Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Ένα ορφανό ερωτικό σονέτο του 1881 και μια φιλολογική υποψία για τον ποιητή του. Un sonetto del 1881, d’autore sconosciuto, e un sospetto sulla sua paternità.

«…τὰ στήθη της ἄσπρα εἶναι σὰν κρίνα…»
(Ο ερωτικός πατριώτης ποιητής Μαβίλης;)

 Ένα όλο τσαχπινιά και με περισσή τελειότητα σονέττο φιγουράρει σε ένα παλιό τεύχος (πρίν 130 περίπου χρόνια) του περ "Μη Χάνεσαι". Κάνω την υπόθεσι –χωρίς και να το έχω πολυψάξει- ότι παραμένει αταύτιστο κατά τον δημιουργό του. Εκ του προχείρου διαπιστώνω πως λίγο-πολύ όλοι οι μόνιμοι συνεργάτες του περιοδικού γράφουν με το όνομά τους ή με σταθερά ψευδώνυμα. Το Gamin δείχνει να εμφανίζεται εκεί άπαξ. Και ούτε το συνάντησα κάπου αλλού. Ως ψευδώνυμο είναι κάπως …παιχνιδιάρικο και επιπλέον το σονέττο από τεχνικής απόψεως είναι άψογο. Μου θυμίζει, λοιπόν, όχι τόσο με τον στίχο του ή την ομοιοκαταληξία, όσο με το κάπως σκαμπρόζικό του περιεχόμενο το γνωστό ποίημα του Μαβίλη για μια γερμανίδα σερβιτόρα, το «Μίννα», που τό ‘γραψε νεότατος, 24 ετών φοιτητής.
Πέρα από την θεματική συγγένεια τα δύο σονέττα εφάπτονται θα έλεγα σε δύο σημεία, τα λευκά «σαν κρίνα» στήθη και βέβαια το «φιλί».
Δεν νομίζω πάντως να υπάρχει αμφιβολία, πως το παρόν, το ¨΄αδηλον¨, είναι ασυγκρίτως πιο τολμηρό καθώς ξεχειλίζει από ερωτισμό (σε βαθμό που να μας εντυπωσιάζει σε σχέσι με την εποχή του).
Και ίσως και γι’ αυτό να παρέμεινε αδήλου πατρότητος!

Το …άδηλον: 



SONETTO

Η όψι της, η φλογερή ματιά της,
Η καστανή πλεξίδα της λυτή,
Το στήθος της, τα χέρια τα γυμνά της
Θα τρέλλαιναν πεζό και ποιητή.

΄Ε πλειά,  το λογικό δεν με κρατεί
‘Σαν πρώτα…Ακουμπώ  στα γόνατά της
Το χέρι μου τη μέση της ζητεί
Και τάλλο ξεγλιστρά στην τραχηλιά της.

Του κάκου μού φωνάζει πως θα φύγη,
Η όλη γλύκα με παρακαλεί,
Το χέρι μου τα στήθη της ανοίγει

Και ακουμπώ στα κρίνα τους το στόμα…
Ω θείο! …ώ ατίμητο φιλί!
Τα χείλη μου μυρίζουνε ακόμα!...
                                                      Gamin
Μη Χάνεσαι Αρ. 193, Κυριακή 13 Σεπ 1881, σ. 4



Και το αναγνωρισμένο:

Ες τ Μίννα

Τί μ γνοιάζει πς εναι κελνερίνα
ν μ' λη τν καρδιά της μ' γαπάει,
ν τ στήθη της σπρα εναι σν κρίνα,
ν σν τ Χερουβμ χαμογελάει;

Σ
ν τυφλς πο ξάφν' οράνι' χτίνα
τ
μαρο σκότος γύρω του σκορπάει,
μοια κ' γ θαμπόνομαι π κενα
τ
δυό της μαρα μάτια ν μέ τυρά.

με χάσου ξερ Φιλολογία,
γρι
φτιασιδωμένη, σχημη, κρύα,
πο
ς τώρα τ μυαλό μου χεις τυφλώσ.

Τ
ν μορφι τν κλασικ σπουδάζω
ταν γλυκ τ Μίννα μου γκαλιάζω,
ταν Μίννα να φιλ μο δώσ.

Λ. Μαβίλης (1884)

Δεν υπάρχουν σχόλια: