Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Το ποντιακό τραγούδι Τσιάμπασι (από τον Σ. Καζαντζίδη). La canzone dal Pontos “ Çam başı” (canta: Stelios Kazantzidis)

Ημέρα μνήμης ποντακής γενοκτονίας και αλύτρωτων πατρίδων, ακούμε και ξανακούμε το αγαπημένο τραγούδι μέχρι να ακολουθήσουν πιο ύστερα τυχόν φιλολογικές προσεγγίσεις (: το κείμενο και απόδοσι στα νεοελληνικά).

Τσάμπασιν - Στέλιος Καζαντζίδης (Lyrics)


Update:
Είναι αλήθεια πως δεν κατάφερα να βρώ δόκιμη έκδοσι του εν λόγω τραγουδιού ως κειμένου, (υπάρχουν 2-3 ελαφρώς διαφέρουσες μεταξύ τους παραλλαγές στο διαδίκτυο), αλλά θα επιχειρήσω (με όλα τα επακόλουθα) την καταγραφή του, «κατά ακρόασιν» της ιδιαίτερης για εμένα συναισθηματικής σημασίας ερμηνείας του τραγουδιού από τον τραντέλλενα Καζαντζίδη.
Την προτιμώ εν προκειμένω, περιφρονώντας τις εμπαθείς κατά του Καζαντζίδη κριτικές από αρθρογράφους του κατεστημένου Αθηναϊκού Τύπου της εποχής του (Ελευθεροτυπία), οι οποίοι όταν γύρω στα μέσα δεκαετίας ’80, κυκλοφόρησε ο Στελάρας μαζί με τον άλλον θρύλο του ποντιακού τραγουδιού, τον Χρύσανθο ( Θεοδωρίδη) τον δίσκο “Τ΄Αηδόνια του Πόντου”, έβαλαν μέσ’ στο μελάνι τους χολή, κατηγορώντας τον πως με τον νεωτερίστικο τάχατες τρόπο που ερμηνεύει τα ποντιακά τραγούδια, τα …νοθεύει. Αν δεν ήσαν οι κύριοι αυτοί σε διατεταγμένη υπηρεσία, είχαν παρασυρθή από δεολογικές ή άλλου είδους προκαταλήψεις τους εναντίον του αντάρτη Καζαντζίδη, ο οποίος όχι μόνο τα έβαλε με το οικονομικό κατεστημένο των μουσικών εταιριών, αλλά μπήκε και στο στόχαστρο του πολιτικού-κομματικού συστήματος όταν καταφέρθηκε δημοσίως κατά του Εβραίου Μάτσα. Η αποκάλυψι πως εν καιρώ …δημοκρατίας λογοκρίθηκε αφιερωματική προς αυτόν τηλεοπτική εκπομπή μέγιστης ακροαματικότητας (Ρεπόρτερς), ύστερα από παρέμβασι του Γραφείου του τότε Πρωθυπουργού επειδή δέχθηκε σχετικό αίτημα γειτονικού μας κράτους (: Ισραήλ!!), περίμενε 20 περίπου χρόνια να δημοσιοποιηθή…
Όσο για την απόδοσι στην νεοελληνική από εμένα που έχω δηλώση άσχετος από την πατρογονική μου διάλεκτο, τα ποντιακά, αυτή είναι όσο ελεύθερη μου κάνει για την περίστασι.


Το κείμενο
(στίχοι)

Το Τσάμπασιν

Εκάεν και το Τσιάμπασιν
κι επέμναν τα τουβάρεα γιάρ γιάρ αμάν
κι επέμναν τα τουβάρεα γιάρ γιάρ αμάν.
Ερρούξαν σο γουρτάρεμαν
τ΄ Ορντούς τα παλληκάρεα γιάρ γιάρ αμάν
και εν΄ ερρούξαν σο γουρτάρεμαν
τ΄ Ορντούς τα τσαναβάρεα γιάρ γιάρ αμάν.

Βάι εκάεν κι εμάνίεν τ΄ Ορντούς το παρχάρ,
εκεί άλλο ‘δέν κι επέμνεν, μαναχόν σαχτάρ!

Τρανόν γιαγκίν σο Τσάμπασιν
σπίτε κι θ΄ απομένε γιάρ γιάρ αμάν
σπίτε κι θ΄ απομένεν γιάρ γιάρ αμάν
Μικροί-τρανοί, πτωχοί-σεγκίν
όλ΄ κάθουνταν και κλαίνε γιάρ γιάρ αμάν
μικροί-τρανοί, πτωχοί-ζεγκίν,
όλ΄ κάθουνταν και κλαίνε γιάρ γιάρ αμάν

Βάι εκάεν κι εμάνίεν τ΄ Ορντούς το παρχάρ,
εκεί άλλο ‘δέν κι επέμνεν, μαναχόν σαχτάρ!

Κλαίν΄ τη Θεού τα πούλοπα,
κλαίν΄ τα πεγαδομάτεα γιάρ γιάρ αμάν
κλαίν΄ τα πεγαδομάτεα γιάρ γιάρ αμάν
κλαίει το Τσιαμλούκ, το Καρακιόλ,
κλαίν΄ τ΄ έμορφα τ΄ ελάτεα
γιάρ γιάρ αμάν!
Κλαίει το Τσιαμλούκ, το Καρακιόλ,
κλαίν΄ τ΄ έμορφα τ΄ ελάτεα
γιάρ γιάρ αμάν.

Βάι εκάεν κι εμάνίεν τ΄ Ορντούς το παρχάρ,
εκει άλλο ‘δέν κι επέμνεν μαναχόν σαχτάρ!
Βάι εκάεν κι εμάνίεν τ΄ Ορντούς το παρχάρ,
εκεί άλλο ‘δέν κι επέμνεν μαναχόν σαχτάρ!


Ελεύθερη απόδοσι στην νεοελληνική:

ΤΟ ΤΣΑΜΠΑΣΙ

Εκάψαν και το Τσάμπασι*
Απόμειναν ερείπια κι οι τείχοι.
Τι κι αν έτρεξαν τα παληκάρια
Της Ορντούς** να το γλυτώσουν…

Πάει, κάηκε, παρανάλωμα εγίνη
Της Ορντούς το παραδείσιο πάρκο
Τίποτα δεν απόμεινε εκεί ,
Στάχτη και μόνο στάχτη!

Κόλαση-φωτιά στο Τσάμπασι
Σπίτι δεν θα απομείνη
Μικροί-μεγάλοι, πλούσιοι ή φτωχοί,
Όλοι κάθονταν και κλαίγαν.
Μικροί-μεγάλοι, πλούσιοι ή φτωχοί,
Όλοι κάθονταν και κλαίγαν.

Πάει, καηκε κι εγίνη παρανάλωμα
Της Ορντούς το παραδείσιο πάρκο
Τίποτα δεν απόμεινε εκεί ,
Στάχτη και μόνο στάχτη!

Κλαίνε τα πουλάκια του Θεού.
Κλαίνε οι πηγές, κλαίνε τα κεφαλάρια,
Κλαίει το Τσαμλούκ, το Καρακιόλ***,
Κλαίνε και τα πανέμορφα τα έλατα ακόμη.

Κλαίει το Τσαμλούκ, κλαίει το Καρακιόλ,
Και κλαίνε και τα πανέμορφα έλατα .

(Απόδοσι: Αλέξανδρος Σοϊλεμέζης-Σοϊλεμεζίδης)

ΣΧΟΛΙΑ:
* Τσάμπασι(ν) ή και Τσάμπαση : Ποντιακό χωριό στην ορεινή περιοχή (υψόμ. 2000 μ.) δυτικά της Κερασούντας και νότια των Κοτυώρων (ή Ορντού, όπως ονομάζονται σήμερα). Το χωριό αυτό [που εξ αιτίας του φυσικού κάλλους ήταν τόπος παραθερισμού των Ορντουλίδων, των ρωμιών δηλαδή κατοίκων του Ορντού], το κάψανε ύπουλα το 1913 οι οπαδοί των Νεοτούρκων.

Σύμφωνα με τα ισχύοντα ιστορικά στοιχεία, μέχρι το 19087 δεν ήταν αισθητός ο τουρκικός εθνικισμός γενικά στην Μ. Ασία.
Φαίνεται μάλιστα πως ούτε μέχρι το 1912 οι διωγμοί στον Πόντο είχαν οργανωμένο χαρακτήρα.
«Γεγονός βέβαια είναι ότι μετά το τέλος των Βαλκανικών πολέμων, η ελληνική μειονότητα έμεινε στο έλεος του νεοτουρκικού κομιτάτου, που οργάνωσε επιχείρηση βίαιης εξόντωσής της…» (Ιστορία του Ελλ. Έθνους, Αθήναι 1977, τ. ΙΔ΄, σ. 376).
«Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων άρχισαν οι συστηματικοί διωγμοί των Ελλήνων στην Τουρκία, που κράτησαν σχεδόν 10 χρόνια (1913-1922)…» (βλ. Ιστορία του Ελλ. Έθνους, τ. ΙΕ΄, σσ. 99 κ.ε.).

** Το Ορντού, όπως είπαμε, η νέοτερη, τουρκική ονομασία για τα αρχαια Κοτύωρα, ήταν το τέταρτο (μετα απο την Τραπεζούντα, την Σαμψούντα και την Κερασούντα), σε σημασία ακμάζον εμπορικό κέντρο του Πόντου αρχές του 20ου αιώνα, «και εκεί το εμπόριο ήταν στα χέρια των Ελλήνων» (Ιστορία του Ελλ. Έθνους,
Έθνους, τ. ΙΔ΄, σ. 372)

*** Τσαμλούκ (ή Τσαμλίκ) : χωριό της περιοχής.
Καρακιόλ: Βουνό της Κερασούντας με υψόμετρο άνω των 3000 μ.

Να συσχετίσω, κλείνοντας, τον τελευταίο στίχο με …τον τίτλο του ποιήματος:
Το όνομα Τσάμπασι, βρήκα ότι προέρχεται από την Τούρκικη φράση (Çam başı), που σημαίνει: «κορυφή των πεύκων». Κάτι, δηλαδή, σαν «Ορεινό Πευκοδάσος»!

Δεν υπάρχουν σχόλια: