Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sarantos Kargakos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sarantos Kargakos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

«Κηφηνείον "Η Ωραία Ελλάς"»: παλιό αλλά επίκαιρο άρθρο του Σ. Καργάκου. Un vecchio articolo di Sarantos Kargakos (1937-2019}; sull educazione in Grecia ed i giovani.

Αναδημοσιεύουμε ένα παλιό άρθρο του Μεγάλου Δάσκαλου (όπως τον έχουμε αποκαλέσει) του φιλόλογου, αρθρογράφου και ιστορικού συγγραφέα Σαράντου Καργάκου (1937-2019}. Μας το υπέδειξε ο Γιώργος Κ. ΣΟΙΛΕΜΕΖΗΣ και τον ευχαριστούμε!  Είναι ένα βαρυσήμαντο άρθρο δωδεκαετίας, αλλά που για εμάς παραμένει, δυστυχώς για την παιδεία μας, ακόμα επίκαιρο...

....................


Κηφηνείον «Η Ωραία Ελλάς»

του Σαράντου Καργάκου

    Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία. Διαφωνώ. Εδώ καί τριάντα χρόνια είναι η …εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νεοσουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδόθησαν σε μία χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία, εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων», παιδιών δηλαδή πού δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμμιά εργασία από αυτές πού ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές…

Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ» πού κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή πού ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής πού έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι’ αυτό τουμπάραμε… Κάποτε, ακόμη κι από τις στήλες του περιοδικού αυτού, πού δεν είναι πολιτικό με την ευτελισμένη έννοια του όρου, έγραφα πώς η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν.

Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ’ όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White color workers». Έτσι σήμερα το πιο φτηνό εργατικό καί υπαλληλικό δυναμικό είναι οι πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον ΟΤΕ ως έκτακτοι τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη καί διδακτορικά! Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, πού πιστεύουν ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής.

Παρ’ όλο πού γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!) οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους.

Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ’ ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμμιά δεξιότητα, εκτός από την ραθυμία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσουμε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία. Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πώς να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά. Δεν τα μαθαίνει πώς να σκέπτονται αλλά με τί να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο. Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής-βλάξ πού καταπίνει σελίδες σαν χάπια καί πού θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό. Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό καί ως λόγος καί ως περιεχόμενο.

Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό» πού πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Που πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή; Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς». Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά. Ακούω πώς δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πως να πάει, όταν με τη ναυτιλία πού προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα πού προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τί είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε την θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως; Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια καί οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου -καί μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα- απαιτούν τετραετία! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες πού ζητούν τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας -πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές- πού προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Πού θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά;

Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς. Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών πού την δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία πού ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής. Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών.

Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία-θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» καί υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού. Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με «Κέντρα Πολιτισμού», οπού «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου! Το μπουκάλι με το ουίσκι βαπτίστηκε … αγροτικό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη» χτυπάμε το κεφάλι μας. Και πού να φθάσουν τα «εξ Ανατολής» σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flen-tium (-κοιλάς κλαυθμώνων) καί θα κινείται quasi osculaturium inter flen-tium (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως καί οδύνης).

Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας πού θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως καί την παιδεία πού εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος άχρηστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της. Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη καί η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά! 

 Είναι θλιβερή η εικόνα πού παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά, θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια. Όταν μικροί -ακόμη στο Δημοτικό- μαθαίναμε απ’ έξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;) δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στην μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβονται πίσω από τη σκιά τους. «Αισχρόν γαρ δη τούτο… κείσθαι πρόσθε νέων άνδρα παλαιότερον».

Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων πού κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών πού θυμίζουν… Ελλάδα. Ακόμη καί τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν! Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν πού προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια». Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κώνειου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς. Έπρεπε να ζούσε τώρα…

Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της -δικαιώματα στην τεμπελιά- και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον. Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη.

 

ΠΗΓΗ 


Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Ο Μέγας Δάσκαλος Καργάκος για την Αγία Σοφία, τον συμβολισμό, τους θρύλους και την σημασία της (από μια παλιά συνέντευξί του). Santa Sofia, il suo simbolismo, la sua leggenda e il suo significato (da una vecchia intervista di S. Kargakos, Gran Maestro non ufficiale della Grecità/Romiossini). Hagia Sophia, its symbolism, its legend and significance (from an old interview of S. Kargakos, unoff. Grand Master of the Modern Greece).

“..Mές στήν Ἁγιά Σοφιά ... καί εἶχα λαχτάρα νά πέθαινα ἐκεῖ πού βρισκόμουν, ἀνεβαίνοντας ψηλά στό γυναικωνίτη τῆς Ἁγιά-Σοφιᾶς…» 
Ίων Δραγούμης, Ιούνιος 1907 (Απόσπασμα από αδημοσίευτο ημερολόγιο) 

«Σήμερα έγινε η πραγματική άλωση της Πόλης. Αν ακούσω ότι τα ψηφιδωτά (ΣΣ της Αγίας Σοφίας) έχουν δακρύσει, δεν θα εκπλαγώ, ούτε θα ρωτήσω για ποιο λόγο χτυπούν πένθιμα οι καμπάνες…» 
Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Ιούλιος 2020
 >>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
 

Καργάκος:  
Ζωντανοί οι θρύλοι τής Αγια-Σοφιάς
Συνέντευξη στην εφημ. «Ορθόδοξη Αλήθεια» (Ιανουάριος 2016)


ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Πολλές φορές επανέρχεται στο επίκεντρο της ιστορικής έρευνας ο προβληματισμός σχετικά με τους θρύλους της Αγίας Σοφίας και την εθνική σημασία τους. Πόσο αναγκαίο κρίνετε ότι είναι αυτό σήμερα;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Ο ελληνικός λαός σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση πτώσεως -για να μην πω καταπτώσεως- και χρειάζεται τα αναγκαία εμψυχωτικά σύμβολα.

Οσο και αν λέμε ότι κάποια πράγματα έχουν σχέση με τον θρύλο, οφείλω να τονίσω πως ό,τι είναι θρύλος δεν συνεπάγεται ότι είναι ψέμα!

Ο θρύλος που έχει την ισχυρότερη διεισδυτικότητα είναι αυτός που συνδέεται με την Αγία Σοφία.

Η Αγια-Σοφιά, όπως συνηθίζει να τη λέει ο λαός, είναι για τον ελληνικό ορθόδοξο κόσμο κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν ο Παρθενώνας για την αρχαία Αθήνα. Υπάρχει, μάλιστα, και μια συμβολική σύνδεση:
Οι αρχαίοι πρόγονοί μας ονόμαζαν την Αθηνά «πρόμαχο», ενώ στους ψαλμούς αποκαλούμε την Παναγία, που υπερασπιζόταν την Κωνσταντινούπολη, «Υπέρμαχο Στρατηγό».

Στην Αγία Σοφία τελούνταν η λατρεία προς τη σοφία του Θεού, ωστόσο η κυρίαρχη μορφή ακόμη και σήμερα, παρά την καταστροφή, είναι η Παναγία σε διάφορες στάσεις.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Η Αγία Σοφία, σε αντιδιαστολή με τον Παρθενώνα, κατάφερε να έχει μεγαλύτερη διάρκεια μέσα στο συλλογικό φαντασιακό του ελληνικού έθνους;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Σαφώς, έτσι είναι, αφού μιλάμε για διάρκεια ζωντανής παρουσίας πάνω από 1.500 χρόνια μέσα στην ψυχή του ελληνικού λαού.

Ο Παρθενώνας δεν παύει να είναι ένα παγκόσμιο σύμβολο αρμονίας και ομορφιάς, κάτι που τον καθιστά ένα προσκυνηματικό κέντρο κάθε πολιτισμένου ανθρώπου σε όλο τον πλανήτη. Δεν είναι ιστορικά επιτρεπτό να προχωράμε σε συγκρίσεις.

Και τα δύο μνημεία ανάγονται σε ιστορικές εποχές και υπάρχει, ασφαλώς, ιστορική σύνδεση.
Και αυτό επειδή οι άνθρωποι που έφτιαξαν τον Παρθενώνα έχουν μια καταβολική προέκταση προς τους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι με τη σειρά τους κατασκεύασαν την Αγία Σοφία.
Μεταξύ των δύο ναών υπάρχει μια ομοιότητα την οποία δεν είναι εύκολο να διακρίνουμε. Πρόκειται για την αρμονία των γραμμών.
Και σε αυτή την περίπτωση δεν είναι το μέγεθος που εντυπωσιάζει, αλλά η αρμονία και η χάρη είναι τα στοιχεία που κερδίζουν το βλέμμα και τον θαυμασμό.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Το εξαιρετικό από άποψη αρχιτεκτονικής σύλληψης και ανέγερσης οικοδόμημα της Αγίας Σοφίας μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι, ως δημιούργημα, δεν είναι ποτέ δυνατό να επαναληφθεί σε μελλοντικό χρόνο;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Δεν μπορώ να εκφράζομαι με απολυτότητα. Στη μορφή που υπάρχει, αλλά και στη μορφή που λειτούργησε για εκατοντάδες χρόνια αποτέλεσε το λαμπρότερο μνημείο του χριστιανικού κόσμου. Ο,τι φτιάχτηκε στη συνέχεια στη Δύση έγινε με βάση το πώς θα υπερκερασθεί σε μέγεθος η Αγία Σοφία.

Ο,τι μπορεί να είναι τεράστιο σε μέγεθος δεν σημαίνει ότι θα είναι τεράστιο και σε αισθητική αξία. Εχω μείνει έκπληκτος από τα αριστουργήματα, π.χ., του Μπρουνελέσκι στη Φλωρεντία ή τον ναό του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη ή τον καθεδρικό ναό στην Κολονία, αλλά οφείλω να ομολογήσω -ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις μου- ότι οι ναοί αυτοί δεν μου πρόσφεραν το δέος που μου προκαλεί η Αγία Σοφία.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Ως προς το θέμα των θρύλων της Αγίας Σοφίας, πόσο σωστά ταξινομημένο είναι το σχετικό υλικό όχι μόνο για έναν ιστορικό, αλλά και για όποιον επιθυμεί να αποκτήσει μεγαλύτερη γνώση;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Αυτό έχει γίνει και εξακολουθεί να συμβαίνει, επειδή η Αγία Σοφία δεν είναι ένα θέμα που από ερευνητικής άποψης έχει εξαντληθεί. Η μελέτη της Αγίας Σοφίας θα αποτελεί αντικείμενο έρευνας και στους υπόλοιπους αιώνες.

Έχω αφιερώσει πολύ χρόνο στη μελέτη του όλου θέματος. Μπορώ να πω ότι κατάφερα να συγκεντρώσω στοιχεία ακόμη και για τους τομείς της αρχιτεκτονικής και της διακόσμησης της Αγίας Σοφίας.
Το ενδιαφέρον μου δεν περιορίστηκε στο παρελθόν, αλλά προχώρησα και στη συμπλήρωση πληροφοριών για το έργο συντήρησής του κατά τους νεότερους χρόνους.
Αυτό, μάλιστα, επιτεύχθηκε χάρη στις επιστημονικές παρεμβάσεις ξένων συντηρητών και αρχαιολόγων, τους οποίους χρησιμοποίησε τόσο το οθωμανικό όσο και το κεμαλικό καθεστώς.

Γι’ αυτούς, άλλωστε, η Αγία Σοφία είναι μια χρυσοφόρος φλέβα, αφού η συντήρησή της αποφέρει τεράστια ποσά κάθε χρόνο στο τουρκικό κράτος.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Ποιους θεωρούμε σημαντικότερους θρύλους της Αγίας Σοφίας;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Για την παρούσα δύσκολη κατάσταση που περνά σήμερα ο Ελληνισμός ταιριάζει το περίφημο δημοτικό «Πάλι με χρόνια και καιρούς, πάλι δικιά μας θα ‘ναι».

Σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι πριν από την πτώση της Πόλης είχαμε μια σειρά θρηνητικών ασμάτων, τα οποία προέλεγαν την πτώση της Κωνσταντινούπολης.
Δεν θα τα χαρακτηρίσω τραγουδίσματα, ο πιο σωστός ορισμός είναι μάλλον μοιρολόγια. Αυτά απέπνεαν μια απαισιοδοξία, σαν αυτή που υπάρχει και στο περίφημο ποίημα του Καβάφη το οποίο επιγράφεται «Τρώες». Μεταξύ άλλων λένε οι στίχοι: «Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία / Επάνω, εις τα τείχη, αρχίζει ο θρήνος».

Μετά την πτώση της Πόλης, το 1453, παρατηρείται ένα περίεργο φαινόμενο. Έχουμε βεβαίως θρήνους, έχουμε όμως και τραγούδια τα οποία δεν αποπνέουν απελπισία.
Κρύβουν μέσα τους ένα άρωμα αισιοδοξίας. Μεταδίδουν στον Ελληνισμό την ελπίδα ότι πάλι θα χαράξει η ημέρα της λευτεριάς.

Αυτό μπορεί κάποιος να το δει πολύ ξεκάθαρα στα λόγια του Γέρου του Μοριά.
Λέει ο καημένος ο Κολοκοτρώνης: «Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη, σε ολόκληρη την ελληνική φυλή απλώθηκε ένα βαθύ σκοτάδι. Και όσο περνούσε ο καιρός, το σκοτάδι γινόταν βαθύτερο. Η ώρα η πιο σκοτεινή της νυκτός είναι λίγο πριν ξημερώσει».

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι μέσα από αυτά τα τραγούδια, τα οποία αφηγούνταν τα μεγάλα δράματα του Ελληνισμού, έβγαινε ένα μήνυμα ελπίδας. Η ελπίδα αυτή ήταν που έσωσε το Γένος!

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Επομένως, ο θρύλος δεν είναι απαραίτητο να συνδέεται με την απώλεια και το πένθος γύρω από αυτή;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ:  Όχι, το πένθος δεν πρέπει να το αποκλείουμε! Λαός που δεν πενθεί δεν έχει ευαισθησίες. Ο θρήνος είναι αναγκαίος στη ζωή μας, όπως είναι και το κλάμα.

Αναφερόμενοι, λοιπόν, στους θρύλους της Αγίας Σοφίας, μπορούμε να πούμε ότι μέσα από το πένθος προκύπτει η ελπίδα.
Οι λαοί που δεν τιμούν τους νεκρούς δεν έχουν προοπτική επιβίωσης. Αυτό φαίνεται έντονα στη δική μας εποχή, όπου, π.χ., η ταφή των νεκρών έχει λάβει έναν χαρακτήρα τυπικότητας και κοσμικότητας, με αποτέλεσμα να έχει πάρει τη μορφή τυπικής διαδικασίας και όχι αυτής της σεμνής τελετής όπου, τιμώντας τον νεκρό, τιμάμε τη ζωή που έζησε και πρόκειται να ζήσει σε έναν άλλο κόσμο.

Η λαμπρότητα της Αγίας Σοφίας -όχι ως αρχιτεκτονήματος αλλά ως οράματος θρησκευτικού- έχει την αντανάκλασή της και στους τωρινούς καιρούς.

Υπήρξε η συμβολική αποτύπωση της Μεγάλης Ιδέας του ελληνικού έθνους, η οποία όμως, επειδή άγγιξε τα όρια της υπερβολής, στέρησε από το έθνος την έμπρακτη πραγμάτωσή του.

Ο Αυστριακός καγκελάριος Μέτερνιχ, λίγα χρόνια μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, είχε πει πως το μεγαλύτερο λάθος των Ελλήνων ήταν ότι δεν απελευθέρωσαν την πρωτεύουσά τους, εννοώντας φυσικά την Κωνσταντινούπολη.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Αθήνα, αφότου έγινε πρωτεύουσα και για μια εικοσαετία, δεν διέθετε κάποιο εντυπωσιακό κτίσμα. Οι απλοϊκοί αγωνιστές του 1821 πίστευαν ότι, όπου να ‘ναι, θα μεταφερθούν στην Κωνσταντινούπολη.
Οταν φτιάχτηκε το πρώτο μεγάλο κτίσμα στην πλατεία Συντάγματος, το οποίο υπάρχει ακόμη και σήμερα, οι αγωνιστές που το έβλεπαν ειρωνεύονταν τον κατασκευαστή και τον ιδιοκτήτη του, λέγοντας: «Τι το φτιάχνετε; Κοράκια θα έρθουν να το κατοικήσουν…»

Στο μυαλό τους είχαν ότι αργά ή γρήγορα θα μετοικίσουμε στην Πόλη. Αυτό το έλεγαν και το πίστευαν!

Η Μεγάλη Ιδέα υπήρχε στις ψυχές των αγωνιστών πριν από την Επανάσταση και αυτός που την καλλιέργησε ήταν ο Ρήγας Φεραίος με τη «Χάρτα» και τον «Θούριο».

Όσο για το τραγούδι της Αγια-Σοφιάς, αυτό τραγουδιόταν από γενιά σε γενιά στη μορφή που το κατέγραψε ο Νικόλαος Πολίτης.
Αν σβήσουμε όλα αυτά, είναι σαν να διαγράφουμε το ίδιο το μέλλον.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   Σε ποιους άλλους θρύλους θα μπορούσαμε να αναφερθούμε, οι οποίοι είναι ισάξιοι μεταξύ τους;

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ: Ενας άλλος θρύλος που παραμένει ζωντανός είναι αυτός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έως τα πρόσφατα χρόνια ήταν ζωντανός στην ελληνική ψυχή.

Σε όλα τα σχολικά βιβλία υπήρχε η παράδοση της αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που ρωτούσε τους ναυτικούς εάν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Η απάντηση που έπαιρνε ήταν: «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει».

Ο Αλέξανδρος και το θηρίο ήταν η πιο αγαπημένη παράσταση στον θίασο σκιών. Ακριβώς σχέση με την Αγία Σοφία δεν έχει, εντούτοις έχει με τον Διγενή Ακρίτα.

Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν αντικείμενο μελέτης σε όλη τη χιλιετή διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Διγενής δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα απείκασμα του μεγάλου Μακεδόνα στρατηλάτη.

Πέραν αυτού, μπορούμε να αναφέρουμε και έναν άλλο θρύλο. Σύμφωνα με αυτόν, κάποια στιγμή θα ανοίξει κάποια θύρα και θα εμφανιστεί ένας λευκοφορεμένος γέροντας, για να οδηγήσει και πάλι στον θρόνο τον βασιλέα.

Πρόκειται για τον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά. Θέλει όμως μεγάλη συζήτηση το πώς δημιουργήθηκε αυτός ο θρύλος.
Ο λαός μας, όντας σκλαβωμένος, έβλεπε διάφορες γλυπτές μορφές ή, σκάβοντας στα χωράφια, έφερνε στην επιφάνεια αγαλμάτινες μορφές, διαμορφώνοντας έτσι -με τη βοήθεια της φαντασίας- την πίστη ότι σε αυτή την κατάσταση βρίσκεται κάπου θαμμένος ο μαρμαρωμένος βασιλιάς.

Ωστόσο πίσω από αυτό τον θρύλο υπήρχε μια παλαιά παράδοση, σύμφωνα με την οποία στην κρίσιμη στιγμή ο βασιλιάς θα εξαφανιστεί και θα επανέλθει μετά την πάροδο πολλών ετών.

Εάν επιχειρήσουμε να σβήσουμε αυτές τις παραδόσεις, είναι σαν να διαγράφουμε το ίδιο το μέλλον. Το μέλλον δεν είναι τίποτε άλλο από το παρελθόν που εισέρχεται από άλλη πόρτα!

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:   «Τι σημασία μπορούμε να προσδώσουμε στους θρύλους της Αγίας Σοφίας, έτσι ώστε να αποκτήσουμε ως έθνος και ένα επίκαιρο υπαρξιακό νόημα;»

Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΣ:  Στην κατάσταση που βρισκόμαστε, δεν μπορούμε να αξιοποιήσουμε κανέναν θρύλο και καμία παράδοση!

Και αυτό επειδή η οικογενειακή, σχολική, θρησκευτική αλλά και γενικότερη παιδεία μας, είναι παιδεία εκχυδαϊσμού, συβαριτισμού, ευδαιμονισμού, που δεν επιτρέπει στα παιδιά να έχουν υψηλά οράματα.

Πρέπει να αλλάξουν όλα αυτά, για να ζωντανέψουμε στην ψυχή των παιδιών τους παλιούς θρύλους.

Οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα σεβαστικοί σε ό,τι μας κληροδότησαν οι παλαιότεροι.

 Ας έχουμε σταθερά υπόψη μας μια κρητική μαντινάδα:

«Των μπροστινών πατήματα, των πισινών γιοφύρια»!