Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ. Δύο πατριωτικά κείμενα (Χολέβα, Νατσιού) αντί για Πανηγυρικούς. Για «Τα ΟΧΙ του Ελληνισμού» και τα λογοκριμένα συναξάρια των Ηρώων.

Όχι ένα, αλλά δύο επετειακά κείμενα για την Εθνική Εορτή φιλοξενούμε σήμερα.
Το ένα υπο τον τίτλο «Τα ΟΧΙ του Ελληνισμού» το είδαμε στο ιστολόγιο του Συνδέσμου Επιστημόνων Πειραιώς και είναι του φίλου μας Κωνσταντίνου Χολέβα, ενώ το δεύτερο υπογράφεται από τον μαχόμενο στα χριστιανικά-πατριωτικά μετερίζια εκπαιδευτικό της πρωτοβάθμιας, Δημήτρη Νατσιό. Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιευμένο (προχθές) στο Αντίβαρο έχοντας τον κάπως αφοριστικό τίτλο «Ανδρείους μπορεί να βγάζει κάθε πατρίδα. Αγίους μόνο η Ελλάδα» μοιάζει να διαλέγεται και με ένα νιτσεϊκό απόφθεγμα, για το οποίο απόφθεγμα-αφορισμό έχουμε και εμείς (με ανάλογο ελληνικό-ρωμαίικο πνεύμα) αρθρογραφήση.

1.
Τα ΟΧΙ του Ελληνισμού

Κωνσταντίνος Χολέβας - Πολιτικός Επιστήμων

Τώρα που διερχόμαστε μία μείζονα κρίση, οικονομική, ηθική, πνευματική, ακριβώς τώρα καθίσταται ακόμη πιο επίκαιρο το μήνυμα από το ΟΧΙ του 1940. Το ΟΧΙ που βεβαίως είπε ο Κυβερνήτης Ιωάννης Μεταξάς εκφράζοντας την άποψη της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού μας. Ήταν ένα ΟΧΙ κατά της ξένης εισβολής και υπέρ της ελευθερίας και της εθνικής αξιοπρέπειας. Οι φράσεις του Μεταξά προς τον Ιταλό Πρέσβυ Γκράτσι ήταν: “Alors c’ est la guerre”, που σημαίνει στα γαλλικά: Λοιπόν, έχουμε πόλεμο. Και το ΟΧΙ αυτό επαναλήφθηκε χιλιάδες φορές από απλούς φαντάρους και αξιωματικούς, από κληρικούς και λαϊκούς, από επιστήμονες και ολιγογράμματους μαχητές. Από άνδρες και γυναίκες που αισθάνθηκαν ότι προσεβλήθη η Παναγία κατά τον τορπιλλισμό της ΕΛΛΗΣ από ιταλικό υποβρύχιο στις 15 Αυγούστου 1940. Ο πόλεμος έγινε με υψηλά ιδανικά. Την Ορθόδοξη Πίστη και την Πατρίδα. Είχε ο απλός Έλληνας ισχυρούς προστάτες. Την Παναγία και την διαχρονική συνέχεια του Ελληνισμού. Τους ήρωες και τους μάρτυρες του Γένους.
Έγραψε σχετικά ο σπουδαίος λόγιος και δημοσιογράφος Σπύρος Μελάς: «Από αυτό το καμπαναριό της Μεγαλόχαρης αντιλάλησε ως τα πέρατα του Ελληνισμού η καμπάνα του εθνικού συναγερμού, όταν ο Ιταλός, αφήνοντας τον ακήρυχτο πόλεμο, ήρθε στις φανερές εχθροπραξἰες. Ο σεπτός ναός της παρθένου στάθηκε το ψυχικό στρατηγείο του έθνους. Μία θεία κόρη στρατηγεύει πάντα στους μεγάλους πολέμους των Ελλήνων. Η Αθηνά παράστεκε τους ήρωες στην Ιλιάδα. Τα στρατεύματα και ατ καράβια μας, στο αγώνα τούτο της λευτεριάς, η Μεγαλόχαρη της Τήνου...».
Ο Εμμανουέλε Γκράτσι, ο Ιταλός Πρέσβυς που επέδωσε στο Ιωάννη Μεταξά το επαίσχυντο τελεσίγραφο τα ξημερώματα της 28.10.1940, παραδέχεται ότι:
«Το έγκλημα της Τήνου είχε γι’ αποτέλεσμα, να μην πω έκαμε το θαύμα, να δημιουργηθεί σ’ όλην την Ελλάδα μια απόλυτη ενότητα ψυχών. Μοναρχικοί και Βενιζελικοί, οπαδοί και αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου, πείστηκαν πως έναν μόνο αδυσώπητο εχθρό είχε η Ελλάδα: Την Ιταλία. Και πως αν δεν γινόταν να αποφευχθεί μιά σύγκρουση με την Ιταλία, θα ήταν προτιμότερο ν’ αντιμετωπισθεί ο εχθρός με ανδρισμό, παρά να υποχωρήσει το ελληνικό έθνος μπροστά σ’ έναν εχθρό, που δεν δίσταζε να μεταχειρίζεται τέτοια μέσα...».
Δεν μπορούσε να ήταν διαφορετική η απάντηση των Ελλήνων στην εισβολή του Μουσσολίνι. Ο Ελληνισμός καταγράφηκε με χρυσά γράμματα στις δέλτους της παγκόσμιας ιστορίας κυρίως με τα ΟΧΙ του. Η αντίσταση των Πανελλήνων κατά της Περσικής εισβολής το 490-479 π.Χ. έσωσε την Ευρώπη από την ασιατική βαρβαρότητα . Σήμερα εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο διδάσκονται με θαυμασμό το ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ του Λεωνίδα και το Ίτε παίδες Ελλήνων, που διέσωσε ο Αισχύλος. Το ΟΧΙ του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου το 1453 διέσωσε την τιμή και την υπερηφάνεια των Ελλήνων και κράτησε άσβεστη τη φλόγα της Μεγάλης Ιδέας. Είχε προηγηθεί, λίγα χρόνια πριν, το ΟΧΙ του Μάρκου Ευγενικού, Επισκόπου Εφέσου, προς τον Πάπα, ο οποίος ζητούσε την πλήρη υποδούλωση της Ορθοδοξίας στη Λατινική Δύση. Ο αείμνηστος Βρετανός Βυζαντινολόγος Σερ Στήβεν Ράνσιμαν παραδέχεται ότι αυτό το ΟΧΙ διαφύλαξε την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και όταν η Εκκλησία επιβιώνει, τότε επιβιώνει και ο Ελληνισμός. Το ΟΧΙ των Σουλιωτών και Σουλιωτισσών προς τον Αλή Πασά αποτέλεσε τον πρόλογο του 1821. Το ΟΧΙ του Παπαφλέσσα θαυμάσθηκε ακόμη και από τον σκληρό αντίπαλό του, τον Αιγύπτιο Ιμπραήμ. ΤΟ ΟΧΙ των Μεσολογγιτών και η συγκινητική Έξοδός τους παρακίνησαν διαδηλώσεις φοιτητών στην Αγγλία και στη Γαλλία και θυελλώδεις συζητήσεις υπέρ του ελληνικού Αγώνα στα ευρωπαϊκά Κοινοβούλια.
ΤΟ ΟΧΙ κατά των Γερμανών Ναζί στο Ρούπελ θαυμάσθηκε ακόμη και από τον Χίτλερ και από τους αλαζόνες στρατηγούς του. Το ΟΧΙ κατά των βρετανών αποικιοκρατών που δήλωσαν οι Έλληνες Κύπριοι το 1955-59 ταπείνωσε μία ολόκληρη αυτοκρατορία και αναπτέρωσε το ηθικό του απανταχού Ελληνισμού. Τα μεγάλα συλλαλητήρια των Ελλήνων το 1992-94 εμπόδισαν τους ενδοτικούς να παραχωρήσουν το όνομα και τον πολιτισμό της Μακεδονίας στο θνησιγενές κρατίδιο των Σκοπίων. Το ΟΧΙ αυτό ελήφθη σοβαρά υπ’όψιν από φίλους και εταίρους, όπως δήλωσε προ ετών στην Αθήνα ο υπεύθυνος της Ευρ. Ενώσεως για τα Βαλκάνια, Ντέϊβιντ Όουεν. Οι Κύπριοι αδελφοί μας ξαναείπαν το ΟΧΙ τους στο κρίσιμο δημοψήφισμα του 2004. Έσωσαν το νησί τους από το σχέδιο Ανάν που θα έφερνε πλήρη Τουρκοκρατία στον βορρά και μερική τουρκοκρατία στον νότο.
Και τα ΟΧΙ πρέπει να έχουν συνέχεια. Τώρα που υπό την πίεση των οικονομικών μας προβλημάτων καλούμεθα να δηλώσουμε πλήρη υποταγή σε ξένες αποφάσεις και να παραχωρήσουμε σε επικίνδυνο βαθμό την εθνική μας κυριαρχία.
Την 28η Οκτωβρίου 1940 ο μεγάλος ποιητής μας Κωστής Παλαμάς πρότεινε να μεθύσουν όλοι οι Έλληνες από το αθάνατο κρασί του 1821. Η πίστη στον Θεό και στην Παναγία, η συνείδηση της ιστορικής συνέχειας, η αίσθηση του χρέους απέναντι στην πατρίδα, στους προγόνους και στους επιγόνους, αυτά ήσαν πρωτίστως τα ιδανικά που ενέπνευσαν την εποποιία των βορειοηπειρωτικών βουνών. Για να μπορέσουμε σήμερα να επιβιώσουμε ως έθνος και ως αξιοπρεπείς Έλληνες είναι απαραίτητο να αναβαπτισθούμε στις σταθερές αρχές και αξίες της Ορθοδοξίας και της Ελληνικής Ιστορίας. Για να συνεχίσουμε τα ΟΧΙ του Ελληνισμού!

Πηγή


2.
Ανδρείους μπορεί να βγάζει κάθε πατρίδα. Αγίους μόνο η Ελλάδα

Δημήτρης Νατσιός

«Ο λαός μας έφτασε στην κορυφή της Αθανασίας, γιατί έφτασε στην άκρη της Θυσίας»
Βασίλης Ρώτας, ποιητής

Οι Μεγάλες Ημέρες του Γένους μας. Η εθνική επέτειος του ʼ40.
Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα, όχι μόνο να κλαις, αλλά, κυρίως, να καμαρώνεις. Λίγο να σηκωθούμε, μας έπνιξαν οι αναθυμιάσεις... το Μνημόνιο, η Τρόικα, ο Βενιζέλος, η Βάσω, η Άννα πτώματα άταφα, χαμένα πράγματα, καντιποτένιοι άνθρωποι. Στρεφόμαστε, γυρίζουμε προς την ιστορία, όχι σαν φυγάδες από το παρόν, μα για να αντικρίσουμε νηφαλιότερα το επερχόμενο μέλλον και να παρηγορηθούμε λίγο. Ιδίως τώρα που θόλωσε ο νους μας και μας βρήκε το κακό, το «πισωγύρισμα» στην ιστορία, (η καημένη η γλωσσα μας, τι τράβηξε από τους γλωσσοκόπανους της δήθεν «δημοτικιάς»), η μελέτη, λοιπόν, της ιστορίας φρονηματίζει, «διά το μηδεμίαν ετοιμοτέραν είναι τοις ανθρώποις διόρθωσιν της των προγεγενημένων πράξεων επιστήμης» κατά τον Πολύβιο. Οι πράξεις, τα κατορθώματα των περασμένων, δι-ορθώνουν τους απογόνους και όχι τα «ασκιά γιομάτ’ αγέρα», τα λόγια τα κούφια.

Το βλέπω μες στην τάξη. Ενθουσιάζονται τα παιδιά και αποτυπώνεται στην μνήμη τους ανεξίτηλα η διήγηση μιας ιστορίας, στην οποία δεσπόζει ένα ωραίο και σπουδαίο πρόσωπο. Συναρπάζονται με αυθόρμητες, ζωντανές, αψιμυθίωτες αφηγήσεις. Πανηγύρι στην τάξη γίνεται όταν φέρνεις μπροστά τους ιστορίες χαρούμενες, «πεποικιλμένες» με ηρωισμό και θυσία. Φέτος έχω χαρά μεγάλη, γιατί δεν έφτασαν ακόμη στην μικρή, ακριτική μας πόλη, τα βιβλία που η αβελτηρία (το σωστό αβελτερία εκ του α +βέλτερος) και η ευήθεια του ΥΠΠΔΒΜ (υπουργού «ποδοβολητό») στέρησε από τους Ελληνόπαιδες.

Δύο μήνες τώρα διδάσκω φωτοτυπώνοντας κείμενα έξοχα των κορυφαίων της λογοτεχνίας μας, πάλαι τε και επ’ εσχάτων. Από τον Αίσωπο και τον άγιο Χρυσόστομο, έως τον Ελύτη. (Ομιλώ γιά τα γλωσσικά εγχειρίδια).

Και πώς αλλιώς; Να είσαι, τώρα δασκάλα γ΄ δημοτικού, να ανοίγεις το βιβλίο γλώσσας της τάξης (α’ τεύχος, σελίδα 79) και να διαβάζεις, ενώπιον των μαθητών σου, το αφιερωματικό κείμενο γιά το έπος του ‘40.

Αντί όμως γιά μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών, των ηρώων που κρατούσαν όρθιοι τα διάσελα της Ιστορίας, «κείται» ένα κακόμοιρο, καταθλιπτικό κείμενο μιάς δεκάχρονης εβραιοπούλας από την Θεσσαλονίκη, της Ροζίνας. Γράφει στο ημερολόγιό της: «Τη Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 δεν πήγαμε σχολείο. Είχε κηρυχτεί ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Αναστατωμένα ήμασταν εμείς τα παιδιά. Οι Ιταλοί βομβάρδισαν τη Θεσσαλονίκη. Στο μαγαζί του πατέρα μου γίνηκαν πολλές καταστροφές». Αυτό, τίποτε άλλο.

Η γ’ τάξη δημοτικού, χιλιάδες Ελληνόπουλα, τέτοιες ηττοπαθείς γελοιότητες διδάσκονται γιά το ηρωϊκό ‘40. Και στην Ε΄ που διδάσκω φέτος (α’ τεύχος, σελ. 74) το επίκαιρο κείμενο τιτλοφορείται ως εξής : «Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο» και υπότιτλο «και εμείς πήγαμε στο υπόγειο». Την 28η Οκτωβρίου 1940, όταν δόνησε την πατρίδα μας η είδηση της επιστράτευσης, υπήρχε έστω κι ένας Έλληνας που κρύφτηκε ορνιθοειδώς στο υπόγειό του; Ήταν πανηγύρι εκείνη η μέρα, μέθυσε ο λαός μας με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα, πού το βρήκαν τα δείλαια ανθρωπάκια του διαβίου το υπόγειο; Επιλογές αντάξιες μιας Δραγώνα, μιας Ρεπούση και της «υψηλοτάτης» διαβιοϋπουργού (χρυσοστόλιστο τίποτε μεγαλαυχίας .... και τίποτε άλλο).

Είναι γεγονός-παρενθέτω μία σκέψη- πως τα ασπόνδυλα προοδευτικά μαλάκια, ως θα έλεγε ο Ζουράρις, νιώθουν δυσφορία, μιάν «εσωτερική» ενόχληση και αδιαθεσία, όταν αναφέρονται στα πανηγύρια του Γένους και της Πίστης. Πουλημένες ψυχές, χωρίς ιθαγένεια τόπου, Γραικύλοι αληθινοί, δεν πιάνουν το νόημα της γιορτής, μετρούν τις χαμένες εργατώρες ή την «καθυστέρηση στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας».

Θυμάμαι εκείνο το σπιθαμιαίου (πνευματικού) αναστήματος «πολιτικό ζώον», (αριστοτελικός ο όρος), ο Σημίτης, να πολιορκείται από δημοσιογραφικά μικρόφωνα, έξω από μία εκκλησία, ανήμερα των Θεοφανείων. (Τι μαρτύριο γιά κάτι τέτοιους ο εκκλησιασμός!). Τι δήλωσε ο... αθεόφοβος. «Τα Θεοφάνεια σηματοδοτούν την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας». Έτσι ακριβώς. Γι’ αυτό καταντήσαμε ζήτουλες της Οικουμένης...

Ας αφήσουμε όμως τα υποκείμενα και ας πιάσουμε τα κείμενα. Επεισόδια από εκείνες τις γιορτινές ημέρες του πολέμου. Να ξεθολώσει ο νους μας λίγο, να ξαποστάσουμε ακουμπώντας στις αετοράχες της Πίνδου και στα ψηλώματα της Βορείου Ηπείρου.

Το 1960 ομιλητής, κατά την εορτάσιμο ημέρα, στην Ακαδημία Αθηνών είναι ο Στρατής Μυριβήλης. Αντιγράφω: «Είχε οργανωθεί, κατά τη διάρκεια του αγώνος, υπηρεσία μεταγγίσεως αίματος απ’ τον Ερυθρό Σταυρό της Ελλάδος. Είχα ένα φίλο γιατρό σ’ αυτή την υπηρεσία και πήγαινα κάπου-κάπου να τον δω και να τα πούμε. Ο κόσμος έκαμε κάθε μέρα ουρά γιά να δώσει το αίμα του για τους τραυματίες μας. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά που περίμεναν τη σειρά τους.

Μία μέρα, λοιπόν, ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός, είδε μέσα στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται και ένα γεροντάκι.
- Εσύ, παππούλη, του είπε ενοχλημένος, τι θέλεις εδώ;

Ο γέρος απάντησε δειλά:
- Ήρθα κι εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα.
Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιο ζωηρή.
- Μη με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γερός, το αίμα μου είναι καθαρό, και ακόμα ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιους.
Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω. Χαλάλι της πατρίδας. Όμως μου είπαν πως οι δύο, πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θά ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους, γιατί δεν θα έχουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κι εγώ το δικό μου. Άιντε, πήγαινε γέρο μου, μου είπε κι ας είναι γιά την ψυχή των παιδιών μας. Κι εγώ σηκώθηκα και ήρθα».

Αυτά δεν είναι ιστορίες. Είναι Συναξάρια. Εδώ δεν έχουμε ένα συμβάν ηρωισμού. Ανέβηκαν ψηλότερα ο γέρος και η χαροκαμένη γερόντισσα, η γυναίκα του. Τρία παιδιά χαλαλίζουν γιά την πατρίδα. Αγόγγυστα, χωρίς να τα βάζει με τον Θεό, με το κράτος, με τον πόλεμο ο λεβεντόγερος, προσέρχεται να δώσει, να αδειάσει το βασανισμένο, το πικραμένο του κορμί κι από το λιγοστό, δικό του αίμα. Το κοινότοπον «μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος» εδώ το κατανοούμε.

Έφτασε πολύ ψηλά στην κλίμακα ο γεροέλληνας. Στην κορυφή της. Στο «ου λογίζεται το κακόν». Στο «πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει». Δεν έχουμε εδώ τον κανόνα της αρετής που μας παρέδωσε η αρχαία Ελλάδα. Δεν είναι μόνο η αρετή της ανδρείας. Είναι η αγάπη και «αύτη απόγνωσιν αναιρεί» (Κλίμαξ, Ιωάννου Σιναϊτου). «Ανδρείους μπορεί να βγάζει κάθε πατρίδα. Αγίους όμως μόνο η Ελλάδα».

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: