Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Ένα τετράστιχο του Βάρναλη, η φιλολογική περιέργεια και η «Μπαλάντα του κυρ-Mέντιου». La poesia di K. Varnalis “La ballata di un asinello”

Από το πρωί ο φίλος και μέλος του Συλλόγου, Γ. Μητροπέτρος, μας έστειλε στο ηλ-ταχυδρομείο μια αγωνιστική καλημέρα συνοδεύοντάς την με τέσσερις στίχους του Βάρναλη.
Κατέληγε ενθουσιωδώς:

«..Απευθύνομαι στον εαυτό μου, και σε όλους τους φίλους που έχουν ακόμα αποθέματα και διάθεση για αντίσταση!
«Την πόρτα αν δεν ανοίγει, τη σπαν, σας είπα.
Τι στέκεστε, τι γέρνετε σκυφτοί;
Λαέ σκλάβε, δειλέ, ανανιώσου, χτύπα!
Και κέρδισε μονάχος το ψωμί
» Κ. Βάρναλης»


Το συγκεκριμένο τετράστιχο του Βάρναλη είναι εξαιρετικά δημοφιλές στο διαδίκτυο (ειδικά σε ιστοτόπους αριστερής ιδεολογικής προτίμησης), και με την ευκαιρία αποπειράθηκα να βρώ την ποιητική σύνθεσι και να κάνω την ακριβή παραπομπή.
Η πρώτη μου προσπάθεια δεν ικανοποίησε την φιλολογική μου περιέργεια, (γι’ αυτό και κάποια στιγμή ελπίζω να επανέλθω), αλλά την ευκαιρία δεν θα την αφήσουμε να πάει χαμένη: αναρτούμε το πλήρες κείμενο του ευρύτερα γνωστού (λόγω της ευτυχούς μελοποιήσεώς του και της ακόμα πιο μοναδικής ερμηνείας του ως τραγουδιού –από τον Νίκο Ξυλούρη) ποιήματος, «Η Μπαλάντα του κυρ-Mέντιου».
Από την μια το γεγονός ότι οι στίχοι αποπνέουν το ίδιο αγωνιστικό ήθος, άπο την άλλη το ότι η ποιητική σύνθεσι της «Μπαλάντας του κυρ-Mέντιου» του Κ. Βάρναλη καταλήγει ακριβώς –τι σύμπτωσι!- με την ίδια φράσι «άλλη γή», (στ. 104 "σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη" / "σε άλλη γή"), όπως ακριβώς ο τελευταίος στίχος του τραγουδιού της χθεσινής μας ανάρτησης!

«Η Μπαλάντα του κυρ-Mέντιου»

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι•
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια, 10
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά. 20

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη 30
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός! 40

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα, 50
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή), 60

η ψυχή μου θε να δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο: 70
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί. 80

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου 90
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς. 100

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".

Βάρναλης Kώστας


[Μην χάσετε την ευκαιρία να ακούσετε τον ίδιο τον ποιητή να διαβάζει το εμπνευσμένο αυτό ποίημα: ]

Κώστας Βάρναλης - Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου


"I Mpalanta tou kyr mentiou-nikos Ksilouris" (sic)

Δεν υπάρχουν σχόλια: