής έρευνας ο προβληματισμός σχετικά με τους θρύλους της Αγίας Σοφίας και την εθνική σημασία τους. Πόσο αναγκαίο κρίνετε ότι είναι αυτό σήμερα;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Ο ελληνικός λαός σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση πτώσεως -για να μην πω καταπτώσεως- και χρειάζεται τα αναγκαία εμψυχωτικά σύμβολα.

Οσο και αν λέμε ότι κάποια πράγματα έχουν σχέση με τον θρύλο, οφείλω να τονίσω πως ό,τι είναι θρύλος δεν συνεπάγεται ότι είναι ψέμα!

Ο θρύλος που έχει την ισχυρότερη διεισδυτικότητα είναι αυτός που συνδέεται με την Αγία Σοφία.

Η Αγια-Σοφιά, όπως συνηθίζει να τη λέει ο λαός, είναι για τον ελληνικό ορθόδοξο κόσμο κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν ο Παρθενώνας για την αρχαία Αθήνα. Υπάρχει, μάλιστα, και μια συμβολική σύνδεση:
Οι αρχαίοι πρόγονοί μας ονόμαζαν την Αθηνά «πρόμαχο», ενώ στους ψαλμούς αποκαλούμε την Παναγία, που υπερασπιζόταν την Κωνσταντινούπολη, «Υπέρμαχο Στρατηγό».

Στην Αγία Σοφία τελούνταν η λατρεία προς τη σοφία του Θεού, ωστόσο η κυρίαρχη μορφή ακόμη και σήμερα, παρά την καταστροφή, είναι η Παναγία σε διάφορες στάσεις.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Η Αγία Σοφία, σε αντιδιαστολή με τον Παρθενώνα, κατάφερε να έχει μεγαλύτερη διάρκεια μέσα στο συλλογικό φαντασιακό του ελληνικού έθνους;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Σαφώς, έτσι είναι, αφού μιλάμε για διάρκεια ζωντανής παρουσίας πάνω από 1.500 χρόνια μέσα στην ψυχή του ελληνικού λαού.

Ο Παρθενώνας δεν παύει να είναι ένα παγκόσμιο σύμβολο αρμονίας και ομορφιάς, κάτι που τον καθιστά ένα προσκυνηματικό κέντρο κάθε πολιτισμένου ανθρώπου σε όλο τον πλανήτη. Δεν είναι ιστορικά επιτρεπτό να προχωράμε σε συγκρίσεις.

Και τα δύο μνημεία ανάγονται σε ιστορικές εποχές και υπάρχει, ασφαλώς, ιστορική σύνδεση.
Και αυτό επειδή οι άνθρωποι που έφτιαξαν τον Παρθενώνα έχουν μια καταβολική προέκταση προς τους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι με τη σειρά τους κατασκεύασαν την Αγία Σοφία.
Μεταξύ των δύο ναών υπάρχει μια ομοιότητα την οποία δεν είναι εύκολο να διακρίνουμε. Πρόκειται για την αρμονία των γραμμών.
Και σε αυτή την περίπτωση δεν είναι το μέγεθος που εντυπωσιάζει, αλλά η αρμονία και η χάρη είναι τα στοιχεία που κερδίζουν το βλέμμα και τον θαυμασμό.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Το εξαιρετικό από άποψη αρχιτεκτονικής σύλληψης και ανέγερσης οικοδόμημα της Αγίας Σοφίας μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι, ως δημιούργημα, δεν είναι ποτέ δυνατό να επαναληφθεί σε μελλοντικό χρόνο;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Δεν μπορώ να εκφράζομαι με απολυτότητα. Στη μορφή που υπάρχει, αλλά και στη μορφή που λειτούργησε για εκατοντάδες χρόνια αποτέλεσε το λαμπρότερο μνημείο του χριστιανικού κόσμου. Ο,τι φτιάχτηκε στη συνέχεια στη Δύση έγινε με βάση το πώς θα υπερκερασθεί σε μέγεθος η Αγία Σοφία.

Ο,τι μπορεί να είναι τεράστιο σε μέγεθος δεν σημαίνει ότι θα είναι τεράστιο και σε αισθητική αξία. Εχω μείνει έκπληκτος από τα αριστουργήματα, π.χ., του Μπρουνελέσκι στη Φλωρεντία ή τον ναό του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη ή τον καθεδρικό ναό στην Κολονία, αλλά οφείλω να ομολογήσω -ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις μου- ότι οι ναοί αυτοί δεν μου πρόσφεραν το δέος που μου προκαλεί η Αγία Σοφία.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Ως προς το θέμα των θρύλων της Αγίας Σοφίας, πόσο σωστά ταξινομημένο είναι το σχετικό υλικό όχι μόνο για έναν ιστορικό, αλλά και για όποιον επιθυμεί να αποκτήσει μεγαλύτερη γνώση;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Αυτό έχει γίνει και εξακολουθεί να συμβαίνει, επειδή η Αγία Σοφία δεν είναι ένα θέμα που από ερευνητικής άποψης έχει εξαντληθεί. Η μελέτη της Αγίας Σοφίας θα αποτελεί αντικείμενο έρευνας και στους υπόλοιπους αιώνες.

Έχω αφιερώσει πολύ χρόνο στη μελέτη του όλου θέματος. Μπορώ να πω ότι κατάφερα να συγκεντρώσω στοιχεία ακόμη και για τους τομείς της αρχιτεκτονικής και της διακόσμησης της Αγίας Σοφίας.
Το ενδιαφέρον μου δεν περιορίστηκε στο παρελθόν, αλλά προχώρησα και στη συμπλήρωση πληροφοριών για το έργο συντήρησής του κατά τους νεότερους χρόνους.
Αυτό, μάλιστα, επιτεύχθηκε χάρη στις επιστημονικές παρεμβάσεις ξένων συντηρητών και αρχαιολόγων, τους οποίους χρησιμοποίησε τόσο το οθωμανικό όσο και το κεμαλικό καθεστώς.

Γι’ αυτούς, άλλωστε, η Αγία Σοφία είναι μια χρυσοφόρος φλέβα, αφού η συντήρησή της αποφέρει τεράστια ποσά κάθε χρόνο στο τουρκικό κράτος.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Ποιους θεωρούμε σημαντικότερους θρύλους της Αγίας Σοφίας;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Για την παρούσα δύσκολη κατάσταση που περνά σήμερα ο Ελληνισμός ταιριάζει το περίφημο δημοτικό «Πάλι με χρόνια και καιρούς, πάλι δικιά μας θα ‘ναι».

Σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι πριν από την πτώση της Πόλης είχαμε μια σειρά θρηνητικών ασμάτων, τα οποία προέλεγαν την πτώση της Κωνσταντινούπολης.
Δεν θα τα χαρακτηρίσω τραγουδίσματα, ο πιο σωστός ορισμός είναι μάλλον μοιρολόγια. Αυτά απέπνεαν μια απαισιοδοξία, σαν αυτή που υπάρχει και στο περίφημο ποίημα του Καβάφη το οποίο επιγράφεται «Τρώες». Μεταξύ άλλων λένε οι στίχοι: «Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία / Επάνω, εις τα τείχη, αρχίζει ο θρήνος».

Μετά την πτώση της Πόλης, το 1453, παρατηρείται ένα περίεργο φαινόμενο. Έχουμε βεβαίως θρήνους, έχουμε όμως και τραγούδια τα οποία δεν αποπνέουν απελπισία.
Κρύβουν μέσα τους ένα άρωμα αισιοδοξίας. Μεταδίδουν στον Ελληνισμό την ελπίδα ότι πάλι θα χαράξει η ημέρα της λευτεριάς.

Αυτό μπορεί κάποιος να το δει πολύ ξεκάθαρα στα λόγια του Γέρου του Μοριά.
Λέει ο καημένος ο Κολοκοτρώνης: «Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη, σε ολόκληρη την ελληνική φυλή απλώθηκε ένα βαθύ σκοτάδι. Και όσο περνούσε ο καιρός, το σκοτάδι γινόταν βαθύτερο. Η ώρα η πιο σκοτεινή της νυκτός είναι λίγο πριν ξημερώσει».

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι μέσα από αυτά τα τραγούδια, τα οποία αφηγούνταν τα μεγάλα δράματα του Ελληνισμού, έβγαινε ένα μήνυμα ελπίδας. Η ελπίδα αυτή ήταν που έσωσε το Γένος!

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Επομένως, ο θρύλος δεν είναι απαραίτητο να συνδέεται με την απώλεια και το πένθος γύρω από αυτή;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ:  Όχι, το πένθος δεν πρέπει να το αποκλείουμε! Λαός που δεν πενθεί δεν έχει ευαισθησίες. Ο θρήνος είναι αναγκαίος στη ζωή μας, όπως είναι και το κλάμα.

Αναφερόμενοι, λοιπόν, στους θρύλους της Αγίας Σοφίας, μπορούμε να πούμε ότι μέσα από το πένθος προκύπτει η ελπίδα.
Οι λαοί που δεν τιμούν τους νεκρούς δεν έχουν προοπτική επιβίωσης. Αυτό φαίνεται έντονα στη δική μας εποχή, όπου, π.χ., η ταφή των νεκρών έχει λάβει έναν χαρακτήρα τυπικότητας και κοσμικότητας, με αποτέλεσμα να έχει πάρει τη μορφή τυπικής διαδικασίας και όχι αυτής της σεμνής τελετής όπου, τιμώντας τον νεκρό, τιμάμε τη ζωή που έζησε και πρόκειται να ζήσει σε έναν άλλο κόσμο.

Η λαμπρότητα της Αγίας Σοφίας -όχι ως αρχιτεκτονήματος αλλά ως οράματος θρησκευτικού- έχει την αντανάκλασή της και στους τωρινούς καιρούς.

Υπήρξε η συμβολική αποτύπωση της Μεγάλης Ιδέας του ελληνικού έθνους, η οποία όμως, επειδή άγγιξε τα όρια της υπερβολής, στέρησε από το έθνος την έμπρακτη πραγμάτωσή του.

Ο Αυστριακός καγκελάριος Μέτερνιχ, λίγα χρόνια μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, είχε πει πως το μεγαλύτερο λάθος των Ελλήνων ήταν ότι δεν απελευθέρωσαν την πρωτεύουσά τους, εννοώντας φυσικά την Κωνσταντινούπολη.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Αθήνα, αφότου έγινε πρωτεύουσα και για μια εικοσαετία, δεν διέθετε κάποιο εντυπωσιακό κτίσμα. Οι απλοϊκοί αγωνιστές του 1821 πίστευαν ότι, όπου να ‘ναι, θα μεταφερθούν στην Κωνσταντινούπολη.
Οταν φτιάχτηκε το πρώτο μεγάλο κτίσμα στην πλατεία Συντάγματος, το οποίο υπάρχει ακόμη και σήμερα, οι αγωνιστές που το έβλεπαν ειρωνεύονταν τον κατασκευαστή και τον ιδιοκτήτη του, λέγοντας: «Τι το φτιάχνετε; Κοράκια θα έρθουν να το κατοικήσουν…»

Στο μυαλό τους είχαν ότι αργά ή γρήγορα θα μετοικίσουμε στην Πόλη. Αυτό το έλεγαν και το πίστευαν!

Η Μεγάλη Ιδέα υπήρχε στις ψυχές των αγωνιστών πριν από την Επανάσταση και αυτός που την καλλιέργησε ήταν ο Ρήγας Φεραίος με τη «Χάρτα» και τον «Θούριο».

Όσο για το τραγούδι της Αγια-Σοφιάς, αυτό τραγουδιόταν από γενιά σε γενιά στη μορφή που το κατέγραψε ο Νικόλαος Πολίτης.
Αν σβήσουμε όλα αυτά, είναι σαν να διαγράφουμε το ίδιο το μέλλον.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Σε ποιους άλλους θρύλους θα μπορούσαμε να αναφερθούμε, οι οποίοι είναι ισάξιοι μεταξύ τους;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Ενας άλλος θρύλος που παραμένει ζωντανός είναι αυτός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έως τα πρόσφατα χρόνια ήταν ζωντανός στην ελληνική ψυχή.

Σε όλα τα σχολικά βιβλία υπήρχε η παράδοση της αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που ρωτούσε τους ναυτικούς εάν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Η απάντηση που έπαιρνε ήταν: «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει».

Ο Αλέξανδρος και το θηρίο ήταν η πιο αγαπημένη παράσταση στον θίασο σκιών. Ακριβώς σχέση με την Αγία Σοφία δεν έχει, εντούτοις έχει με τον Διγενή Ακρίτα.

Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν αντικείμενο μελέτης σε όλη τη χιλιετή διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Διγενής δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα απείκασμα του μεγάλου Μακεδόνα στρατηλάτη.

Πέραν αυτού, μπορούμε να αναφέρουμε και έναν άλλο θρύλο. Σύμφωνα με αυτόν, κάποια στιγμή θα ανοίξει κάποια θύρα και θα εμφανιστεί ένας λευκοφορεμένος γέροντας, για να οδηγήσει και πάλι στον θρόνο τον βασιλέα.

Πρόκειται για τον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά. Θέλει όμως μεγάλη συζήτηση το πώς δημιουργήθηκε αυτός ο θρύλος.
Ο λαός μας, όντας σκλαβωμένος, έβλεπε διάφορες γλυπτές μορφές ή, σκάβοντας στα χωράφια, έφερνε στην επιφάνεια αγαλμάτινες μορφές, διαμορφώνοντας έτσι -με τη βοήθεια της φαντασίας- την πίστη ότι σε αυτή την κατάσταση βρίσκεται κάπου θαμμένος ο μαρμαρωμένος βασιλιάς.

Ωστόσο πίσω από αυτό τον θρύλο υπήρχε μια παλαιά παράδοση, σύμφωνα με την οποία στην κρίσιμη στιγμή ο βασιλιάς θα εξαφανιστεί και θα επανέλθει μετά την πάροδο πολλών ετών.

Εάν επιχειρήσουμε να σβήσουμε αυτές τις παραδόσεις, είναι σαν να διαγράφουμε το ίδιο το μέλλον. Το μέλλον δεν είναι τίποτε άλλο από το παρελθόν που εισέρχεται από άλλη πόρτα!

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   «Τι σημασία μπορούμε να προσδώσουμε στους θρύλους της Αγίας Σοφίας, έτσι ώστε να αποκτήσουμε ως έθνος και ένα επίκαιρο υπαρξιακό νόημα;»

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ:  Στην κατάσταση που βρισκόμαστε, δεν μπορούμε να αξιοποιήσουμε κανέναν θρύλο και καμία παράδοση!

Και αυτό επειδή η οικογενειακή, σχολική, θρησκευτική αλλά και γενικότερη παιδεία μας, είναι παιδεία εκχυδαϊσμού, συβαριτισμού, ευδαιμονισμού, που δεν επιτρέπει στα παιδιά να έχουν υψηλά οράματα.

Πρέπει να αλλάξουν όλα αυτά, για να ζωντανέψουμε στην ψυχή των παιδιών τους παλιούς θρύλους.

Οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα σεβαστικοί σε ό,τι μας κληροδότησαν οι παλαιότεροι.

 Ας έχουμε σταθερά υπόψη μας μια κρητική μαντινάδα:

«Των μπροστινών πατήματα, των πισινών γιοφύρια»!

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Καθ’ οδόν προς την Διακοσιετηρίδα: Για την Μάχη στην Αλαμάνα και την θυσία τού Αθανάσιου Διάκου (κείμενο: Σαρ. Καργάκου). Avvicinandosi all'anniversario di duecento anni dall’ Indipendenza; Alamana 22.04.1821: Il sacrificio di Atanasio Diakos (testo di S.Kargakos)

Ευχαριστώ τον αδελφό μου Γιώργο για την ιδέα και την αποστολή του σχετικού υλικού.

....................................
Ἀθανάσιος Διάκος, 22-24 Απριλίου 1821, Αλαμάνα.



[...] Ὁ Ὁμέρ Βρυώνης χώρισε τή δύναμή του σέ τρία µέρη. [...] Τό σχέδιό του πέτυχε ἀπολύτως. Ὁ Δυοβουνιώτης, ἀποκλεισμένος στό Δέμα, δέν προσέφερε καμμιά συνδρομή. Στή Χαλκομάτα ἔγινε σύγκρουση φοβερή ἀλλά ὁ Πανουργιᾶς τραυματίστηκε βαρειά καί οἱ ἄνδρες του µαζί µέ τούς λοιπούς καπετάνιους ὑποχώρησαν. Τότε εἶναι πού οἱ Τοῦρκοι ἀποκεφάλισαν τόν τραυματισµένο δεσπότη Σαλώνων Ἠσαΐα,[...] τόν ἀδελφό του ἱερομόναχο Παπαγιάννη κι ἕναν ἀνεψιό του. [...] Ὕστερα ὁ Ὁμέρ Βρυώνης ἔσμειξε τίς δυνάµεις του µέ αὐτές τοῦ Κιοσέ Μεχμέτ καί µαζί ἔρριξαν µιά δύναµη 8.000 ἀνδρῶν ἐναντίον τῆς δυνάµεως τοῦ Διάκου στήν Ἀλαμάνα [...] πού συνολικά οἱ ἱστορικοί τήν ὑπολογίζουν σέ 400-500 ἄνδρες, ἀπό τούς ὁποίους οἱ 200 κρατοῦσαν τή γέφυρα καί τό ἐκεῖ χάνι [...]. Ὁ Διάκος πολεμοῦσε μπροστά, ἀντιµετωπίζοντας τίς ἀλλεπάλληλες ἐπιθέσεις. Οἱ ἄνδρες δίπλα του καί μπροστά του ἔπεφταν λαβωμένοι ἤ σκοτωµένοι. Ὁ Βασίλης Μποῦσγος µέ δάκρυα τόν παρακαλοῦσε νά φύγει, γιατί ἡ ζωή του θά ἦταν χρήσιµη σέ ἄλλη περίσταση. Ὁ ἱπποκόμος του Μπισµπιρίγος ἔφερε τό ἄλογό του, τήν «Ἀστέρω», γιά νά ξεφύγει γρηγορώτερα. Ὁ Διάκος, ὡς νά εἶχε λάβει «λεωνίδειον» πνοή, ἀρνήθηκε λέγοντας: «Ὁ Διάκος δέν φεύγει· δέν ἐγκαταλείπει τούς συντρόφους του».

Ὑπῆρξε ἕνας ἱππότης τῆς αὐταπαρνήσεως. Τά ὅπλα του πυρακτώθηκαν· τό ξίφος του ἔσπασε ἀπό ἐχθρικό βόλι· τοῦ ἀπέμεινε ἡ λαβή· µιά ἄλλη σφαῖρα ἀχρήστεψε τό δεξιό ώμο του. Αἱμόφυρτος ἔπεσε στά χέρια τῶν Τσάµηδων [...] καί µέ ἕνα μουλάρι µεταφέρθηκε στή Λαμία. Ἡ λαϊκή μοῦσα τόν φαντάστηκε, καθώς ὁ Διάκος πορευό-ταν πρός τόν μαρτυρικό θάνατο, νά λέει τό ποιητικώτατο δίστιχο:
«Γιά ἰδές καιρό πού διάλεξε ὁ χάρος νά µέ πάρει,
τώρα π᾿ ἀνθίζουν τά κλαδιά καί βγάζει ἡ γῆ χορτάρι». [...]

Τήν ἑπομένη ὁ Διάκος, ἀγνώριστος, ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ παλαιοῦ γνωρίµου του Ὁμέρ Βρυώνη, ὁ ὁποῖος, ξέροντας τή φιλοτιµία τοῦ ἄνδρα, τόν ἐρώτησε ἔκπληκτος πῶς ἐπέτρεψε νά τόν πιάσουν. «Ἄν ἤξερα, ἀποκρίθηκε ὁ Διάκος, θά φύλαγα τό τελευταῖο φουσέκι γιά τόν ἑαυτό µου». Στή συζήτηση παρενέβη καί ὁ Κιοσέ Μεχμέτ πού τοῦ ἐπεσήμανε τό ἄσκοπο τοῦ Ἀγώνα· καί τοῦ συνέστησε νά προσχωρήσει σ᾽ αὐτούς. Σέ περίπτωση ἀρνήσεως τόν ἀπείλησε ὅτι θά τόν παλουκώσουν. Ἡ παράδοση διασώζει δύο ἀπαντήσεις τοῦ Διάκου: «Ἔχει κι ἄλλους σάν κι ἐμένα ὁ τόπος µου» καί: «Οὔτε σέ δουλεύω ( =ὑπηρετῶ), οὔτε καί σ᾿ ὠφελῶ, ἄν σέ δουλέψω».
Οἱ δύο Μουσουλμάνοι ἀξιωματοῦχοι, ἐκτιμώντας τό εὐθαρσές ἦθος τοῦ Διάκου, ἀποφάσισαν νά τόν κρατήσουν ὅμηρο, ἀλλά ἡ ἐπίμονη πίεση τοῦ Τούρκου ἄρχοντα τῆς Λαμίας, τοῦ Χαλίλ µπέη, τούς ἀνάγκασε νά συγκατατεθοῦν σέ µιά φρικτή θανά-τωση, ὥστε νά παραδειγματισθοῦν καί νά σωφρονισθοῦν οἱ ἐξεγερμένοι ραγιάδες. Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας ὁδηγήθηκε σέ µιά μάντρα, στή θέση ὅπου σήµερα ὑψώνεται ὁ ἀνδριάντας του. Ὁ Διάκος ἔφερε ἐπί τοῦ αἱμορραγοῦντος ὤμου του τό ὄργανο τοῦ μαρτυρίου του καί Ἀσιάτες Τοῦρκοι, ὡς εἰδικοί, τόν «ἐπασσάλωσαν». [...] Ὁ Διάκος πρίν ἐκπνεύσει ἀπευθύνθηκε στούς Ἀλβανούς, πού τόν ἤξεραν ἀπό τά Ἰωάννινα καί τούς εἶπε τά στερνά λόγια:
-«Δέν βρίσκεται κανένα παλληκάρι νά μοῦ ρίξει μιά πιστολιά, νά μέ γλιτώσει ἀπό τούς Χαλδούπηδες; [=Τοῦρκοι ἐκ τῆς Ἀσίας]».
«Καί ταῦτα εἰπών, ἐξέπνευσε», ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς γιά τόν Χριστό, πού σταυρώθηκε στήν ἴδια ἡλικία µέ τόν Διάκο. [...]
Ὁ Διάκος, µέ τή µαρτυρική του θυσία, τήν ὡραιότητα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός του, τήν ποιητική του εὐαισθησία, ἐνέπνευσε πολλούς συγγραφεῖς καί καλλιτέχνες. Ὑπῆρξε ὁ Λεωνίδας τῆς Ἐπαναστάσεως. [...] Ἡ Ἀλαμάνα, εἰδικά µετά τό μαρτυρικό θάνατο τοῦ Διάκου, ἔγινε σύμβολο θυσίας. Οἱ Θερμοπύλες τοῦ νεώτερου Ἑλληνισμοῦ. Γι’ αὐτό συχνά ἁπαντᾶται στούς στίχους νεοελλήνων ποιητῶν. Ἐνδεικτικά παραπέµπουµε στό Ποίημα «Ὁ δρόμος» τοῦ Ἀνδρέα Ἐμπειρίκου: «Ὅπως τά Σάλωνα, ὅπως ἡ γέφυρα τῆς Ἀλαμάνας, καθώς καί ἀπό ἄλλα µέρη ξακουστά». Ὅσο γιά τό περίφημο δίστιχο τοῦ Διάκου, «γιά δές καιρό πού διάλεξε...», ἔγινε σέ πανελλήνια ἔκταση ἡ πιό γνωστή ἔκφραση πού μᾶς κληροδότησε τό ’21. [...]
Ἀξίζει ἀκόμη νά σηµειωθεῖ ὅτι ἕνα ἀπό τά πρῶτα ἀντάρτικα τραγούδια, πού ἀκούστηκε στά βουνά τῆς Ρούμελης µετά τήν ἀνατίναξη τῆς γέφυρας στόν Γοργοπόταμο (φθινόπωρο 1942) περιεῖχε τό στίχο:
«Ὁ Γοργοπόταμος στήν Ἀλαμάνα στέλνει περήφανο Χαιρετισµό...».

ΔΙΑΚΟΣ







 «Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821», α΄ τόμος, σσ. 450-454