Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

Μια μικρή συμβολή στην διαδικτυακή διάλεξι “Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ”: Το “Θρηνητικό Συναξάρι Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου” του Φώτη Κόντογλου (όλο το κείμενο). Piccolo contributo alla conferenza online su "La caduta di Costantinopoli": il “Lamento per Costantino Paleologo” (testo di Fotios Kontoglu . Small contribution to the online Lecture about "The Fall of Constantinople": The “Lamentation for Constantine Palaeologus” by Photis Kontoglou.

Το κείμενο υπήρχε στο διαδίκτυο. Αλλά η απ' ευθείας ανάγνωσί του απο την φωτογραφική αποτύπωσί του στο σπουδαίο περιοδικό “Κιβωτός” (αρ. φ. 17-18, Μάιος-Ιούνιος 1953) είναι για τους περισσότερους δυσχερής.
Τα εύσημα για την προθυμία και τον καταβληθέντα κόπο της πληκτρολόγησης ολόκληρου του πολυσέλιδου κειμένου, στον φίλο, συνεργάτη και συναθλητή Δημήτρη Προβελέγγιο!
[Η αντιγραφή/μεταγραφή έχει ακόμα μερικά σημεία που χρήζουν διορθωτικής παρεμβάσεως ή βελτιωτικής εξομάλυνσης, αλλά προτιμήσαμε απο κοινού με τον φίλο να προβούμε στην δημοσίευσι ώς έχει, θέλοντας να τιμήσουμε την σημερινή εκδήλωσι μνήμης της επετείου της Αλώσεως, εκδήλωσι που με την επονομασία "Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ" είναι οργανωμένη υπο μορφήν διαδικτυακής διαλέξεως υπο την διεύθυνσι του καθηγητού του Πανεπιστημίου του Ντάργουιν της Αυστραλίας, Γεωργίου Φρατζή.]
...............................


Θρηνητικόν συναξάρι
+Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου
Γραμμένον παρά Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως

Ετούτος  ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, οπού  θέλω να ιστορίσω, δεν εστάθηκε κανένας ευτυχισμένος και πολυχρονεμένος  και δοξασμένος εις την ζωήν του, αλλά ήτον ένας άνθρωπος βασανισμένος και πικραμένος + Όσες ημέρες έζησε εις τον κόσμον, ψωμί ειρηνευμένον δεν έφαγε + φαρμάκι ήτον το νερόν όπου έπινε.+ Ήλθεν εις τον κόσμον εις καιρόν φουρτουνιασμένον, δια να γίνει βασιλέας απάνω εις ένα έθνος όπου ευρισκότανε εις αγωνίαν και αγώνα ακατάπαυστον από τότε όπου εστάθη η οικουμένη και ήτον πλέον κατακουρασμένο, πτωχό, κτυπημένο από ανατολή και δύσιν + και αυτός ήτον ο τελευταίος από το γένος του, αληθινός Παλαιολόγος, και εσήκωσεν επάνω του τα κρίματα του λαού του, και αντί κορώνα εφόρεσε τον ακάνθινον στέφανον. +Τριμμένη και παλαιά ήτον η χλαμύδα του η βασιλική, τεταπεινωμένον το σκήπτρον του. Θλιμμένον ήτον το πρόσωπόν του, ταπεινόν το σχήμα του.+ Ωσάν τροπάρια ήσαν τα λόγια του.+Με τα άρματα ανετράφη, πλήν ωμοίαζε ωσάν  άγιος+ Όθεν συναξάρι θα ήτο πρέπον να ταιριάξει τινάς δι αυτόν, και όχι ιστορίαν βασιλικήν.+ Οι στρατώται του ήσαν και εκείνοι ωσάν τον βασιλέα των, στρατιώται του Χριστού.+ Τα μάτια των έλαμπαν από την αγωνίαν, από τον πυρετόν και από την αγρύπνιαν.+ Τούτοι ήσαν οι τελευταίοι από το αρχαίον και περιβόητον εκείνο γένος των Ελλήνων, όπου είχε πλέον γεράσει, πλήν δεν απέθαινε.+ Τον καιρόν οπού ήτον ακόμα παληκαρόπουλον επάνω  εις το άνθος του ετούτο το γένος, είχε βασιλέα τον μέγαν Αλέξανδρον, ο οποίος ήτον και εκείνος παλληκάρι ανοικτόκαρδον, και επολεμούσαν και αυτός και οι στρατιώται του με πρόσωπον γελαζούμενον, αξέγνοιαστοι  και καλοκαρδισμένοι.+ Ενώ ετούτοι οι υστερνοαίματοι ήσαν ωσάν μαραμένοι, ωσάν ασκητάδες με πρόσωπα χλωμά, με χείλη πικραμένα, ερχόμενοι εις τον κόσμον διά να αποθάνουσι διά την πίστιν του Χριστού+. 
Ετούτος λοιπόν ο βασιλέας Κωνσταντίνος εστάθη ο τελευταίος από τους βασιλιάδες οπού εκαθίσανε εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως. + Γονέοι του ήσαν ο Μανουήλ παλαιολόγος και η
Ειρήνη  Δράγαζη.+ Εγεννήθη εις την Κωνσταντινούπολιν κατά το σωτήριον έτος 1404.+ από τα τέσσαρα αδέλφια του αυτός ήτο ο πλέον ηγαπημένος του λαού, επειδή είχεν καλήν γνώμην, ήτον φρόνιμος, ανδρείος, θαρραλέος μετά ταπεινώσεως, πράος, ευσεβέστατος, κατά οικονομίαν Θεού αρματωμένος με θεοσέβειαν και με υπομονήν, δια να ημπορέσει να βαστάξει εις τα βάσανα  όπου  ήτον γραπτόν του να περάσει.+ Ο πατέρας του πρίν αποθάνει μοίρασε το βασίλειόν του εις τα τέκνα του, και έδωσεν εις τον Δημήτριον και εις τον Θεόδωρον τον Μωρέαν, εις τον Μωμάν τα Καλάβρυτα, και εις τον Κωνσταντίνον τα μέρη της μαύρης θαλάσσης οπού περιελάμβανε την Αγχίαλον και την Μεσημβρίαν.+ Πλήν, εις τα 1428 εμίσευσεν δια τον Μωρέαν ο βασιλεύς Ιωάννης ο πρωτότοκος αδελφός του, και επειδή ο δεσπότης Θεόδωρος έβαλε εις το νούν του να καλογερεύσει, επήρε μαζί του τον Κωνσταντίνον διά να τον καταστήσει άρχοντα εις τον Μυστράν.+  Φθάνοντας εις τον Μυστράν έσμιξαν όλα τα  αδέλφια, και επάνω εις την χαράν των αποφασίσαν να υπανδρέψουν τον Κωνσταντίνον με την εύμορφην ανεψιάν του Καρόλου Τόκκου οπού ήτον φράγκος και ώριζε την Βόνιτσαν, την Κεφαλλονιάν, την Ζάκυνθον και την Λευκάδα.+ Έστειλαν λοιπόν άνθρωπον και ετελείωσε το συμπεθεριό+ Ο Τόκκος έδωσε δια προικιό εις την ανεψιάν του όσα κάστρα είχε εις τον μωρέαν επάνω.+ Εκείνον τον καιρόν οι Παλαιολόγοι είχαν πόλεμο με τους φράγκους της Πάτρας+ λοιπόν την πρώτη Ιουλίου  τα τρία αδέλφια έφθασαν εις την Πάτραν και έστησαν τες τέντες τους έξω από την πολιτείαν+ Εις ολίγον έφθασε και η κυρά Θεοδώρα με την συνοδείαν της, και την ευλογήθη ο Κωνσταντίνος και ο Φραντζής, ο αγαπημένος ακόλουθός του  επήγε  να παραλάβει το κάστρο  της Γλαρένζας, και οι άλλοι εμπιστευμένοι του τα άλλα τα κάστρα όπως τα είχε ταμένα εις τον Κωνσταντίνον ο Κάρολος Τόκκος.
Οι Παλαιολόγοι πολεμήσανε να πάρουνε την Πάτρα, πλήν δεν ημπορέσανε, μόνον επήρανε τρία χωρία από τα πέριξ, και έκαναν συνθήκην να πληρώνουν κάθε χρόνον εις τον Κωνσταντίνον πεντακόσια χρυσά νούμια.+ Ύστερα εχωρίσθηκαν, και ο βασιλέας μαζί με τον Θεόδωρον έστρεψαν οπίσω εις τον Μυστράν, και ο Κωνσταντίνος επήρε την γυναίκα του και ετράβηξεν εις το κάστρον Χλομούτζι, και εκεί την ασφάλισε.+ από εκεί επήγε και εκείνος εις τον Μυστράν, και κατά τον
Οκτώβριον εμίσευσαν διά την Κόρινθον και τα τέσσαρα αδέλφια μαζί, και από εκεί εσκορπίσαν ο καθένας εις τον τόπον του+ ο βασιλιάς εμπαρκάρησε διά την Πόλιν, ο Θεόδωρος έστρεψεν εις τον Μυστράν, ο Θωμάς επήγεν εις τα Καλάβρυτα, και ο Κωνσταντίνος με τον Φραντζήν επήγεν εις την Βοστίτζαν, το σημερινόν Αίγιον+ Ερχόμενος ο Μάρτης, αποφάσισαν να πάρουν την Πάτραν με κάθε τρόπον.+ άφησεν λοιπόν υγείαν ο Κωνσταντίνος της κυράς Θεοδώρας εις το Χλομούτζι, και παίρνοντας μαζί του τον αχώριστόν του Φραντζήν, εκίνησε με ολίγα κοντάρια δια την Πάτραν, περιμένοντας να του στείλουνε όσον στρατόν ημπορέσουνε οι κεφαλάδες από την Ανδρούσαν και από την Ιθώμην οπού ήτανε ιδικά του κάστρα.+ Οι πατρινοί ωσάν τους είδανε εβάρεσαν τες τρουμπέτες και ετοιμάσθηκαν διά πόλεμον.+ Εις ολίγην ώραν εμαζεύθηκαν εις το κάστρον όσοι ήτον μέσα εις την πολιτείαν και όσοι εβρέθηκαν έξω εις τα χωράφια και αρματώθηκαν.+ Παρευθύς εσφάλιξαν τες καστρόπορτες και έπιασεν ο πόλεμος.+
Και την επαύριον, επειδή ήτον η Κυριακή των Βαΐων, οι Γραικοί έκοβαν μυρσίνες, και ολόκληρον το στράτευμα κρατώντας εις τα χέρια ετούτα τα κλωνιά και ψάλλοντας με κατάνυξιν, επήγαν και εστρατοπέδευσαν γύρω εις το κάστρον.+ Το μέγα σάββατον έπειτα από την λειτουργίαν, ο Κωνσταντίνος έτυχε να κάθεται μέσα εις την τένταν του αντάμα με τον Φραντζήν και με τους αξιωματικούς του και εκουβέντιαζαν διά το ένα και διά το άλλο+ Και εκεί οπού εσυνομιλούσαν, έξαφνα τα καραούλια έκραξαν εις τα άρματα, επειδή κάμποσοι καβαλαρέοι είχον έβγει από την καστρόπορταν την λεγομένην Εβραϊκήν, και όλον το στρατόπεδον αναμπουμπουλιάσθηκε. Ο Κωνσταντίνος εκαβαλλίκευσε το άλογόν του και ο Φραντζής το ιδικόν του, και μαζί με άλλους στρατιώτας εκυνήγησαν τους Πατρινούς, αλλά αυτοί εμπήκαν οπίσω μέσα, εις το κάστρον από την πόρταν της θαλάσσης+ Ωσάν εσίμωσεν ο Κωνσταντίνος με τους ιδικούς του εις ετούτην την πόρταν, ένα σωρό στρατιώτες οπού επαραφύλαγαν εις εκείνο το μερος, έπιασαν και έρριχναν κατεπάνω τους με τσάγκρες και με δοξάρια και με σφεντόνες+ Ένας από αυτούς εσαγίτεψεν τον Κωνσταντίνον και έπεσε το άλογόν του λαβωμένον κοντά εις το γεφύρι του αγίου Ανδρέου, και οι οχθροί ετρέξανε να τον πιάσουν ζωντανόν ή σκοτωμένον, βλέποντας πώς είχε μπερδευθεί εις τα χάμουρα του αλόγου.+ Μα με την βοήθειαν του Θεού εξέμπλεξε και έστρεψε πίσω εις την τένταν του.+ Ο Φραντζής όμως επληγώθηκε βαρέως  αφού εσκοτώθη το άλογόν του, οπού ήτον ξακουσμένον και με μεγάλην ιστορίαν, και τον έπιασαν οι Πατρινοί και τον έβαλαν εις τον Γουλάν μέσα εις ένα σκοτεινόν μπουντρούμι γεμάτον μερμήγκια και σιταρόψειρες και ποντικούς, επειδή εις περασμένον καιρόν το είχαν αποθήκη του σιταριού.+ Σαράντα ημέρες εκείτετο εκεί μέσα με χαρχάλια εις τα ποδάρια, δεμένος με μιά αλυσίδα σ’ ένα παλούκι καρφωμένον εις το χώμα.+ Με τα πολλά τον εξαγόρασε ο Κωνσταντίνος+. Σάν έφθασεν ο Φραντζής εις την τένταν, εσηκώθη ο αφθέντης του και τον εφίλησε με χαρά μεγάλη, και του εχάρισε διπλό επανωφόρι από πράσινον χαμουχάν της Λούκας, φόρεμα ατίμητον, σκούφιαν θεσσαλονικιάν με χρυσοκέντητον χασδί, καβάδι κιρμιζί από χαμουχάν, κουρτζουβάκαν χρυσοπράσινην, σπαθί μαλαμοπλούμιστον, και χρυσά νούμια τρείς χιλιάδες.+ Ύστερα από ετούτα, ο Κωνσταντίνος επήγε εις την Γλαρέντζαν και ωμίλησε με τους αποσταλμένους του σουλτάνου.+ από εκεί ετράβηξε και επήγεν εις την Πάτραν.+ Πηγαινάμενος μπήκε κατά το σούρουπον εις τον άγιον Ανδρέαν, και την άλλην ημέραν το πρωί εβγήκαν οι άρχοντες του κάστρου με όλον τον λαόν και επήγαν έμπροστά εις την εκκλησιάν οπού εστέκετον ο Κωνσταντίνος, και τον προσκύνησαν και του παράδωσαν τα κλειδιά.+ Έπειτα όλοι ομού εκινήσανε και εμπήκαν εις την πολιτείαν με παράταξιν έως τον άγιον Νικόλαον.+ Και ο δρόμος οπού επερνούσαν, ήτον στρωμένος με λουλούδια και στολισμένος με σημαίας και με πρασινάδες και με καμάρες από άνθη, και επάνω από τα δώματα και από τα παράθυρα έρραιναν τριαντάφυλλα και ροδόσταγμα. Την άλλην ημέραν οι Πατρινοί εσυνάχθησαν εις τον άγιον Νικόλαον και έδωσαν όρκον ότι θα μείνουνε πιστοί εις τον Κωνσταντίνον.+
Πλήν όσον καλόγνωμος και ανοικτοχέρης και γλυκομίλητος έγεννήθη ο Κωνσταντίνος, και πονόψυχος εις τους πτωχούς και γενναιόκαρδος, άλλο τόσον άτυχος και φαρμακωμένος εστάθη εις την ζωήν του, μέχρις όπου εσκοτώθη και δεν εβρέθη το μνήμα του.+ Εις τα 1430 τον νοέμβριον μήνα, απέθανεν εις Στάμηρον η σύζυγός του η Θεοδώρα, δύο έτη και τέσσαρας μήνας ύστερα από τον γάμον της, και έρριψεν εις μεγάλην λύπην τον άτυχον τον άνδρα της και όλον το παλάτιον όπου την αγαπούσε περίσσια διά την καλωσύνην της.+ Και τότε μεν την έθαψαν εις μίαν εκκλησίαν της Γλαρέντζας, αλλά μετά καιρόν ανεκόμισαν τα οστά της εις τον Μυστράν εις την μονήν του Ζωοδότου.+
Δεν είχε σώσει χρόνος, και η μοίρα έδωσεν άλλην λαβωματιάν εις την καρδίαν του Κωνσταντίνου.+ Κουρσάροι καταλάνοι επιάσανε τον ηγαπημένον του τον Φραντζήν κοντά εις τα ξερόνησα της Αγίας μαύρας, εις τας 26 Μαρτίου, με άλλα λόγια όπου τον είχαν πιάσει οι Πατρινοί πρίν από έναν χρόνον.+ Κατά καλήν του τύχην τον επούλησαν εις την Γλαρέντζαν, κ’έτσι ημπόρεσε και τον έξαγόρασεν σύντομα ο αυθέντης του.+
Διά να μην τα πολυλογούμεν, ο Κωνσταντίνος επερνούσεν την ζωήν του με στενοχωρίες και με πολέμους.+ Εις τα 1437, επειδή θα επήγαινεν ο βασιλεύς Ιωάννης εις την Ιταλίαν διά να γυρέψει βοήθειαν, και ήθελεν να αφήσει εις το ποδάρι του τον Κωνσταντίνον, επήγεν εις την Πόλιν και εκάθησε τρία έτη.+ Εις τα 1441 επήγεν ο Φραντζής εις την Μυτιλήνην  και ετελείωσεν το συμπεθεριόν με το σπίτι του αυθέντη της Λέσβου κύρ Νοταρά Παλαιολόγου Κατελιούζη, οπού εβαστούσεν αυτό το πλούσιον νησί, και έκαμε τον αρραβώνα.+ Εις τας 27 Ιουλίου επήγε ο Κωνσταντίνος εις την Μυτιλήνην με βασιλικά καράβια, και επανδρεύθηκε με μεγάλη τιμή, και επέρασεν το καλοκαίρι του κοντά εις τον πενθερόν του.+ Του Σταυρού, άφησεν την γυναίκα του γιά ολίγον διάστημα εις τον πατέρα της και επήγεν εις τον Μορέαν με τα δικά του τα καράβια και με ένα του πεθερού του.+ Εις το μεταξύ ο αδελφός του ο Δημήτριος επήγε και επλοκάρισε την πόλιν, σέρνοντας μαζί του πλήθος τούρκους και βλάχους.+ Ο Κωνσταντίνος έδραμε να βοηθήσει τον αδελφόν του τον βασιλέα Ιωάννην.+ περνώντας λοιπόν από την Μυτιλήνην επήρε μαζί του την γυναίκα του, και έτράβηξε για την Κωνσταντινούπολιν.+ Μα όταν έφθασεν εις τα νερά της Λήμνου, εσυναπαντήθη με τούρκικα καράβια και εγίνηκε πόλεμος σκληρός.+ Εις το τέλος ημπόρεσε και εκλείσθηκεν εις το κάστρον της Λήμνου, και απόμεινε σφαλισμένος εκεί μέσα περισσότερον από δύο μήνες έως οπού τα χριστιανικά καράβια εσκόρπισαν τα τούρκικα.+ πλήν και τούτη τη φορά έφθασε πάλιν το κακό ριζικό του Κωνσταντίνου, και η νηόπαντρη γυναίκα έπεσεν άρρωστη από την μεγάλην τρομάραν οπού επήρε, και επειδή ήτον ετοιμόγεννη, απόβαλε και απόθανε τον Αύγουστον μέσα εις το παλαιόκαστρον και εκεί εθάφτηκεν ενός χρόνου νύφη.+ Φαρμακωμένος από τούτη την καινούρια συμφοράν όπου έπεσεν εις το κεφάλι του, ετράβηξε διά την πόλη.+ Ο βασιλέας του έδωσε την Σηλύβριαν.+ αλλά εις ένα δύο χρόνια εσυμφωνήσανε να γυρίση εις τον Μορέαν, όπως και έγινε, και επήρε εις την εξουσίαν του σχεδόν όλον τον Μορέαν.+ η επικράτειά του επεριλάμβανε την Σπάρτην, την αρκαδίαν, την Κόρινθον και την Πάτραν.+ Εις τον Φραντζήν έδωσε την περιφέρειαν της Σπάρτης όπου επεριλάμβανε το Σκλαβοχώρι, την Τρύπην το Τζεράμι, τον Κουλάν και άλλα χωρία.+ Ο Κωνσταντίνος ατός του καταστάθηκε στον Μυστράν, κάστρο άπαρτο και φοβερό, πού το είχε χτισμένον ο φράγκος Βιλαρδουΐνος στα 1249.+ Μα στα 1262 πέρασε εις τα χέρια των Παλαιολόγων, δοξασμένον από τον ίδιον τον Βιλλαρδουΐνον διά να εξαγοράσει την ελευθερίαν του, επειδή τον είχε πιάσει σκλάβον ο Μιχαήλ Παλαιολόγος εις την μάχην της Πελαγωνίας.+ Εκάθησε λοιπόν ο Κωνσταντίνος μέσα εις τα πατρογονικά παλάτια του, τριγυρισμένος από τους στρατηγούς του και από τους συμβουλούς του.+ Και τόσον εστολίσθη η πολιτεία του Μυστρά με παλάτια και με πύργους και με εκκλησίες ιστορημένες από μαστόρους κωνσταντινουπολίτες, οπού την είπανε μικρή Κωνσταντινούπολη.+ Μα δεν εγύρεψε να εύρει το ραχάτι του ανάμεσα εις τα καλά και τ’αγαθά, αυτός όπου ήτον παιδιόθεν αναθρεμμένος με τα άρματα.+ Γιατί μέσα εις το βιβλίο της μοίρας του, στο ένα φύλλο ήτον γραμμένο να περάσει πίκρες και βάσανα, και εις το άλλο όμως έγραφε ότι εγεννήθη διά να κατασταθεί εξασκουσμένος ωσάν τον Λεωνίδα κι’ ωσάν τον μέγαν Αλέξανδρον, και ωσάν τον Αλέξη τον Κομνηνόν, ωσάν τον Φωκά και ωσάν τον Τσιμισκήν, και ακόμα παραπάνω.+
Η πόλη δεν ήτον σίγουρη.+ Την Θεσσαλονίκη την είχε παρμένην ο σουλτάν Μουράτ εις τα 1430.+ Ο περιβόητος Ιωάννης Ουνιάδης, ύστερον από τόσα άνδραγαθήματα, ενικήθηκεν από τούς Τούρκους εις την μάχην της Βάρνας  εις τα 1444.+ Μονάχα ο ανδρειωμένος Γεώργιος Καστριώτης Σκενδέρμπεης επολεμούσεν ακόμα τους τούρκους.+ Αυτά έρριχναν εις σκέψιν τον Κωνσταντίνον, κοντά εις τα άλλα βάσανα οπού είχεν.+ Μετά ολίγα χρόνια απόθανεν ο βασιλέας Ιωάννης, δίχως να αφήσει παιδί αρσενικόν να πάρει τον θρόνον του.+ Διά τούτο η κορόνα επερνούσε εις το ένα από τ’αδέλφια του.+ Από τους τρείς ο πιό αγαπημένος ήτον ο Κωνσταντίνος, γιατί όσες χάρες τον εστολίζανε, άλλα τόσα κακά φυσικά είχανε ο Δημήτριος και ο Θωμάς.+ Αυτός ήτον σκεπτικός και απλός εις την ζωήν του, φρόνιμος, ταπεινός, ευσεβής, προσεκτικός εις τα φερσίματά του, σπουδακτικός εις τα πολιτικά και εις τα πράγματα του παλατιού, κρίνοντας με φρονιμάδα το τι έπρεπε να κάμη και τι δεν έπρεπε, γλυκόλογος και σωστός εις την κρίσιν του, έξυπνος εις το πνεύμα, εγκρατής εις το κορμί και ανδρείος πολεμιστής, αποφασισμένος ν’αποθάνει προθυμερά διά να γλυτώσουνε οι ψυχές οπού κρεμόντανε εις τον λαιμόν του, ή να χαθεί μαζί με την θεόκτιστη πολιτεία οπού του εμπιστεύθηκεν ο Κύριος.+ Ο κόσμος τον είπε Δράκον, μα το αληθινό επώνυμόν του ήτον Δράγαζης, παρμένον από τον συνονόματόν του τον πάπον του Δράγαζην οπού ήτον Σέρβος άρχοντας και ώριζε το Βαρδάρι.+λοιπόν, με ένα στόμα ο λαός εζήτησε τον Κωνσταντίνον πού έλειπε εις τον Μορέαν.+ Εστειλαν τότε από το παλάτιον τους άρχοντας Αλέξην Φιλανθρωπινόν και τον Μανουήλ Παλαιολόγον διά να φέρουν εις τον πόλιν τον καινούργιον βασιλέα.+ Και φθάνοντας εις τον Μυστράν, του είπανε ότι ήτον θέλημα του λαού, του παλατίου και της εκκλησίας να γίνει βασιλέας.+ Κ’εκείνος εδέχθηκε την είδησιν μετά μεγάλης σεμνότητος.+ Εις τας 6 του Γεναρίου έγινε η στέψις εις την εκκλησίαν του αγίου Δημητρίου όπου σώζεται έως την σήμερον.+ Έπειτα από δύο μήνας εις τας 12 Μαρτίου του έτους 1449 η βασιλική συνοδία εμπαρκάρησεν εις καταλάνικα καράβια και έφθασεν εις την Κωνσταντινούπολιν.+ Τον Κωνσταντίνον τον επροϋπαντήσανε όλος ο λαός και οι άρχοντες και ο αδελφός του Θωμάς, και η μητέρα του και αι αδελφάδες του εκλαίγανε και τον αγκαλιάζανε, ωσάν να γνωρίζανε ότι εις ολίγον καιρόν θα τον έχαναν.+ Εκάθισε λοιπόν ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος εις τον αρχαίον θρόνον των ρωμαίων, Έλληνας από Έλληνας, χίλια εκατόν είκοσιπέντε χρόνια ύστερα από τον πρώτον βασιλέα της Χριστιανοσύνης, τον συνονόματόν του Κωνσταντίνον τον Ρωμαίον.+
Δύο χρόνια όπου έζησεν ακόμα εις ετούτον τον κόσμον, με το άχ εσηκωνότανε και με το βάχ επλάγιαζεν.+ Ύπνον ήσυχον δεν εκοιμήθη, φαγητόν δεν ευφράνθη, πιοτόν δεν ευχαριστήθη, ανάπαυσιν δεν απόλαυσεν.+ Το μυαλόν του ήτον ολοένα ζαλισμένον και σκοτεινιασμένον από την ταραχήν και από την φουρτούναν όπου τον έδερνεν ακαταπαύστως.+ Ωσάν καλόγερος ήτον, ωσάν ασκητής ενήστευεν.+ Την νύχταν εσφαλιότανε εις το κελλί του και εγονάτιζε και επαρακαλούσεν τον Χριστόν να τον βοηθήσει να τα βγάλει εις καλόν τέλος.+ Το βασίλειόν του ήτον πτωχόν και το έζωναν από παντού σκληρές περιστάσεις.+ Διά να κάμει οικονομίαν δεν παραδέχθη να στεφανωθεί βασιλέας μέσα εις την αγίαν Σοφίαν.+
Το εμπόριον ήτο νεκρωμένον.+ Πού άλλην φοράν όπου εμερμήγκιαζαν μέσα εις το λιμάνι της Κωνσταντινουπόλεως καράβια με όλες τες σημαίες του κόσμου, φέρνοντας από τα τετραπέρατα όλα τα καλά.+ Τώρα ανάρια έβλεπε τινάς κανέν κάτεργον παλαιόν ή καμμίαν φούσταν δεμένην εις τον μώλον.+ Εις τον βασιλικόν αρσανάν ευρισκόντανε όλα όλα δέκα καράβια.+ Πού το πλούτος  της εξακουστής αρχοντολογίας όπου δεν είχεν ιδεί ο κόσμος άλλην ωσάν αυτήν.+ Πού οι γιορτές διά ψύλλου πήδημα, τα πανηγύρια και οι τυμπανοκρουσίες κ’η μεγάλη πομπή του πατριάρχη;+ Τώρα η Κωνσταντινούπολις ώμοιαζε ωσάν μήλον μαραμένον όπου περιμένει να φυσήσει καμμιά χιονιά δια να το ρίξει εις το χώμα.+ Παρεκτός από τα κάστρα τα δικά της, όριζε μοναχά τον Μορέαν κομμένον από το κορμί της, και εις τα μέρη του μαρμαρά την Σηλύμβριαν και κάποιους πύργους.+  στην Μαύρη θάλασσαν την Μεσημβρίαν, την Αγχίαλον και την Καβάρναν, και από τα νησιά απολειβότανε μοναχά η Νίμπρος, η Λήμνος και η Θάσος.+ Κι΄αυτά τα μέρη ήτονε πεσμένα εις τέτοια φτώχια, όπου δεν ημπορούσαν να δώσουν μηδέ άσπρο στην πόλη, το ίδιο και ο Μορέας οπού τον εκακοκυβερνούσαν οι δύο απρόκοποι Παλαιολόγοι.+ Μ΄έναν λόγον, ο Κωνσταντίνος ήτον βασιλέας δίχως βασίλειον, και η κορόνα του ήτον ο ακάνθινος στέφανος του Χριστού.+ Γύρευε να εύρει τρόπον να πληρώσει τις ρόγες του στρατού, να τιμαρέψει τα κάστρα πού ήτον γκρεμνισμένα σε πολλές μεριές.+ Από τον Πάπαν και από τον τούζον της Βενετίας και από όλην την Φραγκιάν δεν επερίμενε βοήθειαν.+ Εσκέφθη λοιπόν να υπανδρευθεί διά τρίτην φοράν, να κάμει συμπεθεριό με κανέναν δυνατόν άρχοντα της Ανατολής για να ειμπορέσει να θαρευθεί ότι θα ελάβαινε επιστήριξιν εις καιρόν ανάγκης.+ Έστειλε λοιπόν τον Φραντζήν δια συμπεθεριό εις τον ρήγαν της Ιβηρίας Γεώργιον Μέπεν, και εις τον βασιλέα της Τραπεζούντος κύρ Ιωάννην Κομνηνόν, με ακριβά δώρα και με μεγάλην συνοδίαν από άρχοντας και στρατιώτας και ιερομονάχους και ψαλτάδες και γιατρούς και μουσικούς.+ Όλα τα εθυσίαζεν δια την ηγαπημένην Πόλιν, όπου την έλεγε καύχημα ρωμαίων και Ελλήνων, ελπίδα και παρηγορίαν εκεινών όπου ζώσιν υπό την του ηλίου ανατολήν.+ Δι αυτόν η Κωνσταντινούπολις δεν ήτον μοναχά η δοξασμένη πόλις όπου εβασίλευε χιλίους χρόνους επάνω εις την οικουμένην, αλλά και η σεβασμία κιβωτός της Χριστιανωσύνης και της Ορθοδοξίας, όπου εφύλαξε μέσα εις τα μυστικά αμπάριά της τα δόγματα της αμωμήτου θρησκείας μας και κάθε λογής αγιασμένην τέχνην και σοφίαν.+ Και αφού τα έδωσεν όλα γι΄αυτήν, όσον ήτο ζωντανός, χωρίς να κρατήσει καμμίαν χαράν δια τον εαυτόν του, τελευταίον πλέον έδωσε και την ζωήν του όπου ήτον το πλέον ολίγον, διότι αποθαίνοντας εξεκούρασε το δύστυχον κορμί του, και η ψυχή του επήγεν εις την αγκάλην του Χριστού όπου είπεν : δεύτε πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ  αναπαύσω υμάς.+ Με όσα και αν έκαμε, δεν ημπόρεσε να γλυτώσει από ότι είχε γραμμένον ο Θεός δια το έθνος μας.+ Εσκοτώθη πολεμώντας εις την καστρόπορταν του Ρωμανού, εις τας 29 Μαΐου 1453, το πρωϊ εβγαίνοντας ο ήλιος. Ήν δε πάσα η ζωή του αοιδήμου εν βασιλεύσι και γαληνοτάτου και μάρτυρος τούτου χρόνοι τεσσαράκοντα εννέα και μήνες τρείς και ημέραι είκοσιν.+
Δεύτε τελευταίον ασπασμόν δώμεν αδελφοί τω θανόντι, ευχαριστούντες θερμώς: ούτος γαρ εξέλιπε της συγγενείας αυτού. Και προς τάφον επείγεται, ουκέτι φροντίζων τα της ματαιότητος και πολυμόχθου  σαρκός. Πάντες συγγενείς τε και φίλοι, άρτι χωριζόμεθα όνπερ αναπαύσαι Κύριε ευξόμεθα.+
Κλάψετε πέτρες άψυχες.+ μαρανθήτε δένδρα ανθισμένα, γιατί δεν είνε πλέον Μάιος δι΄εμάς από τότε όπου έκαψε τα φυλλοκάρδια μας εκείνος  ο καταραμένος Μάιος.+ Ο πλέον καλός μήνας, ο μοσχοβολημένος μήνας της χαράς, γίνηκε για εμάς ο πλέον ασβολερός, ξέρακας χειρότερος από τον Δεκέμβρην.+ Εμαράνθη το άνθος της καρδίας μας.+ Έπεσεν ο στέφανος από την κεφαλήν μας. Από τότε, ωσάν να μην εξημέρωσε ποτέ, γιατί οι ημέρες μας είνε ωσάν τες νύκτες.+ Αηδόνια δεν λαλούν πλέον επάνω εις τα δένδρα μας, αμή μοναχά κόρακες και κουρούνες κράζουν λυπητερά.+ Μεγάλη εβδομάδα εγίνηκεν όλη η ζωή μας.+ Το σήμερον κρεμάται επί ξύλου εγίνηκε το τραγούδι μας.+ Ο Χριστός νεκρός και σταυροχεριασμένος μέσα εις το μνήμα γίνηκε το εικόνισμά μας.+ Τα τραγούδια μας εγίνηκαν ωσάν μοιρολόγια, το χρυσοκέρινον πρόσωπον της Παναγιάς είνε φαρμακωμένον, οι άγιοι μας κυτάζουν συλλογισμένοι και παραπονεμένοι. Τα χωριά μας είνε ωσάν μοναστήρια, τα σπίτια μας ωσάν ερημοκκλήσια, οι μανάδες και οι αδελφάδες μας είνε ωσάν καλογρηές μαυροφορεμένες.+ Οι πατεράδες μας ομοιάζουνε ωσάν ασκητάδες, τα παληκάρια μας είνε καταπικραμένα.+ Όλοι μας είμαστε χαροκαϋμένοι από τότε που εχάσαμεν το στήριγμά μας, την κολόναν της αγίας Σοφίας, τον πατέρα μας και τον αδελφόν μας, τον κλειδοκράτορα της καρδιάς μας όπου έκλεισε και δεν ανοίγει πλέον.+ Αυτός εσήκωσεν απάνω του όλες τες αμαρτίες μας ωσάν αληθινός μαθητής του Χριστού, και εσφάχθηκε ωσάν κουρμπάνι με την ελπίδα μήπως εμείς πάρωμεν ολίγην χαράν από εκείνην όπου δεν απογεύθηκεν ολότελος το φαρμακωμένον στόμα του.+ Αυτό το στόμα ποτέ δεν επρόσταζεν, αλλά ολοένα επαρακαλούσεν, και τα μάτια του ετρέχανε ωσάν βρύσες : παρακαλώ υμάς αδελφοί, ίνα στήτε ανδρείως και μετά γενναίας ψυχής. Καλώς γινώσκετε, αδελφοί, ότι οφείλομεν κοινώς πάντες ίνα προτιμήσωμεν τον θάνατον μάλλον ή την ζωήν, πρώτον υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον υπέρ της πατρίδος. Αν ο Θεός δια τα εμά πλημμελήματα, δεν δώσει την νίκην εις ημάς, θα κινδυνεύσωμεν υπέρ της πίστεως ημών της αγίας, ήν εδωρήσατο ημίν ο Χριστός δια του οικείου αίματος. Διότι τι ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;+ Και πάλιν έλεγε λυπητερά : μη δειλιάσατε αδελφοί. Ημείς πάσαν την ελπίδα εις την άμαχον δόξαν του Θεού ανεθέμεθα.+ Και πάλιν έλεγε λυπητερά : Δεν έχω καιρόν ίνα είπω εις υμάς περισσότερα. Μόνον τούτο το τεταπεινωμένον σκήπτρον εις τας χείρας υμών ανατίθημι. Φυλάξατε αυτό μετ΄ευνοίας. Παρακαλώ δε και τούτο και δέομαι της υμετέρας αγάπης, ίνα δώσητε την πρέπουσαν τιμήν και υποταγήν εις τους στρατηγούς υμών και δημάρχους και εκατοντάρχους, έκαστος κατά την τάξιν και το τάγμα αυτού και την υπηρεσίαν.+ Και πάλιν έλεγε λυπητερά : Εάν από καρδίας φυλάξητε όσα ενετειλάμην υμίν, πέποιθα επί τον Θεόν ότι θα λυτρώση ημάς της ενεστώσης δικαίας αυτού απειλής, δεύτερον δε και ο στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημίν, και μνήμη αιώνιος και επάξιος εν τω κόσμω έσεται.+
Ποιός έχει μαρμαρένιαν καρδιάν δια να μην κλάψει; Σφουγγίζω τα μάτια μου και στρέφω και κυτάζω κατά την θάλασσαν.+ Πέραν θαμποφαίνονται μέσα εις το άχνισμα του πελάγους τα βουνά και οι κάβοι της Ανατολής.+ Εις εκείνα τα μέρη εγεννήθη ετούτος ο νεομάρτυς Κωνσταντίνος, εκεί εγεννήθηκα και εγώ.+ Και άν ήτον τινάς παρών εδώ όπου κάθομαι, θα έβλεπε πως ετούτο το χαρτί όπου γράφω, είνε βρεμμένον από τα δάκρυα όπου σμίγουν με το μελάνι.+ Όπου πάς και όπου σταθείς βλέπεις παλαιά θεμέλια και μνημούρια με κόκκαλα.+ Εις τα γκρεμνισμένα κάστρα κείτονται ακόμα ένα σωρό βαρεία κανόνια πράσινα από την σκουριάν, μάσκουλα και τόπια είνε πεταμένα εδώ και εκεί.+ Οι μαρμαρένιες μπάλες, τα τοπούζια, οι ατριβόλοι στέκονται σωριασμένα μέσα στα φλισκούνια και στα απήγανα, και οι σαύρες περπατούνε απάνω τους, και άλλα πάλι κείτουνται αναιώνια εις το κύμα της ακροθαλασσιάς.+ Αίμα και δάκρυα τρέφουνε τα χορτάρια της γής, κ΄ένας βουβός θρήνος ανεβαίνει από τα αμέτρητα κιβούρια.+ Ανάμεσα σ΄αυτά βρίσκεται και το κιβούρι του Κωνσταντίνου, ένας λάκκος χορταριασμένος, ταπεινός ωσάν κ΄εκείνον, πλήν κανένας δεν γνωρίζει εις ποιό μέρος είνε θαμμένο το σκήνωμά του.+ Ως τόσον εις όλην την ανατολήν τον μοιρολογούν από την ημέρα όπου εσκοτώθη έως την σήμερον.+ Ποίος άλλος άνθρωπος εθρηνήθηκε κ΄εμοιρολογήθηκε πεντακόσια χρόνια, και θα μοιρολογιέται εις τον αιώνα; Ναί αυτός ο ταπεινός, ο υπομονητικός, ο πράος, ο πολυαγαπημένος, διότι εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος.+
Στήσε το αυτί σου, εσύ όπου κλαίεις μαζί μου, και θα ακούσεις να τον μοιρολογούν τα βουνά, η θάλασσα, τα πουλιά, τα ξερά κράκουρα, οι άνθρωποι, τα δένδρα, από την μαύρην θάλασσαν έως την αττάλεια, και από το μπαλκάνι έως την Κύπρο, και να λέγουν ετούτο το πικρό τραγούδι:
Ω βασιλεύ παμφρόνιμε, κακόν ριζικό οπού είχες.
Νάχεν χαθεί ο ήλιος, τάστρα και το φεγγάρι,
Όταν εσύ βουλήθηκες να βγείς εκ τον Μορέαν,
Στην Πόλη να σε στέψουσι βασιλέα ρωμαίων,
Εις την Κωνσταντινούπολιν την θλιβεράν την πόλιν,
Δια την τύχην την κακήν ήν είχες εις τον κόσμον.+
Νάχεν αστράψει ο ουρανός, νάχεν καεί η ώρα,
Ήλιος σελήνη μηδαμού να μη είχαν ανατείλει,
Και τέτοια ημέρα μελανή να μη΄χεν ανατείλει.+

Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, η παρηγορία των δυστυχισμένων, Εσύ όπου έκλαψες δια τον φίλον σου τον Λάζαρον.+ Εσύ όπου μας εδίδαξες ότι δεν υπάρχει δι Εσένα  Ιουδαίος ουδέ Έλλην, άρσεν ουδέ θήλυ, δούλος ουδέ ελεύθερος. + Κάμε να βασιλεύσει η ειρήνη εις τας καρδίας μας, καλοσύνευσε το κακόν θέλημά μας.+ Εσύ μας εδίδαξες, και δια τούτο δεν θρηνούμεν μοναχά επάνω εις τα μνήματα των χριστιανών, αλλά και εις τα των Τούρκων, επειδή εμάθαμεν από το πανάγιον στόμα Σου να πονούμεν μαζί με τον κάθε άνθρωπον. Χωρίς την ιδικήν Σου φώτισιν, δεν γνωρίζομεν τι πράττομεν.+ Εσύ μας παρήγγειλες να αγαπούμεν ο ένας τον άλλον μας, επειδή είμαστεν αδέλφια, αφού όλοι είμεθα τέκνα του Πατρός ημών του εν τοις ουρανοίς.+
Και μόλα ταύτα ημείς κρατούμεν το άγιον Ευαγγέλιόν σου, πλήν έχομεν ακόμα την σιχαμερήν κακίαν εις την καρδιάν μας.+ Η υπερηφάνια μαζί με την αχορταγιάν φέρνουν τον θυμόν και τον σκοτωμόν.+
Δια τούτο, επειδή ημείς από τον εαυτόν μας δεν θα αλλάξουμε γνώμην, σε παρακαλούμεν και σε οικετεύομεν, μαλάκωσε την σκληράν καρδίαν μας ωσάν το κηρίον, ώστε να μη ξεκλίνωμεν εύκολα εις το κακόν, και να μη μας μεθά η αλαζονία, και ύστερα κλαίμε απάνω εις τα μνήματα όπου τα σκάβουμε πρώτα ημείς οι ίδιοι με τα χέρια μας.+
Εσύ πονείς δια κάθε ψυχήν ζώσαν, και έχεις επάνω εις την καρδιάν σου πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον.+
[ΣΗΜ. Ακολουθεί αχέδιον απεικονίζον το κεφάλι του Κωνσταντίνου και γύρω η σημείωσι:
Μνήμη δικαίου μετ΄εγκωμίων]


Δεν υπάρχουν σχόλια: