Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Ιστορικές αναφορές για την ελληνική διαχρονία πριν τον Παπαρρηγόπουλο. Β΄: Οι Ημέτεροι (αναδημοσίευσι μελέτης Χ. Μηνάογλου)

Riferimenti storici (dalle fonti) sull' idendita' nazionale e la diacronia ellenica prima di Costantino Paparigopulos. Seconda parte (Le fonti "greche").

Το β΄ αυτό μέρος του ιστορικού δοκιμίου του Χαράλαμπου Μηνάογλου σχετικά με το ζήτημα της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους και την συνείδησι που είχαν επ’ αυτού ΄Έλληνες και ξένοι προ του 1800, το είχαμε αναβάλη. (Πέρασε κιόλας ενάμισης μήνας από
την ανάρτησί μας με το α΄ μέρος του αναδημοσιευόμενου κειμένου). Σήμερα, παραμονή της μέγιστης Εθνικής μας Εορτής είναι νομίζουμε η κατάλληλη στιγμή να …ξεχρεώσουμε!
Με την ευκαιρία αναδημοσιεύουμε παραλλήλως και δύο βιντεάκια με επιπλέον –οπτικοποιημένο από το ¨Αντίβαρο¨- αποστομωτικό υλικό, καταπρόσωπα στους σύγχρονους αποδομητές (εντολείς και εντολοδόχους) και το γλοιώδες συνάφι τους.


Grecian sculptοrs, Greek Emperors, Greek sailors: Το τρίσημο πριν τον Κ.
Παπαρρηγόπουλο



"...Βεβαίως, τα παραπάνω δεν σημαίνουν πως οι Έλληνες πήραν το όνομά τους και την συνείδηση της όποιας ιστορικής συνέχειας τους από τους Ευρωπαίους. Είναι πολλές οι χρήσεις του όρου «Έλλην» στα κείμενα της Τουρκοκρατίας και ακόμη περισσότερες οι δηλώσεις ιστορικής συνέχειας και συνείδησης ως οικείου ιστορικού παρελθόντος τόσο του βυζαντινού, όσο και του αρχαιοελληνικού.
Γράφει συγκεκριμένα ο Γιάννης Κόκκωνας: «Οι πρωτεργάτες του ελληνικού εθνικού κινήματος […] δεν χρειάσθηκε να «επινοήσουν» το ελληνικό έθνος, ούτε να κατασκευάσουν τις έννοιες και τα σχήματα που θα χρησίμευαν στην εθνική προπαγάνδα• διαχειρίσθηκαν με επιδεξιότητα και οξυδέρκεια, όπως τους επέβαλλαν ή τους επέτρεπαν ο καιρός και η οικονομικο-κοινωνική συγκυρία, μια παλαιά παρακαταθήκη επεξεργασμένων και σ’ ένα βαθμό οργανωμένων στοιχείων εθνικής ιδεολογίας, που ήσαν, στους εκάστοτε μικρούς κύκλους των Ελλήνων διανοουμένων, από αιώνες συνδεδεμένα με τον δυσεπίτευκτο και με ποικίλους τρόπους διατυπωμένο στόχο της πολιτικής αποκατάστασης».

«Η αίσθηση του ανήκειν σε ένα αρχαίο και ένδοξο έθνος, που κάποτε μεγαλούργησε αναπτύσσοντας έναν κορυφαίο πολιτισμό και ευεργέτησε την ανθρωπότητα διαδίδοντάς τον, η οδύνη που αισθάνεται ο διανοούμενος όταν συλλογίζεται την απώλεια της πολιτικής αυτονομίας και την υποταγή σε έναν δυνάστη τον οποίο θεωρεί πολιτισμικά κατώτερο, η εντονότατη επιθυμία πολιτικής αποκατάστασης του ενδόξου, πλην δυστυχούς, έθνους ή γένους, η ιδιόμορφη σύζευξη ενός συμπλέγματος ανωτερότητας, που γεννιόταν από την επίγνωση της παλαιάς δόξας και από την πίστη στα πολλά και σπουδαία φυσικά χαρίσματα που κληρονομήθηκαν από τους προγόνους, με ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας, που επήγαζε από την συναίσθηση της θέσης του υπόδουλου και της οφειλόμενης στην δουλεία πολιτιστικής υστέρησης, η αναμονή βοήθειας και υποστήριξης από τα έθνη που όφειλαν μέρος της ευδαιμονίας τους στην ευεργεσία των σοφών προγόνων, η συνειδητή χρήση του ονόματος Έλληνες, ή του θεωρούμενου ως παλαιότερου και γνωστότερου στους Δυτικούς Γραικοί για τον προσδιορισμό όσων συγκροτούσαν το έθνος ή γένος, που πάντοτε ονομαζόταν ελληνικόν, η συνείδηση ότι τόσο η γραφόμενη όσο και η λαλούμενη από το έθνος γλώσσα αποτελούσαν φυσική συνέχεια της αρχαίας ελληνικής, η αυτονόητη σύνδεση του έθνους με μία λίγο πολύ συγκεκριμένη περιοχή που ονομαζόταν Ελλάς, όλα αυτά είχαν ήδη σχηματισθεί από τα τέλη του 15ου αιώνα, και ως τα μέσα του 18ου διαδίδονταν στους κύκλους και μεταδίδονταν στις γενιές των εγγραμμάτων Ελλήνων» .
Ας δούμε λοιπόν μερικές μαρτυρίες από την περίοδο της Τουρκοκρατίας που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω.
Στις αρχές του 15ου αιώνα ο Μανουήλ Χρυσολωράς είχε ανοίξει την συζήτηση για το εθνικό όνομα γράφοντας:

«Μεμνώμεθα οἵων ἀνδρῶν ἔκγονοι γεγόναμεν, εἰ μὲν βούλοιτό τις λέγειν τῶν προτέρων καὶ ἀρχαιοτέρων, λέγω δὴ τῶν πρεσβυτάτων καὶ παλαιῶν Ἑλλήνων, ὧν τῆς δυνάμεως καὶ τῆς σοφίας οὐδεὶς ἀνήκοος μεμένηκεν· εἰ δὲ βούλει, τῶν μετ’ ἐκείνους γενομένων ἡμῖν προγόνων, τῶν παλαιῶν Ῥωμαίων, ἀφ’ ὧν νῦν ὀνομαζόμεθα καὶ οἳ δήπου ἀξιοῦμεν εἶναι, ὥς τε καὶ τὴν ἀρχαίαν ὀνομασίαν σχεδὸν ἀποβαλεῖν· μᾶλλον δὲ ἄμφω τούτω τὼ γένει ἐφ’ ἡμῖν δήπου συνελήλυθε καὶ εἴτε Ἕλληνας βούλοιτό τις λέγειν εἴτε Ῥωμαίους, ἡμεῖς ἐσμὲν ἐκεῖνοι καὶ τὴν Ἀλεξάνδρου δὲ καὶ τῶν μετ’ ἐκείνων ἡμεῖς σώζομεν διαδοχήν» .
Παρόμοιες απόψεις σχετικά με την σχέση των συγχρόνων του με τους αρχαίους Έλληνες εξέφραζε στα χρόνια της Άλωσης ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, ο οποίος όμως λόγω της αρχαιοπληξίας του ήταν σαφώς εχθρικότερος προς τον όρο «Ρωμαίος»: «γλῶτταν μὲν καὶ ἤθη διὰ τὸ πολλῷ πλέονας Ῥωμαίων Ἕλληνας αὐτοῦ ἐπικρατεῖν διὰ τέλους φυλάξαι, τοὔνομα μέντοι μηκέτι κατὰ τὸ πάτριον καλουμένους ἀλλάξασθαι, καὶ τους γε βασιλεῖς Βυζαντίου ἐπὶ τὸ σφᾶς αὐτοὺς Ῥωμαίων βασιλεῖς τε καὶ αὐτοκράτορας σεμνύνεσθαι ἀποκαλεῖν, Ἑλλήνων δὲ βασιλεῖς οὐκέτι οὐδαμῇ ἀξιοῦν. […] Ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτόν μοι ἀποχρώντως ἔχοντα ἐπιδεδείχθω περί τε τῆς Ἑλλήνων βασιλείας καὶ τῆς ἐς Ῥωμαίους ἐχούσης διαφορᾶς, ὡς δὴ οὐκ ὀρθῶς τά γε ἐς βασιλείαν καὶ ἐς τοὔνομα αὐτὸ προσηγορεύετο τούτοις» . Γύρω στα 1490 ο Ιανός Λάσκαρης μιλώντας για τους Έλληνες της εποχής του χρησιμοποίησε για πρώτη φορά από όσο γνωρίζουμε τον όρο «νεώτεροι Έλληνες» . Στὰ 1527 ο Ιανός Λάσκαρης θρηνούσε για την «δουλεύουσαν κλεινὴν Ἑλλάδα» . Στα 1548 ο Αντώνιος Έπαρχος εξέδωσε τον γνωστό του «Θρῆνον εἰς τὴν τῆς Ἑλλάδος καταστροφήν». Εκείνη περίπου την εποχή και ο Νικόλαος Σοφιανός (1540), τύπωσε τον χάρτη της Ελλάδος με τα αρχαία και τα νέα τοπωνύμια .
Στον επόμενο αιώνα, στα 1625 ο Νικόδημος Μεταξάς έγραφε στην έκδοσή του των έργων του Κορυδαλέα στην αφιερωματική επιστολή: «Λογοποιοῦσι τηνάλλως οἱ κακοήθεις καὶ ἀπαίδευτοι, ὅτι μηδὲν ἔχει σεμνὸν ἡ νῦν Ἑλλάς ἀλλ’ ἡ τὰ κλεινὰ τῶν χωρίων ὀνόματα καὶ τῆς μακαριστῶν ἀνδρῶν φορᾶς, ἥτις τὸ παλαιὸν ἐπεῖχεν, ὥσπερ χερσεύουσα διαπέπτωκεν» . Λίγα χρόνια αργότερα (1631) ο Απόστολος Τζιγαράς στην πρώτη έκδοση της Χρονογραφίας του Ψευδο-Δωρόθεου αποδίδει ανάγλυφα την ταυτότητα των Ελλήνων της εποχής του: «Ἀλλὰ ἐπειδὴ αἱ ἱστορίαι ἐκεῖναι εὑρίσκονται γραμμέναι εἰς τὴν παλαιὰν τῶν Ἑλλήνων γλῶτταν, τὴν ὁποίαν δὲν καταλαμβάνουσιν ὅλοι οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες, ἠθέλησεν ὁ μακαρίτης […] νὰ τὰς βάλῃ εἰς τὴν ἁπλῆν γλῶσσαν, διὰ νὰ ὠφελοῦνται ὄχι μόνον οἱ σπουδαῖοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀμαθεῖς […]. Συμβουλεύω λοιπὸν πάντας τοὺς Ἕλληνας καὶ ὀρθοδόξους χριστιανοὺς (Ἕλληνας ἀπὸ τὸ γένος καὶ ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν πίστιν) νὰ μὴν λυπηθοῦν ὀλίγην ἔξοδον νἀγοράσουν τοῦτο τὸ βιβλίον» .
Στα 1675 ο ιερέας Γεώργιος Κονταρής από τα Σέρβια της Κοζάνης αρχίζει την αφιερωματική επιστολή του έργου του Ἱστορίαι παλαιαὶ τῆς ἐνδόξου πόλεως Ἀθήνης, το οποίο αποτελεί στο σύνολό του σαφή έκφραση του αισθήματος της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού, με τα εξής λόγια απευθυνόμενος στον χορηγό της έκδοσης: «Δὲν ἦσαν τόσον πρόθυμοι εἰς ἄλλον ἔργον οἱ παλαιοὶ τῶν Ἑλλήνων καὶ ὑμέτεροι πρόγονοι, ὦ τιμιωτάτη ξυνωρίς, ὅσον ἦσαν εἰς τὸ νὰ ἀμοίβωνται πλουσιοπαρόχως μὲ μεγάλα χαρίσματα ἐκείνους ὁποῦ νὰ ἤθελαν ἀριστεύσῃ ὁπωσδήποτε διὰ τὴν Πατρίδα τους».
Στα 1710 στο Βασιλικόν Θέατρον του Αναστασίου Μιχαήλ σημειώνεται πως υπήρξαν στο παρελθόν δύο ελληνικές αυτοκρατορίες, η πρώτη από τον Αλέξανδρο ως τους Ρωμαίους και η δεύτερη από τον Μ. Κωνσταντίνο ως τον Κ. Παλαιολόγο ! Ο ίδιος σε άλλο έργο του, το Περιηγηματικόν Πυκτάτιον γράφει: «Ἔστω δὲ καὶ ταῦτα ἡμῖν εἴθ’ ὡς ἀμωσγέπως δηλωτικὰ τοῦ καὶ τὴν τῶν Ἑλλήνων καὶ φωνὴν καὶ φυλὴν ἀεὶ Ἑλλήνων εἶναι, ὥσπερ καὶ τὴν Ἰνδῶν, τῶν Ἰνδῶν, καὶ τῶν Κικόνων, Κικόνων, εἴτε γοῦν καὶ παρεκβατικώτερον εἰρημένα» . Μερικές σελίδες μάλιστα παρακάτω εξηγεί και το γιατί οι σύγχρονοί του Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον όρο Ρωμηοί για να αυτοπροσδιοριστούν: «Οὐ γάρ, φησί, σφᾶς αὐτοὺς Ἕλληνας, τοῦθ’ ὅπερ διαπεφωνήκασι, Ῥωμαίους δὲ μᾶλλον, καὶ (ὅπερ ψευδῶς ἐπιφέρεται) Ῥωμαϊκούς, εἰς ὅπερ μετέβαλλον, φιλοῦσιν ἀποκαλεῖν. [....] Οἵτινες φύσει Ἕλληνες ὄντες, παιδείᾳ Ἕλληνες ὄντες, εὐγενείᾳ Ἕλληνες ὄντες, ἅπαξ δὲ Χριστοῦ τῷ ὀνόματι γόνυ προθύμως κάμψαντες, μόνῃ τῇ τούτου, ὑπὲρ πᾶν οὔσῃ τε καὶ ἐσομένῃ ὄνομα, ἐπηγορίᾳ ἐφησυχάσατε» .
Στις αρχές επίσης του 18ου αιώνα ένα κείμενο σημαντικό που προέρχεται από την γραφίδα των πλέον επίσημων εκφραστών της Ρωμηοσύνης, των πατριαρχών της Ανατολής, οι οποίοι αναφέροντας ποιούς εκπροσωπούν σε απάντησή τους στο πλαίσιο του θεολογικού διαλόγου με τους Αγγλικανούς Ανωμότους σημειώνουν ότι αποτελούν εκπροσώπους των «πάλαι μὲν Ἑλλήνων, νῦν δὲ Γραικῶν καὶ Νέων Ῥωμαίων διὰ τὴν Νέαν Ῥώμην καλουμένων» .
Λίγο μετά τα μέσα του αιώνα, στα 1761, ο Μοισιόδακας έγραφε: «Ἡ Ἑλλὰς […] πρέπει νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἂν ὄχι ἄλλο, ἀλλὰ κᾂν πὼς ἀκόμη κατοικεῖται ἀπὸ Ἕλληνες» . Στα τέλη του αιώνα, ο Κομνηνός-Υψηλάντης στα Μετὰ τὴν Ἅλωσιν αναφερόμενος στον Μαυρογένη σημειώνει πως «ἐζημίωσε καὶ ὅλα τὰ συστήματα τοῦ ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει ἑλληνικοῦ ῥωμαϊκοῦ ἀρχαιοτάτου γένους» . Από την ίδια εποχή προέρχεται και ένα κείμενο του γνωστού έλληνα εμπόρου της διασποράς, του Ιωάννη Πρίγκου ο οποίος γράφει από την Ολλανδία:
«Καὶ ἀφοῦ εἶδε ἕνας ὀρθόδοξος αὐτὴν τὴν παράταξιν, ἀπερνῶντας ὁ πρίντζιπας χαιρετῶντας ὅλους τοὺς στεκάμενους δεξιὰ καὶ ἡ πριντζέσα τοὺς ἀριστερά, ἐπεριχύθη δάκρυα ὁ Ρωμαῖος ὁποὺ τοῦτα γράφει:
«Οἷς κρίμασι Κύριε, εἶπε, καὶ διατὶ ἐμεῖς νὰ εἴμεστε ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸν Τοῦρκο, καὶ διατὶ ἐμεῖς νὰ εἴμεστε ὑπόδουλοι καὶ νὰ μὴ ἔχωμε καθὼς ἐτοῦτοι βασίλειο καὶ ἐλευθερία; ἔλεος σὺ κύριε, ὅπου ἐλευθέρωσες ταὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν ἀπὸ τὴν δουλείαν τοῦ Φαραώ, ἐλευθέρωσε καὶ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ἀπὸ τὸν Τοῦρκο… Ὁ Θεὸς νὰ γίνῃ καὶ εἰς ἐμᾶς ἔλεος νὰ ἐλευθερωθῇ τὸ γένος ἀπὸ τὸν Ἀγαρινόν, ὁ Θεὸς νὰ ἐννεύσῃ εἰς τὴν καρδίαν τῆς Βασιλείας Ρουσσίας, ὅπου εἶναι ὁμόπιστη, νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὸν ζυγὸν τὸν βαρὺν καὶ τὸν ἀβάστακτον, τὸν ἄδικον, τὸν ἅρπαγον, τὸν ἄπιστον Τοῦρκο, διὰ αὔξησιν, στερέωσιν τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ναὶ κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν γίνου ἔλεος. Ἕως πότε βασιλεύει αὐτὸ τὸ ἥμισυ φεγγάρι ὅπου κυριεύει τὴν πόλιν τοῦ Κωνσταντίνου; Ἀπὸ τὰ 1454(sic) ἕως τώρα 1768, χρόνοι 314. Φτάνει Θεέ μου ἡ ὀργή σου, μακροθύμησον, ἀκόμη δὲν σώθηκαν οἱ ἁμαρτίες νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃς, Θεέ μου; Ἐπαραοργίσαμε τὴν καλοκαγαθίαν σου καὶ διὰ τοῦτο μᾶς ἔβαλες σὲ ὑποταγὴ τοιούτου ἀγρίου θερίου τοῦ ἀσεβοῦς Ἀγαρηνοῦ. Θεέ μου, νεῦσον εἰς τὲς καρδιὲς τῶν χριστιανῶν βασιλέων νὰ ὁμονοιάσουν νὰ ἐξαθρακίσουν αὐτὸν τὸν αἱμοβόρον λύκον, αὐτὸ τὸ ἀχόρταγο … ζῶο, ὁποὺ ἡ ζωή του εἶναι σὰν τοῦ χοίρου, εἰς τὴν τροφὴν καὶ τὴν τρυφήν, στὴν ἀδικία μὲ τὰ δοσίματά του, βάρη ἀπάνω εἰς βάρη, διὰ νὰ μᾶς λιγάνῃ, νὰ μᾶς ἀφανίσῃ. Θεέ μου ἀφάνισέ τον, ἂς πάγῃ αὐτὴ ἡ ὀργὴ ἐκεῖ, ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἦλθε. Ἀσήκωσε, Θεέ μου, ἕναν ἄλλον Ἀλέξανδρον, ὥς ποτε ἐκεῖνος τοὺς Πέρσας ἔδιωξε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἔτζι καὶ αὐτὸν τὸν τύραννο νὰ τὸν διώξῃ, νὰ λάμψῃ πάλε(sic) ἡ χριστιανοσύνη στοὺς τόπους τῆς Ἑλλάδος καθὼς καὶ πρῶτα» .

Αλλά ακόμη παραπέρα την ίδια αντίληψη για την σύνδεση των Ελλήνων της εποχής τους με τους αρχαίους Έλληνες φαίνεται πως είχαν και οι Τούρκοι . Σε έναν διάλογο, που εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αντιμουσουλμανικών κειμένων της Τουρκοκρατίας, ανάμεσα στον Παναγιωτάκη Νικούσιο και τον τούρκο σοφό Βανή εφέντη σχετικά με την απόδειξη της αληθούς πίστης ανάμεσα στον Μωαμεθανισμό και τον Χριστιανισμό ανάμεσα στα επιχειρήματα που φέρνει ο Βανής προκειμένου να πείσει τον Νικούσιο να γίνει μουσουλμάνος είναι και το γεγονός πως οι πρόγονοι του έλληνα δραγομάνου δεν ήταν χριστιανοί.
«Λέγει ὁ Βανής. Πόθεν πιστεύετε ἐσεῖς πῶς ὁ Ἰησοῦς ἔκαμεν αὐτὰ ὁποῦ λέγεις; - Λέγει ὁ Παναγιώτης. Ἐκ τῆς κοινῆς καὶ πολυχρονίου παραδώσεως, ἡ ὁποῖα εἶναι τόσον ἀληθὴς καὶ ἰσχυρά, ὁποῦ ἔκαμε τὸν κόσμον ὅλον σχεδὸν καὶ ἐπίστευσεν, καὶ ἦλθον εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ. – Λέγει ὁ Βανής. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ ὁποῦ ἦλθον, ἢ εἶδον τὰ ὅσα λέγεις ἐσὺ διὰ τὸν Ἰησοῦν, ἐὰν εἶναι ἀληθηνά, δίχως νὰ τὰ ἐπαράδωσαν ἕως ἐσένα; - Λέγει ὁ Παναγιώτης. Οἱ πρόγονοί μου. – Καὶ ὁ Βανὴς εἶπε. Καὶ ἦσαν οἱ πρόγονοί σου ἕως τὸν καιρὸν τοῦ Χριστοῦ; Καὶ ἂν ἦσαν, τι θρησκείας ἦσαν; - Λέγει ὁ Παναγιώτης. Βέβαιον εἶναι, πὼς ἦσαν εἰς τὸν καιρὸν τοῦ Χριστοῦ οἱ πρόγονοί μου, ἐπειδὴ εἶμαι ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ· ἀμὴ εἰς ποίαν θρησκείαν ἦσαν τότε, δὲν ἰξεύρω, ὅμως ἐπειδὴ εἶμαι Ἕλλην ἐνδεχόμενον εἶναι, πὼς ἦτον εἰδωλολάτραι· καὶ βλέπωντας τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων, τὸν ἐπίστευσαν διὰ Θεὸν ἀληθινόν, καὶ ἐδέχθηκαν τὸ εὐαγγέλιον. Καὶ αὕτη εἶναι ἡ παράδοσις ὁποῦ ἦλθεν εἰς ἐμένα καὶ εἶμαι χριστιανός» .

Τα παραπάνω, παρότι αποτελούν μία πρώτη συναγωγή πηγών των χρόνων της Τουρκοκρατίας που αναφέρονται στο ζήτημα της σχέσης αρχαίων, βυζαντινών και νεωτέρων Ελλήνων, εντούτοις μας επιτρέπουν να υποστηρίξουμε πως πολύ πριν τον Κ. Παπαρρηγόπουλο η ελληνική λογιοσύνη θεωρούσε τόσο το βυζαντινό όσο και το αρχαιοελληνικό παρελθόν «δικό» της. Για να είμαστε ακριβέστεροι θα πρέπει να σημειώσουμε πως σε ολόκληρη την περίοδο της Τουρκοκρατίας αυτή η σχέση με τους προγόνους υπήρξε κοινός τόπος, τον οποίο βέβαια σε καμία περίπτωση δεν επινόησε ο Παπαρρηγόπουλος• απλώς ο τελευταίος τον επαναδιατύπωσε επιτυχώς μέσα στην καινή τότε πραγματικότητα του εθνικού κράτους."

Χαράλαμπος Μηνάογλου

ΤΑ ΒΙΝΤΕΑΚΙΑ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗΣ Αλαφουζο-τσ@σο-βερmετικών τηλε-παραγωγών

ΣΚΑΪ (= > SKY) : 2η Αντίκρουση από Αντίβαρο - Τουρκοκρατία


ΣΚΑΪ (=> SKY): 1η Αντίκρουση περί Αγίας Λαύρας - 25ης Μαρτίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: