Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεόδωρος Ντόρρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεόδωρος Ντόρρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Χριστουγεννιάτικη λογοτεχνία; «Χωρίς πατέρα»: Ένα ..παλαιοημερολογήτικο πεζοτράγουδο του Θ. Ντόρρου (1895 - 1945), σε λυρική παραλλαγή ."Senza padre": una vecchia piu di un secolo poesia in prosa di Theodoros Dorros), in una variazione lirica di A.S.For Orthodox Christmas: "Fatherless": an inedited prose poem by Theodore Dorros, (in a lyrical variation by Admin.).


Απλά, ένα ανέκδοτο κείμενο ("πεζοτράγουδο" ή μάλλον ορθότερα: 

πεζόμορφο ποίημα) του Θεοδώρου Ντόρρου (1895 – 1945).

 

"ΧΩΡΙΣ ΠΑΤΕΡΑ"

Κείμενο του Θ. Ντόρρου άγνωστο για την Νεοελληνική Φιλολογία μέχρι να το ανακαλύψει προ δωδεκαετίας ο εξαίρετος εραυνητής, και καλβιστής, Σπύρος Παππάς (δημοσίευσι στο περ. Οροπέδιο, το 2014). Δεν είναι το μοναδικό πεζοτράγουδο που έχει γράψει ο θεωρούμενος υπερρεαλιστής ποιητής τής μιας και μόνης ποιητικής συλλογής “Στου γλυτωμού το χάζι”, γνωστής στο Ιστολόγιό μας. Έχουν βρεθεί τουλάχιστον δύο πεζοτράγουδα πρίν την εγκατάστασί του στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1929 και όλα παρέμεναν ανέκδοτα, αλλά αυτό που αναδημοσιεύουμε σήμερα, φαίνεται πως άν και δεν είναι το πρώτο που συνέθεσε, είναι οπωσδήποτε απο τα πιο πρώιμα κείμενα αυτής της ποιητικής περιόδου του ιδιόρρυθμου Ελληνοαμερικανού. Απο την σχετική έρευνα στα χειρόγραφα ο προαναφερθείς νεοελληνιστής (συγγραφέας και μεταφραστής) Σπύρος Παππάς διαπιστώνει οτι ήταν προορισμένο γιὰ δημοσίευσι σὲ κάποιο ἔντυπo τῆς ελληνικής εν Η.Π.Α. Ομογένειας. Βρέθηκε δακτυλογραφημένο, υπογεγραμμένο και με την ημερομηνία 24.11.1924.

 


Να θυμίσω πως το συγκεκριμένο έτος 1924 (εκτός απο έτος ...ίδρυσης της Α.Ε.Κ.), είναι το ΠΡΩΤΟ ΕΤΟΣ της αλλαγής του Ημερολογίου απο την ελλαδική Εκκλησία (ταυτίστηκε με το πολιτικό ημερολόγιο απο τις 23 Μαρτίου 1924). Επομένως εκείνα τα Χριστούγεννα του 1924, επρόκειτο να γίνουν τα πρώτα στην Ελλάδα που θα εορταζόντουσαν με το Νέο, το λεγόμενο Γρηγοριανό Ημερολόγιο...

 

Κλείνοντας το εισαγωγικό, οφείλω να υπογραμμίσω την λεπτομέρεια-παραδοξότητα: Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες και τα Πατριαρχεία που διατήρησαν το Ιουλιανό ημερολόγιο (Ρωσίας, Γεωργίας, Σερβίας, η Αρχιεπισκοπή Αχρίδος της Βουλγαρίας, οι Ορθόδοξοι Κόπτες, το Όρος Σινά και όλες οι μονές και οι σκήτες του Αγίου Όρους) δεν θεωρούνται παλαιοημερολογίτες. 


 

Χ Ω Ρ Ι Σ  Π Α Τ Ε Ρ Α


Παίρνει ὁ άνεμος και ἡ βροχὴ το λουλούδι,

το όμορφο, το μικρό, που μόλις

ανοίγει απ’ το μπουμπούκι,

και το πετά στη λάσπη·

Σπάζει ἡ φωληὰ και πέφτει

το μοναχό πουλάκι, αδύνατο στο χώμα

και ξεψυχά· Και έρχεται ὁ χάρος

και ἁρπάζει τον πατέρα

ἀφίνοντας αλύπητα τη μάννα

με τα ορφανά της.


Γιατί γίνονται ὅλα αυτὰ

ούτε ξέρουμε ούτε

μπορούμε

να τα προλάβουμε.

Ἕνα μόνο είναι αλήθεια ὅτι μας φέρνουν λύπη

μεγάλη, και πατούμε στο νερὸ

για να σηκώσουμε το λουλούδι,

και βγαίνομε απ’ το δρόμο μας

για να σώσουμε το πουλάκι,

και κάνουμε ὅ,τι καλούμε φιλανθρωπία

για ν’ ανακουφίσουμε τ’ ορφανό.

Και ὁ πιό απαθής απο μάς

ὅσο σκληρή καρδιὰ και νά ’χει,

σὰν δῇ την ορφάνια και τη δυστυχία

να βασανίζουν μικρά πλασματάκια

θα κάμῃ κάτι για να τους χαρίσει

μιὰ αχτίδα ζωής.


Εμείς ὅμως

ζούμε μέσα σε κύκλο διαφορετικὸ

χωρὶς

να βλέπουμε το μικρὸ

αρφανό μέσα στην παγωμένη τρώγλη

να στρυμώχνεται απ’ το κρύο

στην αγκαλιά της άρρωστης μάννας του.

Δὲν ξέρουμε πως άλλο

απο το κουρελιασμένο φόρεμα

που του έρραψε ἡ μάννα του

απο το τελευταίο της

ράκος δέν έχει να φορέσῃ,

ούτε το βλέπουμε νηστικὸ

να προσπαθή να το κοιμήσῃ

ἡ φτωχή του μάννα βρέχοντάς το

με τα δάκρυά της – τα μόνα διαμάντια

της ψυχής της που ’μπορεί να του δώση.


Και ὅταν

την παραμονὴ του Χριστού με ὑγεία,

με χαρὰ και με αφθονία είμαστε ὅλοι

ευτυχισμένοι δὲν θα ἠθέλαμε να ξέρουμε

πως την ίδια ὥρα το μικρὸ αρφανό, αδύνατο

να παλέση τὰ βαρειὰ χέρια της αρρώστιας

που έμπασαν στην αθλία του

στέγη το ψύχος και ἡ πείνα,

παραδίδεται στο θάνατο

για να μὴν ὑποφέρη πιά,

αλλά και χωρὶς νὰ έχῃ ’δή

τη ζωὴ που εμείς αγωνιζόμαστε τόσο

να κρατήσουμε.

 

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΝΤΟΡΡΟΣ  (1924)

 

[Για την allegendly lyrical διασκευή:


Αλέξανδρος Σοϊλεμέζης]


................................................

Κύρια βιβλιογραφική ΠΗΓΗ:

Σπύρος Ν. Παππάς, «Ένα πρώιμο, ανέκδοτο πεζοτράγουδο του Θεόδωρου Ντόρρου: "Χωρίς Πατέρα" (1924)», περ. Οροπέδιο, τχ. 14 (Φθινόπωρο-Χειμώνας 2014), σ. 422-437.

 

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

"Δυσεύρετοι οι πολιτικοί στου Γλιτωμού το Χάζι": Δύο κέντρωνες με δεκαπεντασύλλαβους στίχους απο την ποίησι του Θ. Ντόρρου. Cogliendo 15sillabi nella raccolta “Stu Glitomu To Hasi” di Teodoros Dorros.

Δυσεύρετοι οι πολιτικοί στου Γλιτωμού το Χάζι:   Δύο δεκατετράστιχοι κέντρωνες με δεκαπεντασύλλαβους στίχους απο την ποίησι του Θ. Ντόρρου.
(ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ;)
 Το Ιστολόγιο για μια ακόμη φορά θα φιλοξενήση κάτι σχετικό με τον θεωρούμενο πρωτοπόρο ποιητή του νεοελληνικού μοντερνισμού, αλλά οπωσδήποτε ελάχιστα γνωστόν στο ευρύτερο κοινό, Θεόδωρο Ντόρρο. Δεν είναι δυσεξήγητο. Ο διαχειριστής του Νέου Παλαμήδη έχει …προηγούμενα με τον ιδιόρρυθμο και κάπως παράδοξο Ελληνοαμερικανό ποιητή. Το 1994 είχε λάβει μέρος, ως εισηγητής, στο Διεθνές Συμπόσιο για τον «ευρωπαϊκό και νεοελληνικό υπερρεαλισμό» που έγινε στην Aθήνα. Το θέμα που είχε αναπτύξει ήταν η περίπτωσι του Θ. Ντόρρου ή κάπως έτσι. Εν τούτοις, τα χειρόγραφα της μελέτης του τα έσκισε –ή τα καταχώνιασε κάπου και τα έχασε;-- μετά από την τραυματική εμπειρία που του επεφύλαξε η επι τόπου απαξιωτική κριτική του Πανεπιστημιακού Καθηγητή Ν.Β…
(ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΗ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΜΕ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΥΣ;)
Προϊόν λοιπόν ψυχολογικών απωθημένων, αλλά και υπερρεαλιστικού πειραματισμού --ή έστω παραφιλολογικής εκκεντρικότητας-- είναι τα δύο "δεκατετράστιχα", τα οποία δεν είναι άλλο, βέβαια, απο ποιητικά κολλάζ με ατόφιους στίχους απο την ποιητική συλλογή του Ντόρρου "Στου γλιτωμού το χάζι". Αλλά, προσοχή! Το επιλεχθέν υλικό για αυτούς τους δύο παράδοξους "κέντρωνες" είναι στίχοι δεκαεντασύλλαβοι. Και μάλιστα ιαμβικοί! Ό,τι παραδοσιακότερο, δηλαδή, θα μπορούσε κανείς να επιθυμήση. Εκεί λοιπόν παραπέμπει το δίσημον "πολιτικοί" του τίτλου.
Και μπορεί μεν ούτε το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα αυτής της συγκολλητικής μεθόδου απο τον υποφαινόμενο να μην αποδεικνύεται και ιδιαίτερα σπουδαίο, ούτε ενδεχομένως και οι 28 δεκαπεντασύλλαβοι να αξίζουν το παραδοσιακό όνομα "πολιτικοί" στο σύνολό τους (π.χ. δεν έχουν άπαντες την επιθυμητή τομή στην 8η συλλαβή), αλλά πάντως όλοι τους προέρχονται απο το ποιητικό σώμα της συλλογής αυτούσιοι ή όντας εγκιβωτισμένοι επι του ίδιου στίχου και ακέραιοι. Δεν τους κατασκεύασα εγώ εκ των υστέρων, αναδιατάσσοντας λ.χ. δύο ημιστίχια παρμένα απο διαδοχικούς στίχους, έναν οκτασύλλαβο και έναν επτασύλλαβο, απο τα ποιήματα της εν λόγω συλλογής.
(ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Ή ΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΟΣ ΣΤΙΧΟΣ;)
Μετα την παρούσα όχι απλώς χάριν παιδιάς παρουσίασι/έρευνα του υποφαινομένου, και απο όσα ακόμη θα έχουν την ευκαιρία –ελπίζω- οι επισκέπτες φίλοι του Νέου Παλαμήδη να διαπιστώσουν σε προσεχή ανάρτησί του σχετικά με το ίδιο ζήτημα, η άποψι πολλών εγκύρων κατά τα άλλα νεοελληνιστών/μελετητών περι «ελευθέρου στίχου» στον Ντόρρο καταρρίπτεται.


Ι
ΤΟ ΠΑΦΛΑΣΜΑ ΤΗΣ ΛΑΣΠΗΣ

Ξεχάστε τις αντίζωες του πίθηκου αξίες
εκείνες που θα ήταν επικίνδυνες μονάχες
- γιατι οι αληθινές δεν φανερώνονται σε κόσμο-
οι μυρουδιές, τα χρώματα, τα σχήματα κι ουσίες

που καρτερούν αμίλητες τον ερχομό του ήλιου:
το μόνο που κρατάει στη ζωή τέτοιους ανθρώπους
πού ‘χει η πάστα τους ξαναγινεί απ’ το χρήμα.
Η τελευταία μας αριστοκρατική φρεσκάδα

και μαρτυρούν επίσημα οι σκελετοί του πόνου.
Δεν ξέρει έπειτα ποτέ να θέλει τη ζωή του
(και σώθηκε απ’ το λάθος που την έσερνε στα ξένα)

το σώμα του, τα μέταλλα, τα μάτια τους, τα πιάτα,
κατάδικο σ’ ανήθικη συνέχεια κατάντιας.
Και ξαναρχίζει χτυπητό το πάφλασμα της λάσπης.


ΙΙ
ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΥ ΝΑ ΖΗΣΩ

Έτσι ξαλάφρωνα απ’ την επίσημη μιζέρια.

Σ’ ανοίγματα φωταδερά οι πρωινές ελπίδες.

Ποτέ δεν έτυχε να είμ’ εγώ σε κάποιο μέρος
--τον τελευταίο πυρετό της σάρκας θα δροσίζει.
Οι εκλεκτοί  του τραγουδιού ανοίγουν τα καινούρια
τα φίλτρα που κολλούν στα γινομένα τη ζωή μας,
βαλμένα στους ορίζοντες που κάνουμε μαζί της
και λίγο λίγο ανάβουνε στο φούντωμα του γέλιου:
(ακόμα ούτε όσοι σταματάνε τη βραδιά τους,
που ολωνώνε η ζωή βαραίνει την ψυχή μου)
δυνάμωσε και πέρασε αφήνοντας την πίκρα.

Κι εγώ θα πήγαινα να βρώ τον πιο καλό μου φίλο.
Θα πρόφταινα να δώ θαμπά στο μουσκεμένο φώς του…

Δε με χωρούν οι τόποι σας. Δεν ξέρω πού να ζήσω.





Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Ένα ποίημα για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης και τους Πρόσφυγες. La poesia “Nessuna voce” di Teodoro Dorros (1930) come dedica ai Profugi e alla Giornata Mondiale di Poesia. A poem by Theodoros Dorros; as a tribute for the World Poetry Day and the refuges.

Αφού ο εφετινός ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης σχεδιάστηκε να αναδείξη το προσφυγικό θέμα, ας αφιερώσουμε κι εμείς εδώ στον "Νέο Παλαμήδη" ένα ποίημα, καταλλήλως επιλεγμένο, ενός από τους πρωτοπόρους ποιητές του νεοελληνικού μοντερνισμού –ή κατά πολλούς και του υπερρεαλισμού—του Θεόδωρου Ντόρρου (1895 - 1954).
Για αυτόν τον ιδιόρρυθμο και παράδοξο Ελληνοαμερικανό τής μιας και μόνης ποιητικής συλλογής, ίσως μας δοθή η ευκαιρία να επανέλθουμε.

.......................................






Καμιά φωνή


Δέ με χωρούν οι τόποι σας.
Ούτ’ οι χαρές σας ούτ’ ο πόνος μου.
Δέν είναι δυνατό μου να ζώ κάθε στιγμή ο ίσιος σας.
Σας θάβω και με θάβετε.
Κι η ασχήμια του πεθαμού σας λυπητερότερη απ’ το
θάνατο.
Κουβέντες μόνο
απ’ τα ψηλώματα του νού.
Τέτοιες, που σβήνουν κάθε «πιο αληθινό»'
με στεναγμούς υπομονής,
και μ’ ομορφιές ελπίδας του αδύνατου.
Πάντα το άγνωστο, η μοίρα και το μέλλον.
Με διώχνει από παντού ο ξαφνιασμός μου:
Γιατί, δε φώναξα μονάχος, δυνατά, ποτές μου.
Και σε κανένα μπρός.
Κι ούτε ποτές μου θα φωνάξω,
σαν τρελός,
με φλέβες φουσκωμένες.
Κι άλλος κανείς.
Φωνή της ανθρωπιάς,
κείνης που βγαίνει καυτερή ως το πετσί,
και που παγώνει κάθε ψέμμα ζεστασιάς,
ακόμα δεν ακούστηκε.
Μόνο να πεί:
“Σταθείτε και σωπάστε.
Ξεχάστε τις αντίζωες του πίθηκου αξίες.
Πάψτε ζητώντας τα μεγάλα της ζωής
και τα δικά σας
στων αλλονών το μικρανθρώπισμα,
στις κυριότητες του νυσταγμού σας.

Γινήτε λίγοι.
Πολύ λίγοι για νά’ στε ζωντανοί.'
Κεί πού ‘στε μαζεμένοι, η ανθρωπιά ντροπή.
Και βάρβαρη η δική μου
όταν μου λείπει η συφορά σας.
Δέ με χωρούν οι τόποι σας. Δέν ξέρω πού να ζήσω.


Θ. Ντόρρος,  «Στου γλυτωμού το χάζι», Παρίσι, 1930