Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Νηφάλιο σχόλιο σε αγανακτισμένο πατριώτη ψηφοφόρο της Χρυσής Αυγής (Κι ένα οργισμένο αντισυμβατικό τραγούδι του Μηλιώκα).

Commento a un indignato (o arrabbiato) patriota elettore dell’ “Chrisi Avghi” (= “Alba Dorata”)
(Piu’ una canzone satirica di Miliokas)

Ένας φίλος προχθές στο Φέισμπουκ υποδέχθηκε την κοινοποίησι της ανάρτησης του Νέου Παλαμήδη υπο τον τίτλο «Οι Σειρήνες της Χρυσής Αυγής…» με το εξής, προφανώς ειρωνικό, σχόλιο: «Χαίρε, Δημοκράτες». Επειδή θεωρώ πως παρόμοια συναισθήματα –παράπλευρες εκδηλώσεις της κατανοούμενης εναντίον του συστήματος- οργής, μπορεί να εκφράζουν και άλλους αποδεδειγμένα αγανακτισμένους συμ-πατριώτες που προτίμησαν να ψηφίσουν στις χθεσινές Εκλογές τα ψηφοδέλτια της Χρυσής Αυγής, αναδημοσιεύω κι εδώ, αυτούσια την (άμεση εκεί στην «Φατσόβιβλο») απάντησί μου.
Για να μην παρεξηγούμαστε.

(@ ΧΧΧΧ),

Σε έναν ευαισθητοποιημένο δημοκρατικά πολίτη (για να μην αναφερθώ και στο χρέος των άξιου Έλληνα παιδαγωγού) το αίσθημα της ευθύνης δεν του επιτρέπει να σωπάση μπροστά σε παρόμοια φαινόμενα πολιτισμικής νόθευσης και κίβδηλων αξιών. 
Πολλώ μάλλον ένας αγωνιζόμενος να αξιωθή κάποτε μέσα στην φθαρτότητά του το όνομα χριστιανός ορθόδοξος, δεν επιτρέπει στον εαυτό του να είναι προσωπολάτρης ή να ερωτοτροπεί με τις αποχρώσεις του σκότους. 
Στενοχωριέμαι, λοιπόν, που ψεκάζεις με ειρωνεία το δικαίωμά μου να κρίνω, με το όποιο ποσοστό ευθυκρισίας διαθέτω, ένα θέμα που για μένα, όπως καταλαβαίνεις, είναι ζωτικό. Ζήτημα συνειδήσεως. 
Δεν χαρακτήρισα πρόσωπα στο σχόλιό μου. Ανθρώπινες συμπεριφορές και συγκεκριμένα ιδεολογίες. Αν αυτές οι στρατευμένες κοσμοθεωρίες τις οποίες πράγματι κατέκρινα, είναι, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, πατριωτικές ή χριστιανικές, τότε χάνω εγώ τα κληρονομικά μου γνήσια κι αναγνωρισμένα δικαιώματα. 
Λυπάμαι, δεν πρόκειται να απεμπολήσω – ἐνόσω ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ - τα ιερά και όσιά μου. Κατανοώ την (επίτρεψέ μου να πώ: καθυστερημένη) οργή των εξαπατημένων και σε μεγάλο βαθμό προδομένων συμπατριωτών μας. Πρέπει όμως να στραφεί με ακρίβεια οδοστρωτήρα κατά δικαίων και αδίκων; 
Όπως δεν ήμουν αγανακτισμένος (και νόμιζα πως μοιραζόμουνα και μαζί σου αυτή την, ας την ‘πώ, αριστοκρατική στάσι), ως έγκαιρα συνειδητοποιημένος πατριώτης πολέμιος της Κατεστημένης Προδοσίας ή της Συνένοχης Ανικανότητας, έτσι και τώρα δεν είναι δυνατόν να προσποιηθώ τον οργισμένο ψηφοφόρο της κάθε χρυσοκάνθαρης αυγής. 
Ας μην δώσουμε άλλοθι στο ξενόφερτο κίνημα του εωσφορίζοντος Golden Dawn. Να μην πάμε μαζί τους. Ας αφήσουμε τις μικροδιαφορές μας στην άκρη και ας συμπαραταχθούμε ως πατριώτες κάτω από τα δικά μας Λάβαρα. Τό ‘χουμε! (Το ‘χουμε ξανακάνει με επιτυχία). 
Εκτός κι αν δεν πιστεύουμε στα ιστορικά θαύματα του Γένους μας. Αν φτύνουμε, όπως κι οι Άλλοι στα μνήματα των Ηρώων και των Αγίων μας. Εκτός κι αν κατάφεραν οι εχθροί μας να μας κάψουν τις φωτοστεφανωμένες ιστορικές μνήμες μας.

Επιμύθιο: 
Όπως με τον κόκκινη (βλ. κομμουνισμό) ή την λευκή αδελφότητα (βλ. σιωνιστικό καπιταλισμό), οφείλουμε να πολεμήσουμε –πάντα στο φώς- και την μαύρη ξενόφερτη Σειρήνα που φοράει υποκριτικά το προσωπείο της Αθηνάς ή –ήμαρτον!- της Παναγίας. 

Αλέξανδρος Σοϊλεμέζης

.................................

Και για λίγη εκτόνωσι, το τραγούδι του Μηλιώκα, που είναι μια αμφιλεγόμενου γούστου παρωδία σε ένα παραδοσιακό ελληνόφωνο (σε γκρεκάνικο) τραγούδι της Κάτω Ιταλίας με τον ανακατασκευασμένο τίτλο «Χαραμοφάης».
Φαντάζομαι πως εκφράζει κατ’ αναλογίαν το αντισυμβατικό ύφος πολλών αηδιασμένων με το πολιτικο-κοινωνικό σύστημα και αναγνωριζομένων ως «οργισμένων» της χθεσινής ιστορικής εκλογικής αναμέτρησης.

 

Χαραμοφάη 

Έχω θυμό μεγάλο, έχω τσατίλα, 
εγίνανε τα νεύρα μου τσατάλια, 
λες κι η ζωή επίτηδες το κάμνει 
και μου πετάει ομπρός μου κι ένα βλαμμένο, 
κι ένα βλαμμένο, κι ένα βλαμμένο (δίς). 

Του 'χωσε φράγκα ο γέρος να τονε σπουδάσει 
μα έμεινε ένα τούβλο, ένα κωθώνι, 
του πήρε κι ένα σπίτι κι ένα αμάξι, 
του βρήκε και δουλειά του παλιοφλώρου, 
του παλιοφλώρου, του παλιοφλώρου (δίς). 

Έπιασε μια καρέκλα και τα ξίνει 
δεν ξέρει πόσο κάμνουν δύο και δύο, 
μου πήρε και το ύφος του ξερόλα 
πώς να μην τρελαθώ με τον μαλάκα, 
με τον μαλάκα, με τον μαλάκα (δίς). 

Τις πιο πολλές φορές τονε λυπάμαι 
μα άνθρωπος είμαι κι εγώ, πόσο θ' αντέξω, 
κι αν τύχει και ζητήσει και τα ρέστα 
αλίμονό του τότε του χαραμοφάη, 
χαραμοφάη, χαραμοφάη (δίς). 

Του παλιοφλώρου, του παλιοφλώρου, 
με τον μαλάκα, με τον μαλάκα. 

Στίχοι: Γιάννης Μηλιώκας

Δεν υπάρχουν σχόλια: